Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.
Ξεκίνησε μία προσπάθεια συλλογής πληροφοριών σχετικά με τους έγκλειστους ποιητές της περιόδου 1955-1959 στα κρατητήρια της Κύπρου. Όσοι αναγνώστες του Ιστολογίου μπορούν να συνδράμουν στέλνοντας πληροφορίες μπορούν να το κάνουν στο e-mail: dimitriosgogas2991964@yahoo.com

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2019

Φαίδρος Καβαλλάρης: (βιογραφικά στοιχεία)


Γεννήθηκε το 1950 . Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Λονδίνο ενώ παράλληλα παρακολούθησε μουσική.  Ασχολείται και με τη ζωγραφική και την ποίηση.

Το 1987 εξέδωσε το βιβλίο ΄Ετη Φωτός.
Συνέθεσε πολλούς κύκλους τραγουδιών που βασίζονται σε έργα κυπρίων ποιητών όπως ο κύκλος Κυπριακή Τραγωδία του Τεύκρου Ανθία, Κυπριακή Συμφωνία, του Θεοδόση Πιερίδη, Τα ΄Ονειρα σου αίμα μου του Δώρου Λοίζου, Της Ελευθερίας και ο Μιγάδας ΄Αγγελος του Λεύκιου Ζαφειρίου.

Έργα του παρουσιάστηκαν σε συναυλίες στο Λονδίνο, Γερμανία, Πεκίνο, Τόκιο, Γαλλία, Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού
μπορείτε να διαβάσετε σχετικά : http://www.cymic.org.cy/easyconsole.cfm/page/c_profileviewer/c_id/7/lang/el
Περισσότερα για τον Φαίδρο Καβαλλάρη στο παρακάτω σύνδεσμο:

Ρένος Πρέντζας (μικρή αναφορά)

 Ο Ρένος Πρέντζας γεννήθηκε στη Λάρνακα το 1945. Αγωνιστής, συνδικαλιστής, πολιτικός, δάσκαλος, δημοσιογράφος και συγγραφέας. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος στα «ΝΕΑ», αλλά και αργότερα ως αρχισυντάκτης του «ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΥ» και των «ΠΡΩΙΝΩΝ ΝΕΩΝ».Υπήρξε μέλος για δύο και πλέον δεκαετίες του Πολιτικού Γραφείου της ΕΔΕΚ και βουλευτής Λευκωσίας μεταξύ 1991 και 1996. Απεβίωσε στις 20 Νοεμβρίου του 1998.

Βιβλία: 

Επιμόρφωση Ενηλίκων / 1995
Η συνδικαλιστική Ελευθερία / 1997


περισσότερα: 


Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2019

Τα βραβευθέντα Ποιήματα του 1ου Ποιητικού Διαγωνισμού των "Φίλων της Λογοτεχνίας και του Πολιτισμού"



Α΄Βραβείο



ΡΟΠΗ / Στέλλα Μιλτιάδου



Καταπνίγεις τα λόγια σου.
Και μέσα σε αυτό το ατελείωτο ανείπωτο
σπαρταράει το νόημα.
Παλεύει να ειπωθεί.
Χώνεις το νόημα όσο πιο βαθιά.
Σβήνεις κάθε υποψία
βίαια ποδοπατώντας τα ίχνη της υπόνοιας.

Το νόημα αναβλύζει καυτό απ’ το βλέμμα σου.
Μα η φωνή που ξεστομίζεται
-σα μόνη της,
χωρίς να την ορίζεις
ρέπει αλλού
και μπλέκεται μεσ’ την οχλοβοή …
γιατί το απέναντι δεν το αντέχεις.

***
Β΄ Βραβείο


ΕΙΣ ΚΥΠΡΟΝ 2017 / Χριστιάνα Καμένου

Και εμείς εδώ
απλά περιμέναμε μια Άνοιξη.
Έτσι απλά,
για να συνωμοτήσουμε μαζί της.
Και εμείς εδώ
απλά περιμέναμε ένα φως
για να λοξοδρομήσουμε μια φορά
από τα κουμπωμένα πλαίσια
αυτού του νησιού
από τα προδιαγεγραμμένα και αλογάριαστα
αυτά πλαίσια
που κάποια στιγμή πρέπει να διασπαστούν.
Και εμείς εδώ
απλά περιμέναμε να αλλάξει επιτέλους
γύρω μας το χρώμα,
να διανύξει το φως μια επιπρόσθετη θέση.

Έτσι απλά,
σαν κάλυψη ή προκάλυψη
του φόβου αυτής της δικαιολογημένης ανασφάλειας
για αυτή την αλλαγή.
Και εμείς εδώ
απλά ενδέχεται
να σωπαίνουμε και να ακροαζόμαστε
τον ήχο που διατείνεται την ελπίδα
τον ήχο που διασπάει επιτέλους
αυτή την επί χρόνια συγκροτημένη δομή.
Και εμείς εδώ
απλά περιμένουμε αυτή τη συνωμοτούσα
Άνοιξη
για το τι επίκειται να φέρει, να επιφέρει
ή να επαναλάβει σε αυτό το νησί
που όλο και μεγαλώνει, μεγαλώνει
με την ιστορία του.

***

Έπαινος

ΑΦΙΛΟΞΕΝΟ ΣΚΟΤΑΔΙ / Παύλος Ανδρέου

Αφιλόξενο σκοτάδι,
κουβαλάς ένα βασανιστικό απομεινάρι,
ανήμπορη σκιά,
πληγωμένη από ένα βέλος ξαφνικά.

Τα βαθιά μυστικά της ψυχής,
θαμμένα σ’ ένα απαραβίαστο χάδι,
οι ορίζοντες των στεναγμών
καίγονται στα ψυχρά κύματα
των περίπλοκων γρίφων της αγάπης.

Με νόμους γραμμένους
στην πέτρα της καρδιάς,
στριφογυρίζει η σκέψη,
σ’ ένα άυλο κάστρο του αέρα,
στα λημέρια του πάθους,
σ’ ένα φιλί του σκότους.

Στα γνήσια εδάφη της ψυχής,
ένα φεγγοβόλο συναπάντημα του νου,
το μελωδικό βασίλειο μοχθεί να θεμελιωθεί,
από χάρη ενός γυμνού νυχτωμένου ονείρου.

Ψέμα που καληνυχτίζει μ’ αγκαλιά,
βαφτίστηκε αλήθεια,
μα έγκλειστη πια
στα δρομάκια της λησμονιάς,
η αγάπη χάνεται παντοτινά.

***

Έπαινος

Η ΕΠΑΙΤΙΣ /Μαρία Κούβαρου

Τραγούδαγε η μάνα μου η γη
το ό,τι σπείρεις θα θερίσεις
Και στο σεκόντο ο πατέρας μου, το σύμπαν,
με νανούριζε με «δούναι και λαβείν»
Κι εγώ, στερεμένη απ’ το δόσιμο
στέκομαι τώρα εμπρός τους -μια επαίτις.
Έχω αδειάσει· δανειστής, με δανεικά επιζώ,
μα
τέρας τυφλό είναι το δίκαιο.
Κι έτσι, ρακένδυτη όπως είμαι,
σέρνομαι και αναμένω
απ’ τα χρωστούμενα,
απ’ τα χρωστούμενα αναμένω επιστροφή.
Στάλα τη στάλα με αφήνει η ζωή
και την αφήνω να μ’ αφήνει,
και όσο στραγγίζει
κι εγώ στραγγίζω.
Στραγγίζω
και αναμένω
δικαιοσύνη.
Μες στο μυαλό μου υπολογίζω
χρωστούμενα, τους τόκους,
και όσα θα είχα για να παίρνω
αν το προνόμιο μας δινότανε
να παίζουμε όλοι ως ίσοι.
Ίσοι προς ίσους. Ίσος προς ίσον. Μα ίσως
ούτε αυτό να μην το μέτρησα σωστά.
Έτσι κατέληξα επαίτις·
και όλο ζητώ
Ζητώ και αναμένω,
Ζητώ, σωπαίνω και αναμένω.
Ζητώ. Γιατί ζητώ;
Πώς απαιτώ να λάβω από τους οφειλέτες μου
όταν κι εγώ η ίδια χρωστώ στον εαυτό μου;



