Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.
Ξεκίνησε μία προσπάθεια συλλογής πληροφοριών σχετικά με τους έγκλειστους ποιητές της περιόδου 1955-1959 στα κρατητήρια της Κύπρου. Όσοι αναγνώστες του Ιστολογίου μπορούν να συνδράμουν στέλνοντας πληροφορίες μπορούν να το κάνουν στο e-mail: dimitriosgogas2991964@yahoo.com

Παρασκευή, 31 Μαΐου 2019

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ / Κατσώνης Κώστας



Ο ποιητής,
ένα ποτήρι ξέχειλο
από την πίκρα του κόσμου,
ένα σήμαντρο
που θ’ακούγεται πάντα
στις στράτες των ανθρώπων
πότε σιγότερα κι αλαργινά,
κιι άλλοτε με κλαγγιές και με γιούχα,
στο ίδιο πάντα μετερίζι.
καθώς τον ήλιο
που αυγαταίνει το αύριο.

ΑΤΙΤΛΟ / Κατσώνης Κώστας



Μες  στην απλότητα των στίχων
διαβάζουμε τη σύνθεση του  κόσμου.

ΔΕΙΛΙΝΟ / Κατσώνης Κώστας



Ωδή στη ζωή,
ωδή και στον θάνατο.
Συμφωνία μεθούσα
στο χορό των πνευμάτων.
Συμφωνία δακρύουσα
στη μελαγχολία των κριμάτων.
Δειλινό,
αδέρφι μου.

/ Κατσώνης Κώστας



Άνθρωπε,
όταν οι ώρες σημάνουν μεσάνυχτα,
Μη θυμάσαι πια όσα έχουν περάσει.
΄Οπου να’ναι
χαράζει μια μέρα καινούρια.

ΜΠΟΡΕΙ / Κατσώνης Κώστας



Σαν νυχτώνει,
άνοιξε ένα παράθυρο στη σκέψη σου
κιι ακλούθα το φως του.
Πού ξέρεις;
Μπορεί να σωθείς.

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ / Κατσώνης Κώστας



Ας παραμένουν τα όνειρα,
ας μην υλοποιούνται.
Ας απαλύνουν τους πονεμένους
οι προσδοκίες οι ανεκπλήρωτες.
Τουλάχιστον όσοι μπορούν και κάνουν όνειρα
μπορούν και να ζούνε.
Διαφορετικά,
το κακό θα’ταν με τη ζωή.
Διαφορετικά,
το κακό θα’ ταν για τη ζωή.
Για τον θάνατο θέμα δε θα’μπαινε πια.

ΠΡΟΣΜΟΝΗ ΣΟΥ / Κατσώνης Κώστας



Στις νυχτωμένες στράτες των ονείρων,
αντάμα με την περιδιάβαση της ξαγρύπνιας
παραμονεύει ο θάνατος.
Γλυκόπικρος, διαφεντευτής
καθοδηγός μικρών πλασμάτων.
Της μπόρεσης ξολοθρευτής
και καταλύτης των ελπίδων.
Μα συντροφέψου τον
κι υποταγή ποτέ καμιά μη δίνεις.
Οι ώρες είναι λεύτερες
κι ο πολυφώτης ήλιος
προσμονή σου κι όνειρό σου.

ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΖΗΣΗΣ / Κατσώνης Κώστας




Εδώ που τύχαμε να ζούμε αφορεσμένοι,
Εδώ που τύχαμε ν’ακλουθάμε
τις πατημασιές κάποιων αοράτων ονείρων
φτιαγμένων σε κάποιες νυχτιές
όπου ο ύπνος μάς έλαχε καλός.
Εδώ που οι αμυγδαλιές δε μας πρόδωσαν ποτές
και τα σπουργίτια μάς καλημερίζουν κάθε αυγή
χωρίς προσποίηση ή τυποποιημένα χαμόγελα.
Εδώ που ο ήλιος
αναλύει κάθε μέρα τη χαρά του
σε πύρινες και φωτεινές ηλιακτίδες.
Εδώ που η αγάπη κρατάει στο χέρι κεραυνό
κι ο θυμός των ανέμων περιορίζεται
στη λεηλασία των φύλλων και των χωμάτων,
κι αν προδομένοι απ’τους ανθρώπους,
έχουμε τουλάχιστον τη δικαίωση
της αντίστασης.

ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΜΟΙΡΑ / Κατσώνης Κώστας



Περπατήσαμε τους αιμάτινους δρόμους
πολέμων παντοειδών
δικασμένοι από μοίρα πανάρχαια,
μοίρα θανάτου και μισεμού.
Ονειρευτήκαμε τις πλατιές τις στράτες,
τον ανασασμό των ρόδων,
την αιώνια παρουσία της Κύπριδας άνοιξης.
Αφήσαμε στην καρδιά μας ανεκμετάλλευτα
τα αισθήματα της αγάπης,
πλήθια ως πάντα σε μας,
δοσμένοι ολόψυχα σ' αντιπαράθεση πικρή
με πόνο θανάτου
-μας έπεφτε πάντα πολύς ο θάνατος-
προσφιλών προσώπων,
αγαπημένων αδερφών,
σε μέστωμα νιότης και δίψα ζωής,
πάντα χαμένων από μοίρα πολέμου,
αιώνια,
των δυνάμεων του κακού,
που σημαδέψαν ετούτο τον τόπο
και πέτυχαν
τη μεταβολή της καρδιάς και της άνοιξής μας
σε χειμώνα μακρύ
και "κρανίου τόπο". 


ΕΜΠΟΔΙΟ / Κώστας Κατσώνης




Οι χαμένες πατρίδες
κι οι χαμένες αγάπες
στέκονται πάντα μπροστά μας,
εμπόδιο κάθε καινούριας πατρίδας
εμπόδιο κάθε καινούριας αγάπης.

Κατσώνης Κώστας (βιογραφικό σημείωμα)



Κώστας Κατσώνης (1949 -  )

Ο Κώστας Κατσώνης γεννήθηκε στην Αραδίππου  το 1949.Σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου  και στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στα παιδαγωγικά 
( M.Ed., TrinityCollege, USA) και  είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος, του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στη λογοτεχνία για παιδιά και νέους.   Από το 1971 ως το 1988 εργάστηκε ως δάσκαλος σε διάφορα δημοτικά σχολεία και από το 1988 μεταπήδησε στη Μέση Εκπαίδευση,  όπου και εργάστηκε ως φιλόλογος, για να αφυπηρετήσει το 2009 από τη θέση του Επιθεωρητή- Πρώτου Λειτουργού  Εκπαίδευσης, με ειδικά καθήκοντα στο Γραφείο του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού. Μετά την αφυπηρέτησή του συνεργάστηκε για μια πενταετία με το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιου Κύπρου (ως επιστημονικός συνεργάτης), στο Τμήμα Επιστημών της Αγωγής.Ανέπτυξε επίσης συνδικαλιστική δράση, ως γενικός αντιπρόσωπος,  Επαρχιακός Γραμματέας και μέλος του Δ.Σ.,τόσο της ΠΟΕΔ όσο και της ΟΕΛΜΕΚ.Από το 2011-2016 υπήρξε δημοτικός σύμβουλος και σχολικός έφορος στον Δήμο Αραδίππου.

 Είναι λογοτέχνης και  μελετητής της κυπριακής Ιστορίας και της Λογοτεχνίας, και έχει επίσης ασχοληθεί με τη συγγραφή σχολικών εγχειριδίων για τη Δημοτική και τη Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου.Έχει στο ενεργητικό μεγάλο αριθμό εκδόσεων (ποίηση, διηγήματα, δοκίμια, ιστορικές,  λογοτεχνικές και άλλες μελέτες, αθολογία παιδικού διηγήματος και Διδακτορική Διατριβή). Έχει  επιμεληθεί,φιλολογικά και γλωσσικά, μεγάλο αριθμό εκδόσεων, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονται λογτεχνικά και ιστορικά βιβλία, λαϊκή ποίηση κτλ. Με δική του  επιμέλεια και σχολιασμό εκδόθηκε (2015) το  βιβλίο «Ανδρέας Μαππούρας-Οι ποιητάρικες φυλλάδες»,  μια μνημειώδης έκδοση 960  σελίδων, ενώ  με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε στην Αραδίππου το Ίδρυμα «Ανδρέας Μαππούρας», του οποίου είναι πρόεδρος. Έχει επιμεληθεί επίσης την έκδοση «Ζωγραφία Λαλέουσα-ποιητικά άπαντα» (Λάρνακα, 2018),του αείμνηστου Αντρέα Κουρτέλλα, ενός καταξιωμένου δασκάλου, ζωγράφου και ποιητή, που έφυγε πρόωρα από τη ζωή.   Ασχολείται επίσης με τη μελέτη της παιδικής και της ευρύτερης  λογοτεχνίας της Κύπρου,  και έχει δημοσιεύσει μεγάλο αριθμό μελετημάτων  σε κυπριακά και ελλαδικά περιοδικά.Υπήρξε επίσης μέλος της Επιτροπής Εκδόσεων  του Δήμου Λάρνακας και  μέλος Κριτικών Επιτροπών για κρατικά και άλλα λογοτεχνικά βραβεία, ενώ εδώ και  πολλά χρόνια  συμμετέχει, αρχικά ως μέλος και τα τελευταία χρόνια ως πρόεδρος, στην Κριτική Επιτροπή του Κατακλυσμού Λάρνακας για τα κυπριακά ποιήματα, ερωτικά δίστιχα και τσιαττιστά.

