Η ποίηση είναι ένας κήπος
γεμάτος πουλιά,
τραγουδάει τον έρωτα
τον Μιχάλη την Άννα.
Η ποίηση είναι το σπίτι
που χωράει μέσα όλο τον κόσμο.
Μα όταν η ελευθερία χάνεται
η ποίηση γίνεται
σπαθί και ντουφέκι.
Η ποίηση είναι ένας κήπος
γεμάτος πουλιά,
τραγουδάει τον έρωτα
τον Μιχάλη την Άννα.
Η ποίηση είναι το σπίτι
που χωράει μέσα όλο τον κόσμο.
Μα όταν η ελευθερία χάνεται
η ποίηση γίνεται
σπαθί και ντουφέκι.
Σα με βάλουνε στη μαύρη γη
και τα βλέφαρα πασπαλίσει χώμα
αγγελικά φτερά θα σκαρφιστώ
να το τινάξω πέρα.
Τους οδοδείκτες να γυρίσω
πάνω απ’ του χρόνου τον άσπρο βράχο
να πετάξω
μέχρι της μάνας μου το σπλάχνο.
Ήσυχα να κάτσω εκεί
περιμένοντας
ξανά να γεννηθώ.
Εν αρχή ην ο λόγος, κύριε,
ο λόγος των ανθρώπων!
Μη μου κουνάτε απειλητικά
το δάχτυλο
λες και έχω παρεκκλίνει αμαρτωλά
από την πρώτη τους σοφία –
του Δευκαλίωνος
και του Δαρβίνου
τη μετέπειτα του πηλού
ιστορία
που γέννησε την πρώτη ζύμη
και ζωή
την πρώτη μου ομιλία.
Οι δέκα εντολές μου
Δελφών παραγγέλματα.
Ουδέν πέραν αυτών
Φρόνει θνητά.
Άρχε σαυτώ! Προχώρα!
Μνήμη Χρίστου Γαβριηλίδη
Και τώρα τι θα γίνει μ’ εκείνο τον γέρο πρόσφυγα
που τον απαντούσα πριν κάθε μέρα στη στάση
να περιμένει το λεωφορείο για του Μόρφου
και ν’ ανάβει συνέχεια τσιγάρα να περάσει η ώρα,
και που σήμερα δεν ήταν εκεί,
και που χτες δεν ήταν εκεί,
και που δε θάν’ ξανά εκεί;
Βγήκα νωρίς
στους πράσινους κήπους,
πριν προλάβουν να ξυπνήσουν
τα γιασεμιά κι οι μέλισσες.
Βγήκα νωρίς,
πριν γίνουν ατμός
οι ασχημάτιστες δροσοσταλίδες.
Ναι, βγήκα νωρίς.
Δε λέω,
μπορεί να μην είδα
πεταλούδες, ρόδα κι έντομα
μα είδα
τα υγρά όνειρα του εωθινού,
το ξεψύχισμα της άγουρης νύχτας,
το αόρατο αγκάλιασμα του ορατού με το άυλο…
Ναι, βγήκα νωρίς
-το ξέρω-
μα δεν το μετανιώνω.
1
Ελάχιστο χρόνο μετά τον
θρήνο των ανθρώπων
και τον άδικο ξεριζωμό απ΄
τα κοκκινοχώματα
συνάχθηκαν οι ασώματοι,
σαν σε κρυφό σχολειό
να πενθήσουν των άλλων τις
ψυχές,
που τις είπανε
αγνοούμενους στα ενωμένα σημεία των εθνών,
τους ονομάσανε πρόσφυγες
και στις έννομες
πράξειςκαι τα συγχωροχάρτια εκτοπισμένους.
Στον ίδιο τους τον έρημο τόπο.
Τέτοια πράματα, τέτοιες
λογής του μέτρου αποκοτιές.
İnsanların ağıtlarından kısa bir süre sonra,
Ve kırmızı topraklardan, haksız şekide köklerinden
edilmelerinden sonra,
Başkalarının ruhlarını anmak için,
Gizli bir okuldaymış gibi toplandı bedensizler.
