Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.
Ξεκίνησε μία προσπάθεια συλλογής πληροφοριών σχετικά με τους έγκλειστους ποιητές της περιόδου 1955-1959 στα κρατητήρια της Κύπρου. Όσοι αναγνώστες του Ιστολογίου μπορούν να συνδράμουν στέλνοντας πληροφορίες μπορούν να το κάνουν στο e-mail: dimitriosgogas2991964@yahoo.com

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2019

ΑΣ ΧΑΘΕΙΣ... / Γεωργίου Εύα


Καταδικασμένος είσαι Ιούλη
Πόνο παντού να σπέρνεις
και ζωές να θερίζεις
Μακάρι μια μέρα
από τα ημερολόγια μας
να πάψεις να είσαι ορατός
Μας είσαι εντελώς ανεπιθύμητος
Αλλιώς φανταστήκαμε τα καλοκαίρια μας
Ανέμελα και χαρούμενα
Κι εσύ Ιουλη είσαι η παραφωνία
της εποχής μα και του χρόνου
Εφιάλτης της ζωής μας
Πάρε τις μέρες που σου απέμειναν,
και φύγε μακριά
Και μην ξανάρθεις ποτέ πια
με αυτό το όνομα
Χορτάσαμε βλέπεις μαύρο...

ΡΩ / Ιωσηφίδης Ιωσήφ



‘Ρω της Κύπρου’, ρητορεύει ο Πατρίκιος,
‘μελανέρυθρο η τραγωδία, θρήνος
δένδρων και ελεύθερων γαϊδουριών 
βράχος, στέρεη ρίζα των γερόντων,
ουράνια γέφυρα και κρίνο Αειπάρθενου.
Κύπριο κράμα: πέτρα, πυρ, δρόσος, αήρ. 

Δρέπω το ρόδι της φύτρας και κρατώ: 
όρθια ράχη ο Όμηρος, ο Ηρακλής, 
κραταιά ο Ευαγόρας, ο Κινύρας,
χάρις η Αφροδίτη, χρίσμα ο Λάζαρος, 
ο Ανδρέας, ο Βαρνάβας, ο Σπυρίδων,
δρυς ο Γρηγόρης, χρέος η Κανακαριά.
.
‘Ρερητόρευκα το ρερητορευμένο ρω’, (1)
τεκμαίρει ο Πατρίκιος εύχαρις, ‘άρα, 
τα πάντα ρεί, με μαρτυρούσα εξαίρεση 
το ρω του Χριστού και της Ιστορίας μας.’ 
.
(1) ‘Ρερητόρευκα το ρερητορευμένο ρω’, το είπε ο Δημοσθένης όταν θεράπευσε τον ρωτακισμό του (τη μη ικανότητα προφοράς του ρω) εναποθέτοντας στη γλώσσα του βότσαλα για ενδυνάμωση των μυών της γλώσσας.
.
Από την Ποιητική Συλλογή ‘ΠΕΡΙ ΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ’, Εκδόσεις ΠΑΡΓΑ, Λευκωσία, Αθήνα, 2010.

Κράτησα κονσερβοκούτι / Ανδρέου Ειρήνη


Μη δίνεσαι ολόψυχα
κι απ' την αρχή μην κρίνεις...
μην βγάζεις τα εσώψυχα
στο έλεος θα μείνεις.
Του πάθους λάθη τραγικά
πληρώνονται με αίμα ..
κι αν η καρδιά τον νου νικά
τυφλός είσαι σε ρέμα.
Αδέσποτα σκυλιά πολλά...
φίδια , οχιές παραμονεύουν...
μην ξοδευτείς ποτέ σ' αυτά.
Για να φάνε σε θωπεύουν.
Αν το χέρι τους απλώσεις
χωρίς αυτό ίσως βρεθείς..
φίδια κι αν εξημερώσεις
απ' την φύση τους θα προδοθείς.
Δεν αλλάζουν οι ανθρώποι...
προσποιούνται από συμφέρον.
Θα σου μείνουνε οι κόποι..
βαρύ στα στήθια στίγμα φέρω:
Κράτησα κονσερβοκούτι
ενώ είχα περιβόλι..
χόρτασαν Ιούδες, Βρούτοι
κι άφαντοι γίνανε όλοι.
Την κονσέρβα θα φυλάξω..
κράτησα σπόρους και βολβούς
τον μπαξέ να ξαναφτιάξω
μ' ανεμοθραύστες και φραγμούς...
από το βιβλίο "Της ψυχής μου τα κομμάτια"

Αγάπη / Αθως Χατζήματθαίου


Κάθε πρώι
Που ανοίγω τα μάτια
Και κοιτάω τον ήλιο
Που ανατέλλει
Σκορπίζοντας γύρω
Το φως της ζωής,
Διερωτούμαι
Πόσο όμορφος θα ήταν ο κόσμος
Εάν και ό ήλιος της ψυχής μας
άνθιζε γλυκά
και η λάμψη του
φώτιζε με τα χρυσά χρώματα του
τ΄ανήλιαγα δρομάκια της καρδιάς μας
αναστένωτας με ένα φιλί
την αγάπη
που βυθισμένη σε χειμεριά νάρκη
το αρνείται επίμονα.

Σ'ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΝΗΣΙ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΚΥΠΡΟΣ. / Μαρούλλα Παναγου


