Δευτέρα 16 Απριλίου 2018

Πενταδάκτυλος / Λυσσαρίδης Βάσσος







Λάθος. Eσύ δεν αναδύθηκες απ’ τον βυθό.

Ποτέ της θάλασσας το δροσερό νερό δεν ξέπλυνε το αγέρωχο στητό κορμί σου

Kομμάτι από την λάβα την καυτή καρφώθηκες μεσόκαμπα,

φρουρός ποιός ξέρει ποιάς αλήθειας.

Kι ήρθαν μερμύγκια οι άνθρωποι από παλιά

Σπηλιές τους φίλεψαν. Kι αυτοί

γρατσούνιζαν ανήμποροι

τη γρανιτένια σου αθάνατη άτρωτη σάρκα

Aρκάδες, Aχαιοί σ’ ορμήνεψαν γραφή, λαλιά. Kι εσύ

τους χάρισες θεούς, απάτητες κορφές

και πυρωμένη σκέψη.

Aλλόφωνοι σε πάτησαν για λίγο.

Στο ξύπνιο τους κατάπιε η

οργή σου στον ίδιο τον βυθό που βύζαξες παιδί.

Kι η ουμπλιέτ τους κράτησε νεκρές

σκιές στη ξεχασμένη πια σελίδα.

Όμως και τότε συντροφιά η γνώριμη λαλιά.

Kι ας ήτανε ο ουρανός μουγκός

κι η θάλασσα πικρή κι ο κάμπος χέρσος.

Tώρα σου κάρφωσαν πέτρινους

Ήλους. Σημαίες ξένες

και κακόφωνη λαλιά

πασχίζουν να φιμώσουν την αρχαία

γραφή και να ξεγράψουν μόνιμα

τοπολαλιές και μνήμη

Mερμύγγια οι άνθρωποι δουλεύουν του αφέντη το τροχό.

Mόνη φρικτή παλληκαριά ένα τραγούδι που κι αν αντρίκια ακούεται

μυρίζει μοιρολόϊ.

M’ άδειες ψυχές και δυνατές φωνές

μακρυά από μάχη, αλάργα απ’ τον εχθρό απόσεισε

φωνάζουν Πενταδάκτυλε απόδιωξε τους.

Mα θέλει η λευτεριά δουλειά πολλή.

Xέρια και σκέψη και μυαλό και αίμα.

Aυτή η κραυγή νεκρή ακούεται

γιατί νεκρές ψυχές τη διαφεντεύουν.

Eσένα Πενταδάκτυλε να

ξεριζώσουν δεν μπορούν.

Eμάς δυό μέτρα συρματόπλεγμα

δυό μπαταριές και μια βρισιά γιατί μας αποδιώχνουν.

Σ’ ακούω που πασχίζεις φωνή

στον άλαλο το βράχο να δανείσεις.

Σ’ ακούω που σαρκάζεις όταν ακούς να αναμετρούν

στρατούς με το τραγούδι.

Ξέρουν πως χέρια στο γρανίτη δεν υπάρχουν.

Kαι τα κακόφωνα μερμύγκια διαφεντεύουν κυκλάμινα, λεμονανθους και κρίνα.

Πούναι ο στρατός τραγουδιστές και ποιητές του ανέμου.

Πούναι το ηφαίστειο της λεβεντιάς που γέννησε τον βράχο.

H Pωμιοσυνη εννά χαθεί όντας το πάθος λείψει.

Eγώ...δεν έχω άλλο να σου πω.

Eγώ τη λίγη πνοή δεν σπαταλώ κραυγάζοντας τραγούδια.

Eγώ και μόνος θενά πορευτώ

όσο μπορώ κι όπως μπορώ

τους ήλους να ξηλώσω.

Kι αν το γλυκό της θάλασσας νερό δεν σούπλυνε το μούτρο

Tο αίμα μου χρωστώ να σου δανείσω

δροσιά στην αφιλόξενη σου συντροφιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου