Μητέρα
Θέλω μονάχα λίγα ψίχουλα
Για να συνάξω τα μικρά πουλιά
Στο ποίημά μου
Αυτά με τα κίτρινα φτερά
Που εμφανίζονται πάντοτε μετά τη βροχή
Δε θα πετάξω μακριά μαζί τους
Είδα τον φόβο στα μάτια σου
είπα
τίποτα κακό δεν πρόκειται να συμβεί
συνήθως
όταν λέω αυτό το πράγμα
οι κλιματολογικές τιμές τρελαίνονται
οι δείκτες του υδράργυρου εκτοξεύονται
μέσα στο ποίημα γίνεται χαλασμός
μια πανδημία ξεσπά
πέφτει το χρώμα του ουρανού
από την πανδημία
αρρωσταίνουν οι λέξεις
ευτυχώς
το χρώμα του ουρανού πέφτει
στη θάλασσα
Βυθίζω ένα μπισκοτάκι στο στόμα μου
κι είναι σαν να ρίχνω κλεφτές ματιές
στον παράδεισο
το πρόγραμμα υγιεινής διατροφής πάει κατά διαόλου
οι ελπίδες για ουσιαστική απώλεια βάρους
εξανεμίζονται
η κόλαση κοχλάζει
μερικά τετράγωνα πιο πέρα
και είναι γεμάτη με
υγιείς νεκρούς
που μετανιώνουν
Παίρνω ένα φύλλο δάφνης από το βαζάκι
καί φαντάζομαι τη γυναίκα με το όνομα Δάφνη
τη συγκροτώ ασφαλώς μέσα στο ποίημα
ακριβώς όπως τη θέλω
με ίσια μαύρα μαλλιά και μελαχρινές ιδέες
καλόβολη να με κοιτά υπέροχα
σχεδόν ερωτευμένα όπως κάποτε εσύ
πριν τα εργαλεία του χρόνου
τσιμεντώσουν σε άκαμπτα αγαλμάτια
τα αρχέτυπά σου συναισθήματα
στρίβω τη δάφνη σε μικρά κομματάκια
για να εκπληρώσει τον εαυτό της
εσύ σηκώνεσαι
γυρίζεις τη σελίδα
που είναι και πάλι λευκή
σχεδόν προλαβαίνω
να διακρίνω
σε όλες τις παρελεύσεις της αγάπης
το όνομά σου να ανασαλεύει
Το κρατικό θέατρο σημαιοστολισμένο για την πρεμιέρα
Στο φουαγιέ τα μέλη του Δ.Σ.
να υποδέχονται με σαρδόνια χαμόγελα τους επίσημους προσκεκλημένους
Χαμόγελο – φρεγάδα, της κλίμακας άλφα δεκαέξι,
για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
Χαμόγελο – ταχύπλοο σκάφος, της κλίμακας άλφα δώδεκα,
για τους βουλευτές
Φευγαλέο χαμόγελο – σκουτεράκι, στη βάση της κλίμακας,
για τον ρεπορταράκο που μπήκε τελευταίος στον προθάλαμο.
Και πικροχαμόγελο – υπερωκεάνιο
εκ μέρους του μεταστάντος δραματουργού
που εξ ουρανού αντελήφθη
το δράμα της κλίμακας των αξιών μας.
Αρσακειάδες αλλοτινών εποχών
σε πάρτι ξέφρενα
με ημίγυμνες κορασίδες.
Φτωχοί συγγενείς
σε γαμήλια δεξίωση
νεόπλουτων νεονύμφων.
Τα βιβλία της ποίησης
στα κυπριακά βιβλιοπωλεία.
Στριμωγμένα, σφηνωμένα
ανάμεσα σε λογής – λογής
ευπώλητα και φανταχτερά χαρτικά
ασφυκτιούν, υποφέρουν, πονούν.
