Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Η ΜΕΣΑ ΛΕΞΗ κι άλλες ιστορίες του βυθού / Τιμοθέου Ανδρέας

 Σήμερα, έλαβα το δώρο του αγαπητού φίλου και αξιόλογου ποιητή της Κύπρου Ανδρέα Τιμοθέου. Πάντα με γοήτευε η ποίηση του κ. Τιμοθέου, διότι πέραν των νοημάτων διακρίνεται για την αυαισθησία και την λεπτότητα των στίχων. Για την ευγένειά της, σπάνιο στην ποιητική ζωή! Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε το ποίημα : Η ιστορία του βυθού μου 


Σύμφνα με τις πληροφορίες που έχω το βιβλίο θα διατεθεί επίσης προς πώληση στις παρουσιάσεις:

25 Σεπτεμβρίου, Λάρνακα
22 Οκτωβρίου, Λευκωσία
12 Νοεμβρίου, Λεμεσός

Επίσης μπορείτε να επισκεφτείτε την σελίδα του στο ΦΒ : https://www.facebook.com/andreas.timotheou.5 για να αναγνώσετε απόψεις και προσεγγίσεις για την νέα του ποιητική συλλογή











Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

ΒΓΗΚΑ ΝΩΡΙΣ / Λοϊζου Δώρος

 


Βγήκα νωρίς
στους πράσινους κήπους,
πριν προλάβουν να ξυπνήσουν
τα γιασεμιά κι οι μέλισσες.
Βγήκα νωρίς,
πριν γίνουν ατμός
οι ασχημάτιστες δροσοσταλίδες.

Ναι, βγήκα νωρίς.
Δε λέω,
μπορεί να μην είδα
πεταλούδες, ρόδα κι έντομα
μα είδα
τα υγρά όνειρα του εωθινού,
το ξεψύχισμα της άγουρης νύχτας,
το αόρατο αγκάλιασμα του ορατού με το άυλο…

Ναι, βγήκα νωρίς
-το ξέρω-
μα δεν το μετανιώνω.

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ Τ’ ΑΛΩΝΑΡΗ / Δημητρίου Δήμητρα

 


Κάτω στην ακροποταμιά κορίτσι περπατάει
κρατώντας βέργα λεμονιάς και προς τον κάμπο πάει.

Κόβει λεμόνια στρογγυλά
(Άι μέρα δίχως στήθος!)
και πλένει τα μπαμπακερά
τορέρο στην καρδια της.

(στην ανθισμένη λεμονιά από κάτω
πληγώνει με ο αγέρας)

Της ομιλώ δεν κυματεί
της κραίνω δε σαλεύει
πυρή φωτιά τα στήθια της
από έρωτα πεθαίνει.

Σε μαντίλι τ’ όνομά του κεντάει.
«Ποιος θ’αγοράσει αυτή τη λύπη από κλαριά
μαντίλια για να φτιάξει;»

(Άι μέρα ατέρμονη!
Άι σιωπή δίχως ήχο!)

Πουλί αν ακούς σπλαχνίσου την
φωνή κυνηγημένη
τι πια δεν μένει μας καιρός
από έρωτα πεθαίνει.

(φθόγγοι κομμένοι και ξεροί
ξερόκλαδα που σπάνε

Μαρία /Δημητρίου Δήμητρα

 


Εμένα, τη μάνα μου και την αδελφή μου μας πήραν στα τελευταία
σπίτια του χωριού. Από την πρώτη νύχτα έπιασαν εμένα, μαζί με
κάτι άλλες, και μας επήραν μέσα στα χωράφια, θεοσκότεινα. Με
τράβηξε η μάνα μου, αλλά τη χτύπησαν με την ξιφολόγχη — ακόμα
έχει το σημάδι. Κρυβόμασταν στο πατάρι, αλλά μας έβρισκαν και
μας τραβούσαν από τα μαλλιά. Άκουγα τις γυναίκες που σκέφτονταν
να αφήσουν το γκάζι της κουζίνας ανοιχτό. Έπρεπε να το άφηναν.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Τίτλος: Βλ. τη μαρτυρία της Μαρίας από χωριό της επαρχίας Αμμόχωστου,
δεκατεσσάρων χρονών το 1974. Στο «Κύπρος: Οικονομική στήριξη σε
γυναίκες-θύματα βιασμού κατά την Εισβολή», Πρώτο Θέμα, 4 Ιανουάριου
2016, http: //bit. ly/protothemaEisvoli.

