Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.
Ξεκίνησε μία προσπάθεια συλλογής πληροφοριών σχετικά με τους έγκλειστους ποιητές της περιόδου 1955-1959 στα κρατητήρια της Κύπρου. Όσοι αναγνώστες του Ιστολογίου μπορούν να συνδράμουν στέλνοντας πληροφορίες μπορούν να το κάνουν στο e-mail: dimitriosgogas2991964@yahoo.com

Τρίτη, 31 Ιουλίου 2018

Νίκος Πενταράς (βιογραφικό)

Γεννήθηκε στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου στις 9 Απριλίου 1949. Εκτός από την προσφορά του στην εκπαίδευση της Κύπρου, την οποία υπηρέτησε από τη θέση του απλού δασκάλου μέχρι τη θέση του Α' Λειτουργού Εκπαίδευσης, έχει εκδώσει βιβλία με ποιήματα, μυθιστορήματα και μελέτες.
Ο Νίκος Πενταράς ασχολείται, επίσης, με την κριτική-παρουσίαση νέων εκδόσεων. Από το 1989 έως το 1991, είχε μόνιμη στήλη σε κυπριακή εφημερίδα για την κριτική-παρουσίαση νέων εκδόσεων και συνεργαζόταν παράλληλα και με το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου για το ίδιο θέμα. Έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα εκατοντάδες νέες εκδόσεις βιβλίων ποικίλου περιεχομένου.


  • «Ώρες Πολέμου» (ποίηση) (1975)
  • «Μηνύματα» (ποίηση) (1981)
  • «Περιστέρι μου ξεκίνα» (ποίηση για παιδιά) (1987)
  • «Η Τρίτη Απόφαση» (ποίηση) (1988)
  • «Επάνοδος» (ποίηση) (1992)
  • «Φως εκ Φωτός» (ποίηση) (1994)
  • «Ποιήματα» (ποίηση) (1995)
  • «Ο Εκπαιδευτικός απέναντι στο Αναλυτικό Πρόγραμμα: Ελεύθερος Πολιορκημένος;» (μελέτη) (2004)
  • «Σε κάθε μπαλκόνι και ένα χελιδόνι» (μυθιστόρημα, που απευθύνεται σε παιδιά και νέους) (2007)
  • «Στη μοναξιά του φεγγαριού» (ποίηση) (2009).
  • Σε φόντο φθινοπωρινό" (ποίηση) (2015)

ΧΑΪΚΟΥ του Νίκου Πενταρά



1. Στην τζαμαρία
κόκκινο γαρύφαλλο  
κι εσύ απ’ έξω.  

2. Πλήθος τζιτζίκια  
τζίτζι τζίτζι τζιτζιτζί  
ήταν Κασάνδρες.    
  
   3.
Τριανταφυλλιές
μπουμπούκια στα κλωνάρια
γιατί αργείτε;

4.
Ωραία λόγια
μοιάζουν επικήδεια
φέρτε λιβάνι.

5.
Ένα λουλούδι
πεταμένο στη λάσπη
σε θυμήθηκα.
 
6.
Πέταγμα πουλιών
ζευγάρωμα ζαρκαδιών
χαίρε, ειρήνη.
 
7.
Αντί για φανούς
κρυφά μέσα στη νύχτα
άναβες στίχους.

8.
Γόρδιος δεσμός
βαθειά πληγή στα στήθια
Μέγας Χωρισμός.


    9.
Μέσα στη νύχτα
οι λέξεις βουβάθηκαν
άδειες οι στέρνες.

10.
Στα περιβόλια
ξεχείλιζες με στίχους
τις άδειες στέρνες. 

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ του Νίκου Πενταρά

Πάψε πια ν’ απελπίζεις τις χαραυγές
με τις μαυροφόρες σκέψεις της νύχτας
γιατί χρόνια προτού σε γνωρίσω
καθώς βυθομετρούσα ναυάγια Ονείρων
απ’ το φεγγίτη των άστρων
κι αποστήθιζα τη σιωπή τους
ήλθε σωσίβιο το φως
έσπασε το κέλυφος της νύχτας
και μ’ αποκάλυψε
το υστερόγραφο σημείωμά της
για αιώνια χαραυγή…

ΜΝΗΜΕΣ του Νίκου Πενταρά

Στον ήχο της βροχής
ξεφυλλίζω  τις μνήμες των άστρων
ανάμεσα στις ρωγμές του χρόνου
κι αποστηθίζω τη σιωπή τους.


Δακρυσμένες εικόνες
με χείλη σφραγισμένα
απ’ την παντάνασσα σιωπή
με ταξιδεύουν
στο σκυθρωπό βασίλειό τους.

ΞΕΡΩ ΜΟΝΟ του Νίκου Πενταρά



Δεν ξέρω
αν οι στίχοι μου μπορούν
να χωρέσουν τον πόνο σου
ούτε πάλι ξέρω αν έχουν τη δύναμη
να τον σηκώσουν
και να τον ταξιδέψουν πέρα μακριά
όπως οι γερανοί
τ’ αποδημητικά πουλιά
στα φιλόξενα φτερά τους.


Ξέρω μόνο
πως είναι τόσο δυνατοί
όσο χρειάζεται
να γίνουν Αγάπη
και μέσα τους 
μια για πάντα
να σε κλείσουν.

στη μοναξιά του φεγγαριού (απόσπασμα) του Νίκου Πενταρά

Το σπίτι σου
στην άκρη του δρόμου
με τη σοφία της θάλασσας στην κάθε πέτρα του
και τη γαλήνη του βουνού στα κεραμίδια του
κρατά με πείσμα τα παντζούρια του κλειστά
τις πόρτες κλειδαμπαρωμένες στον καιρό.
σε καρτερά.

Ο Διγενής Ακρίτας με το Χάροντα
στα μαρμαρένια αλώνια συναντήθηκαν
την πάλη τους να ξαναρχίσουν
και προσπαθεί να κρατηθεί γερά
το σπίτι σου
στην πλάτη των προγόνων φορτωμένο
άτι λευκό που πιλαλά
καράβι π’ αρμενίζει
νερό να βρει να δροσιστεί
λιμάνι για ν’ αράξει
κελί κλειστό που καρτερά
τις πόρτες του και τα παντζούρια του στον Ήλιο διάπλατα ν’ ανοίξει

ΣΤΑΥΡΩΣΗ του Νίκου Πενταρά


Γραμματείς και φαρισαίοι
επώνυμοι κι ανώνυμοι
αλεπούδες ντυμένες την αθωότητα σου
θα ετοιμάζουν πάντα
τον σταυρό και τα καρφιά
στα υποχθόνια τους εργαστήρια
και μετά στον γολγοθά σου
άδικα να σε σταυρώνουν
προσωρινή καθήλωση η σταύρωση
και ο σταυρός ανάσταση
το πένθος
η θλίψη
κι ο θάνατος
στους σταυρωτές σου
«χαίροις», λοιπόν, «ο ζωηφόρος σταυρός»
ο σταυρός του μαρτυρίου σου.


("Σε φόντο φθινοπωρινό", 2015)

[Θα σβήσω] του Νίκου Πενταρά

Θα σβήσω
τα ίχνη των βημάτων μου στην άμμο
θα καταργήσω
τις παρενθέσεις ιστοριών
που χάραξα στα βράχια
κι από αφρός στην παραλία
θα γίνω πέλαγος
ν’ αφουγκράζομαι τις ιστορίες
του αρχέγονου γαλάζιου
στη σιωπή των κογχυλιών.



"Στη σιωπή των κογχυλιών"

ΝΑΥΑΓΙΟ του Νίκου Πενταρά


Την κόγχη του περάσματος
ανάμεσα στων κοχυλιών τα καύκαλα
και στους θρυμματισμένους αμφορείς
στην απαλάμη του νερού
και του καιρού τη στρόφιγγα
διαβαίνεις καθημερινά.
Θολά τα μάτια στα λιβάδια των φυκιών
αρμύρας γεύση στα κορμιά τα μπρούντζινα
μαρμαρωμένα στο βυθό καράβια πλήθος
σιτάρι, λάδι και κρασί στ’ αμπάρια τους
που ναυαγήσανε πριν από χρόνια
χωρίς ποτέ στα μάτια σου να ξεπροβάλουν
έστω τα λευκά πανιά τους.

(από την ποιητική  συλλογή "ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ", 2009

ΤΑΦΗ / Πενταράς Νίκος



Η μάχη τέλειωσε το σούρουπο.
Η νύχτα τύλιξε σιγά-σιγά τα σκόρπια μέλη των νεκρών

Με το τσουρουφλισμένο κρέπι της
Το κόκκινο φεγγάρι δακρυσμένο και λυσικομο
Τους έδωσε γονατιστό τον τελευταίο ασπασμό
Και μια μπουλντόζα έπειτα βιαστικά
Τους έθαψε σε μνήματα ομαδικά, χωρίς τα σχετικά,
Με συνοδεία τη θρηνητική φωνή του γκιόνη...

Οι μάνες όμως καρτερούν γονατιστές
Στα σκαλοπάτια της ελπίδας
Και μένουν οι νεκροί χωρίς μνημόσυνα
Χωρίς νερό και λάδι...

ΤΑ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ / Πενταράς Νίκος




Αραχνιασμένα τα κενά χιτώνια
 Στα καπνισμένα μάρμαρα
 Της Σαλαμίνας και των Σόλων ξεχασμένα
Κοκκίνησαν τ' αγουροξυπνημένα μάτια μας
 Και μοιρολόγια αντηχούνε τώρα στο σκοτάδι
Σαν χορικά αρχαίας τραγωδίας
Βγαλμένα από κάποια στόματα αόρατα...

ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΟ / Πενταράς Νίκος

Απογευματινοί συνοδοιπόροι
στο γραμμικό πάρκο Πεδιαίου
σας προσπερνώ δήθεν αδιάφορος
αλλά να ξέρετε στ’ αντίκρισμα σας
όλα τα καλλωπιστικά φυτά του πάρκου
- μα προπαντός οι κλαίουσες -
αναπολούν
τους πορφυρούς χρωματισμούς των αναμνήσεων
που ξεθωριάζουν
στ’ αντικρινό δάσος με τους ευκαλύπτους
καθώς τα βατράχια στο ποτάμι πλάι
προαναγγέλλουν μαζί με τα κοράκια
την έλευση του σκότους.


ΣΕ ΑΝΟΙΞΗ ΑΝΥΠΟΠΤΗ / Πενταράς Νίκος

Πήρα το πρώτο κύμα
κι άραξα στ’ ακρογιάλι σου
σε άνοιξη ανύποπτη
με τις παπαρούνες
σινιάλα κατακόκκινα
της επερχόμενης Σταύρωσης
να σαλεύουν στον άνεμο.

ΓΕΓΟΝΟΣ / Πενταράς Νίκος


(Εμπνευσμένο το ποίημα από τον Νικόλα Καλλή, πρόσφυγα από την κατεχόμενη Κυθρέα, που πέθανε με τον καημό της επιστροφής, όπως και τόσοι άλλοι πρόσφυγες.)

0 γερο-Νικολής, που χρόνια,
σ' ασβεστοκάμινα και σε νταμάρια
αντάλλαζε τις μέρες της ζωής του
με πέτρες και χαλίκια
κατάφερε να στήσει το νοικοκυριό του
στη ράχη του βουνού - του Πενταδάκτυλου.

Τραβούσε μονορούφι τη ρακή του
και με το μέτωπο
- που πάνω του χαράχτηκαν
οι πέντε κόγχες του βουνού,
του Πενταδάκτυλου -
σημάδευε τον ουρανό
πολύ συγκινημένος.
Μ' αυτό δεν κράτησε πολύ
γιατί μια μέρα κάποιοι ξένοι
του πήραν με το ζόρι το νοικοκυριό
και δίχως να του δίνουν εξηγήσεις
τον σπρώχνανε, τον σπρώχνανε
μέχρι που τον πετάξανε σε βάραθρο.

Τώρα μετρά τις αναμνήσεις του
στο κομπολόι του χάντρα τη χάντρα
κοιτάζοντας τον Πενταδάκτυλο
και καρτερά για να γενεί το θάμα...

