Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

«Εν Αρχή ἦν ἡ Θάλασσα» της ποιήτριας Αθηνάς Τέμβριου

 γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας 

 
     

   Στη νέα της ποιητική συλλογή η ποιήτρια Αθηνά Τέμβριου, χρησιμοποιεί πολύ-επίπεδους συμβολισμούς, ενσωματώνει φιλοσοφικές αναφορές, δείχνει ότι δουλεύει πολύ τη μουσικότητα της γλώσσας και με απόλυτο σεβασμό συνδέει το προσωπικό με το συλλογικό βίωμα. Ο ίδιος ο τίτλος «Εν Αρχή ἦν ἡ Θάλασσα» παραπέμπει άμεσα στη βιβλική φράση «Εν αρχή ην ο Λόγος». Αυτό άμεσα υποδηλώνει ότι η θάλασσα λειτουργεί πιθανόν ως αρχέγονο σύμβολο, ως πηγή ζωής, μνήμης, πατρίδας ή συνείδησης, ίσως και ως μεταφορά της κυπριακής ταυτότητας και της ιστορικής μοίρας.

Ας αναγνώσουμε με ποιητική ευλάβεια το ομότιτλο ποίημα της συλλογής:

Εν Αρχή ἦν ἡ Θάλασσα
 
Η εκκλησιά του είναι δίπλα στο κύμα
δίχως τοίχους, εικόνες και τέμπλο
Πλήθος χρωματιστές λείες πέτρες
και κοχύλια μεσονύχτια ανάβουν
 
Αν ερχόταν ξανά
Θα διάλεγε τη θάλασσα,
να θελήσει τον κόσμο απ΄ την αρχή
ο αλιεύς ψυχών.
 
Θα μουρμούριζε το κύμα ανάσταση,
ο ήλιος το άσμα της άνοιξης,
ο αγέρας θα έφερνε ξανά στη στεριά
Λίγες στάλες απ΄ την αγάπη
 
Η εκκλησιά του είναι δίπλα στο κύμα
δίχως ράσα, καντήλια και θυμιατό.
Μονάχα γλάροι προσκυνητές και 
λίγοι ψαράδες που ρίχνουν τα δίχτυα τους.
 
 
      Στους 4 πρώτους στίχους η ποιήτρια αφαιρεί όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα της οργανωμένης λατρείας: τοίχους, εικόνες, τέμπλο. Η εκκλησία εδώ δεν είναι οικοδόμημα αλλά βίωμα. Είναι κοντά στη φύση, στην αλήθεια της ύπαρξης, κοντά, δίπλα στην συνεχή κίνηση της ζωής.  Οι πέτρες και τα κοχύλια είναι εκείνα τα ταπεινά υλικά, δουλεμένα από τον χρόνο και τη θάλασσα, που συμβολίζουν την μνήμη και την αιωνιότητα.
«Αν ερχόταν ξανά
Θα διάλεγε τη θάλασσα…»
    Σκέφτομαι εδώ να εμφανίζεται με σαφήνεια ο Χριστός, χωρίς όμως να κατονομάζεται άμεσα. Η ποιήτρια λοιπόν φαντάζεται πως αν ο Χριστός επέστρεφε σήμερα, δεν θα επέλεγε παρά την θάλασσα, που είναι η αρχή, η αλήθεια, η καθαρότητα του κόσμου. Έτσι επιλέγεται και μια καθαρά βιβλική φράση «αλιεύς ψυχών», μια ξεκάθαρη αναφορά στους μαθητές αλλά και στον ίδιο τον Υιό του Θεού και του Ανθρώπου.
    Ακολουθώντας την ροή του ποιήματος βρισκόμαστε ενώπιον ενός εξαιρετικού στίχου: «Θα μουρμούριζε το κύμα ανάσταση». Η αναμενόμενη  ανάσταση δεν πραγματοποιείται από άνθρωπο αλλά από το ίδιο το κύμα. Ήρεμα, σιγανά, με ένα μουρμούρισμα. Με καράβι τον ήλιο και την Άνοιξη. Που δεν γεννά, παρά μόνο την ελπίδα, την αγάπη! Πλησιάζοντας στο τέλος, θα έλεγε κανείς ότι αναγνώσκουμε κάποιο πατερικό κείμενο, βαθιά τελετουργικό.  Με οδηγούς τους «ψαράδες», τους πρώτους μαθητές δηλαδή του σταυρωμένου, τους απλούς και ταπεινούς ανθρώπους, αγκαλιάζουμε τη θάλασσα, σαν τόπο αποκάλυψης, κάθαρσης αλλά και μια υπόσχεση νέας αρχής.
 