Από το 1978-1983 εργάστηκε ως Συντονιστής του Δημητρίειου Πολιτιστικού Κέντρου Λάρνακας,για την πολυσήμαντη δράση του οποίου έχει γράψει σχετικό βιβλίο-έρευνα. Υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας που εξέδιδε στη Λάρνακα το περιοδικό τέχνης και προβληματισμού "Ο Κύκλος"(1980-1986), με επικεφαλής τον αείμνηστο Φοίβο Σταυρίδη,  ενώ από το 1989 έχει την ευθύνη για την έκδοση  της ετήσιας επιθεώρησης κυπριακής παιδικής – νεανικής  λογοτεχνίας "Ανέμη", που έχει συμπληρώσει ίσαμε σήμερα 26 τεύχη. Είναι πρόεδρος του Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού Νεανικού Βιβλίου και   της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών  Λάρνακας,  και αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Πολιτιστικής Δημιουργίας για παιδιά και νέους Επαρχίας Λάρνακας. Με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε στη Λάρνακα η Πολιτιστική Κίνηση «Φίλοι της Λογοτεχνίας και του Πολιτισμού», της οποίας υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος, ενώ  από το 2017 είναι αντιπρόεδρος. Είναι νυμφευμένος με την Αναστασία Χατζηλοή από τη Λάπηθο και έχουν δύο παιδιά.

‘Εργα:
·         Ελάτε να γνωρίσουμε την Κύπρο, ( για τα ελληνικά παροικιακά σχολεία), Έκδοση  Υπουργείου Παιδείας Κύπρου, Λευκωσία 1992.
·         Μιλήματα κι αντιμιλήματα (ποιητική συλλογή), Λάρνακα 1993.
·         Μορφές της Κυπριακής Παιδικής Λογοτεχνίας, Τόμος Β’ Λευκωσία   1996 (με Γ. Κιτρομηλίδη, Μ. Μιχαηλίδου και Φλ. Τιμοθέου)
·         Η Μελίνα της Κερύνειας (διηγήματα για μεγάλα παιδιά και νέους),   εκδόσεις Κ Επιφανίου, Λευκωσία 2002/2003.
·         Η Κύπρος στους δρόμους της Ιστορίας (ιστορική μελέτη), Λάρνακα   2002/2003/2007
·         Νεότερες εξελίξεις στη λογοτεχνία της Κύπρου για παιδιά και νέους, εκδόσεις Πάργα, Αθήνα 2003
·         Πρόσωπα και θέματα της κυπριακής παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας,  Εκδόσεις Πάργα, Αθήνα 2003
·         Γράμμα από τον ουρανό (διηγήματα) Εκδόσεις Πάργα, Λευκωσία 2006
·         Το παιδαγωγικό στοιχείο στο σύγχρονο κυπριακό διήγημα για παιδιά  και νέους (διδακτορική διατριβή), έκδοση Πολιτιστικών Υπηρεσιών Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού (σειρά διδακτορικών διατριβών, αρ. 9), Λευκωσία 2008
·         Λογοτεχνία και ειρηνική συνύπαρξη (Ανθολογία διηγήματος για παιδιά),  Πάργα, Λευκωσία 2012
·         Εκπαίδευση για τον 21ο αιώνα (δοκίμια), Πάργα, Λευκωσία  2013
·         Η πνευματική δημιουργία στη Λάρνακα - λόγιοι, συγγραφείς, λογοτέχνες,  μελετητές-100 Λογοτέχνες της Λάρνακας, (τόμος 1ος), Λάρνακα 2018 (συλλογική έκδοση, με Γ.Κιτρομηλίδη και Γλ.Γεωργιάδη). 
·         Αραδίππου, η Αυλή της Δεσποτείας-Άνθρωποι, Ιστορία, Πολιτισμός, Έκδοση Δήμου Αραδίππου, Αραδίππου 2018 (συλλογική έκδοση)
·         Το Δημητρίειον Πολιτιστικόν Κέντρον Λάρνακος 1973-1983 (μελέτη), Λάρνακα (υπό έκδοση)

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

Δέσπω Πηλαβάκη: Τρία (3) ποιήματα


Πυκνά τα σύννεφα
μέσα στα μάτια σου
μα δεν ήρθε η βροχή
δεν ανάσανε η καρδιά
Η καρδιά του βράχου
που κανείς δεν ένοιωσε
να κτυπά
Το κλάμα της πέτρας
που κανείς δεν άκουσε
γιατί το πνίγανε τα βήματα
των αδιάφορων περαστικών
Ο στεναγμός της απελπισίας
που τον θεωρούσαμε
φύσημα του αέρα
Και η ψυχή σου
που πέταξε τόσο αθόρυβα
όταν όλοι είπαμε
φέγγει το τελευταίο χελιδόνι

**

Εγώ με μένα
τόσοι πολλοί
Ξαφνικά διαπιστώνω
στενότητα χώρου
Πνίγομαι μες στο συνωστισμό
και μου πέφτει
βαρεια η αγάπη σας
Δεν βαριέσαι
Όταν έπρεπε
δεν κράτησα κάτι για 
μένα

**

Σαν δακρύζει το φεγγάρι
χορεύει η ψυχή μου
και λικνίζεται στους ρυθμούς
των στεναγμών
και εκστασιαζεται με τ ατελείωτο μοιρολόι
και κάνει φιγούρες απόκοσμες
Απλώνω τα χέρια και αγαλλιάζω
τον απέραντο ουρανό
Απίστευτο το πόσο μακρυά
φτάνουν τα χέρια μου
Θλιβερή η ιστορία της ζωής μου
που πνίγεται σ ένα γέλιο πικρό
Θλιβερά ανθρωπάκια
ανταμώνω παντού και πονώ
γιατί έγινε ο κόσμος μας κόλαση
ένα ψέμα
κι η αλήθεια μόνο όνειρο
ΔΕΣΠΩ ΠΗΛΑΒΑΚΗ

Σάββατο, 25 Μαΐου 2019

ΠΟΝΤΟΣ / Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης



Απόψε στο Βιζμπάντεν της προσωρινής πατρίδας *
το νόστο του Πόντου μας ας το μιλήσουμε αλλιώς.
.
Ας μην κλάψουμε Τραπεζούντα, Όφη και Σινώπη
Αργυρούπολη, Σεβαστεία και Παράλεια. Το κεφάλι
σήκωσε Κερασούντα,το μπόι αρχαία Διοσκοριάδα μας.
.
Αρματωμένοι ας σύρουμε τον πυρρίχιο της φωτιάς.
Ταρ-αμ-ταμ-ταμ. Πατρίδα σημαίνει μνήμη και νόστος,
τα ποτήρια σας ψηλά, ο αγώνας πιο ψηλά, εις υγείαν.
Κι απ' τα βάθη του Άδη ας φέρουμε πίσω τους συντρόφους,
μαζί μας να χορέψει ο Υψηλάντης, στο ρυθμό ο Σκληρός,
.
στρόβιλος που σαρώνει τον οχτρό. Κρατήστε τον οίκο,
τα βρέφη, τις γυναίκες, τους γέρους στην αγκάλη
με το σταυρό εν τούτω νίκα, με πίστη όρο σινάπεως.
.
Εδώ στο Βιζμπάντεν χορεύουμε πυρρίχιο, ένα σώμα,*
μια φλόγα, να καίει τ’ αγκάθια της επιστροφής
με του ποιητή το λόγο, του ονείρου το κουράγιο,
με το δρεπάνι να θερίζει τα όσα σπείραμε σε βράχο.
.
Πού θα πάει, φεύγει η βαρυχειμωνιά, έρχεται σοδειά
κι όλοι ένας όρκος, ένας χορός, μ' ένα στόμα ο στίχος :
.
Δε χανόμαστε γιατί είμαστε βολβός ελληνικός
που άξαφνα βλαστά εκεί που τον είχατε χάσει,
και μεστώνει και καρπίζει σε ξένο άνυδρο χώμα,
σε όποια λάχει προσωρινή μητριά πατρίδα.
.

.
Από την Ποιητική Συλλογή ‘ΔΙΑΔΡΟΜΗ Α’-Ες ποθ’ έρπες’, Εκδόσεις ΣΜΙΛΗ, Αθήνα 2001
* Γιορτή του Συλλόγου Ποντίων του Βιζμπάτεν Γερμανίας (Εορτή), Μάρτης του 1988.

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ / Κωνσταντίνου Δέσποινα


( Συμμετοχή στο διαγωνισμό ποίησης εις μνήμην Ευγενίας Π.Πετρώνδα του Κυρπιακού Συνδέσμου Παιδικού Νεανικού 
Βιβλίου 2019)

ΑΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Η ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΑ (22 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)
Τ' απομεσήμερο υποχώρησε απολέμητα
στις παρυφές του πρωτοσούρουπου
της μεγαλόνυχτας του χρόνου
και το τροπάρισμα της καμπάνας
γλιστρούσε μες στα βοριαδάκια
την ώρα π' άνοιγε το εκκλησάκι
στις ψυχές άοικων περιπλανόμενων
κυρά οικοδέσποινα κι αρχόντισσα
με το πιο λιτό του κόσμου ρούχου
φυλλομετρούσε το συναξάρι της μέρας
με το δοχείο των βαλσάμων στο χέρι
να σβήνει πληγές
μουχλιασμένες στα κελιά των διωγμών
μυρωδικό συνάλειμμα της αγάπης
κι ένα κέρμα μυστικά ριγμένο
κάθε τέτοια μέρα στο παγκάρι
που το ξέρουν μονάχα οι φτωχοί του κόσμου
σ' ανάμνηση της θείας Αναστασίας
π' αγαπούσε η κορούλα του φρουρού
στις φυλακές της Ρώμης
όσο ν' αγοράσει καινούρια ρουχαλάκια.
ΠΙΣΩ
Πίσω απ' τα βιολιά
τα λαμπιόνια, τις ζαχαροκατασκευές
και τις διογκώσεις της Πρωτοχρονιάς
ικετεύει για μας
απ' τα παγερά οροπέδια της Καππαδοκίας
με ζεστό θυμίαμα -προσευχή
ο άρχοντας με το τριμμένο ράσο
στου καιρού τ' αχόρταγο σεργιάνι
ο έφηβος, μα με τις ρυτίδες των ανέμων
εικόνισμα στο ιλαρό μέτωπο της υπομονής
αμίλητος, μα με τα λόγια του
ν'ανακοινώνονται
στου κόσμου τ' ακροτόπια
δάσκαλος π' ονοματίζεται παιδί
σε κάθε ζύμωμα της αγάπης
ασκητής μες στην ασφυκτική σύναξη των νοσηλευτηρίων
ρήτορας που στης σιωπής του τις δεξαμενές
καθαρίζει των πλανεμένων τις μεγαλοστομίες.
Κι όλο ικετεύει.
Εις πάσαν την γην.
Γιατί είναι μεγάλος.
Μέγας Βασίλειος.

ΣΚΗΝΗ ΔΩΜΑΤΙΟΥ / Κώστας Ρεούσης


Η κουρτίνα του μπάνιου
Έγνεψε του ψηφιδωτού αστερία
Απ’ τ’ ανατολικό του ύπνου
Να βλεφαριάσει το ξεπαρθένεμα
Της αγριοτριανταφυλλιάς
Καθώς συνουσιάζονταν
Στο βορεινό βλέμμα του φοίνικα
Με την ανακατωσούρα των μποφόρ
Την αγριότητα του ξεμαλλιάσματος
Ενός νεκρού Απρίλη
Κώστας Ρεούσης - Ξεκούρδιστος Λυγμός

ΜΕΛΕΤΗ ΠΡΟΣΩΠΟΥ / Τιμοθέου Ανδρέας


Μικρή απ’ το παράθυρό σου,
σε χειροκρότησαν.
Σ΄ άκουσαν στο ραδιόφωνο πρώτη φορά
σε χειροκρότησαν.
Μέσα στους πρώτους φόβους σου
οι δάσκαλοί σου
σε χειροκρότησαν.
Περνούσε ο καιρός, τα χέρια πλήθαιναν
χωρίς σταματημό
κι όλου του κόσμου τα θέατρα
σε χειροκρότησαν.
Δοξαζόσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Μεταμορφώσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Ερωτευόσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Έχανες τη φωνή σου κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Βυθιζόσουν μες στην κατάθλιψη κι ο κόσμος χειροκροτούσε
Κηδευόσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Μα εγώ που δεν είχα δυο χέρια στα χρόνια σου
να γίνω κρότος στον κόσμο που τότε ζούσες
μαθητεύω σ’ άλλη χρήση των χεριών,
ευλαβικός συλλέκτης του προσώπου σου
τολμώ να σε αγγίζω.

Και τώρα; / Λαμπής Γιάννος

Και τώρα; 
μόνο μια αναμονή, μια ατέρμονη, κρύα αναμονή,
καρτερώ κοιτάζοντας απέναντι
χωρίς να ξέρω τι περιμένω να δω,
ο ήλιος κρύβεται πίσω από πρόσωπα
που χωρίς να ξέρουν γιατί, χαμογελούν,
οι λέξεις χάνονται στα στόματα ανθρώπων
που πλέον δεν μιλούν μεταξύ τους.
Και τώρα;
τι καρτερώ;
ευνουχισμένος πλέον από μια απέραντη σιγή,
εξαπατημένος ακόμα και από τον ίδιο τον Θεό μου
χαζεύω απέναντι, χωρίς να ξέρω το γιατί,
ο κόσμος με προσπερνά αδιάφορα
κι όλα, εικόνες, μουρμουρητά και μυρωδιές
ρέουν ακατάπαυστα προς τα μέσα μου
και με πλημμυρίζουν με ένα αβάσταχτο βάρος
που ανεβοκατεβαίνει συνέχεια
απ’ την κοιλιά, στον λαιμό
Και τώρα;
απλά παρακαλώ,
όσα μου χάρισες, όσα μου πήρες,
σκόρπισε τα σε μέρη γνώριμα
σκόρπισε τα σε τόπους που πηγαίναμε μαζί,
έτσι, για να έχω να περιμένω
πως θα σε συναντήσω έστω ακόμα μια φορά.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΟΥ / Δώρος Λοΐζου


Θα ρίξω τα μαλλιά μου πίσω
θα φορέσω το πρόσωπο ανάποδα
θα βγω στους δρόμους στις πλατέες
με ντουφέκια, φωνές, με συνθήματα
Να ρεζιλέψω τους οπαδούς του συρματοπλέγματος
Να βάλω φωτιά στην Πρεσβεία του Θανάτου
Θα ρθούν οι γνωστικοί να μου βάλουν τρικλοποδιά,
γιατί τους διώχνω τους πελάτες από τα μαγαζιά
Θα ρθούν οι «ειδικοί αστυνομικοί» να μου σπάσουν τα πλευρά,
γιατί βάζω οργή και φωτιά στα παιδιά
Θα ρθούν οι κόκκινοι να μου κοκκινίσουν το μούτρο,
γιατί είμαι πιο κόκκινος απ’ αυτούς
Θα ρθούν οι λευκοί να μου μαυρίσουν το μάτι,
γιατί είμαι πιο λευκός απ’ αυτούς
Θα ρθούν οι φωτισμένοι να μου αλλάξουν τα φώτα,
γιατί είμαι πιο φωτισμένος απ’ αυτούς
Θα ρθούν
οι γελοίοι, οι σοβαροί
Οι ανατολικοί, οι δυτικοί
Οι προτεστάντες, οι καθολικοί
Οι δικοί, οι οχτροί
Οι διαόλοι, οι θεοί
Τελοσπάντων όλοι, εκείνοι κι αυτοί
που παίρνουν τη ζωή σαν καπρίτσιο της στιγμής
Μα εγώ θα ξαναρίξω τα μαλλιά μου πίσω
θα ξαναφορέσω το ματωμένο πρόσωπο ανάποδα
θα βγω στους δρόμους στις πλατέες
με ντουφέκια, φωνές, με συνθήματα
Να διεκδικήσω Ψωμί και Ελευθερία

Οι μικρές κερκόπορτες / Γκόγκας Δημήτριος


Λένε πως οι ποιητές πριν ανοίξουν οι πύλες του κάτω κόσμου,
χτυπούν για τελευταία φορά το παραθύρι της ζωής.
Εμφανίζεται ο πλούσιος κλειδοκράτορας παραμερίζοντας τις κουρτίνες
λέγοντας με στόμφο: Φύγετε- φύγετε από δω.
Σε σας, δεν πρέπει επιστροφή, αρκετές αλήθειες είπατε.
Ξιπάζετε ο κόσμος και φοβάται.
Είναι ασφαλής ο κόσμος του ψεύδους και της υποκρισίας
Αρκετά.
Κι στο μετά, περίλυποι οι ποιητές, θα ανοίξουν και πάλι το κιτάπι
Θα γλύψουν την άκρη του μολυβιού
κι η στοιχειωμένη γλώσσα, ατσάκιστο πολυβολείο
θα γράψει πως δεν χωρά η αλήθεια στο ψέμα
θα σαρώσει τον απύθμενο ουρανό και τα αβαθή της θάλασσας
ψάχνοντας τις μικρές εκείνες κερκόπορτες
όπου αμούστακα πολεμούν με λέξεις ξίφη
κι οι ενήλικες αναχωρούν
καταπίνοντάς τις κρυφές πικρές αλήθειες

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2019

ΡΑΔΑ: Ποιητική Συλλογή του Κυριάκου Ολυμπίου εκδοθείσα το έτος 2006




ΛΙΜΑΝΙΑ


Στα πελάγη
και στις θάλασσες μου 'λεγες,
θυμάμαι
«όταν θα 'χουμε νετάρει
καπετάνιε μου»
Μεσάνυχτα.
Νέκρωσε πάλι το καράβι.
Σαγήνη στην οργιασμένη μου ψυχή.

Μα γιατί να μοιάζουν, έτσι τα λιμάνια δηλαδή;



ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ


Σ' αυτή τη θάλασσα
δεν υπάρχει ήλιος
δεν υπάρχει φως
δεν υπάρχει ορίζοντας
δεν υπάρχει ουρανός.

Σ' αυτή τη θάλασσα
υπάρχει μόνο ο άνεμος
και τ' άγρια κύματα,
συννεφιά
και βαρύ σκοτάδι.

Σ' αυτή τη θάλασσα
υπάρχουμε εμείς
οι ναυτικοί!!!

ΓΙΑ ΠΑΛΙΟΣΙΔΕΡΑ

 

Απ' τα πελάη έρχεται
και για το μώλο πάει,
θλιμμένο.

«Γέρικο, γκρίζο κάραβο,
γιατί έχεις βλέμμα μάκρο
και αδειανό;
κομοδέσιο ρυτιδιασμένο
και χλωμό;»

«Εκεί στο διαλυτήριο μου δίνουνε
τριάντα χρόνια ευχαριστώ».
Κι' αλλάζοντας την τελευταία του πορεία
πλέει γι' αυτό,
κλαίει γι' αυτό.



ΣΚΟΤΑΔΙ


Σκουριασμένα καράβια μέσα σε αφιλόξενες
θάλασσες με σκυφτούς ανθρώπους μέσα,
που 'χουνε πονεμένες ψυχές, ξεχασμένες.

Και ο ουρανός,
μουντός κι' αυτός,
θειάφι να ρίχνει, αντί βροχή,
θέλοντας να τα κάψει όλα,
να τα κάνει στάχτη.

Θεέ μου,
πόση καταχνιά και βαρύ σκοτάδι υπάρχει στο
φωτεινό μας κόσμο.


ΣΤ' ΑΠΑΝΕΜΑ


Στο κενό που άφησε
η αγάπη η άπιαστη,
καταφύγιο σου η θάλασσα
που άνεμος τρεμουλιάζει
πάνω της,
συντροφιά σου
τα ψαροπούλια και τα απόνερα,
το πνιχτό βουητό της.

Πονεμένες ματιές
στα κάτωχρα πρόσωπα
τα ρυτιδιασμένα.

Η τσιμινιέρα
με την αλλόκοτη ομορφιά
στ' απάνεμα
να σε περιμένει.

ΣΕ ΞΕΝΟ ΛΙΜΑΝΙ / Ολυμπίου Κυριάκος


Χειμερινές καταιγίδες,
οι χαμένες ελπίδες
τα μεγάλα καράβια,
που προσάραξαν στην καμένη γη.
Σιωπηλό σεργιάνι,
στο έρημο λιμάνι,
τα ζευγαράκια αμίλητα,
πιασμένα χέρι-χέρι.
Η ματιά που χάθηκε,
στο ουράνιο τόξο,
στην απεραντοσύνη του κόσμου,
του κόσμου του μικρού.
Αλάργα το μυαλό,
που βούλιαξε σαν γέρικο καράβι,
μέσα στις θάλασσες,
στ’ απέραντο, της χαμένης μου ψυχής.

Κυριάκος Ολυμπίου (μικρή αναφορά)

Βιογραφικό

Ο Κυριάκος Ολυμπίου γεννήθηκε στην Λάρνακα το 1963. Έχει αποφοιτήσει από τη Σχολή Εμπορικού Ναυτικού Ασπροπύργου. Αργότερα εργάστηκε για 20 χρόνια ως εκπαιδευτής σε ιδιωτική ναυτική σχολή. Από το 2016 ανέλαβε τη διεύθυνση των ναυτικών σπουδών της Ναυτικής Ακαδημίας Κύπρου. Είναι μέλος του πολιτιστικού ομίλου ‘Άρτιον Λάρνακος’ και του διαδικτυακού πολιτιστικού ομίλου ‘Βασίλης Μιχαηλίδης΄ με έδρα τη Λεμεσό. Στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από τον μουσικοσυνθέτη Δημήτρη Χιονά.
Εργογραφία
Η ράδα, αυτοέκδοση 2006
Της βάρδιας σκέψεις, Εκδόσεις Αιγαίον, 2012
Ελλήνων παρακαταθήκες, Εκδόσεις Αιγαίον 2013
Ένας Κρητικός στην Κύπρο του '74, Εκδόσεις Αιγαίον 2013

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΥ ΜΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ : Από την Ποιητική Συλλογή του Κυριάκου Ολυμπίου : Της Βάρδιας Σκέψεις



Αναμονές, αφίξεις, ανοιχτές αγκαλιές, αναχωρήσεις κι μια ελπίδα ζωογόνος,
μονάχος τις νύχτες, προβάλλοντας συνέχεια ένα ανύπαρκτο ‘εγώ’,
για να μπορέσω να ξεδιπλώσω τις ευαισθησίες μου,
αλλά πως, και από ποιον να ζητήσω βοήθεια?
Χάθηκα στου ήλιου το φως,
δεν μπόρεσα να βρω τον εαυτό μου!

Χρόνια αυτή η ζωή. Χρόνια ολόκληρα, μια ζωή,
αμετανόητοι αγαπητικοί αυτών των καιρών,
ταξιδεύουνε, αναζητώντας τις μακρινές γειτονιές των κόσμων.                   
 
Οι ναυτικοί που έχουν ένα αλλιώτικο χαμόγελο,
χαμόγελο ψυχρό και βαθειά λυπημένο!
γιατί έζησαν τη μοναξιά ανάμεσα σε ανθρώπους, 
γιατί αγάπησαν ότι φοβόνταν περισσότερο, τη θάλασσα,
γιατί ο κίνδυνος στη θάλασσα σε αδερφώνει
Έτσι. Ώσπου να καταλαγιάσει η μπόρα.
 