***

Έπαινος

ΛΕΞΕΣΙΝ / Πέτρος Πέτρου


Τώρα τι;
Πρέπει να βρω μονάχα λέξεις να σου πω.

Μα πώς φτιάχνονται οι λέξεις;
Θέλουν αίσθημα κι όνειρα και έρωτες.

Οι άνθρωποι οι δικοί μου
είναι όλοι πλασμένοι από λέξεις.
Μα μαζί σου, λεξιθηρία.

Τις ώρες τις μικρές,
γεύονται την πνοή σου.

Καμία όμως δεν είναι αρκετή για να σε εξιστορήσει,
Καμία να με εξιλεώσει.
Γίνομαι εξίτηλος.

Μα πρέπει να βρω λέξεις να σου πω!

Τα γράμματα του σώματός σου
Οσφρύζεται η ανάσα μου.
Γίνομαι ερωτύλος.

Τελικά, λέξις είν᾽ ἡ ἕλξις …

Στο πάγωμα του χρόνου
ψαχουλεύω τη μορφή σου.

Ψιθυριστά ακούω τάς ἕλξεις μου , ὦ λέξεις
μου:

'Έλα να σ' αγκαλιάσω προτού ξυπνήσω'.


Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2019

ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ / Νικηφόρου- Θεοκλή Αντρούλλα



Πού πήγες και θρονιάστηκες κυρά - Κατάθλιψη;
Μπήκες μέσα στην ψυχή και σήμανες την εγκατάλειψη;
Βυθίστηκες από μόνη σου χωρίς να σε καλέσουν,
με άδεια συναισθήματα ,κενό μέσ´την ψυχή.
Νύχτωσε η αν ξημέρωσε,το ίδιο όλα μαύρα,
ο ύπνος είναι ασύλληπτος,σχεδόν όλα τα βράδια.
Στον τοίχο το ρολόϊ,κτυπά,μα θαρρώ σταματημένο,
οι δείκτες του ακίνητοι εκεί αγκυροβολημένο.
Ποιό μαύρο σύννεφο σ´έχει αιχμαλωτίσει;
Ποιά λύπη σε έχει εγκλωβίσει;
και σ´έκανε αδύναμη χωρίς να σου εξηγήσει.
Ποιές αλυσίδες άραγε,σ´έχουν αλυσοδέσει;
Έχεις κλειδώσει,τώρα πια όλες τις αλυσίδες,
έχεις πετάξει τα κλειδιά,και ζείς χωρίς ελπίδες.
Τα χέρια σήκωσες ψηλά,τα μάτια ρίχνεις χαμηλά,
κοίτα μέσ´τον καθρέφτη σου και ζήτησε βοήθεια,
μην κάθεσαι ακίνητος και σούγινε συνήθεια.
Πάλαιψε και εξόντωσε,το ανήμερο θεριό,
που ήρθε και θρονιάστηκε,πριν γίνει το κακό.
Και αν η ζωή είναι δύσκολη,με μαύρες αποχρώσεις,
πάρε παλέτα και χρώματα και φωτεινές θα δώσεις.
Τα θέλω σου,κάνε τα μπορώ,τούς φόβους σου ελπίδες,
και στην ψυχή δώσε το φώς,του ήλιου τις ηλιαχτίδες!
Για σήκωσε το βλέμμα σου,κατάματα για δές,
μέσ´το καθρέφτη κοίταξε,είναι όμορφα,άμα θές.
Σπάσε τις αλυσίδες σου,κυνήγα τα όνειρα σου,
δώσε ελπίδα στην ζωή,με τα όμορφα χρώματα σου!
Μέσ´τον καθρέφτη κοίταξε και ψάξε το παιδί,
ανέμελο και ξέγνοιαστο,
και πάρε το παιχνίδι της ζωής,πάλιν απ´την αρχή.
Πάρτο τιμόνι πιο καλά και κράτα το σφικτά,
γιατί η ζωή είναι μικρή ,γρήγορα μας προσπερνά,
φεύγει η ζωή και χάνεται και πίσω δεν γυρνά!