Σαράκι η νοσταλγία
μαζί σου κάθεται παρέα,
σαν ένα παραμύθι του χθές
και σου κρατάει το χέρι ,
σ'εκείνο το νησι
π'άφησες πισω.
Η προσμονή τραβάει τον δρόμο της
και το σκυμένο κεφάλι
της ανήμπορης θέλησης
Βάζει όρκο ,για άλλη μια φορά.
Κάποτε θα διαβεί τούτο τον δρόμο .
Ολους τους δρόμους
όλα τα στενά .
Να προσπεράσει τις μαντηλοφορούσες μάνες
στο κοσκίνισμα του σταριού .
Τα παιδια σκορπιστά κρυφτούλι
και τον απογευματινό περίπατο
παρέα στο χαμόγελο
ν'απαντά στην πλατιά “καλησπέρα.”
Τι θέλουν Θεέ μου απόψε
όλες τούτες οι θύμισες ;
Τι γυρεύουν να τυραγνούν τον ύπνο
που δεν υπάρχει περίπτωση
να ξαναγίνει λευκός.
Πολύ διαπεράστικές οι κραυγές της απόγνωσης
Πολύ ανατριχίιλα στα κόκκαλα
κι αναπαμός δεν υπάρχει από τότες
που ο ήλιος έγινε γκρίζος,
μπροστά στην κραυγή
του πληγωμένου δάσους
Οι ακτίδες έσμιξαν στο δάκρυ της μάνας
με τ'απλωμένα χέρια ,
που άδεια τριγυρίζουν και ψάχνουν
ενω τα βαθουλωμένα μάτια
γαντζωνονται στην φούστα της ελπίδας.
-Μην φύγεις ! Εσύ απόμεινες
παρακαλούν καρφωμένα
στην νάρκη του σήμερα που θέλει να ξεχάσει.
Κι άλλο τόσο θέλει να θυμάται τότες.
Τις ανθισμένες λεμονιές που συντροφιά τον αγέρα
τραγουδούσαν τον ποταμό του Καραβά.
Την κοπελιά με τους πορτοκαλανθούς στα στήθια
που πρόσμενε τον έρωτα
κι η ευτυχία ονειροπόλα την καλημέριζε.
Μα 'ήταν άραγες χθές ;
η πέρσυ; ή στον περασμένο αιώνα;
ρωτά η κουρασμένη προσμονή
μοιρολογώντας τα νεκρά όνειρα
και δακρύζει το φεγγάρι .
Τ' αστέρια ψάχνουν για την χαμένη τους λάμψη
μέσα στα βουρκωμένα μάτια του παιδιού
που γυρεύουν τον χαμένο πατέρα.
Κι ο μαρμαρωμένος Διγενής
νιώθει βαρειά στα χερια του
την πέτρα του Ρωμιού ,
σαν περιμένει διαταγή
για να την ρίξει απέναντη
Εκει! Στην ανοικτη απαλάμη του Πενταδάκτυλου
Οπου τα σπίτια της καλής του
(Σπιτια της ρήγαινας τα λένε )
προσμένουν τ'αθάνατο νερό
μαζί και τους εγκλωβισμένους ,κι οι δρόμοι κλειστοί
Δεν ξεχνώ ! Δεν θα ξεχάσω!
υπόσχονται τα λευκα περιστέρια
με διπλωμένες φτερούγες
εκεί στην στράτα της υπομονής.
Που αιώνια προσμένει την απούσα δικαιοσύνη.
Που και που λκάποιο τρελλό πιτσούνι
επαναστατεί πνιγμένο στην αδικία
και πετάει απέναντι .
Να ξεσκίσει την μισητή ημισέληνο
Προλαβαίνει το πολυβόλο
μα ξεψυχά κελαϊδώντας .
Σαν έστω για λίγο οι δυνατοί
Να θυμηθούν εκείνο το νησί
που λέγεται Κύπρος .
Η αγανάκτηση ξωπίσω του κρυφοβράζει
στις άδειες υποσχέσεις.
Και πώς πέρασαν θεέ μου
όλα τούτα τα χρόνια,
γεμάτα προσμονή
Οτι μια μέρα θα διαβούμε ξανά
Κείνο το δρόμο ,κείνο το στενό .
Και θ ακαλωσορίσουν τον ερχομό μας οι αυλές
Σαν ο καμπάνες, απ 'άκρη σ' άκρη στο νησί
Θα σημάνουν ανάσταση .

AΛΗΘΙΝΗ ΦΙΛΙΑ / Νικηφόρου- Θεοκλή Αντρούλλα


Στον κικυώνα της ζωής,
να περπατάς μονάχος,
είναι κομμάτι δύσκολο,
και ας περνιέσαι βράχος!
Είς την ζωή ο άνθρωπος,
ψάχνει γιά τη φιλία,
το πώς θα βρείς την αληθινή,
μεγάλη δυσκολία.
Να έχεις φίλο αληθινό,
μα όχι γιά συμφέρον,
να νοιάζεται γιά σένανε,
νάχει ενδιαφέρον!
Είς το ταξίδι της ζωής,
αμέτρητοι οι φίλοι,
φίλοι έρχονται προσωρινά,
σαν φύλλα φθινοπωρινά!
Ο φίλος ο αληθινός,
είναι σαν το διαμάντι,
αν σου γελάσει η τύχη σου,
και δείς ένα σημάδι,
τότε είσαι τυχερός,
βρήκες πολύτιμο πετράδι!
Αληθινός φίλος,θ´αγγίξει την ψυχή σου,
και συνοδοιπόρος θα γινεί σε όλη τη ζωή σου.
Φίλος θα είναι δίπλα σου,στη πίκρα και στο πόνο,
πάντα για συμπαράσταση με το καλό του λόγο.
Αληθινός φίλος,αυτός που θα σε κοιτά στα μάτια,
και στα δύσκολα να γίνεται κομμάτια.
Η χαρά σου,νάναι χαρά του,
και να χαίρεται μέσα άπ´τη καρδιά του!
Τη ζήλια ,το φθόνο να μην γνωρίζει,
μόνο αγάπη στο φίλο να χαρίζει.
Τις σκέψεις σου να τις διαβάζει,
και στα δύσκολα να μην διστάζει.
Σαν τα πάζολ οι φίλοι οι αληθινοί,
ενώνουν τα κομμάτια τους,
μιά γροθιά κάνουν την δύναμη τους,
γίνονται ανίκητοι μέσα εις τη ζωή τους.
Λέξη ιερή,η αληθινή φιλία,
πρέπει να την τιμούμε,
τούς φίλους που είναι δίπλα μας,
βαθειά να αγαπούμε!

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2019

ΜΗΝΥΜΑΤΑ ! ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ / Νικηφόρου- Θεοκλή Αντρούλλα



20 Ιουλίου 1974,τουρκική εισβολή,πόλεμος,φωτιά,
κατατρεγμός,φυγή,προσφυγιά,αιχμαλωσία,
εγκλωβισμός,θάνατος....
Φόβος ανείπωτος κλείει τό στόμα.Σωπαίνεις....
Κόμπος στό λαιμό,γοερό τό κλάμα,
περιμένοντας άπ´τό Θεό,να γίνει ένα θαύμα!
Στόν ουρανό υψώνονται τά μάτια,
πώς θ´ανεβείς τού γολγοθά τά δύσκολα σκαλοπάτια;
Αγγελιαφόρο έταξε ο πανάγαθος Θεός,
να γίνει μεσάζοντας ,ο Ερυθρός Σταυρός,
να φέρνει καί να παίρνει,
μηνύματα παρηγοριάς,
μέσα στά δίχτυα τής σκλαβιάς.
Μηνύματα!Πώς να χωρέσει ένα τόσο δά χαρτί,
τόν φόβο ,τό πόνο πού επικρατεί;;;
Αιχμάλωτοι στό σπίτι σου ,στό χωριό σου,στό τόπο σου,
άκρα σιωπή ,βαθειά κρύβεις τόν πόνο σου.
Διέξοδος,βοήθεια ο Ερυθρός Σταυρός,
μηνύματα στούς συγγενείς ,γίνεται βοηθός.
Κάθε λέξη,μιά γρατζουνιά,
μέσ´τή ψυχή καί στή καρδιά.
Είμαι καλά!είμαι καλά...γράφω στό χαρτί,
κάνω υπομονή,ίσως μιά άσπρη μέρα να φανεί.
Μηνύματα ελεγχόμενα,τίποτε παραπάνω,
η καρδιά κτυπά ανελέητα,φόβος σκιάζει τή ψυχή,
κακά τα ψέματα,γλυκειά είναι η ζωή.
Μηνύματα,η μόνη ελπίδα,σάν άγιο φώς προσμένεις,
δυό λέξεις γιά παρηγοριά,
να απαλύνει,τόν πόνο στή καρδιά,
μέσα σε τούτη τή σκλαβιά.
Πολλά θέλεις να γράψεις στό χαρτί,
μα η θηλειά στό λαιμό,σε τρομοκρατεί.
Είμαι καλά..αυτό αρκεί,
μήν σε βρεί κακό,
στό καβούκι σου,έχεις κλειστεί.
Όλα καλά...πρέπει να γράψεις...
τίποτε κακό ,να μήν τό περιγράψεις.
Μηνύματα Ερυθρού Σταυρού!
Πέρα από τό Πενταδάκτυλο,
δυό άσπρα περιστέρια,
κάνουν διαδρομή,
καί φέρνουν τα χαμπέρια.
Στήν Κερύνεια,στό Dome hotel,
στό Αββαείον του Πελλαπαϊς,
πολλούς τόπους έχουν να πάσι,
ακόμα θα πετάξουσι,καί πέρα,στό Καρπάσι.
Στό ράμφος τους μηνύματα,
πάντα θα κουβαλούσι,
ελπίδα καί παρηγοριά,
πώς λευτεριά θα δούσι.
Ο φόβος πετρώνει στή καρδιά,
λυγίζουνε τά πόδια,
ο γολγοθάς ανηφορικός,
έχει πολλά εμπόδια.
Μηνύματα...αναπτερώνεται τό ηθικό,
ωσάν τό περιστέρι θέλει γιά να πετάξει,
να βγεί στίς ρούγες ,στά στενά,
καί λευτεριά ν´αδράξει!

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2019

ΑΣΚΗΣΗ ΕΠΙ ΧΑΡΤΟΥ / Χαραλαμπίδης Άγις


Το σκηνικό αριστοτεχνικά στημένο
αναμένεται η τελική απόφαση
με κάθε τρόπο πρέπει ν’ αποκλεισθεί η αποτυχία‧
σε στάση προσοχής
οι εκτελεστές, το πλήρωμα της αρμάδας
οι τηλεοπτικοί σταθμοί, τα ραδιόφωνα…
Για την κατάκτηση του τροπαίου
η σκηνοθεσία μοναδική
όλα τόσο τέλεια, τόσο αληθινά
σαν εξίσωση μαθηματική‧
στ’ αναρχικά αισθήματα
είχανε κιόλας περασθεί οι χειροπέδες‧
απομένει η εκτέλεση.
*
Άγις Χαραλαμπίδης, Δεκέμβρης 2008
«ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΙ» Εκδ, ΑΝΕΥ, 2010

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΥΡΙΝΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ / Ιωσηφίδης Ιωσήφ


Εκεί, στα μέρη τα εφήσυχα,
εκεί που τρώγαμε τον περίδρομο,
μπροστά μας αρχάγγελος ξεπρόβαλες
με το σημειωματάρι σου φτερούγα,
με το καλαμάρι σου σπαθί,
.
και σώριασες το σώμα σου στο τραπέζι μας
και τινάχτηκαν τα μαχαιροπήρουνα στον αέρα,
όπως τα αργύρια στο Ναό του Σολομώντος
και εκσφενδονίστηκαν οι σούβλες στα κεφάλια μας,
όπως το λιθάρι του Δαβίδ στο κούτελο του Γολιάθ.
.
Πρόλαβες πέφτοντας και ψέλλισες: "Τετέλεται.
Βάλτε με να κοιμάμαι ακοίμητος εκεί που δεν τολμάτε"
κι άπλωσε το μύρο σου σε Καρπασία και Αχαιών Ακτή.
.
Από τότε επιστρέφεις τα βράδια άγγελος και δάσκαλος
μέσα από υπόγεια φαράγγια που μας έσκαψες διάβαση.
Μέσα οδηγείς μανάδες να συναντήσουν γιους από το χτες,
μας καλείς να ζήσουμε στη ρίζα μας, στα άβατά μας μέρη
σ' όλα που δανειστήκαμε απ' τα παιδιά μας
και θα τα επιστρέψουμε.
.
Και συ να δασκαλεύεις στη μέση, κρυφό σκολειό ψυχών,
ενώ από πάνω σου ο Σολωμός και ο Κάλβος να πετάουν
και να σε ραίνουν μ’ ένα ματσί βασιλικό.
.
Σημείωση: Ο Καρπασίτης συγγραφέας Γιάννης Σταυρινός Οικονομίδης, πρόσφυγας στη Λάρνακα, σαν πέθαινε ζήτησε από τα ΗΕ να τον θάψουν στην κατεχόμενη γη που τον γέννησε, κοντά στους συγχωριανούς του που παρέμεναν εγκλωβισμένοι με τα παιδιά τους.
.
Από την Ποιητική Συλλογή «ΔΙΑΔΡΟΜΗ Α’- Ές πόθ’ έρπες», Ελδόσεις ΣΜΙΛΗ, Αθήνα, 2001.

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2019

20 Ποιήσεις με θέμα την Τουρκική Εισβολή, τους αγνοούμενους, τον πόθο για επιστροφή



ΜΑΡΟΥΛΛΑ ΠΑΝΑΓΟΥ 

ΣΤΕΡΕΨΑΝΕ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ

Στερέψανε τα δάκρυα στερέψανε κι οι λέξεις
'Ηλιε εσύ της λευτεριάς πότε θα ξαναφέξεις
Να πέσουν τα οδοφράγματα όπου τους δρόμους κλείνουν
στα σπίτια μας π' αφήσαμε να πάμε δεν αφήνουν
Ο καημός μες στην καρδιά μαρμάρωσε στα χρόνια
μαζί με τίς ελπίδες μας που καρτερούν αιώνια
σαράντα χρόνια πέρασαν, σαράντα χρόνια στάζει
το αίμα μας απ την πληγή, στο στήθος το μαράζι
Στερέψανε τα δάκρυα και πια στεγνά τα μάτια
ειν ραγισμένες οι καρδιές και κείνες δυο κομμάτια
Όπως εσέ πατρίδα μου, που μοίρασαν στην μέση
κι άδικα σε καταπατεί το Τούρκικο το φέσι.
Οι δυνατοι δεν απαντούν στο 'αδικο σωπαίνουν
κι οι σκορπισμένοι πρόσφυγες ακόμα πριμένουν
Αναστενάζω σαν θωρώ τον πενταδάκτυλό μας
με το καρφί μες στην καρδιά στον τόπο τον δικό μας .
Στερέψανε τα δάκρυα κι ακόμα καρτερούμε
ελευθερη πατρίδα μου για να σε ξαναδούμε
Αμήν και πότες Κύπρος μας οι κάμποι να γιορτάσουν
οι κουρασμένες μας καρδιές τότε να ξαποστάσουν

**

ΑΘΩΣ ΧΑΤΖΗΜΑΤΘΑΙΟΥ

Θαλασσοφίλητη Τζιυρά


Ήσουν δκιαμάντιν Τζιύπρος μου, φκίορον του παραδείσου
όμως πολλοί βαρτήκασιν, για να σε ξεκληρίσουν.
Ήσουν σγιαν ήλιος που ’λάμπεν π΄ ανατολή ως δύσην
μια λάμψην π’ ον εμπόρησεν, κανένας για να σβήσει.

Τζιύπρος λεβεντομάνα μου τζαι ηρωωγεννήτρα
θαλασσοφίλητη τζιυρά, λλίην εγνώρισες χαράν,
τζαι παραπάνω πίκραν.
Τζιύπρος λεβεντομάνα μου είσιες το για καμάριν
ήσουν η πρώτη πας’ στην γην, πούσιες τον ήλιον την αυκήν,
την νύκτα το φεγγάριν.

Ήσουν δκιαμάντιν Τζιύπρος, μου φάρος ψηλά να φέγγεις
τζαι στες καρκιές μας φως γλυτζιίν, απλώσιερα να πέμπεις.
Όμως για μας αλίμονον, τα νιάτα σου αζουλέψαν
βάρβαροι τζαι τα κάλλη, σου ήρτασιν τζιαι κουρσέψαν.

Μεν μαραζώνεις Τζιύπρος μου τζι έν’ ννα παραμερκάσουν
πάλε τα νέφη μιαν αβκήν τζι ο νήλιος εννά ξαναβκεί
στα μέρη τα δικά σου.
Μεν μαραζώνεις Τζιύπρος μου τζι ότι τζιαιρός το φέρει
πάλε ενν’ ανοίξεις τα φτερά, θα τραουδήσει η χαρά
στα σκλαβωμένα μέρη.

**
ΕΙΡΗΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ

Με λένε Ειρήνη

Με λένε Ειρήνη και είμαι απ' την Κύπρο...
βαρύ το όνομα βαρύς και ο σταυρός.....
Με λένε Ειρήνη , έτσι με βαφτίσανε
με μύρωσαν και στ' άσπρα με εντύσανε.
Μ' από μικρή είδα του κόσμου τη βρωμιά
το περιστέρι της ειρήνης ματωμένο να γυρνά...
Στου Πενταδάκτυλου να σέρνεται τα μέρη
και να το σκιάζει μισοφέγγαρο κι αστέρι...
Στου Καραβά και της Λαπήθου τα σοκάκια
και γύρω του χιλιάδες κατάμαυρα κοράκια...
Κοράκια που χυμήξαν ένα μαύρο καλοκαίρι
και κλάψαν μάνες και παιδιά και νιοί και γέροι...
Στη Μόρφου, την Κερύνεια το Καρπάσι το Βαρώσι
όρμησ' ο Αττίλας με τη βία να στεριώσει.
Μισό αιώνα σέρνεται το περιστέρι
στην προσφυγιά οι νιοί γίνανε γέροι
λίγα οστά δίνουν στην μάνα αντί παιδί
κάποιοι προδότες έχουν χάσει την ντροπή..
Που αντί το περιστέρι να νοιαστούνε
τη δόξα και το χρήμα κυνηγούνε ...
Με λένε Ειρήνη, έτσι με βαφτίσανε
μα την ειρήνη στα μαύρα την εντύσανε.....
.
Και γράφω στίχους να ξορκίσω το κακό ..
βαρύ το τίμημα βαρύς και ο σταυρός
Βαρύ το ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ σαράντα πέντε χρόνων
το περιστέρι αιμορραγεί , να το αφήσω μόνο;