Σε όλα τα μέρη της γης, τα λιμάνια ίδια
Tώρα, με τη φωνή αργή, μέσα στην κούραση,
κι από τα χρώματα του ονείρου μου ταξιδευτής για μια ελπίδα...
…Όταν φτάσεις στη σιωπή, τότε θα ξέρεις!  
 
Τραγούδα το χειμώνα, που σε έκανε να νιώσεις την Άνοιξη!
H ζωή εκεί έξω τρέχει με γκρίζα μαλλιά… 

Κυριακή, 12 Μαΐου 2019

Σε κάποιο σκοτάδι της κόλασης / Χριστοδουλίδης Γιώργος



Κάθομαι γυμνός στο παγκάκι της κόλασης
και είναι νύχτα
όμως το σκοτάδι δεν μ αγγίζει.
Κάθομαι φωταγωγημένος από πυρσούς έκπτωτων αγγέλων
στο παγκάκι της κόλασης
επειδή μπορώ πια και να παίξω με τους δαίμονες
και να τους στριμώξω προσωρινά
μέχρι το σκοτάδι να σκεπάσει τα πάντα.

Είμαι γυμνός
αλλά στολισμένος ταυτόχρονα
-σαν επιτάφιος
και σχεδόν θαρραλέος
για κάποια λεπτά.

Τα ημερολόγια της αϋπνίας /Σταύρου Σταύρος

Οι Εκτορες μέσα μου αποχαιρετούν Ανδρομαχες,
σε λίγο θα σέρνονται στα χώματα
όπως οι μνήμες άμα τις διώχνεις ή
όπως τα όνειρα άμα δεν τα πιστεύεις ή
άμα τα πιστεύεις πολύ...

MANA MOY / Φωτιάδου Αρτεμίου Ελένη


Mάνα
Σε κρατάω ακόμα απ΄το χέρι
μέσα στο ράγισμα της νιότης 
Νήμα αόρατο
στα χτυποκάρδια ανάμεσα
γέρνει επάνω μας
σαν ανθισμένος κλώνος μυγδαλιάς
και μας γεμίζει αιώνια άνοιξη
Μάνα μου
Ξυπνώ πρωί, όλους τους χρόνους
ανασκουμπώνομαι πριν φύγει ο ήλιος
πλένω με την αγάπη σου τα πανωσέντονά μου
να’ χω κατάλευκα να σκέπω τα όνειρά μου
Mάνα μου εσύ
Αιώνιο πρόσωπο στους βράχους της ερήμου χαραγμένο
κοίταζες με δυο μάτια όαση τα ασταθή μου βήματα στην άμμο
Μάτια γεμάτα πράσινο ζωής, βρύσες που κελαρύζανε την έγνοια
με κράτησαν ολόρθο μέσα στην πείνα και τη δίψα του καιρού
Αχ, Μάνα
Μεγάλωσα, γερνάω
Ασπρομαλλιάζει η σκέψη και η έγνοια μου
Εσύ πάντα νέα
Αγάπη που δεν άγγιξαν ρυτίδες
βρέχεις μ΄αθάνατο νερό
θνησιγενείς μου στίχους
από το Άλφα ως το ΄Απειρο
από τη μάχη ως τον πόλεμο
Πάντα Εσύ, ασπίδα της ψυχής μου
Και τώρα, Μάνα
Κάθε που πέφτει νύχτα, γίνεσαι άστρο
Φως μου γεμάτο μουσική από νανούρισμα παλιό
«΄Αγια Μαρίνα τζιαι τζιυρά …»
Περνούν τα χρόνια
με δυο νότες καρφωμένες μες στις λέξεις μου
Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Το τελευταίο ταξίδι / Κωνσταντίνου Μάτσιου Κατερίνα


Τα δάκρυα που έχυσα
μάζεψα νύκτας τον γυαλό
Να πλύνω τις πληγές σου
που τόσο σ' αγαπώ
Αγάπη θα φορέσω
το φωτοστέφανο
Εσύ να ταξιδέψεις
ψηλά στον ουρανό
Λουλούδια θα στολίσω
αυτά που αγαπάς
Για να αποχαιρετήσω
θλίψεις μην κρατάς

Εκ βαθέων / Εύα Νεοκλέους


Στη μητέρα μου
Αν ήμουνα ποιητάρισσα
θα σε τραγουδούσα ολόγιομο φεγγάρι.
Θα τραγουδούσα
το βουβό σου κλάμα
την ώρα την ύστερη.
«Πότε θα ξανάρθεις», θα ρωτάς.
Και θ’ αφουγκράζεσαι
τις νύχτες αν πονώ.
Τις άπειρες χωρίς φεγγάρι νύχτες…
Θα ξανάρθω μάνα…
σίγουρα θα ξανάρθω.
Και θα ’μαι ίδια φως
σαν το φεγγάρι…

Ματαιότητα / Πενταράς Νίκος