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2019

Διαστάσεις του Χωροχρόνου: Ποιητική Συλλογή του Σωτήρη Π. Βαρνάβα / Εκδόσεις Γαββιηλίδη

ΣΟΥ ΓΡΑΦΩ

Ήταν ο τόπος μας πηγάδια
ήτανε κυπαρίσσια και ευκάλυπτοι
ήτανε γνώμες που γονιμοποιούσαν οι αιώνες
χειμώνα καλοκαίρι.

Συμφωνημένοι σπόροι
από παγωμένα ημισφαίρια
μας τους μοιράσαν αιφνιδίως σωρηδόν.

Να πιάσουν φως
τους απλώναμε με τη σοδειά μας
Να  πιάσουν ήλιο
τους διαβάζαμε τα γεγονότα.
Σταθήκαμε απάνω τους με τους κουβάδες
ελπίζοντας υγιή να βγάλουν φύτρα

Μικρά ζωύφια μες στο σακί
κανείς δεν πρόσεξε
μεταμορφώνανε το χώμα μας σε γαϊδουράγκαθα.



ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ ΜΟΥ

Νερό και πηγάδι αδελφέ μου
δεν είχαμε άλλη έγνοια
παρά για τη στάθμη του
που όλο κατέβαινε
που όλο σκάβαμε τα καλοκαίρια
που όλο μιλάγαμε για ένα υπόγειο ποτάμι.

Θυμήσου αδελφέ μου
τον κουβά με τους βράχους
θυμήσου την τροχαλία
την κραυγή του πατέρα βαθιά
την αστοχία
που στοιχίζει πληγές.
Κι εσύ να υποφέρεις τον πόνο
Σπόρους γλυκείς συκομουριάς
θυμήσου τη μυρωδιά
το καμωμένο χωράφι.

Όταν αδειάσεις αδελφέ μου
να δεις τη γη μας
εκεί όπου τα πράγματα
είναι πάντα
χώμα νερό και πηγάδι




ΟΙΚΙΑΣ  ΔΟΜΙΚΑ

Κάτι απ' το πυρωμένο χώμα
μια φούχτα ελπίδα
κατά που κοίταζαν τα όνειρα
τη ρότα του ήλιου
Κάτι απ’ το ξύλο της εξώπορτας
εκεί όπου αφήσαν τα φτερά
πριν ξεψυχήσουνε τα περιστέρια
Κι ένα κομμάτι πέτρα πήρα απ' την αυλή
εκεί που πύκνωναν οι χτύποι της καρδιάς
σαν φεύγαμε χαράματα για το χωράφι.




ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Κάθε φορά που βγαίνω στο μπαλκόνι του
λαξευτή μια πέτρα από ασβεστόλιθο
ή σαν κοιτάζω απ’ την αυλή γυμνό το σώμα του
χάνομαι στις σελίδες της ιστορίας του.
Ρωτούσα τον παππού προτού πεθάνει
τους απωθήσανε έλεγε ως εδώ κάτι κουρσάροι
Σωθήκανε χάρις στη σύσταση του βράχου
προνόμιο δίνοντας στο σπίτι
να εξοβελίζει κάθε τι που αναίτια του επιτίθεται.