**
ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ 

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΟΥ
.
Γεννήθηκα στο γλυκό νερό της πηγής. Στο αλμυρό
της θάλασσας μεγάλωσα, όπου με ξέβγαλε ο ποταμός.
Μα ο νους μου επιστρέφει στο υψίπεδο της φύτρας
να γεννήσω, η γενιά μου να κρατηθεί και να κρατήσει.
.
Ανηφορίζοντας επιστροφή, βράχοι με απειλούν σαν κάμες,
το πεινασμένο νύχι της αρκούδας, άγριο το δόντι του ανέμου,
καταρράκτες με χτυπούν σαν πρέπει να τους δρασκελίσω.
.
Ας αντέξω ώς το τέρμα, κι ας μου μείνει σώμα λειπόσαρκο
κι ας σπαρταρώ στη λάσπη όταν γονιμοποιήσω τα αυγά μου.
Αρκεί να φτάσω. Και τότε ας ερημιάσω, ας γεράσω μεμιάς,
ας με ξεβράσει ο νερόλακκος κουφάρι. Μόνο να παραδώσω 
τον σπόρο που πια δε μου ανήκει...προτού η ύπαρξη μαδηθεί. 
.
Το φιλοσοφώ, άνεμοι, βράχοι και αρκούδες. Ναι, σας χρωστώ
γιατί με τα σαγόνια σας με ασκήσατε να κρατώ τη ζωή σφιχτά
για το νόστο μου, κι ας ρουφάω φιλί ζωής από ασκό του Αιόλου.
.
Τι αν το σώμα μου φθίνει ; Τι κι αν γεννώ στο βούρκο; Λάμπω 
ζωή, πουλί εγώ το ψάρι, που υπερπηδά βράχους απόκρημνους.
.
Η ζωή μου σαν του σολομού και η επιβίωση πράξη πρώτη.
.
* Αλληγορικό ποίημα για την επιστροφή των προσφύγων στη γη που τους γέννησε
Από την Ποιητική Συλλογή «ΔΙΑΔΡΟΜΗ Β’ –Σι βόλε» (Τι επιθυμείς), Εκδόσεις ΣΜΙΛΗ. Αθήνα, 2003

**

ΕΥΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ 

(Για την Κύπρο)

Τίποτα όμορφο δεν περίσεψε...
Μετράς μονάχα μέρες θανάτου. ...
Το όνομα σου, μόνιμα ταυτισμένο με πραξικόπημα....
πόνο...
θλίψη. ...
αίμα. ....
Αλλάζει απλά μορφή ανάλογα σε ποια γεωγραφική συντεταγμένη βρήσκεται....
Αντίστροφα μετράς σήμερα
Τραυμάτισες όλα τα όμορφα συναισθήματα. ....
Μουντζούρωσες κάθε γλυκιά ανάμνηση που κρατήσαμε.....
Φώλιασες στις ψυχές μας, μόνιμο φόβο του αύριο. ....
Ιούδας ταιριάζει πιότερο στο όνομά σου
Ένα αδικημένο γιατί. ...αιωρείται ανυπεράσπιστο.....
Ότι απέμεινε από Ιούλη...είναι μονάχα κραυγή. ..
**
ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ 

15η ΙΟΥΛΙΟΥ

(Δεν τους καλέσαμε τους βαρβάρους
μα μολύναμε τις θάλασσες με τ' άδικο.
Ανοίξαμε τις πύλες της γης
και πρόβαλλε ο Άδης.)

Σαν αντηχούν οι σειρήνες
στο μέσο του καλοκαιριού
ποιος σκύβει τους ώμους
από το βάρος του χρόνου;
Ποιος δύναται να γυρνά
στους δρόμους της επανάληψης
Σίσυφος ή στρατηλάτης κι αοιδός
του σαρακιού και της λήθης;
Τα λάθη πληρώνονται μ’ αίμα.
Πέντε μέρες αρκούσαν για να βυθίσει
ο εχθρός τον ήλιο στο σκότος.
Σήμερα το φως εισέτι μας εκδικείται.
Αθηνά Τέμβριου, «Ήλιος και Άνεμος»

**
ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΙΜΑΚΛΙΩΤΗ 

ΑΠΟΔΗΜΙΑ
Κατηφορίζουνε οι άνθρωποι
σαν τα ποτάμια προς τη θάλασσα
Φωνές κυλούν μαζί τους ακατάλυτες
βότσαλα και κλαδιά
τα σπίτια τους δεμένα
στις σωσίβιες σκέψεις
επιπλέουν
μια ιστορία επιστροφής
επιστροφή δεν έχει
Κατηφορίζουνε οι άνθρωποι
μαζί με τους χείμαρρους
των ζεστών ονείρων τους
θαλασσοδέρνονται
κουφάρια μέλλοντος αιώνος
πλάι στους αμφορείς
της αιωνίου κολάσεως
θαλασσοπνίγονται
Οι άνθρωποι μπαίνουν αμίλητοι
σε μια πινακοθήκη ζώντων εκθεμάτων
ή ένα μουσείο αποδημίας
Οι άνθρωποι μπαίνουν αγέλαστοι
σε μια βαρκούλα ή ένα ναυάγιο
τους εκλεκτούς θαμώνες των χρωμάτων υποδύονται
τους υψηλούς προσκεκλημένους των κυμάτων
Κρατούν στο χέρι το ποτό της ιστορίας
και διατρέχουν τις εξόδους σαστισμένοι
κραδαίνοντας τους οδηγούς και τις βιογραφίες
στους ώμους τα παιδιά και το νεκρό πατέρα τους
Με δέος παρακολουθούν μια γέννηση
ένα χορό ή ένα θάνατο
ύστερα σμίγουν άγρια με το πλήθος
σε μια επανάσταση εκ του μακρόθεν
συνομιλούν τηλεπαθητικά στις γκρίζες ζώνες
φωνάζουν σιωπηλά συνθήματα
φέρνουν μαζί το σώμα τους ψηφιακό
Τυχαίνει βέβαια κάποιοι χωρίς απώλειες
να βγαίνουν από τα πεδία σώοι
να φεύγουν κάθε που βραδιάζει
Δεν με φοβίζει το σκοτάδι στο μουσείο
αντίθετα το απολαμβάνω καθώς κι άλλες γυναίκες
του νησιού έρχονται να με συνοδέψουν
η Ουρανία από Καρπάσι
η Ουμ Χαράμ από το Κίτιο
η Αροδαφνούσα απ΄την Καντάρα
η Παναγιά η Κανακαριά η Αφέντρικα
«Θα πάμε;» με ρωτούν
«Μα ήδη φτάσαμε» απαντώ
Αειθαλής Θάλασσα, Μελάνι 2017
**

ΓΙΑΝΝΟΣ ΛΑΜΠΗς 

15 Ιουλίου 1974
Ποιο χέρι εφιαλτικό
χάραξε με ουλές την Αφροδίτη
κι ασκήμισε για πάντα ο κόσμος
Ποιο στόμα την βύζαξε
κι έμεινε χλωμό, βυθισμένο
τ’ άλλοτε ροδαλό της στήθος;

**

ΕΛΕΝΗ ΤΥΡΙΜΟΥ 

ΞΕΧΝΑΣ ΜΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΣ

Ξεχνάς μα ξεχασμένος.
Ξέχασες Λαέ την Ιστορία σου σε αποκοίμησαν οι Μέδουσες
σε μάγεψαν οι πονηρές
σειρήνες
έτσι αποκοιμήθηκες
στον μακροχρόνιο Αγώνα, ξέχασες τον Μαύρο Καταραμένο Ιούλη του 1974.
Πώς μπόρεσες να διαγράψεις
την ανθισμένη αυλή,
με τα ξέγνοιαστα γέλια
το κλήμα γιομάτο κατακόκκινα τσαμπιά σταφύλι.
Το μοσχομύριστο Βασιλικό,
το Γιασεμί ένα - ένα πιασμένους
τους παρθένους ανθούς με άσπρη κλωστή σαν κομπολόι.
Ξέχασες Λαέ την δική μας
Πατρίδα
τον αιματοβαμένο πενταδάκτυλο,
τα διαμελισμένα σκόρπια νεανικά κορμιά οσάν
στάχυα θερισμένα στην κάψα του καυτού καλοκαιριου.
Ξέχασες Λαέ
τον μακρόσυρτο θρήνο
της Εκάβης της Ανδρομάχης.
Σε ξεγέλασαν τα όμορφα ψεύτικα λόγια.
Παγίδες, στημένα ξόβεργα
Στα παιχνίδια των μεγάλων Συνφεροντων
ξέχασες το Δίδυμο έγκλημα.
Δεν ακούς πια τις κραυγές
των χάραχαροκαμένων Μανάδων
τον μακρόσυρτο τους θρήνο,
ακόμα θαυμάζεις
τον Δούρειο Ίππο
Σωπαίνεις ξεχνάς τα λάθοι
σκύβεις το κεφάλι
στα τόσα! πάθοι.
Ζητούν λύτρωση οι τόσοι νεκροί μας
δεν θέλουν στεφάνια, λόγια
παχιά γαρνιρισμένα,
Δικαίωση στην δική τους θυσία
για μία Πατρίδα δίχως αμετανόητους αιμόχαρους.
Ξέχασες Λαέ της δικής μας
Πονεμένη Πατρίδα. Έδεσες την μαύρη μαντίλα
Κόμπο
Την άφησες στο πρώτο
Σκαλοπάτι τις Ιστορίας μας
ξεβαμένη όπως το μαύρο φόρεμα της Μάνας
έτσι να ακούνε
οι νέες γενιές
κουτσουρεμένη την
πικρή μας Αλήθεια μας.
Σήκω Λαέ μου!
προτού σου πάρουν
την δάδα
όρθοσε ξανά
το ανάστημα σου
αναμόχλευσε την Μνήμη
μεταδαμπάλευσε
το φώς της Δικαιωσύνης. Τώρα! θυμούνται μονάχα
αυτοί που κάθε μέρα
ζούνε την μεγάλη απώλεια
των αγαπημένων τους
Απόν - Απόν από το τραπέζι, καρέκλα, άδεια ζωή,
τα ρούχα κρεμασμένα όπως τις σιωπές μην τυχών και τσαλακωθούν οι όμορφες
αναμνήσεις τροφή
στα άχαρα χρόνια
της Υπομονής
Ξέχασες Λαέ
την δική σου Πατρίδα.
Θυμούνται μονάχα
αυτοί που πονούν
αυτοί που ποθούν
αυτοί που αγαπούν
αυτοί που ονοιρέυωνται
αυτοί που δεν ΞΕΧΝΟΎΝ..

**

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 

ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ
Αθηαίνου,
το συνώνυμο της ημικατοχής,
η ταυτότητα της αντίστασης,
η κατάφαση της μακροθυμίας,
το όνομα της μάνας γης.
Αθηαίνου,
το Φως Ιλαρόν ενός μακρόσυρτου
βυζαντινού εσπερινού της Ανατολής
που έστησε ο χορός τ' Αϊ- Φωκά,
τ' Αϊ - Πιφανιού, τ' Αϊ - Γιώργη, τ' Αϊ - Φωθκιού,
τ' Αϊ - Σπυρίδωνα και της Παναγίας της Χρυσελεούσας.
Αθηαίνου,
το πάντρεμα της αρχαίας κοφτερής διαύγειας
και του γλυκού βυζαντινού μυστικισμού.
Αθηαίνου,
η παντοτινή βασιλεύουσα,
στη γη τη μεσαρίτιδα.
(''Γολγίας Αθηαίνου Εγκώμιον'', Λάρνακα,2003)

**

ΩΡΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ / ΝΙΚΟΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ 
 (απόσπασμα)

Δεν ήταν ώρες για ποίηση τότες
Μα ώρες
Που μετρούσες τη ζωή σου αντίστροφα
Που νόμιζες
Πως έβλεπες για τελευταία φορά τον ήλιο
Που κάπνιζες με πάθος το τσιγάρο σου
Γιατί πίστευες πως θα 'ταν το στερνό.
Δεν ήταν ώρες για ποίηση τότες
Μα ώρες
Που κρατούσες μόνο θάνατο στα μάτια
Που έψαχνες για τα κομμάτια των συντρόφων σου
Που με τα δάχτυλά σου πίεζες το δέρμα σου
Για να διαπιστώσεις αν ήσουν ζωντανός.
Δεν ήταν ώρες για ποίηση τότες
Μα ώρες
Που τέντωνες την ψυχή σου να χωρέσει τους θρήνους
Που στέναζες για το πικρό ξερίζωμα
Που σάλευε το νου σου ο δόλος των ανθρώπων.
(απόσπασμα) - από την ποιητική μου συλλογή "ΩPEΣ ΠΟΛΕΜΟΥ", 1975

**

ΝΑΔΙΝΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ 

Ο ΘΡΗΝΟΣ

Κι από σπίθα σε σπίθα
γυρεύω την παρηγοριά
κι όμως καμμιά και πουθενά
Έχασα τη γη μου
τη γη μου και τα χέρια μου
Το ανάθεμα στο στόμα
Ολέθρια η οργή κι η συμφορά μου
Συνάχτηκε σκοτάδι – αποπνοή
Μαχαίρωμα στα στήθεια
η αλήθεια της φυλής
Τα χώματά μου πέθαναν
κι η σκόνη που μας έπνιξε
ανίερη και παθιασμένη
Θεέ μου μην πάρεις από αυτή
άλλα πλάσματα να πλάσεις
την πνοή σου κράτησε
να σβήσει το θανατικό
κι ύστερα
να ξαναγράψει απ’ το θυμητικό
τα χρόνια που μας πίκραναν
τα χρόνια που μας έθαψαν
δίχως παπά και νεκροθάφτη