 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

ΠΡΟΓΕΥΜΑ /Γκιουργκέντς Κορκμάζελ (Giirgenq Korkmazel)

 


Αυτό το πρωί
Μητέρα
Θέλω μονάχα λίγα ψίχουλα
Για να συνάξω τα μικρά πουλιά
Στο ποίημά μου
Αυτά με τα κίτρινα φτερά
Που εμφανίζονται πάντοτε μετά τη βροχή
Στο υπόσχομαι πως
Δε θα πετάξω μακριά μαζί τους

Γκιουργκέντς Κορκμάζελ (Giirgenq Korkmazel) / βιογραφικό σημείωμα

 Ο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ (Giirgenq Korkmazel) γεννήθηκε το 1969 στο χωριό Σταυροκόννου της επαρχίας Πάφου. Μετά το 1974 και τη διαίρεση της Κύπρου, το χωριό εκκενώθηκε και ο Γκιουργκέντς μαζί με την οικογένειά του εγκαταστάθηκαν στην κωμόπολη Λύση, στην πεδιάδα της Μεσαορίας, στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου. Φοίτησε σε δύο πανεπιστήμια αλλά δεν αποφοίτησε από κανένα. Αργότερα, έφυγε από την Κύπρο για να ζήσει στην Τουρκία, στη
Φετίγιε (Fethiye). Το 1996 μετακόμισε στην Αγγλία (Λονδίνο και Μάντσεστερ).
Το 2003 επιστρέφει στην Κύπρο και επί του παρόντος ζει στο Μπογάζι, ανάμεσα στην Κερύνεια και τη Λευκωσία, και εργάζεται ως συγγραφέας και μεταφραστής.  Επιπλέον έχει επιμεληθεί τις Σύντομες Ιστορίες Τουρκοκυπριακής Λογοτεχνίας και την Ανθολογία Ελληνοκυπριακής Ποίησης.
Είναι μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

Ποιητικές Συλλογές 

  • το 1992 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή: Η ιδιότητα του μισού
(Yarimhk).

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΚΟ ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΣΥΜΒΕΙ / Χριστοδουλίδης Γιώργος

 


Είδα τον φόβο στα μάτια σου
είπα
τίποτα κακό δεν πρόκειται να συμβεί
συνήθως
όταν λέω αυτό το πράγμα
οι κλιματολογικές τιμές τρελαίνονται
οι δείκτες του υδράργυρου εκτοξεύονται
μέσα στο ποίημα γίνεται χαλασμός
μια πανδημία ξεσπά
πέφτει το χρώμα του ουρανού
από την πανδημία
αρρωσταίνουν οι λέξεις
ευτυχώς
το χρώμα του ουρανού πέφτει
στη θάλασσα

ΜΙΚΡΟΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΙ / Χριστοδουλίδης Γιώργος

 


Βυθίζω ένα μπισκοτάκι στο στόμα μου
κι είναι σαν να ρίχνω κλεφτές ματιές
στον παράδεισο
το πρόγραμμα υγιεινής διατροφής πάει κατά διαόλου
οι ελπίδες για ουσιαστική απώλεια βάρους
εξανεμίζονται

η κόλαση κοχλάζει
μερικά τετράγωνα πιο πέρα
και είναι γεμάτη με
υγιείς νεκρούς
που μετανιώνουν

ΔΑΦΝΗ / Χριστοδουλίδης Γιώργος

 


Παίρνω ένα φύλλο δάφνης από το βαζάκι
καί φαντάζομαι τη γυναίκα με το όνομα Δάφνη
τη συγκροτώ ασφαλώς μέσα στο ποίημα
ακριβώς όπως τη θέλω
με ίσια μαύρα μαλλιά και μελαχρινές ιδέες
καλόβολη να με κοιτά υπέροχα
σχεδόν ερωτευμένα όπως κάποτε εσύ
πριν τα εργαλεία του χρόνου
τσιμεντώσουν σε άκαμπτα αγαλμάτια
τα αρχέτυπά σου συναισθήματα
στρίβω τη δάφνη σε μικρά κομματάκια
για να εκπληρώσει τον εαυτό της
εσύ σηκώνεσαι
γυρίζεις τη σελίδα
που είναι και πάλι λευκή
σχεδόν προλαβαίνω
να διακρίνω
σε όλες τις παρελεύσεις της αγάπης
το όνομά σου να ανασαλεύει