Μα σαν σβήσουν τα φώτα
και γυρίσει αντίστροφα η καρτέλα
από το “open” στο “closed”
οι στίχοι ξεγλιστρούν απ’ τις σελίδες
ψιθυριστά – ψιθυριστά μα παθιασμένα
και στροβιλίζονται συναμεταξύ τους
στους ρυθμούς ενός κελαριστού βαλς
εκβάλλοντας συνάμα ο καθένας
τη δίκιά του μελωδία.
Το πρωί οι πωλήτριες
ταχτοποιούν από ’ξαρχής
τα στραβοβαλμένα βιβλία
και νιώθουν στ’ ακροδάχτυλα
το ελαφρύ λαχάνιασμά τους.
Τον συναντάμε καμιά φορά στο δρόμο μας
και πάμε ν ‘ αλλάξουμε δρόμο, να μην πέσουμε
πάνω του∙ τότε είναι που πέφτει μ ‘όλο το βάρος
του πάνω μας, να μας κόψει μια και καλή το δρόμο!
Κι είναι τα δάκτυλα του σαν δάκτυλα πολύξερης
Αράχνης, π ‘όσο και να καταστρέψουν τους ιστούς της,
όλο και τους παίρνει από την αρχή, να μην αφήσει το σάλιο
της
ποτέ να στερέψει !
Τρόπους που βρίσκουμε, για να το σκάμε από το βλέμμα του!
πόσες παραλλαγές, να μη μας ξεχωρίσει στο πλήθος
και μας ξετρυπώσει από τη τρύπα μας και μας στήσει
απέναντι του, να δηλωθούμε και να δηλώσουμε!
Είναι ψηλός και απότομος
και δεν παίρνει από κουβέντες !
κι απ ό,τι λένε, το βλέμμα του κόβει σαν σπαθί!
Πώς να συνομιλήσεις μαζί του μ όλα αυτά που σέρνουμε
πίσω μας και μ
έναν εαυτό κρυμμένο διαρκώς από πίσω μας!
Και φτάσαμε στο σημείο να τον εκλιπαρούμε να φορέσει
τα ρούχα μας, να
μας ανεβάσει ,έστω και σαν παλιάτσους,
στη ράχη του, να αισθανθούμε για λίγο το ύψος ή ,και το
ρίγος του!
Αστείοι πού ’μαστε! να περιμένουμε από ένα βουνό
και προπάντων έναν Πενταδάκτυλο – και τονίζω
το χαρακτηρισμό Πενταδάκτυλο- να κατέβει σε μας,
να μας ανεβάσει στο ύψος του∙ και το ακόμα χειρότερο
να σηκώσει το βάρος μας κάνοντας μας προς στιγμή
να αισθανθούμε απελεύθεροι!
Και δε ντρεπόμαστε που, έστω και σαν σκέψη
τον καλούμε να πάρει τη θέση μας, αυτός να κάνει
εκείνο π ‘ούτε σαν σκέψη τολμούμε να κάνουμε!
ΑΠΟ
ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ‘’ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ
ΤΟΝ ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟ ‘’ 2018
Σαν ρήγμα ανάμεσα σε δυο τεκτονικές πλάκες
που διαρκώς αποκλίνουν
η νεκρή μας ζώνη ολοένα επεκτείνεται
προς τη μια και προς την άλλη πλευρά.
Σηκώνει σκόνη τοξική της ερήμου,
εκπέμπει δηλητηριώδη αέρια,
μολύνει τη γη βαθιά και τα νερά,
θέλει να καταλάβει όλο τον τόπο,
να μας μετατρέψει σε δυο νησιά
που μεταξύ τους όλο απομακρύνονται.
Σπαρμένη με κόκαλα νεκρών η νεκρή μας ζώνη
που όλο ασπρίζουν στη βροχή και στον ήλιο
κι όλο αδειάζουν από τις ιστορίες και τα ονόματά τους.
Στην κάθε της πλευρά περπατά η Λήθη.
Άνθρωποι κάποτε ζωντανοί περνούν το κατώφλι
και γίνονται μνήμες.