**

ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΘΕΟΚΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ 

ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΕ ΜΟΥ
Πιστός ακοίμητος φρουρός,στέκεσαι εκεί ολόρθος,
τι και αν σε πάτησαν οχτροί,τι και αν σε σκλάβωσαν,
και είσαι σαράντα τρία χρόνια τουρκοπατημένος.
Τι και αν σε μάτωσαν,και είσαι λαβωμένος.
Τι και αν προσπάθησαν ταυτότητα να σ´αλλάξουν,
το όνομα σου ηρωϊκό,απ´τα βυζαντινά τα χρόνια,
που άγγιξε ο Διγενής,τα πέντε δάκτυλά του,
που στοίχιωσε Σαρακηνούς,
με την αντρειωσύνη του και την παλληκαριά του.
Πενταδάκτυλε μου,στέκεσαι βουβός ,σκοτεινιασμένος,
και μεσ´τη τόση θλίψη σου,την τόση σου οδύνη,
ψηλά το χέρι το κρατάς ,χαιρετισμό μας δίνει.
Πενταδάκτυλε μου,Τούρκοι σε σκλαβώσανε,
με αίμα σε ματώσανε,μα την ψυχή σου ,
ποτέ δεν την υποδουλώσανε.
Έχεις τις ρίζες σου βαθκειά που τα παλιά τα χρόνια,
κάθε σου βήμα τζιαι παθκιά,σημάδια είναι αιώνια,
ποττέ τους εν ταράσουσιν τζιαι ελληνικά φωνάζουσιν.
Κάστρα μεγαλόπρεπα την πλάτη σου στολίζουν,
κάστρα που κουβαλούν μύθους τζιαι πραμύθκια,
κάστρα που έζησαν,Ρήγαινες και Ρηγάδες,
μα τώρα τα κουρσέψανε τα διαφεντεύουν οι αγάδες.
Πενταδάκτυλε μου,βουνό αγαπημένο,
στέκεσαι ατάραχο και βλέπεις πικραμένο.
Εσύ μπορείς τις δυό πλευρές πάντα να τις ελέγχεις,
νότο τζιαι Βορκά εσύ μπορείς να βλέπεις.
Βλέπεις ούλλα τα κακά που φέρε η Τουρκία
πονείς τζιαι συλλογίζεσαι ποιά ήταν η αιτία.
Καταστροφή στην πλάτη σου,σκάβουν τα λατομεία,
όλα για τα συμφέροντα τζιαι για κερδοσκοπεία.
Ο πιο μεγάλος πόνος σου,η πιο βαθκειά πληγή σου,
το έκτρωμα που γράψανε επάνω στην ψυχή σου.
Οι πέντε σου βουνοκορφές ,τα πέντε δάκτυλά σου,
υψώνονται στον ουρανό και ευλαβικά κοιτούνε,
βοήθεια απ´το Θεό νάρθει παρακαλούνε.
Νάρθει ξανά ο Διγενής με την πλατιά παλάμη,
τα τούρκικα τα γράμματα να σβήσει,να ξεκάνει.
Βουνό μου Πενταδάκτυλε,βουνό βασανισμένο,
έζησες δόξες και τιμές ,Ρήγαινας μεγαλεία,
όμως έζησες και πόλεμο,φρίκη και αηδία.
Φωτιές παντού σκορπίσανε,μυρίζει το μπαρούτι,
καταραμένη η Τουρτζιά πού φέρε την συμφορά ετούτη.
Πόσοι τζιαι πόσοι ήρωες άφησαν την ζωή τους,
μέσα εις τα σπλάχνα σου,μέσα στη αγκαλιά σου,
και ανήμπορος να τα κοιτάς να καίγεται η καρδιά σου.
Πενταδάκτυλε μου,μην κλαίς και μην οδύρεσαι,
και θάρθει εκείνη ώρα,και οι ψυχές θα αναστηθούν,
και οι Έλληνες θα ελευθερωθούν.
Θαρθεί η στιγμή ελεύθερος,θα ζείς θα καμαρώνεις,
και όλοι στις αγκάλες σου,μέσα στις ομορφιές σου,
ελεύθεροι σαν τα πουλιά,θα ζούμε στις δροσιές σου!


ΕΥΑ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ 

Ήταν καιρός...
Ήταν καιρός...
η πανσέληνος του Ιούλη
παίρνει εκδίκηση. 
Κάπου εδώ ο χρόνος σταματά.
Ήταν καιρός…
Στάζει η πίκρα
και κακοφορμίζουν οι πληγές
φρούδα ελπίδα η επούλωση.
Ήταν καιρός…
Μέρα σημαδιακή των απαρνήσεων
ποιος πλήρωσε και ποιος θα δώσει λόγο…
Κάπου εδώ το πλήρωμα του χρόνου.
Εδώ του φεγγαριού το φως αγρίεψε.
Ήταν καιρός...

**


ΑΡΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ 

ΑΣΚΗΣΗ ΕΠΙ ΧΑΡΤΟΥ

Το σκηνικό αριστοτεχνικά στημένο
αναμένεται η τελική απόφαση
με κάθε τρόπο πρέπει ν’ αποκλεισθεί η αποτυχία‧
σε στάση προσοχής
οι εκτελεστές, το πλήρωμα της αρμάδας
οι τηλεοπτικοί σταθμοί, τα ραδιόφωνα…
Για την κατάκτηση του τροπαίου
η σκηνοθεσία μοναδική
όλα τόσο τέλεια, τόσο αληθινά
σαν εξίσωση μαθηματική‧
στ’ αναρχικά αισθήματα
είχανε κιόλας περασθεί οι χειροπέδες‧
απομένει η εκτέλεση.

 Δεκέμβρης 2008
«ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΙ» Εκδ, ΑΝΕΥ, 2010


**

ΑΝΔΡΙΑ ΓΑΡΙΒΑΛΔΗ 

Το σχήμα της ντροπής
Κείνο το μισοφέγγαρο
που δίχως όνειδος απλώνεται στον Πενταδάκτυλο
Κείνο το μισοφέγγαρο
που σαν θεριό
λυσσομανά σαν έρθει το ξημέρωμα
Κείνος ο Κέρβερος
που θριματίζει των παιδιών μας τα όνειρα
Γιατί δεν πέφτει απ' το Βουφαβέντο να χαθεί;
Να τσακιστεί στα βράχια
και να μην ξαναφανεί;


**


ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ 

Όχι, μη μου λέτε εμένα
πως μας πιάσανε στον ύπνο.
Τα άρματα δεν έρχονται 
στις μύτες των ποδιών τους,
τα άρματα τα ακούς
από χρόνια μακριά...