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

ποίηση, / Ηρακλέους Κατερίνα


οι σιγανές βροχές, οι καταιγίδες,
οι αστραπές, το χιονόνερο, ο σκοτεινός ουρανός της μέρας, ο ήλιος της δικαιοσύνης,
ο καιρός συνυπάρχει με της ψυχής
τους κεραυνούς, μαζί με την αλησμόνητη ομορφιά κάποιων στιγμών ..
και γ ρ ά φ ε ι!

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

ΤΕΧΝΟΥΡΓΙΑ ΠΟΙΗΤΗ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ / Ιωσηφίδης Ιωσήφ

 

Δαίμονες κι άγγελοι αναπαύονται, αυτός ξαγρυπνά,
γλιστρά στο σκοτάδι με πρόχειρα ρούχα δουλειάς,
με φακό και σύνεργα, λες κι είναι τυμβωρύχος.
Σκοντάφτει σε κάτι σαν πέτρα και τη μαζεύει,
έχει όψη ασήμαντη, θολή, με άχαρες πλευρές.
Ούτε τεχνίτης είναι, ούτε επιστήμων,
όμως παίρνει τα εργαλεία και τη δουλεύει,
της φτιάχνει πολλές συμμετρικές επιφάνειες,
τις γυαλίζει… και μέσα απ’ το διαμαντένιο πρίσμα
διαπερνά ανάλαφρα το φως των αστεριών.
Κάποια μέρα θα τον πουν ποιητή,
μια που έκανε χρήση ύλης ταπεινής
και την τεχνούργησε έτσι ώστε
το φως να τη διαπερνά.
.
Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

ΚΟΥΤΑΒΙ / Φράγκος Γιώργος

 



Καχεκτικό κουτάβι ο έρωτας,

ζαρωμένο στον καναπέ του σαλονιού μας.
Μάλλινη κουβέρτα, ο παρατατικός που το σκεπάζει.
Γαβάθα με γάλα, ο αόριστος στα πόδια του.
Κι ένα κόκαλο βρασμένο, ο υπερσυντέλικος στο πλάι του.
Όμως αυτό ποθεί
του ενεστώτα τα παιγνιδίσματα,
ο παρακείμενος έστω,
να του ρίξει τη μπάλα
κι αυτό λαχανιάζοντας
να τρέξει να τη φέρει.
Όμως αυτό λαχταρά
του στιγμιαίου μέλλοντος τους κραδασμούς,
του συντελεσμένου μέλλοντος τις αυτάρεσκες ανάσες,
πόσο μάλλον του μέλλοντος διαρκείας
τα γλυκά γουργουρητά.

ΧΑΜΟΓΕΛΑ / Φράγκος Γιώργος

 


Το κρατικό θέατρο σημαιοστολισμένο για την πρεμιέρα
Στο φουαγιέ τα μέλη του Δ.Σ.
να υποδέχονται με σαρδόνια χαμόγελα τους επίσημους προσκεκλημένους
Χαμόγελο – φρεγάδα, της κλίμακας άλφα δεκαέξι,
για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
Χαμόγελο – ταχύπλοο σκάφος, της κλίμακας άλφα δώδεκα,
για τους βουλευτές
Φευγαλέο χαμόγελο – σκουτεράκι, στη βάση της κλίμακας,
για τον ρεπορταράκο που μπήκε τελευταίος στον προθάλαμο.
Και πικροχαμόγελο – υπερωκεάνιο
εκ μέρους του μεταστάντος δραματουργού
που εξ ουρανού αντελήφθη
το δράμα της κλίμακας των αξιών μας.