Και να ’μαι εδώ ασφαλής κάθε φορά
που υποφέρω από πονοκεφάλους





ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΘΕΛΩ

Καθώς αποδεχθήκαμε πως υπάρχουμε λέξεις
Καθώς αποδεχθήκαμε πως υπάρχουμε χρόνος
ας κάνουμε μιαν αρχή,
να μιλήσουμε θέλω.
Λέω να σου πω πως θέλω να υπάρχεις
λέω να σου πω πως θέλω να υπάρχω
να υπάρχουμε αλήθεια στο ποίημα.

Πάντα θα υπάρχουμε λέξεις
θα εξακολουθούμε να υπάρχουμε χρόνος και σιωπή
από χώμα από γη κι από στάχυ
Κι όσες δε γράφουμε
μια ανάμνηση
υπάρχεις στιγμή και φωτιά
αγωνία
κι όλα τα γράμματα άγχος να μεταμορφωθούνε
υπάρχω
κι όλα τα γράμματα άγχος να μεταμορφωθούνε
υπάρχεις

ωσότου τα χέρια μου
κομμάτι από γη
θα υπάρχω χώμα
και τότε ματιά και φωτιά εσύ
ομοούσια γη
το πρόσωπό σου ποίημα
αιώνια εσύ θα υπάρχεις αγάπη.


Δ ΙΑ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑΣ

Στιγμή να μεταφέρει η γραφή
ό,τι αποθησαυρίζει η σκέψη
από συνειρμό μια ανάμνηση
ή κάποια αίσθηση που ο χρόνος
κατεχράσθη
φλόγα τ’ ανάγλυφου, κανόνες
εχεμύθειας να τηρηθούν
της γης γαλάζια μέρη να γνωρίσεις

ζώσης φωνής απούσης
απώλειες συνεπάγονται

Δέσμες τοπία άφωνα
στη σάκα μεταφέρει ο ταχυδρόμος.



Ο ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

Πέρασα απ’ το μαγαζί με καραβόσκοινα
λίγο να πάρω σπάγκο
για το χαρταετό
δυνατοί οι άνεμοι
να κρατηθεί σαν θα πετάξει.

Κάβοι
πολλών λογιών σχοινιά
δένανε τις σκέψεις μου
όπως κι ελπίδες ανθρώπων σε λιμάνια.
– Για πόσα μέτρα μιλάμε;
ρώτησε
– Πάνω απ’ τον ουρανό
κι από το σύννεφο πιο πέρα
ωσότου να χάνεται
η μοναξιά κι η σιωπή

Ωσότου η κλωστή να εξαντληθεί
και μόνος του ο χαρταετός να ταξιδεύει.


                                Σωτήρης Π. Βαρνάβας
                          Διαστάσεις του Χωροχρόνου
                        εκδόσεις Γαβριηλίδης , 2018


Κυριάκος Ευθυμίου (μικρό βιογραφικό)


Ο Κυριάκος Ευθυμίου γεννήθηκε το 1954 στη Λευκωσία. Σπούδασε υποκριτική στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης στην Αθήνα. Εργάστηκε ως ηθοποιός σε ελεύθερα σχήματα και στον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου. Γράφει ποίηση και θέατρο.

Ποιητικές Συλλογές:

«Κυρτός Αλατοπώλης» (εκδόσεις Εντευκτηρίου)

Άλλα Έργα :
  • Το 2005 εξέδωσε τον ψηφιακό δίσκο «Κ. Π. Καβάφης: Ποιήματα», με 50 ποιήματα του Αλεξανδρινού ποιητή, σε δική του επιμέλεια και ανάγνωση.
  • Τρεις ψηφιακοί δίσκοι με αναγνώσεις από το ποιητικό έργο των Παντελή Μηχανικού, Θεοδόση Νικολάου και Κυριάκου Χαραλαμπίδη (2008)
  • Τριπλός ψηφιακός δίσκος με αναγνώσεις ποιημάτων του Κώστα Μόντη (2009).