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

ΜΑΡΟΥΛΛΑ ΠΑΝΑΓΟΥ /Ο ΓΕΡΟΣ


Ρυτίδες τα μετάλλια
κοσμουν το πρόσωπό σου
‘Ομως τα μάτια ζωντανά
δείχνουν τον λογισμό σου
Σαν διηγείσαι τα παλιά
τα ξανα ζεις και πάλι
Μα όσα κι αν βρήκες στην ζωή
δεν έσκυψες κεφάλι
Γερτό κι αν είναι το κορμί
από των χρόνων βάρος
Η περηφάνια εκεί, ορθή
μέχρι που να' ρθει ο χάρος
Η πείρα φωτοστέφανο
στο γέρικο κεφάλι
που λέει αναστενάζοντας
“αχ να' μουν νιος και πάλι
Να ξαναζούσα την ζωή
ξανά να ζούσ' αγάπη
ακόμα μια φορα κι εγώ
να ‘παιρνα την χαρά της
Που με γεμάτη την ψυχή
να πω στον χάρο “πάμε”
πάρε με στο ταξίδι σου
που πίσω δεν κοιτάμε


ΜΑΡΟΥΛΛΑ ΠΑΝΑΓΟΥ

ΠΑΙΔΙ ΔΙΚΟ ΜΑΣ / Παπαντωνίου Ιωάννα


Ξετυλίγεται ο μίτος...
Στον λαβύρινθο των υπόγειων καταφυγίων
τόπι γίνεται πολύχρωμο...
Κυλάει προς την έξοδο...
Το παιδί προπορεύεται...
Ανάμεσα στα ερείπια μας καλεί
να παίξουμε κρυφτό...
Μαζί να σκορπίσουμε τις γαλάζιες χάντρες...
Αφουγκράζεται τα παραμύθια μας σαν σιγούν οι σειρήνες.
Άραγε θα ζήσουνε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα;
Της προσφυγιάς τα καραβάνια ακολουθούμε...
Στοιβάζουμε τους μπόγους των ονείρων στην προβλήτα.
Ξαποσταίνουμε...
Εκείνο;
Ταΐζει στις χούφτες το λευκό του περιστέρι
με τ’ ουρανού το μάννα.
Οι μάνες μακριά...
Ασυνόδευτο δηλώθηκε αργότερα στα σύνορα...
Ένας ακόμη αριθμός στον κατάλογο.
Παιδί ήτανε... Δικό μας...

ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ ΜΠΑΜΠΑ / Αντρή Περικλέους .


Μια κούκλα μπαμπά
όπως έχουν όλα τα παιδιά .
Μια κούκλα αγάπης .
Άγριοι καιροί τότε .
Εισβολή, πόλεμος, κατατρεγμός .
Πολυτέλεια τα παιχνίδια.
Εσύ όμως λιγόστεψες το φαγητό στο πιάτο σου και την αγόρασες .
Δεν ζητούσα ποτέ τίποτα .
Ήταν η πρώτη φορά.
Ήθελα μόνο αγκαλιά ,
φιλιά, χάδια και στοργή .
Την ονόμασα Αγάπη .
Όταν ο φόβος μ ' έσφιγγε βουβά,
χά'ι'δευα την Αγάπη .
Όταν ο πόνος με πλήγιαζε βαθιά
έσφιγγα την Αγάπη .
Τώρα την έχω μέσα μου άπλετη, μπόλικη, ελεύθερη, γυμνή .
Όσο δίνω, αναγεννιέται. Όταν στην χαρίζω μη βάζεις όρια .
Δεν μπαίνει σε καλούπια μάτια μου .
Δεν μπαίνει σε κλουβί .Είν' εδώ, εκει, πετάει σαν πουλί .
Μην φοβάσαι.
Άσε με να σ ' αγαπώ .
Κι αν θες αγάπαμε κι εσύ .
Αντρή Περικλέους (Αντριάνα)
Από την ποιητική συλλογή :
Αγέννητο ΟΝΕΙΡΟ "

[ Σαν γάργαρο νεράκι της πηγής] Ειρήνη Ανδρέου


Θέλω πίσω τον χρόνο να γυρίσω
όμορφα χρόνια, ναι να ξαναζήσω
την δίψα μου να σβήνω από πηγές
και όχι από "μπουκάλες πλαστικές".
Θέλω πίσω τον χρόνο να γυρίσω
τέρμα, με ψευδαισθήσεις να με πείσω
πως έχω χίλιους φίλους στην οθόνη
μα "Άνθρωπον ουκ έχω" νιώθω μόνη.
Θέλω πίσω τον χρόνο να γυρίσω
να μ' έστελναν την στάμνα να γεμίσω
κι εκεί στην γεροβρύση του χωριού μου
να έπεφτα στ' αγκάλια του καλού μου.
Θέλω πίσω τον χρόνο να γυρίσω
για μια στιγμή ,τα μάτια μου πριν κλείσω
να νιώσω κείνο το πρώτο το φιλί
που 'ταν σαν γαργαρο νεράκι της πηγής .
Μι' αγάπη όμορφη κι αγνή που δεν πονεί
γεύση δροσιάς νεράκι της πηγής
μα ο έρωτας σε καίει σαν φωτιά
και αφήνει μόνο στάχτες στην καρδιά ...