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ I / Φράγκος Γιώργος

 


Αρσακειάδες αλλοτινών εποχών
σε πάρτι ξέφρενα
με ημίγυμνες κορασίδες.
Φτωχοί συγγενείς
σε γαμήλια δεξίωση
νεόπλουτων νεονύμφων.
Τα βιβλία της ποίησης
στα κυπριακά βιβλιοπωλεία.
Στριμωγμένα, σφηνωμένα
ανάμεσα σε λογής – λογής
ευπώλητα και φανταχτερά χαρτικά
ασφυκτιούν, υποφέρουν, πονούν.
Μα σαν σβήσουν τα φώτα
και γυρίσει αντίστροφα η καρτέλα
από το “open” στο “closed”
οι στίχοι ξεγλιστρούν απ’ τις σελίδες
ψιθυριστά – ψιθυριστά μα παθιασμένα
και στροβιλίζονται συναμεταξύ τους
στους ρυθμούς ενός κελαριστού βαλς
εκβάλλοντας συνάμα ο καθένας
τη δίκιά του μελωδία.
Το πρωί οι πωλήτριες
ταχτοποιούν από ’ξαρχής
τα στραβοβαλμένα βιβλία
και νιώθουν στ’ ακροδάχτυλα
το ελαφρύ λαχάνιασμά τους.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Συνομιλίες με τον Πενταδάκτυλο ( ΠΟΥΛΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ)

 


 

Τον συναντάμε καμιά φορά στο δρόμο μας

και πάμε ν ‘ αλλάξουμε δρόμο, να μην πέσουμε

πάνω του∙ τότε είναι που πέφτει μ ‘όλο το βάρος

του πάνω μας, να μας κόψει μια και καλή το δρόμο!

Κι είναι τα δάκτυλα του σαν δάκτυλα πολύξερης

Αράχνης, π ‘όσο και να καταστρέψουν τους ιστούς της,

όλο και τους παίρνει από την αρχή, να μην αφήσει το σάλιο της

ποτέ να στερέψει !

Τρόπους που βρίσκουμε, για να το σκάμε από το βλέμμα του!

πόσες παραλλαγές, να μη μας ξεχωρίσει στο πλήθος

και μας ξετρυπώσει από τη τρύπα μας και μας στήσει

απέναντι του, να δηλωθούμε και να δηλώσουμε!

Είναι ψηλός και απότομος  και δεν παίρνει από κουβέντες !

κι απ ό,τι λένε, το βλέμμα του κόβει σαν σπαθί! 

Πώς να συνομιλήσεις μαζί του μ όλα αυτά που σέρνουμε

 πίσω μας και μ έναν εαυτό κρυμμένο διαρκώς από πίσω μας! 

Και φτάσαμε στο σημείο να τον εκλιπαρούμε να φορέσει

 τα ρούχα μας, να μας ανεβάσει ,έστω και σαν παλιάτσους,

στη ράχη του, να αισθανθούμε για λίγο το ύψος ή ,και το ρίγος του!

Αστείοι πού ’μαστε! να περιμένουμε από ένα βουνό

και προπάντων έναν Πενταδάκτυλο – και τονίζω

το χαρακτηρισμό Πενταδάκτυλο- να κατέβει σε μας,

να μας ανεβάσει στο ύψος του∙ και το ακόμα χειρότερο

να σηκώσει το βάρος μας κάνοντας μας προς στιγμή

να αισθανθούμε απελεύθεροι!

Και δε ντρεπόμαστε που, έστω και σαν σκέψη

τον καλούμε να πάρει τη θέση μας,  αυτός να κάνει

εκείνο π ‘ούτε σαν σκέψη τολμούμε να κάνουμε!

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ   ‘’ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟ ‘’ 2018

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2025

Η ΝΕΚΡΗ ΜΑΣ ΖΩΝΗ / Μολέσκης Γιώργος

 


Σαν ρήγμα ανάμεσα σε δυο τεκτονικές πλάκες
που διαρκώς αποκλίνουν
η νεκρή μας ζώνη ολοένα επεκτείνεται
προς τη μια και προς την άλλη πλευρά.
Σηκώνει σκόνη τοξική της ερήμου,
εκπέμπει δηλητηριώδη αέρια,
μολύνει τη γη βαθιά και τα νερά,
θέλει να καταλάβει όλο τον τόπο,
να μας μετατρέψει σε δυο νησιά
που μεταξύ τους όλο απομακρύνονται.

Σπαρμένη με κόκαλα νεκρών η νεκρή μας ζώνη
που όλο ασπρίζουν στη βροχή και στον ήλιο
κι όλο αδειάζουν από τις ιστορίες και τα ονόματά τους.