Κυρτός αλατοπώλης: Ποιητική Συλλογή του Ευθυμίου Κυριάκου (εκδόσεις Εντευκτήριο /2015) Κρατικό Βραβείο Ποίησης έτους 2015 (απόσπασμα)

Α' ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ ΜΑΡΤΙΟΥ^


 ΓΥΡΙΣΜΟΣ


Επιστρέφω μέσα μου ήσυχα
στο λιμάνι της πικρής μου εκδοχής.

Μήτε καπετάνιος μήτε ναυαγός•
ένα θολό φυλλάδιο ναυτικό.

Το ριζικό του ψαριού σπαρταρά
στα δίχτυα λυπημένων ψαράδων.



ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ


Δεν βγάζει ήχο το σκοτάδι που μαχαιρώνω
τα έγκλειστα βράδια της Λευκωσίας,
το έγκλειστο βράδυ που ξέρει να διαρκεί.

Πέρα απ' το σκοτάδι κι άλλο σκοτάδι•
περιφέρομαι εφήμερος σε ζώνη νεκρή.

Άφαντοι οι φρουροί που φύλαγαν κάποτε
τη λυπημένη εικόνα της μεγάλης πληγής.
Νιώθω το φίδι της σιωπής που γλιστρά
θωπεύοντας τα λόγια που το εκτρέφουν.

Πέρα απ' το σκοτάδι κι άλλο σκοτάδι.

Το πένθος προσκομίζει συμβάντα ντροπής•
μα τα ψεύδη θρηνούν τις δικές τους αλήθειες.




*Μυροφόρες: Αρωματικό φυτό με μωβ άνθη [λεβάντα).
Ευδοκιμεί την άνοιξη στα ημιορεινά της Κύπρου.



Β’ ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΛΥΠΗ



ΣΗΜΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ


Έρχεται νύχτα η στιγμή που ξέρεις ότι φταις εσύ.
Χρώμα κόκκινο πνιχτό ταράζεται μες στο σκοτάδι

Ούτ' ένα φύλλο, ένα άγνωστο πράσινο φύλλο,
ούτ' ένα φύλλο δεν ανασαίνει στη μέγιστη σιωπή.

Ποιος θα εκπέμψει χάνομαι
ποιος θ' αρπάξει τη σανίδα στον πνιγμό;  




ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΛΥΠΗ


Ούτε φεύγεις ούτε μένεις- υπάρχεις
στο δριμύ ακαθόριστο της παραμεθορίου.

Το τραίνο που δεν περιμένεις
γιατί να αναχωρήσει;

Την ασάλευτη λύπη διασχίζοντας
πέρα να σε πάει από τα σύνορα,
εκεί όπου ο κόσμος υπάρχει.

Ανέκδοτο εισιτήριο του πουθενά,
κίτρινος λυγμός ενός φύλλου που πέφτει.



Γ’ ΜΕΤΑΞΩΤΑ ΣΕΝΤΟΝΙΑ



ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ


Κάθισε στο παγκάκι της αυλής,
πολύ προσεχτικά
— μην πέσει.

Ξεδίψασε η δίψα του,
κουράστηκ' η επιθυμία του να θέλει•
άλλο να θαυμάσει δεν μπορεί η ψυχή.

Σκυφτός κοιτάζει χαμηλά
κάτω κοιτά
το χώμα.

Και δεν νιώθει τα δυο παιδιά,
που κλέβουν τριαντάφυλλα
για τα ωραία κορίτσια του Επιταφίου.



Δ’  ΚΥΡΤΟΣ ΑΛΑΤΟΠΩΛΗΣ

  

ΚΥΡΤΟΣ ΑΛΑΤΟΠΩΛΗΣ


Δάσος από τρεμάμενες σκιές, τριξίματα
φτερουγίσματα αθέατα αιφνίδιων σπίνων•
κρυμμένα για να σε ταράζουν αναφιλητά.