Birleşmiş milletlerin noktalarında kayıplar diye belirtildiler,
Göçmen diye adlandırıldılar,
Kendi mahvolmuş yerlerinde
Bu tür şeyler, ölçü gibi kesimler şeklinde
Hem yasalarda hem de yerlerinden edilmiş kişilerin
kayıtlarında.
2
Και σένα χωμένη βαθιά στην
άμμο, σε βαφτίσανε κοιμώμενη, αιώνια
πόλη.
Πλην εμού, ναι πλην εμένα,
εξοστράκισέ με, που δεν σε γνώρισα.
Δεν σε αναγνώρισα, τόσο
ξακουστή που ήσουν!
«Οι συγκυρίες της άθλιας
ζωής» ψιθύρισα.
Ξένος εστί, εν τη Κύπρο
ξένος!
Ebedi
bir şehirde, kumun derinliklerinde, seni uyurken vaftiz ettiler.
Ben
hariç, evet ben hariç, seni tanımayan beni dışladılar.
“Sefil
yaşamın karşılaştırmaları” diye fısıldadım.
Yabancı
öylemi, Kıbrıs içinde yabancı!
3
Και τότε, πριν ακουστεί το
λάλημα τρις,
φανήκαν από τα πάνω
διαζώματα του κάστρου,
οι βασιλείς και οι
αρχιτέκτονες,
οι κυβερνήτες και οι
περισπούδαστοι της αυλής.
Ο Ονήσιλος, οι Πτολεμαίοι,
η Αρσινόη, ο Τεύκρος και η Θεοδώρα.
Κι
άνοιξαν το μαινόμενο κιτάπι της ιστορίας,
να
δούνε στους χρόνους της σιωπής,
γραμμένη την πόλη και στον
μέλλοντα και στον εξακολουθητικό,
όπου η σκουριά και η
εγκατάλειψη θα είχαν τον πρώτο λόγο.
Ξωπίσω,
ο Χριστόφορος Μόρος και το
αιματοβαμμένο σκήνωμα του Μάρκου Αντωνίου,
κρατώντας τις κούφιες
συμφωνίες σφικτά στις νεκρές του παλάμες.
Και δεν βρήκανε
αποδείξεις και υπογραφές
και αγαλλίασε το πνεύμα
και το σώμα αναθάρρησε,
στις νεκρές ώρες και τις
άλαλες μέρες των ασήμαντων.
Και ύψωσαν τα χέρια στον
γλαυκό ουρανό
και ένωσαν αδελφικά τους
δείκτες ως τον πικρό παράδεισο.
Ve o zaman, daha söyleşisi duyulmadan,
Kale’nin frizlerinden göründüler
Krallar ve mimarlar,
Yöneticiler ve bahçenin ileri bilgilileri.
Onesilus,
Ptolemiler, Arsinoe, Teukros ve Theodora.
Sessiz
yılların içinde, şehrin gelecekteki ve süre gelen halini görmek için
Tarihin
kalıcı olan kitabını açtılar,
orada
ilk söz sahibi olacak olan, pas ve terkedilmişlik kelimelerini birinci sözlerde
görecektiler.
Arkasında,
Ölü
avuçlarının içerisinde içi boş anlaşmaları tutan,
Christoforos
Moros ve kanla boyanmış sahnede Markou Antoniou,
Ve
ne kanıt ne de imza bulabildiler.
Ölü
saatlerde ve kaydadeğer olmayan sessiz günlerde
Ruhu
kucakladılar ve vücut teşfik etti.
Mavi
gökyüzüne ellerini kaldırarak
Ve
kardeşçe işaretçilerini birleştirdiler acı cennete kadar.
4
Κι ήταν πολλοί, ως οι
κόκκοι της ακροθαλασσιάς
κι έβρεχε κίβδηλα κι
αληθινά δάκρυα, που σχημάτισαν δυο ποταμούς,
πλημμύρισαν το πλήθος της
πόλης κι έλιωσαν την.