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Η ΠΟΙΗΣΗ / Ζαφειρίου Λεύκιος

 


Η ποίηση είναι ένας κήπος
γεμάτος πουλιά,
τραγουδάει τον έρωτα
τον Μιχάλη την Άννα.
Η ποίηση είναι το σπίτι
που χωράει μέσα όλο τον κόσμο.
Μα όταν η ελευθερία χάνεται
η ποίηση γίνεται
σπαθί και ντουφέκι.

ΣΑΝ ΜΕ ΒΑΛΟΥΝΕ ΣΤΗ ΓΗ / Χατζήπαπα Βασίλκα

 


Σα με βάλουνε στη μαύρη γη
και τα βλέφαρα πασπαλίσει χώμα
αγγελικά φτερά θα σκαρφιστώ
να το τινάξω πέρα.
Τους οδοδείκτες να γυρίσω
πάνω απ’ του χρόνου τον άσπρο βράχο
να πετάξω
μέχρι της μάνας μου το σπλάχνο.
Ήσυχα να κάτσω εκεί
περιμένοντας
ξανά να γεννηθώ.

ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΛΟΓΟΣ / Χατζήπαπας Χρίστος

 


Εν αρχή ην ο λόγος, κύριε,
ο λόγος των ανθρώπων!
Μη μου κουνάτε απειλητικά
το δάχτυλο
λες και έχω παρεκκλίνει αμαρτωλά
από την πρώτη τους σοφία –
του Δευκαλίωνος
και του Δαρβίνου
τη μετέπειτα του πηλού
ιστορία
που γέννησε την πρώτη ζύμη
και ζωή
την πρώτη μου ομιλία.

Οι δέκα εντολές μου
Δελφών παραγγέλματα.
Ουδέν πέραν αυτών
Φρόνει θνητά.
Άρχε σαυτώ! Προχώρα!

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ / Μόντης Κώστας

 


Μνήμη Χρίστου Γαβριηλίδη

Και τώρα τι θα γίνει μ’ εκείνο τον γέρο πρόσφυγα
που τον απαντούσα πριν κάθε μέρα στη στάση
να περιμένει το λεωφορείο για του Μόρφου
και ν’ ανάβει συνέχεια τσιγάρα να περάσει η ώρα,
και που σήμερα δεν ήταν εκεί,
και που χτες δεν ήταν εκεί,
και που δε θάν’ ξανά εκεί;

ΒΓΗΚΑ ΝΩΡΙΣ / Λοϊζου Δώρος

 


Βγήκα νωρίς
στους πράσινους κήπους,
πριν προλάβουν να ξυπνήσουν
τα γιασεμιά κι οι μέλισσες.
Βγήκα νωρίς,
πριν γίνουν ατμός
οι ασχημάτιστες δροσοσταλίδες.

Ναι, βγήκα νωρίς.
Δε λέω,
μπορεί να μην είδα
πεταλούδες, ρόδα κι έντομα
μα είδα
τα υγρά όνειρα του εωθινού,
το ξεψύχισμα της άγουρης νύχτας,
το αόρατο αγκάλιασμα του ορατού με το άυλο…

Ναι, βγήκα νωρίς
-το ξέρω-
μα δεν το μετανιώνω.

ΤΟ ΛΥΠΗΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ / Αγαθοκλέους Μάριος

 Θέλω να γράψω ένα τραγούδι
να το ψιθυρίζει η Ηχώ
και να τρέχουν
οι ξεροπόταμοι
να το μουρμουρίζει
το γάργαρο νερό και τα φύλλα
των δένδρων να υγραίνονται
να το νιώθει στις φυλλωσιές
ο ιδρωμένος άνεμος
και να το μεταφέρει
στις άκρες
των ακρών
και ίσως
κάπου εκεί
αργά το δειλινό
ενώ φυλλομετρά το άλμπουμ
με τις λυπημένες φωτογραφίες
το ακούσει
και δείξει έλεος στον ποιητή
που έχει αποστάξει αυτό το άγνωστο ποίημα