Μα κάθε μέρα που κυλά
είναι στη μνήμη του μια μαχαιριά
γιατί τα κτίρια που κτίζονται
κι οι πολυκατοικίες
του κρύβουνε σιγά-σιγά τον Πενταδάκτυλο…


(από την ποιητική συλλογή "Η ΤΡΙΤΗ ΑΠΟΦΑΣΗ", 1988)

[Σε φιλώ] / Πενταράς Νίκος

Σε φιλώ
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
με τη σειρά Βορράς, Νότος, Ανατολή, Δύση
και πάλι απ’ την αρχή
τέσσερις εποχές το χρόνο
σε ταξιδεύω
πάνω σε τέσσερις ρόδες για ευστάθεια
τέθριππο καλοτάξιδο
ν’ αποτυπώνει τις στιγμές σου
σε τετραχρωμία
σου γράφω
κουαρτέτα και για τα τέσσερα είδη εγχόρδων
της συμφωνικής ορχήστρας
βιολί, βιόλα, βιολοντσέλο, κόντρα-μπάσο
σου προσφέρω
τα τέσσερα πρωταρχικά στοιχεία
νερό, αέρα, γη, φωτιά
να φτιάχνεις το δικό σου κόσμο
όχι γιατί είμαι προληπτικός
με τον αριθμό τέσσερα,
αλλά γιατί σε γνοιάζομαι
και θα μπορούσα
για ’σένα
να τετραγωνίσω ακόμα
και τον κύκλο.
(από την ανέκδοτη ποιητική  σύνθεση "ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ ΑΝΑΜΟΝΗΣ")

ΚΑΤ’ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑ / Πενταράς Νίκος


Όσο μετά τη βροχή
το ουράνιο τόξο
στεφανώνει τη μουσκεμένη γη 
και άγγελοι
σκουπίζουν τα δάκρυα
απ’ το κατώφλι τ’ ουρανού
όλο κι ένα πλατύ χαμόγελο
θ’ αστράφτει
στο πρόσωπο της μέρας.

ΤΑΞΙΔΙ / Πενταράς Νίκος


Καράβι φορτωμένο
ανέμους χρόνια
θάλασσες μνήμες
όνειρα γλάρους και καταιγίδες
ταξιδεύω


κάβοι μαχαίρια
φτερά σε καρχαρίες
φάροι φανάρια
σε λιμανιών φιέστες
διακοσμητικά


ψαριών παθήματα
που δεν τους γίνονται ποτέ μαθήματα


κι όμως
επιμένω να ταξιδεύω
κι εξακολουθώ να λέω
τον κάβο κάβο
και το φάρο φάρο.



Συλλογή: "Σε φόντο φθινοπωρινό", 2015

ΗΧΟΙ ΚΑΙ ΛΕΞΕΙΣ / Πενταράς Νίκος


Άτι ατίθασο η σκέψη
στα χείλη μου άνοιξε πανιά
ήχοι και λέξεις
που ποτέ δε φώναξε κανείς
λικνίζονται σαν φλόγες
στα πελαγίσια μάτια σου
όπου οι μέρες μου μακριά τους
βραδιάζουν νύχτες νοσταλγίας.

ΟΛΑ ΤΗΣ ΑΝΘΟΦΟΡΙΑΣ ΔΥΣΚΟΛΑ / Πενταράς Νίκος


Στο κάλεσμα της ανθοφορίας
ό, τι έχει σχέση με το φως
δηλώνει πάντοτε παρόν,
χωρίς να λογαριάζει
καταποντισμούς πετάλων
ή των σκουληκιών
μελλοντικές υπόγειες διαδρομές
στη σάρκα του καρπού.

Όλα της ανθοφορίας δύσκολα
μα γίνονται
χωρίς κανένα δισταγμό
χωρίς κανένα όφελος προσωπικό.
Σελίδες ξεκομμένες από βιβλία
για να μελετήσεις τη ζωή
και να γνωρίσεις την αθανασία
δεν υπάρχουν άλλες
από τα πέταλα των λουλουδιών.

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2018

ΨΩΜΙ: Παρουσίαση του βιβλίου του Χρίστου Ρ. Τσιαήλη στο Μουσείο Καλαμουργικής στον Δήμο Λιβαδίων την 27 Ιουλ 2018

Στον ιδιαίτερο χώρο του Μουσείου Καλαμουργικής του Δήμου Λιβαδίων πραγματοποιήθηκε την 27η Ιουλ 2018, η παρουσίαση του βιβλίου του συγγραφέα κ Χρίστου Τσιαήλη το "ΨΩΜΙ". Η προσέλευση του κόσμου ήταν μεγάλη, η αίθουσα κατάμεστη, το παρόν έδωσε και ο ίδιος ο Δήμαρχος κος Μάριος Αρμένης,  χαρακτηριστικό όχι μόνο του ενδιαφέροντος που δείχνουν οι κάτοικοι του Δήμου για τα πολιτιστικά δρώμενα του τόπου τους, αλλά κυρίως της προσοχής που προκαλεί το βιβλίο του κ Τσιαήλη. Ανάμεσα στους παρευρισκομένους και οι ποιήτριες Αθηνά Τέμβριου, Όλγα Ρουβήμ, Ειρήνη Σιδερά. 

Το Βιβλίο ΨΩΜΙ του κ. Χρίστου Τσιαήλη είναι ένα ....βιβλίο που θέτει των άνθρωπο ενώπιον των φόβων του από την καταπίεση που αισθάνεται μέσα στο χαώδες σύστημα της σύγχρονης κοινωνίας. 

Τον Συντονισμό της όλης Εκδήλωσης είχε: η Μαρίνα Σαβεριάδου (Ποιήτρια και Συγγραφέας Θεατρικών έργων) 
ενώ για το βιβλίο μίλησαν οι: 
  • Ερατώ Ιωάννου (Συγγραφέας) και ο 
  • Δημήτριος Γκόγκας (Ποιητής) 


  • Αποσπάσματα από τρία διηγήματα διάβασε η Μαριλένα Αχιλλέως (Ηθοποιός) 


Τέλος, ο ίδιος ο συγγραφέας προέβη σε αντιφώνηση, απαντώντας συγχρόνως σε ερωτήσεις του κοινού, που είναι αλήθεια συμμετείχε στην επιτυχία της παρουσίασης.



Λοιπά στοιχεία του βιβλίου: Εκδόσεις ΓΚΟΒΟΤΣΗ 2017


Η Μουσικο-ποιητική παράσταση αφιερωμένη στα 90 χρόνια από τον θάνατο του Ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, στο Μεσαιωνικό Κάστρο της Λάρνακας, την 22 Ιουλ 2018. Μια "καθήμενη" παράσταση πέρα από τις συμβατές εικόνες που ενισχύει τον πολιτισμό μας

γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας

Αγαπητοί φίλοι της ιστοσελίδες αυτή καλησπέρα σας.