Κι ήρθαν από τον βορρά και
από τα παράλια της άλλης πατρίδας
τόσοι πολλοί που ύψωσαν
συρματοπλέγματα και τείχη,
κολόνες και φράκτες,
σίδερα κι άλλες λογής ανθρώπινες δουλείες.
Και γίνηκαν άδεια τα
σπίτια, κενοί οι δρόμοι,
αφημένες αναμνήσεις στους
τοίχους,
πορτραίτα συναισθημάτων
αιωρούμενα,
παραθύρια κλειστά, γαντζωμένες
μορφές στις κουρτίνες,
τρίμματα φωτογραφιών,
θρυμματισμένες καρδιές
και χρόνιους επισκέπτες τα
φίδια και τα ερπετά
και θλιβερούς ημισελήνους.
Ve deniz kıyıları gibi bir sürü insan vardı,
Hem
sahte hem de gerçek gözyaşları akarken iki dereyi birleştirir gibiydiler,
Şehrin
kalabalığı taşarak eritti onu.
Kuzeyden ve diğer vatanın plajlarından o kadar çok kişi
geldiler ki,
Dikenli telleri ve duvarları yükselttiler
Sütunlar ve çitler, demirler ve her türlü insan kölesi,
evler ve yollar boşaldı,
Arkalarında bırakılan,
Duvarlarda hatıralar,
asılı duyguların portreleri,
kapalı pencereler, dağınık perdeler
fotoğraf kırıntıları, ezilmiş kalpler
ve yıllardır ziyaretçi olan yılanlar ve sürüngenler,
ve üzgün Hilal.
Αφέθηκαν ακυοφόρητες οι
πορτοκαλιές,
αγέννητες οι λεμονιές
και η άμμος να χρυσίζει
όσο ποτέ άλλοτε.
Üretmeyen portakallar,
Doğmamış limonlar bıraktılar,
Ve hiç olmadığı kadar altın olan bir kumsal.
Κούρνιασαν τα
ηλιοβασιλέματα πίσω από τις εκκλησιές,
οι συνειδήσεις έτειναν
προς τη λήθη,
στάχτη οι αλήθειες,
μαρμάρωσε το σήμερα και το μέλλον στα σχολειά,
κι ανέγγιχτο ήδη
προκαταβλήθηκε ως παρελθόν.
Σφουγγάρια γινήκαν οι
ακρογιαλιές της.
Hilaller kiliselerin arkasına sinmiş,
Vicdanlar unutulmaya yönlenmiş,
Kül
ve gerçekler, bugün ve gelecek okullarda mermerleşmiş,
Ve
dokunulmamış olanlar geçmiş peşin olarak ödenmiş.
Plajları sünger olmuş.
5
Κι έμεινε μισό αιώνα,
κι ήταν ως μεγάλος αιώνας
στη μικρότητα του κόσμου,
στέρεα η καρδιά και
άτεγκτοι οι πνεύμονες.
Τι να έγινε η ρώμη εκείνων
των ανδρών
και των αμούστακων αγοριών
του Ευαγόρα;
Μήπως σκιές αζήτητες στα παζάρια των λαών,
αναφωνώντας μοναχά ένα
μαρτυρικό τετέλεσται;
Ve yarım asır kaldı,
Ve dünyanın küçüklüğünde kocaman bir asırdı,
Katı bir kalp ve amansız ruhlar.
Evagora’nın yüzünde sakalı olmayan o erkeklerine,
Ve o erkeklerin güçlerine ne oldu acaba?
Sadece bir tanık olduğunu söyleyerek,
halk pazarlarında gölgeler olarak mı kaldılar?
6
Αμμόχωστος: Μην αδικείς
τον κόσμο, καθώς σε αδίκησε.
Δεν έμαθε ποτέ του κόρη
μου, τι κακό σου έκαμε!
Και σου οφείλει τον νόστο
για συγχώρεση!