ΑΠΌ: Ήταν καποτε μια χωρα


**

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ 

ΚΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ
Τόσες καρέκλες αδειανές 
να προσκαλούνε σώματα
που γίνανε πουλιά
Κι αυτό το σούρουπο
τόσο μαύρο στα δυο σου μάτια
που έγινα πένθος κοιτάζοντάς τα

" Χειμερία Ζάλη "
Εκδόσεις Μανδραγόρας
Αθήνα 2017

**

ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΠΑΠΑΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ 

Πρωινό του Ιούλη
Ανυποψίαστη η αυγή
αποκαλύπτει μαύρη γραμμή τον Πενταδάκτυλο
καθώς το νυσταγμένο νυχτοπούλι
αντίστροφα μετρά το χρόνο του.
Πρωινό του Ιούλη
κι όπως ν' απόστρεψε το βλέμμα Του ο Θεός.
Ώριμο μεστωμένο καλοκαίρι
κι όμως το στάρι λησμονήθηκε στον κάμπο
και το κοπάδι τριγυρίζει απολωλός.
Όπως ο χρόνος κουρασμένος να σταμάτησε
όπως ο κόσμος κουφαμένος να βουβάθηκε
όπως το βλέμμα Του ν' απόστρεψε ο Θεός.
(Επιστροφή, 1977 )

**

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ 

ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ
Όσοι συνέρχονται
έχουν παραμορφωμένα πρόσωπα
κομμένα μέλη
και τους λείπει το προηγούμενο κοίταγμα.
Βυθίζονται σε ζάλη αφρισμένη
και τα λόγια τους γίνονται πουλιά
που δεν έχουν φωλιές.
Βλέπουν τις σπίθες ως ηλιαχτίδες
τις πληγές ως λάθος του τεχνίτη
και τα θύματα
ως αγγέλους που αποκοιμήθηκαν.
Βλέπουν τη σκηνή του δυστυχήματος
χωρίς τη φρίκη.
Ακριβώς όπως οι επιζώντες
μιας ήσυχης μέρας
– πολλών ήσυχων ημερών.

Πληγεισες Περιοχες Γυμνες Ιστοριες 2016, Μελάνι

**

Τουρκική Εισβολή/ Δημήτριος Γκόγκας




Εγώ την τουρκική εισβολή τη γνώρισα μικρός
Από δεύτερο χέρι
Άπλυτη και ξεθωριασμένη
Σαν κείνα τα ρούχα που πουλάνε στα παλιομάγαζα
Και τους πάγκους της λαϊκής

Μα όταν μας χαιρετούσαν
Μα όταν μας κάλεσαν
Έβγαλα το ξεφτισμένο πουκάμισο
Και το έστειλα πακέτο
Μαζί κι ένα γράμμα
Καλή αντάμωση.


**

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΡΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ-ΣΤΑΥΡΟΥ




                          LITERATURA ET ARTES                e-mail: literetart @ gmail .com       



ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΡΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ-ΣΤΑΥΡΟΥ
ΣΕΙΡΑ:ΤΕΤΡΑΔΙΑ

  1. «Οι μοντέρνες γιαγιάδες κάνουν επανάσταση» (έκδοσης 2019 )
Ιστοριούλα από την καθημερινή ζωή, για παιδιά Δημοτικού.

και

  1. «Η πεταλούδα που έχασε το δρόμο της» (έκδοσης 2019)
Ιστοριούλα από την καθημερινή ζωή, για παιδιά Προσχολικής
και Πρώτης Σχολικής ηλικίας. 


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ

1.   ΟΙ ΜΟΝΤΕΡΝΕΣ ΓΙΑΓΙΑΔΕΣ ΚΑΝΟΥΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

-      Ε, δεν μπορεί να είμαστε όλες οι γιαγιάδες οι ίδιες! Εμείς είμαστε αλλιώς.
-      Αλλιώς, αλλιώς… φώναξαν οι μοντέρνες γιαγιάδες.
-      Και τα εγγονάκια μας να μας λένε:
«Γιαγιά εσύ δεν είσαι σαν τις γιαγιάδες που βλέπουμε στα βιβλία. Είσαι αλλιώς. Διαφορετική… ».
Αυτό είπαν όλες οι γιαγιάδες της παρέας
[…]
-      Γιατί λοιπόν να μην μας βάζουν κι εμάς στα βιβλία;
-      Αυτό είναι πολύ άδικο. Γι’ αυτό πρέπει να
κάνουμε επανάσταση.
-      Ναι, ναι επανάσταση! φώναξαν όλες. Ε-πα-να-στα-ση!
-      Ε- πα- να – στα - ση! Φέρτε σημαίες, φέρτε λάβαρα, φώναξαν  ενθουσιασμένες.

2.   Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΠΟΥ ΕΧΑΣΕ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ

Μια μικρή πεταλούδα μπήκε στο σαλόνι από το ανοιχτό παράθυρο. Ήταν φοβισμένη και δυστυχισμένη. Το δωμάτιο ήτανε σαν φυλακή.
Σιγά-σιγά η ώρα περνούσε και ήρθε το βράδυ. Οι νοικοκύρηδες του σπιτιού έκλεισαν τα παράθυρα του δωματίου και πήγανε για ύπνο.

Της πεταλουδίτσας δεν της άρεσε καθόλου που έμεινε κλεισμένη  μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο.  Το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να πιαστεί από τον τοίχο και να κοιμηθεί εκεί ώσπου να ξημερώσει.
Το άλλο πρωί, ήταν ακόμα φυλακισμένη εκεί μέσα και άρχισε πάλι να πετά απελπισμένη γύρω - γύρω στο δωμάτιο, μήπως έβρισκε τρόπο να βγει από τη φυλακή που ήταν κλεισμένη.   Άραγε θα τα καταφέρει;

****

Εκ πεποιθήσεως της συγγραφέως, δεν θα γίνει εκδήλωση παρουσίασης των βιβλίων. Όσοι ενδιαφέρονται να το προμηθευτούν μπορούν να αποταθούν στην ίδια, στην ηλεκτρονική της διεύθυνση: roulastav@gmail.com