Οι θαμώνες του Μεσαιωνικού Κάστρου της Λάρνακας, είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε την Κυριακή 22 Ιουλίου 2018 στα πλαίσια του Φεστιβάλ Λάρνακας 2018 μια Μουσικο-ποιητική παράσταση αφιερωμένη στα 90 χρόνια από τον θάνατο του Ποιητή Κώστα Καρυωτάκη. Στην απαγγελία των Ποιημάτων  ακούσαμε την καταξιωμένη ποιήτρια Αγγέλα Καιμακλιώτη και τον Μάριο Παπαδόπουλο, ενώ την επιμέλεια και την ευθύνη της αφήγησης είχε ο Τρίαρχος Τριάρχου. Η απόδοση των μελοποιημένων Ποιημάτων του Κώστα Καρυωτάκη έγινε από το Φωνητικό Σύνολο του Πολιτιστικού Συνόλου: «Διάσταση» υπό την διεύθυνση της Αντριάνας Σεργίδου.  Τραγούδια ερμήνευσαν οι σολίστες Κώστας Πετρίδης,  Άντρια Θεοδώρου και Κατερίνα Παράσκου, ενώ στο πιάνο ήταν ο Αντώνης Πολυκάρπου.

    Ο κόσμος για μια τέτοια δύσκολη παράσταση ήταν αρκετός και μάλιστα κάτω από ένα πύρινο μισοφέγγαρο. Και η παράσταση χαρακτηρίζεται δύσκολη καθώς όταν ακούει κάποιος ότι θα απαγγελθεί ποίηση, εάν δεν γνωρίζει την ουσία της ποίησης, δύσκολα θα καθίσει σε μια καρέκλα με μια βεντάλια ή ένα κομμάτι χαρτί για να δροσίζεται και να ακούσει απαγγελίες ποιημάτων ακόμα και εάν πρόκειται για ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη. Από αυτή την άποψη η παράσταση θα πρέπει να χαρακτηριστεί και επιτυχημένη αφού κατόρθωσε να προσελκύσει κόσμο μέσα στο καυτό κατακαλόκαιρο. Δεν τον τρόμαξε εξάλλου και η φωνή του Χότζα από το διπλανό Τζαμί, όταν ακούστηκε για μια στιγμή. Ψιλά γράμματα,. Ο καθένας την δουλειά του!

      Ο Σκηνοθέτης της παράστασης πάντως πρωτοτύπησε. Μας έδωσε μια εικόνα καθήμενης στατικής χορωδίας, καθήμενων ακίνητων συντελεστών που φορώντας μαύρα/ σκούρα ρούχα και άσπρα πουκάμισα συμμετείχαν σε ένα φιλολογικό μνημόσυνο. Δεν το γράφω αυτό με ειρωνική διάθεση. Το αντίθετο. Όμως όταν δημιουργείς μία Μουσικό-ποιητική βραδιά αφιερωμένη σε ένα ποιητή που χάθηκε με αυτοχειρία πριν από 90 χρόνια, το κάνεις για να υμνήσεις το έργο του και να μας δώσεις πληροφορίες για τη ζωή του. Ο ύμνος θέλει κίνηση και ειδικά κίνηση επί σκηνής. Εκτός και εάν περιγράφεις ένα μοιρολόι. Με αυτά τα λόγια δεν θέλω να υποβαθμίσω την αξία της συγκεκριμένης παράστασης. Εξ΄ άλλου τα υλικά της ήταν τόσο μα τόσο αξιόλογα.

        Πως να μην εξάρεις την παρουσία της αξιολογότατης ποιήτριας Αγγέλας Καιμακλιώτη και την προσπάθειά της να αποδώσει δίνοντας ρυθμό τις ποιήσεις που απήγγειλε, Πώς να μην πεις ότι απόλαυσες την μεστή ρευστή μουσική γεμάτη παλμό φωνή του Μάριου Παπαδόπουλου στις απαγγελίες του, Πώς να μην πεις ότι χάρηκες τις αποδόσεις των τραγουδιών από τους σολίστες, Πώς να μην σταθείς στην παρουσία της νεαρής τραγουδίστριας Κατερίνας Παράσκου,  Πώς να μην παραθέσεις την εκτίμησή σου για την δουλειά της κας Αντριάνας Σεργίδου, Πώς να μην εκθειάσεις την εκτίμησή σου αλλά κυρίως τον θαυμασμό για την υπέροχη παρουσία του Φωνητικού Συνόλου «Διάσταση» και Πώς να μην επισημάνεις την πολύ καλή προσπάθεια του Ανδρέα Κίτση που προφανώς είχε την ευθύνη για το βίντεο που παρακολουθούσαμε καθ  όλη την διάρκεια της παράστασης,  Πως να μην επισημάνεις στα θετικά σημεία της παράστασης τον Τρίαρχο Τριάρχου στην αφήγηση αλλά και τον Αντώνη Πολυκάρπου στο πιάνο! 

          Όμως θα ήταν ανολοκλήρωτη η όλη κριτική εάν δεν σταθεί κάποιος στα μικρά ή μεγάλα λάθη, στα θεωρητικά ή στα πρακτικά λάθη που εντοπίζονται σε μία τέτοια ομολογουμένως άξια παράσταση, με την δικαιολογία ότι στέφθηκε απλώς με επιτυχία. Και θα ξεκινήσουμε με την καθήμενη στάση των ποιητών που απήγγειλαν ποίηση. Η ποίηση αγαπητοί μου φίλοι δεν είναι στατική. Η ποίηση είναι ζωντανή ανά τους αιώνες για αυτό και η ποίηση τόσο σπουδαίων ποιητών όπως του Κώστα Καρυωτάκη στέκεται επίκαιρη και μας δονεί συνεχώς καθώς τα χρόνια περνούν. Περιμέναμε λοιπόν να δούμε τους απαγγέλοντες   όρθιους, ώστε με την δεινότητα τους, τον πλούτο των φωνών τους, να μας παρασύρουν στο μουσικό ταξίδι που αναμέναμε. Όπως και τον αφηγητή! Περιμέναμε το Φωνητικό Σύνολο  να στέκεται ως …χορωδία επί της σκηνής και να γεμίζει με την παρουσία της, την εικόνα που σχηματίζονταν μπροστά μας. Περιμέναμε να δούμε την μαέστρο όρθια να διευθύνει τους χορωδούς όπως την έχουμε θαυμάσει ως τώρα. Αν αυτού η θέση της ήταν σχεδόν μη υπαρκτή επί της σκηνής. Περιμέναμε ένα βίντεο με μεγαλύτερη διάρκεια και όχι αποσπάσματα από μία τηλεοπτική σειρά και ένα υλικό που επαναλαμβανόταν συνεχώς και ακατάπαυστα. 