Στην κάθε της πλευρά περπατά η Λήθη.
Άνθρωποι κάποτε ζωντανοί περνούν το κατώφλι
και γίνονται μνήμες.
Τα σπίτια ξεχνούν τους κατοίκους τους,
τα περιβόλια ξεχνούν τους καρπούς τους,
τα δέντρα τους ίσκιους τους,
τα τριαντάφυλλα το άρωμά τους,
το λάδι τους οι ελιές, οι ανθοί το μέλι τους…

Μηνύματα θανάτου τη διαπερνούν, ταξιδεύουν μακριά,
μπαίνουν σε σπίτια, σε γραφεία,
σε αυτοκίνητα κι αεροπλάνα, φτάνουν σε ξένες χώρες: 

Απεβίωσε ο Κώστας, ο Γιάννης, η Μαρία,
ο Φικρέτ, ο Γιουτζέλ, ο Χικμέτ,
του τάδε, του δείνα, του άλλου…
Η κηδεία του αύριο, μεθαύριο, την επόμενη μέρα,
στο τάδε χωριό, στην τάδε πόλη, στην τάδε χώρα…

Τώρα μόνο νεκρός θα επιστρέφει στη γη του
και θα περιφέρεται ανέστιος και βωβός.

Και η ελπίδα μας όλο να λιγοστεύει,
να φεύγει ο καιρός που κατεβαίναμε με τα όνειρά μας,
καθόμασταν επάνω της σαν τα πουλιά
και φυτεύαμε σπόρους τα ποιήματά μας:

Ν’ αφοπλίσουμε τις νάρκες,
να γίνουν παιχνίδια παιδικά,
το πράσινο να σκεπάσει το αίμα,
οι νεκροί να σηκωθούν
και να φωνάζουν τα ονόματά τους,
να κατεβούν τα περιστέρια να τσιμπολογούν
τους σπόρους της ειρήνης.
Οι εξόριστοι μας στίχοι
να επιστρέφουν στο ποίημα.

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΜΟΥ /Μολέσκης Γιώργος

 


Την ιστορία της γενιάς μου δεν τη σημαδεύουν
δοξασμένοι στρατηγοί, πολιτικοί,
έμποροι, ταξιδευτές, τοκογλύφοι ή, έστω,
ονομαστοί φονιάδες και ληστές. Τίποτε.
Ούτε κι ένας ποιητής
που να άφησε πίσω του κάποιον στίχο.

Στη μια άκρη ένας παππούς
που έμοιαζε ποιητής
κι όμως δεν έγραψε ούτε έναν στίχο
να μου τραγουδά ένα τραγούδι που το ξέχασα.
Στην άλλη άκρη ένας πλανόδιος αγιογράφος,
που έζησε τη ζωή του μακριά από την αγιότητα
και γύρισε μόνο για να πεθάνει,
δίχως έναν άγιο μαζί του.

Οι άλλοι που ακολούθησαν ξόδεψαν τη ζωή τους
σκυφτοί μέσα στον κάμπο και πάνω απ’ τα πηγάδια
που στέγνωναν ολοένα κι όλο τα σκάφτανε πιο βαθιά
ώσπου στο τέλος χάνονταν μέσα τους.

Μερικές φορές μου φαίνεται πως γράφω ποιήματα
για να ξοφλήσω το χρέος μου προς όλους τους. 

 

ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ / Μολέσκης Γιώργος

 


Μέρα με πολύ ήλιο
ανεβαίνω στην Ακρόπολη.
Περπατώ
ανάμεσα σ’ ένα πολύχρωμο πλήθος
από τουρίστες, πλανόδιους μουσικούς,
επαίτες, μετανάστες.

Μέσα στο φως που ασημώνει τα πράγματα
όλα γίνονται ένα σώμα,
ο κόσμος γίνεται διάφανος,
εξαϋλώνεται μες στη στιγμή
που επεκτείνεται ως την αιωνιότητα.

Γίνονται όλα ένα ποτάμι
που ρέει ανάστροφα,
το φως ανεβαίνει από τη γη
κι από τις πέτρες στον ουρανό,
η ιστορία κατεβαίνει από το βάθρο της
και περπατά ανάμεσά μας,
ο κόσμος επιστρέφει από το παρελθόν.

Τ’ αγάλματα
κατεβαίνουν από τα βάθρα τους,
μας παίρνουν από το χέρι
και σταθερά μας ταξιδεύουν
στο δικό μας μέλλον.