Με εικόνες που εφώτισε φεγγαριού πεπρωμένο
εστερεώθη των λαθών η λυπημένη διαύγεια•
έκθετο κόσμημα της κρυφής σου πληγής.

(Τον κόσμο διαβαίνεις με βήμα σκοτεινό
κυρτός αλατοπώλης υφάλμυρων καιρών.)

Στ' άγρια σαν σαλέψουν θηκάρια του χαμού
τα λερωμένα και τυφλά του δίκαιου μαχαίρια,
μες στης ψυχής τη νύχτα στράφτει κείνο το φως.

Πλησίον κάπου πάντοτε ξυπνά παιδί και κλαίει.
Τ' άδολο κάτω χείλος του τρέμει• και ριγεί.



ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΛΥΓΜΟΣ


Με σταγόνες αγωνίας στο στήθος
που σταλάζει η θυμωμένη πληγή,
χύνεις λάδι στις παλιές πυρκαγιές
να καούν οι μαινόμενες μνήμες.

Δεν είναι γιατί βύζαξες από λαβωμένη θηλή
που ακούγεται κόκκινος ο λυγμός της φωνής.
Είναι οι ντροπιασμένες λέξεις που αιμορραγούν
επειδή κηλίδωσες με πράξεις το νόημά τους.


Ε’ ΔΙΚΑΙΗ ΛΥΠΗ



ΕΡΓΟΧΕΙΡΟ


Αφού προσκυνήσει του Χριστού
την πρωινή ημίφωτη θλίψη,
αμέριμνη δήθεν, η μητέρα κεντά
τ' ατέλειωτο μαντήλι των ενοχών της.

Το ένα μάτι στο βελόνι,
τ' άλλο στη στροφή του δρόμου•
καίγεται να φανώ για τούρκικο καφέ.

— Η καλή σεβαστή μου μητέρα
που με θήλασε χαλασμένη ζωή. —

Μ' είδε να μπαίνω και στριφογυρίζει
στο δάχτυλο τη βέρα του γάμου της.
Χαμογελά μ' ένα χαμόγελο χρυσό•
που θερμαίνει το αίμα απότομα:
να πεθάνει την πληγή πυρετός.

(Μα στο γυμνό κλαρί το πουλί αχνοτρέμει,
ακούγοντας να επιστρέφει από το μέλλον βουβή
η μονόλεπτη κραυγή που το γέννησε.)



Περιεχόμενα

ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ ΜΑΡΤΙΟΥ

Γυρισμός
Αγρυπνία
Το πουλί
Νεκρή ζώνη
Μνημόσυνο
Μυροφόρες Μαρτίου
Παράκληση
Βροχή
Τόπος
Άτιτλο


ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΛΥΠΗ


Σήμα κινδύνου
Στιγμιότυπο
Το παιδί
Ο δραπέτης
Ασάλευτη λύπη
Υγρές προκυμαίες
Αναχώρηση


ΜΕΤΑΞΩΤΑ ΣΕΝΤΟΝΙΑ


Έκθεση ιδεών
Ο άλλος
Φτερούγισμα
Μια ημέρα
Η κρύπτη
Επιτάφιος
Αρμονία
Μεταξωτά σεντόνια


ΚΥΡΤΟΣ ΑΛΑΤΟΠΩΛΗΣ


Ναυάγιο
Κυρτός αλατοπώλης
Νυχτοφάναρο
Αντίπερα
Καταιγίδα
Φτερά
Αλλαγή
Ανταπόκριση
Ουρανός
Τετάρτες
Νύχτες του 2012
Πλάνη
Κόκκινος λυγμός
Λήξη


ΔΙΚΑΙΗ ΛΥΠΗ


Βαβέλ
Ποιητής
Σκηνοθεσία
Γερμανικό τοπίο
Εξομολόγηση
Εργόχειρο
Παράφορο φιλί





κριτική της Συλλογής μπορείτε να διαβάσετε: http://wwwsteliospapantoniou.blogspot.com.cy/2016/07/blog-post_10.html