Η παράσταση ως «όλον» μας άφησε μία γλυκόπικρη γεύση. Ο σκηνοθέτης έδωσε την δική του οπτική  και μόνο από την πλευρά αυτή, να το δει κανείς του αξίζουν συγχαρητήρια. Εξάλλου ήταν ένα δύσκολο θέμα για ένα κοινό που συνήθως «πιάνεται» «εξαπίνης» Μας δόθηκε μια Μουσικό- παράσταση διαφορετική από τις μέχρι τώρα συμβατές εικόνες που είχαμε. Και το γεγονός αυτό με όσες διαφορές και κενά μας κάνει να εντοπίζουμε άλλο τόσο ανεβαίνει στον τιμάριθμο των σχετικών παραστάσεων,  η αξία της. Γιατί μέσα και από τέτοιου είδους ανατρεπτικές και μη συμβατές παραστάσεις εμβολιάζεται και ενισχύεται ο πολιτισμός.

Τελειώνοντας το χειροκρότημα που δόθηκε από όλους στο τέλος της παράστασης από τους θεατές και από εμένα προσωπικά, δεν έκρυβε παρά την γενικότερη ειλικρινή ικανοποίηση. (το επισημοποίησα προκαλώντας με ερωτήσεις) 







Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2018

[Αποκαΐδια] / Μαρούλλα Πανάγου / Ποίηση Χαίκού

Αποκαΐδια
Στάχτες παντού και θρήνος
μεγάλος πόνος

 *

Πως μετριέται
ο αζύγιαστος πόνος ;
τόσης απώλειας ;

*

Την παρηγοριά
πως να νοιώσει η καρδιά;
που χθες χαιρόταν;

*

Σήμερα μαύρος
ουρανός .Χωρίς
 ξανά λάμψης φως;



Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2018

Το ΑΓΓΕΙΟ ΜΕ ΤΑ ΣΧΗΜΑΤΑ: Ποιητική Συλλογή του Κυριάκου Χαραλαμπίδη εκδοθείσα το έτος 1973

ΑΠΟΝΟΜΗ ΒΡΑΒΕΙΩΝ / Χαραλαμπίδης Κυριάκος



Πρώτον βραβείον εις τον νεκρόν.
Δεύτερον βραβείον εις τον ημιθανή.
Τρίτον βραβείον εις τον ζώντα.
Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον.
Τρίτον βραβείον είς τον εργαζόμενον.
Δεύτερον βραβείον εις τον ημιαπασχολούμενον.
Πρώτον (όμαδικον) βραβείον εις την αποχήν.
(Και πάλιν Κύριε ελέησον, ως ανωτέρω).
Δεύτερον βραβείον εις τον ημίκυρτον.
Πρώτον βραβείον εις τον κυρτόν.
Τρίτον βραβείον εις τον ευάγωγον.
Πρώτος επιλαχών ο ευσταλής –
προς γνώσιν και συμμόρφωσιν των ιθυνόντων
τη μοίρα της αστείας ζωής.
1969

Κυριάκος Χαραλαμπίδης (βιογραφικά στοιχεία)

Ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, ο ποιητής για τον οποίο έγραψε ο Παπατσώνης « ζωογονεί την μαρασμένη και ασθενούσα νεοελληνική Ποίηση. Της ξαναδίνει με το πρέπον δέος το μεγάλο της ηθικό θεμέλιο, έναν νέο και σφριγηλόν Ουμανισμό», γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο (1940- Άχνα ) Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παρακολούθησε μαθήματα θεάτρου στην Αθήνα και ειδικεύτηκε σε θέματα ραδιοφωνίας στο Μόναχο. Εργάστηκε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση και για τρεις δεκαετίες στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, απ’ όπου αφυπηρέτησε ως Διευθυντής Ραδιοφωνίας.
Τρεις συλλογές του τιμήθηκαν με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης της Κύπρου - 
  • Το Αγγείο με τα Σχήματα (1974), 
  • Αχαιών Ακτή (1978), 
  • Αμμόχωστος Βασιλεύουσα (1983). 
  • η συλλογή Θόλος πήρε το 1989 το Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών και 
  • η Μεθιστορία, το 1996, το Κρατικό Βραβείο Ποίησης της Ελλάδας. 
Το 1997 κυκλοφόρησε (μετάφραση και εισαγωγή του ίδιου) το βιβλίο Ρωμανού του Μελωδού : Τρεις Ύμνοι (Βραβείο της Ελληνικής Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας). Το 1998 ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης τιμήθηκε με το Έπαθλο Καβάφη στην Αίγυπτο. Το 2003 η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε το Βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη για το σύνολο του ποιητικού του έργου. Το 2006 του απονεμήθηκε το Βραβείο Πολιτιστικής Προσφοράς Τεύκρου Ανθία – Θοδόση Πιερίδη. Το 2007 τιμήθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με το Αριστείο Γραμμάτων, Τεχνών και Επιστημών.

Έργο

  • Πρώτη Πηγή, Αθήνα, 1961.
  • Η άγνοια του νερού, με πρόλογο Τάκη K. Παπατσώνη, Ίκαρος: Αθήνα, 1967
  • Το αγγείο με τα σχήματα, Λευκωσία, 1973.
  • Αχαιών Ακτή, Λευκωσία, 1977; 2η έκδοση, Άγρα: Αθήνα, 2003.
  • Αμμόχωστος Βασιλεύουσα, Ερμής: Αθήνα, 1982; Άγρα: Αθήνα 1997
  • Θόλος, Ερμής: Αθήνα, 1989; 1991; Άγρα: Αθήνα, 1998.
  • Μεθιστορία, Άγρα: Αθήνα, 1995; 2000.
  • Δοκίμιν, Άγρα: Αθήνα, 2000.
  • Αιγιαλούσης Επίσκεψις, Άγρα: Αθήνα, 2003.
  • Κυδώνιον Μήλον, Άγρα: Αθήνα, 2006.
Ποιήματα του έχουν μελοποιηθεί από τον Χρυσόστομο Σταμούλη, τον Νότη Μαυρουδή, τον Μιχάλη Χριστοδουλίδη, τον Μάριο Τόκα, τον Σάββα Σάββα, τον Μάριο Μελετίου και τον Γιώργο Καλογήρου.



