σαν έκαναν αρχαίες
της Μεσογείου γυναίκες.
και τ’ ουρανού το κυπαρίσσι.
Γεράνια για την Κύπριδα
τ’ αειθαλή κλαδιά της μυρσινιάς
και τους ανθούς της λεμονιάς.
σαν έκαναν κορίτσια
της Μεσογείου αρχαία.
μες στης ασπαλαθιάς τη ρίζα.
Αγκάθια που ορίζουν την οδύνη
μα και το φάρμακο της νιότης,
άνθη πικρά και μαγεμένα.
λουσμένη το σκότος
από την αυτοπυρπόλησή σου,
λαμπάδα φλογισμένη
κι υστέρα κάρβουνο
ορυκτό
ένα με τη γη.
Επιστροφή
η πιο επώδυνη
η πιο τραγική
να καις τη σκέψη που σε έκαψε.
Καίγεται ο εσκοτισμένος νους;
Ταξιδεύει στο σύμπαν
ο καιόμενος,
στρόβιλος
πάθους και παραφροσύνης,
που τρομάζει
τη συνείδησή μας
και στοιχειώνει
την ύπαρξη.
και σου φωνάζω μέσ’ απ’ τη ζαφειρένια μου καρδιά
να μ’ αγαπάς κι εσύ
κι ας δείχνει ο κόσμος ξένους δάχτυλους στους δρόμους
στρίβοντας από δασύφυλλες κι έγχρωμες πολύ καλλιγραφίες.
μονοξείδιο στις κουπαστές τα Σάββατα
πεμπάμενο και πομπευμένο
μ’ άφησε μ’ ένα
αλόγιαστο κι αλλοιωμένο άλγος.
και το θρόισμα τ’ αγέρα απαλό
σιγοφέρνει στ’ αυτιά μας μελωδία
από κόσμο των ονείρων μακρινό.
Την ακούς μεσ’ απ’ το γέλιο του εργάτη
σαν μαζεύει του ιδρώτα τους καρπούς
μες στο κλάμα του παιδιού π’ αναζητάει
της μανούλας τους ολόγλυκους μαστούς.
Την ακούς μεσ’ απ’ της φύσης τους θορύβους
το κελάηδημα των ξέγνοιαστων πουλιών
το παιγνίδισμα των φύλλων με τον ήλιο
το φτερούγισμα των έφηβων καρδιών.
Την ακούς μες στα νερά π’ αργοκυλάνε
σαν θωπεύουν το χορτάρι χαρωπά
στα σκιρτήματα του πόθου που ξυπνάνε
των ερώτων βέλη μαγικά.
Κι όμως, την έβλεπες εκεί, σκυφτή πάνω από το πλουμί. Να κεντά με
πείσμα και τέχνη περισσή τα πλουμιστά της πετσετάκια. Με δυσκολία
βέβαια. Έτσι έβγαζε τα προς το ζην. Γι’ αυτήν και τα εγγόνια της, που
τα μεγάλωνε μόνη. Ερχόταν ο έμπορος και έπαιρνε τα πλουμιστά. Της
έδινε για τον κόπο της κάποια λεφτά. Δεν έχει σημασία πόσα, ήταν έτσι
κι αλλιώς πολύ λίγα για τον κόπο που έκανε. Ήταν έτσι κι αλλιώς πολύ
λίγα για την αγάπη της γι’ αυτά τα πλουμιστά. Ήταν πολύ λίγα για την
αγάπη της γι’ αυτά τα παιδιά. Έτσι κι αλλιώς ήταν πολύς ο κόπος και
λίγη η ζωή. Ανέκαθεν.