Τα σπίτια ξεχνούν τους κατοίκους τους,
τα περιβόλια ξεχνούν τους καρπούς τους,
τα δέντρα τους ίσκιους τους,
τα τριαντάφυλλα το άρωμά τους,
το λάδι τους οι ελιές, οι ανθοί το μέλι τους…
Μηνύματα θανάτου τη διαπερνούν, ταξιδεύουν μακριά,
μπαίνουν σε σπίτια, σε γραφεία,
σε αυτοκίνητα κι αεροπλάνα, φτάνουν σε ξένες χώρες:
Απεβίωσε ο Κώστας, ο Γιάννης, η Μαρία,
ο Φικρέτ, ο Γιουτζέλ, ο Χικμέτ,
του τάδε, του δείνα, του άλλου…
Η κηδεία του αύριο, μεθαύριο, την επόμενη μέρα,
στο τάδε χωριό, στην τάδε πόλη, στην τάδε χώρα…
Τώρα μόνο νεκρός θα επιστρέφει στη γη του
και θα περιφέρεται ανέστιος και βωβός.
Και η ελπίδα μας όλο να λιγοστεύει,
να φεύγει ο καιρός που κατεβαίναμε με τα όνειρά μας,
καθόμασταν επάνω της σαν τα πουλιά
και φυτεύαμε σπόρους τα ποιήματά μας:
Ν’ αφοπλίσουμε τις νάρκες,
να γίνουν παιχνίδια παιδικά,
το πράσινο να σκεπάσει το αίμα,
οι νεκροί να σηκωθούν
και να φωνάζουν τα ονόματά τους,
να κατεβούν τα περιστέρια να τσιμπολογούν
τους σπόρους της ειρήνης.
Οι εξόριστοι μας στίχοι
να επιστρέφουν στο ποίημα.
Την ιστορία της γενιάς μου δεν τη σημαδεύουν
δοξασμένοι στρατηγοί, πολιτικοί,
έμποροι, ταξιδευτές, τοκογλύφοι ή, έστω,
ονομαστοί φονιάδες και ληστές. Τίποτε.
Ούτε κι ένας ποιητής
που να άφησε πίσω του κάποιον στίχο.
Στη μια άκρη ένας παππούς
που έμοιαζε ποιητής
κι όμως δεν έγραψε ούτε έναν στίχο
να μου τραγουδά ένα τραγούδι που το ξέχασα.
Στην άλλη άκρη ένας πλανόδιος αγιογράφος,
που έζησε τη ζωή του μακριά από την αγιότητα
και γύρισε μόνο για να πεθάνει,
δίχως έναν άγιο μαζί του.
Οι άλλοι που ακολούθησαν ξόδεψαν τη ζωή τους
σκυφτοί μέσα στον κάμπο και πάνω απ’ τα πηγάδια
που στέγνωναν ολοένα κι όλο τα σκάφτανε πιο βαθιά
ώσπου στο τέλος χάνονταν μέσα τους.
Μερικές φορές μου φαίνεται πως γράφω ποιήματα
για να ξοφλήσω το χρέος μου προς όλους τους.
Μέρα με πολύ ήλιο
ανεβαίνω στην Ακρόπολη.
Περπατώ
ανάμεσα σ’ ένα πολύχρωμο πλήθος
από τουρίστες, πλανόδιους μουσικούς,
επαίτες, μετανάστες.
Μέσα στο φως που ασημώνει τα πράγματα
όλα γίνονται ένα σώμα,
ο κόσμος γίνεται διάφανος,
εξαϋλώνεται μες στη στιγμή
που επεκτείνεται ως την αιωνιότητα.
Γίνονται όλα ένα ποτάμι
που ρέει ανάστροφα,
το φως ανεβαίνει από τη γη
κι από τις πέτρες στον ουρανό,
η ιστορία κατεβαίνει από το βάθρο της
και περπατά ανάμεσά μας,
ο κόσμος επιστρέφει από το παρελθόν.
Τ’ αγάλματα
κατεβαίνουν από τα βάθρα τους,
μας παίρνουν από το χέρι
και σταθερά μας ταξιδεύουν
στο δικό μας μέλλον.