ΑΡΧΗ ΙΝΔΙΚΤΟΥ / Χαραλαμπίδης Κυριάκος




Τι είναι ο Πνυταγόρας όλοι ξέρουμε
ή θα μπορούσαμε να μάθουμε
(της Σαλαμίνας λένε που ήταν βασιλιάς).
την Πνυταγόρου όμως, τη μικρή του Πνυταγόρου
ανάμεσα Τίμιο Σταυρό και Αγία Ζώνη,
την ξέρω εγώ και μόνο εγώ. Αλίμονο σε μένα:
Ζηλεύω τις ποντίκες τουτουνού του δρόμου,
τ' αδέσποτα σκυλιά, τους άγριους γάτους
που ερχόμενοι Ακροπόλεως και κατεβαίνοντας
οδό Πεντέλης και Ιλαρίωνος εκβάλλουν
στην Πνυταγόρου μου - καλότυχα παιδιά!

Ήθελα νά 'μουνα η ποντίκα του σπιτιού μου,
τ' αδέσποτο σκυλί που μπαίνει στην αυλή μου
κι ο άγριος γάτος που ανοίγει ψυγείο
να βρει το ξεχασμένο του κοτόπουλο.

Και νά 'μουνα το φίδι κι η τσουκνίδα,
το δέντρο που ξεράθηκε, η σπασμένη πόρτα,
πόθος ελίχρυσος που σκοτωμένος πέφτει
να κοιμηθεί σε δίχτυα της αράχνης.

Ο ΗΛΙΟΣ / Χαραλαμπίδης Κυριάκος



Όταν ο ήλιος με τις ασπροκίτρινες αχτίνες του
έπεσε πάνω στα γουρούνια, είδε με χαρά του
πώς το καθένα είχε πόδια τέσσερα.
δυό για να γράφει, δυό να περπατά
κι όλα μαζί για να κοιμάται μες στη λάσπη του.

Ο ήλιος είναι θησαυρός ατίμητος:
Σε κάτι τέτοια ξεδιπλώματά του
αγγίζει τη χορδή του ζώου μ' αγάπη.
Και δε φοβάται θάνατο - ακόμα κι αν του πεις
"ήλιε, για να 'μαστε καλοί συντρόφοι, βγάλε τρεις
αχτίνες σου",
μετά χαράς θα κάνει ότι θελήσεις.
Ή αν του ξαναπείς "ακόμα πέντε αχτίνες σου
πέταξε στο ποτάμι, κόψε απ' το στεφάνι σου
σαράντα δυό διαμάντια", θα το κάνει.
Γιατί είναι ήλιος, κι ήλιος δεν πονηρεύεται.

Μονάχα σαν του πεις "και τώρα, ήλιε, σβήσε",
θα καταλάβει τι έκανες και θα σε λιώσει.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΑΛΟΓΟ / Χαραλαμπίδης Κυριάκος


Κάποιες φορές με βλέπουνε καβάλα στ' άλογό μου
επάνω από τον ουρανό της Λευκωσία.
Τρέξε να δεις, μου λέγουνε. Κι εγώ δε βλέπω.

Όμως μια μέρα σαν κι αυτή - παράξενο! - είδα
τούτο που λέγανε. Και μη νομίσεις
πως σου μιλώ για πήγασους και τα τοιαύτα.
’λογο ήτανε γερό και στιβαρό
χωρίς φτερά και μ' ένα χαλινάρι
χοντρό σαν το χαλάζι - εγώ που ουδέποτε
σ' άλογο ανέβηκα και να καλπάζω.

Κάνω να χαιρετήσω από τη γη μου
τον ουρανόσταλτο εαυτό μου - τέτοιος βλάκας
στην οικουμένη άλλος δε γεννήθηκε.
Γιατί ο πού μ' άλογο περήφανο άγρευε
το χώρο πάνωθέ μου, αγριοπέταλη έρχινε
ματιά και χαλασμένη. συντρομάχτηκα.

Όσο τα πάνω μου να πάρω, ν' ασηκώσω
λίγο την όψη μου και την ψυχή μου
ξανακυκλώνει με και μ' αγγελόσκιαζε
σειώντας σακί σαν κνούτο
που 'χε φεγγάρι μέσα του ή φουσκωμένον ήλιο

Αλλά κι εγώ τους άλλους παραβλέποντας
πού τον επευφημούσαν με μαντίλια
κι αρνιά παχυμερά και κροταλήματα
παίρνω απ' του βάλτου ένα καλάμι και το κάνω
σάμπως σε γιόστρα - φοβερό κοντάρι -
κι όπως με πλεύριζε τρυπώ τ' ασκί
γκρεμίζω τ' άλογό του.

Αν ήσουν μάνα κι έβλεπες θα σπαρταρούσες
τον ήλιο που ξεφούσκωνε θρηνώντας
και τον παλικαρά σου που χωρίς
εκείνο τ' άλογό του το 'βαζε στα πόδια.

Όμως τον πρόλαβα μπροστά στο βασιλιά
και μια και δυό τον ξετελειώνω - να μη λένε
ότι με βλέπουνε καβάλα στ' άλογό μου
επάνω από τον ουρανό της Λευκωσίας.

Από τα τείχη της Λευκωσίας (2) / Χαραλαμπίδης Κυριάκος

Αυτή ‘ναι η μοίρα των αγνοουμένων
τέκνων της δυστυχούς πατρίδας, να τους βλέπεις
ωσάν σε πανελλήνιους αγώνες πίσω
από τ’ άρματα μέρες εννιά και χρόνια εννιά
μες στο Δημόσιο Κήπο, στα κομμένα
δέντρα του Απόλλωνα, στα αίματα λουσμένους
και να κατατροπώνουν την ψυχή τους
σκοτάδια, η ψυχή τους στραγγισμένη
απ’ τ’ ανελέητο μίσος των αλόγων
κι η μαύρη ράχη του βουνού θλίψη ζωσμένη
κι οι ολόδικοί τους ν’ απελευθερώνουν
εικόνες απ’ το Σύμπαν — ο νεκρός του είναι
ο Κόσμος όλος, το κλειδί και το θεμέλιο,
το πιο αγαπητερό περπάτημα και διώμα,
το πρόσωπο κι η λάμψη του μες στα λουλούδια,
θέλουν να του φωνάξουν ν’ ανεβεί
μαζί τους πάνω στων τειχών τη ντάπια—
πλην δεν ακούει κανείς, όλα είναι μαύρα
ωσάν την πρώτη μέρα της δημιουργίας,
τα σύγνεφα τα γέρικα βαραίνουν
στον ανελέητο χτύπο της καρδιάς.