Maraş: seni haksızlığa uğratan inanları, haksız görme.
Kızım sana ne kötülük yaptığını, hiçbir zaman öğrenmedi.
Ve senin onu affetmen için sana geri dönüşü borçludur!
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
ΓΚΟΓΚΑΣ
Μετάφραση: HATİCE
KERLO
Κάτι μουγκρίζει πάλι από πολύ βαθιά
πάλι κάτι μουγκρίζει
και σηκώνει και ραγίζει το φλοιό της γης
πάλιν ένα άγριο ένστιχτο
πάει να σκίσει τη μάσκα μου.
Κι αν ραγίσει η γης
θα ξαναμελετήσουμε Γεωγραφία
(Κλείσαμε βιαστικά τα βιβλία
και ξεσκολίσαμε λαθραίως) .
Πάλι μουγκρίζει ένα θηρίο μέσα στο δάσος
πάλι μάς ξαναφέρνει στο νου
πως ο τόπος που περιποιηθήκαμε
τον λέγαμε ο «κήπος μας» ο κήπος
είναι ζούγκλα. Θα πηδήσουμε απάνω στα δέντρα
σαν τους πιθήκους.
Θα στραφούμε υστέρα στον κήπο
κι η καρδιά μας θα κλαίει
τη ντροπιασμένη περιπέτεια
των πιθήκων,
θυμάσαι, φίλε μου, φίλε μου,
πού βημάτιζες μες στο παλάτι σου
νέος, ωραίος, ευθυτενής,
που βηματίζεις μόνος μες στο παλάτι σου
μετρώντας το ρίγος της ευτυχίας σου.
Περίμενες την αγαπούλα, ώ!
μα ποιάν αγαπούλα, ώ!
Κι αυτή έρχονταν κάθε φορά που την περίμενες.
Αυτή έρχονταν κάθε φορά που την περίμενες.
Στην αφή της ένιωθες το στήθος
άξιο μονάχα βρέφους φάτνης φωτοστέφανης.
Όταν τα μάτια της έστρεφαν να σε κοιτάξουν στο πρόσωπο
σε περιέλουε με το φως της αγάπης ο Θεός
κι ήξερες πως τάγματα αγγέλων
ήταν φίλοι πιστοί.
Όταν άγγιζες τα μαλλιά της
γέμιζες μια χούφτα μαλλιών μυστήριου,
που τα μελετούσες κλωστή την κλωστή
και σου φέγγαν με φανάρια άγγελοι.
Φίλε μου, φίλε μου,
που βάδιζες ωραίος, ευθυτενής, μεριμνώντας την ευτυχία
στο παλάτι που πέταξε με τα φτερά των αγγέλων
κι αφήκε μονάχα το γήπεδο
όπου βλάστησε τώρα μια ζούγκλα,
κι ο βρυχηθμός του λιονταριού,
φίλε μου, φίλε μου,
εξακοντίζει ένα μαχαίρι εγρήγορσης,
πού κόβει τη θύμηση.
Μ’ αυτές τις ώρες που περνούν,
μετρούμε το θάνατο,
μετρούμε το μαύρο θάνατο
ενώ βρισκόμαστε στη ζωή.
Κύριε Ελέησον.
Μας σπρώξανε τόσο άσχημα,
που νομίζουμε πως ζούμε λαθραίως
αυτές τις ώρες, τέτοιες ώρες.
Η ευλογία
της λαίμαργης χαράς,
πού τσιγκουνεύεται τ& δευτερόλεπτα,
που παίζει στη χούφτα της
τα χρυσά νομίσματα των λεπτών και των δευτερολέπτων-
αυτή η ευλογία,
μήλο ζουμερό κι ολοκόκκινο,
είναι τώρα μήλο στυφής στάχτης,
η σορός της ευτυχίας, η στάχτη της,
που την αρπάζει ή κατάρα και σημαδεύει
τα μάτια των ωρών μας.
Φεύγουν τυφλές κυνηγημένες,
ώρες μας οι φοβισμένες.