Το άλογο, ο αμαξάς κι εγώ / Χαραλαμπίδης Κυριάκος

Ένα παιδί, περίπου σαν τη Δάφνη,
στο δυο φτεράκια του είχε «Θέλω τον πατέρα μου».
Αλλο παιδί κουτσαίνοντας ή σκουντουφλώντας
σε σκαλοπάτι - μάλλον σε λακκούβα –
στη φτέρνα του πατέρα του καλύτερα.
Γυναίκες ήρθανε γι’ ανταλλαγή δακρύων·
στο μέτωπό τους ίδρωτας σε κόμπους.
Ο ουλαμός, ας πούμε την ομάδα,
έφτασε το πρωί από την Ελλάδα
μαζί με πόλεις ξακουστές από τον πέμπτο
αιώνα στο νησί για μια πορεία
εφτά χιλιάδων χρόνων τετρακόσιων
μέτρων χωρίς εμπόδια - προηγείτο
αμάξι των Σωμάτων Ασφαλείας.
Σαν ξόδιν έμοιαζε, σαν λογική της μοναξιάς,
εικόνα του Λουΐτζι Πιραντέλο,
που ζήτησε να είναι στην κηδεία του
μονάχα τ’ άλογο, ο αμαξάς και αυτός.
Ας πούμε πως κι εμείς «παραβρεθήκαμε»
στο πεζοδρόμιο την ώρα που περνούσαν.
Εγώ, η αλήθεια συγκινήθηκα, πλην όμως
ο πλαϊνός μου κύριος χασκογέλασε.
Αμήχανα κι ο τρίτος κοντοστάθηκε-
η περιέργεια λίγη, τι να κάνεις
μια τέτοια φτωχική πορεία…
Χάσαμε τον καιρό και τα λεπτά μας.
Καλύτερα λοιπόν που δεν επήγα.
Ποτέ η διαίσθησίς μου δεν με πρόδωσε.

Το τελευταίο λεωφορείο / Χαραλαμπίδης Κυριάκος



Πώς να χωρέσει ένα λεωφορείο
τα πιο μεγάλα ονόματα της οικουμένης,
το Γιώργο, τον Αντρέα, το Γιάννη, τον Κωστή,
ποιον να πρωτοδιαλέξεις, δάκρυ που ν' αγγίζει
το λίγο φως στα μάτια του Θεού;

Και όταν έφτασε το τελευταίο λεωφορείο
κι οι πολυόμματοι γονιοί κοιτούσαν
ν' αναστηθούν μαζί με τα παιδιά τους,
άκουγες κλάμα κι οδυρμό, που ξεκινώντας
από τον πρώτο κύκλο καταλήγει
σε σπιτικήν αυλή
∙ εκεί τα ζώα
το θρήνο συνεχίζαν με μουγκανητά
χτυπώντας τις οπλές τους απελπιστικά.

Το τελευταίο λεωφορείο
∙ και να που μπαίνει
στο χώρο κουβαλώντας σώματα πολλά.
Κατάμεστο σημαίες
∙ με την πτυχή τους
αγγίζουν τις μεσίστιες φωτογραφίες.

Μην είδατε το γιο μου; Σας θυμίζει κάτι;
Αυτή 'ναι η κόρη του τριώ χρονώ και την κρατεί.
Ευρούλα τ' όνομά της; Δεν τον είδατε;

Το τελευταίο λεωφορείο
∙ και τι δεν έχει!
Κουτιά που όταν τ' ανοίξεις τα πετάς
σ' εκείνους που είναι χωρίς δέμα
–παίρνουν το χαρτί
σαν επενδύτη της ψυχής, κι αφού καρφώσουν
μια λίμνη αίματος στον τόπο που πεζέψαν,
μαδάνε τα ξαφτέρουγά της όλα.

Γλυκό του κουταλιού / Χαραλαμπίδης Κυριάκος

Να ιδώ ποιος είμαι ζύγωσα και πούθε
το χώμα μου κρατά. Μπήκα και στάθηκα
στο σπίτι τ' αλμυρό, σιμά σε λάκκο.


Μια μαντιλοδεμένη μου 'φερε νερό,
μου πρόσφερε γλυκό· ευχαριστώ την. 


Έκοψε και καρπούς από τον Κήπο
του ποθητού σπιτιού μου, φρούτα λαμπερά
ό,τι λογής, διάχυτα με χείλη
πραγματικά και μέλη εμποτισμένα
στην καλοσύνη της χαράς αντιδωρήματα. 


Της είπα ευχαριστώ, αναθάρρησα και ζήτησα
το σπίτι μου να ιδώ, αν επιτρέπεται. 


«Και βέβαια επιτρέπεται», μου λέει·
«μπορείς να 'ρθεις και στην κρεβατοκάμαρα».
Μπαίνω, θωρώ τη μάνα μου στον τοίχο 
να με κοιτάει από 'να κάδρο. Αφήνω
την εντροπή και γύρεψα να πάρω
τη μάνα μου ο δόλιος απ' την Τροία.
 

«Πάρτηνε», λέει αυτή σαν καλογέλαστη,
«τι να την κάνω τώρα πια που ξέρω;
Να πούμε την αλήθεια, τη νομίσαμε
ηθοποιό με κείνη την κοτσίδα
και τα λουλούδια γύρω της και με τη χάρη
που την ομπρέλα της κρατεί».


Άξιζε βέβαια να προσθέσει και το χέρι
που γαντοφορεμένο, ραδινό*
σε καναπέ ακουμπούσε· αλλά τι περιμένεις;


Σάμπως γνωρίζει πόσοι αιώνες κύλησαν
ίσαμε που να φτάσουμε στη σύνταξη
γλυκό του κουταλιού; μεγάλο θέμα. 


Πάλι καλά που μ' άφησε και μπήκα
στο σπίτι μου το πατρικό η γυναίκα.
Μη συνεχίσουμε άλλο και αγριέψει.
Το μόνο που εύχομαι: από καιρού εις καιρό
να 'χω την άδειά της να ξανάβλεπα
την όψη τη γλυκιά του ποθητού μου. 


 ραδινό: λεπτό και ευλύγιστο, λυγερό

Στα στέφανα της κόρης του / Χαραλαμπίδης Κυριάκος

Είχε τρακόσια στρέμματα γης υπό κατοχήν
και τον πατέρα της στα βάθη της Ανατολής.

Θα παντρευόταν ευτυχώς ένα καλό παιδί.

Κατά την τελετή του μυστηρίου
δεν πρόσεξε κανένας τον πατέρα της.
Μπήκε απ΄το νάρθηκα κρυφά και στάθηκε
πίσω από μια κολόνα και καμάρωνε.
Ύστερα σκούπισε με το μανίκι του
το ξεσκισμένο και φτωχό του δάκρυ.
Τον πήρανε για ηλίθιο του χωριού
και τον αφήκανε στην ησυχία του.

Τελειώνει ο γάμος και να χαίρεστε τα στέφανα.
Παίρνουν κουφέτα και λουκούμια, μπαίνουν
καθένας στ΄αυτοκίνητό του, χάνονται.

Ο στοργικός πατέρας πάει κι αυτος
στην Πράσινη Γραμμή, περνά σκυφτός
παίρνει ξανά τη θέση του στο χώμα.

Παιδί με μια φωτογραφία / Χαραλαμπίδης Κυριάκος



Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

Ο κόσμος γύρω του πολύς
∙ κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα

στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα
και την κρατούσε ανάποδα
∙ μου κακοφάνη.

Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές
που 'χαν παγώσει και δε σάλευε καμιά.

Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Του τηνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι
τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.

Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα
ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.

Ακρόπρωρο Ιουλίου / Χαραλαμπίδης Κυριάκος


Ελευθερία με τα πουλιά στα χέρια,
με ράμφη και φτερά, κοιτά τον αέρα,
μετρά τις τρύπες του κορμιού της, έχει
στον ώμο τη λαχτάρα, στις πατούνες
καβούρια πέντε κι ευνοικό χαμόγελο.
Αυτή απελπίζεται, χωρίς να τρέμει
τη σφαίρα που τρυπάει μάγουλο, ψυχή,
κι είναι βεβαία, σαν άστρο και φωνή,
πως αν περάσουν πάλι χίλια χρόνια,
ξάφνου στιγμή, κι ανάψει το τσακμάκι,
θα δει τη σπίθα του θαυμάσιου κόσμου

Η παράδοση της Κερυνειας / Χαραλαμπίδης Κυριάκος



Αλλ´ ο Gian Mudazzo, όστις ήτο διοικητής, 
πτοηθείς εκ της συμφοράς της Λευκωσίας, 
χαμερπώς ηνέωξε τας πύλας εις τον πασάν της Κιλικίας.

Α.Μ. GRAZIANI

Τα λάθη των αρχόντων και οι δειλίες των…
Αυτός ο Gian Maria Mudazzo – άδε όνομα! –
διοικητής, πτοηθείς, ηνέωξε κάστρο της Κυρήνειας.
Ήθελε να προλάβει επιστολήν
του Εξοχοτάτου και του Εκλαμπροτάτου,
μάντευε δε το περιεχόμενό της:
«Οι της Αμμοχώστου
υπερευχαριστούντες διά γενναιοψυχίαν
των Κυρηνείας… έργα
γενναίων ιπποτών».

Μη δεν γνωρίζαν οι αθεόφοβοι Βενέτοι
πως μ᾽ άλλον τρόπον γράφονταν από τον Τούρκο
πασά οι επιστολές; Πώς μ᾽ ένα χωρικό επάνω σε μουλάρι
στέλλει σε δίσκο εκ Λευκωσίας την κεφαλήν
του εξοχατάτου Νικολάου Δανδόλου
και φθάνει στην Αμμόχωστο παρακινώντας
να παραδώσουν φιλικά την πόλη, να μην πάθουν
οίαν η Λευκωσία συμφοράν;

Κι από την άλλη στέλλει προς Κυρήνειαν
εφ᾽ ίππου στρατηγόν τον Παύλον Δελ Γουάστον
εκείνον τον αλύτρωτο, αλυσίδετον,
φέροντα δύο κεφαλάς και επιστολήν
παρόμοιαν μ᾽ εκείνην την της Αμμοχώστου.
Διπλό λοιπόν κακό τους πρόσμενεν αυτούς.

Κι ας λένε οι Βαγλιόνης-Βραγαδίνος
τα της αναμφιβόλου των της Κυρηνείας
ανδρείας και πίστεως· τα παίρνει βερεσέ.

Τάχα κι εκείνοι δεν τους ξεγελούσαν
με τέτοια λόγια, μες τη συφορά τους
δεν ήθελαν να πείσουν τον εαυτό τους
για την καρτερικότητα των άλλων
τη γενναιοψυχία και τα λοιπά;

Ο Μουσταφά Πασάς επιστολές με έργα.
Οι δυο αρχηγοί επιστολές με λόγια.

Αν η ανδρεία είν᾽ το κομμένο του κεφάλι
ο Gian Maria Mudazzo δεν πτοείται·
το θέλει στιβαρό στους ώμους να πατά.
Κι ας μην τον ξέρει πια μηδέ ο Θεός.

Τα πτώματα όλων των γενναίων της ιστορίας
δεν κάνουν έστω ζωντανό ένα γύφτο.
Γι᾽ αυτό και θα τη δώσει την Κερύνεια.

Μη κι η Αμμόχωστος που δεν επαραδόθη
δεν έπεσε; Και τι να γίνηκε ο γενναίος
εκείνος στρατηγός, ο Μαρκαντώνιο;
Για τη Γαληνοτάτη Βενετία
και τ᾽ ανοιχτό ευαγγέλιο τ᾽ Άγιου Μάρκου
το σώμα του άχερα γεμίσαν. Δε ζηλεύω.

Καλύτερα το κάστρο να βιαστώ
να παραδώσω στον πασά της Κιλικίας
πριν λάβουμε το γράμμα π᾽ ανιμένουμε.
Όποιος φυλάγει το μισό βασίλειό του
το χάνει ευτυχώς πολιτισμένα.

Τέτοια ο Mudazzo – εχ! τι να σου κάνει
ένας κοπρίτης Βενετσιάνος, ένας ξένος

που δεν αγάπησε ποτέ τον τόπο.