Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

5 ποιήτριες της Κύπρου

 


ΜΑΓΕΜΑΤΑ / ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΙΜΑΚΛΙΩΤΗ
 
                                                                στην Άννα Μαραγκού
 
Και πλέξαμε μαγιάτικο στεφάνι
σαν έκαναν αρχαίες
της Μεσογείου γυναίκες.
 
Το λασμαρί της θάλασσας
και τ’ ουρανού το κυπαρίσσι.
Γεράνια για την Κύπριδα
τ’ αειθαλή κλαδιά της μυρσινιάς
και τους ανθούς της λεμονιάς.
 
Και παίξαμε τσουκνίδα και μολόχα
σαν έκαναν κορίτσια
της Μεσογείου αρχαία.
 
Γυμνόποδα πάνω στα βράχια
μες στης ασπαλαθιάς τη ρίζα.
Αγκάθια που ορίζουν την οδύνη
μα και το φάρμακο της νιότης,
άνθη πικρά και μαγεμένα.
 
**
 
Στις γυναίκες που φεύγουν καιόμενες / ΜΟΝΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ
 
Θρήνος
 
Έφυγες
λουσμένη το σκότος
από την αυτοπυρπόλησή σου,
λαμπάδα φλογισμένη
κι υστέρα κάρβουνο
ορυκτό
ένα με τη γη.
Επιστροφή
η πιο επώδυνη
η πιο τραγική
να καις τη σκέψη που σε έκαψε.
Καίγεται ο εσκοτισμένος νους;
 
Επιβιώνει ο νους ως μνήμη;
Ταξιδεύει στο σύμπαν
ο καιόμενος,
στρόβιλος
πάθους και παραφροσύνης,
που τρομάζει
τη συνείδησή μας
και στοιχειώνει
την ύπαρξη.
 
9.4.2020
 
***
 
Η ΑΠΟΨΗ MOΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ / ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ
 
Σου ζαρώνω το πουκάμισο γιατί σ’ αγαπώ
και σου φωνάζω μέσ’ απ’ τη ζαφειρένια μου καρδιά
να μ’ αγαπάς κι εσύ
κι ας δείχνει ο κόσμος ξένους δάχτυλους στους δρόμους
στρίβοντας από δασύφυλλες κι έγχρωμες πολύ καλλιγραφίες.
 
0 έρωτάς σου ο πνιγερός γι’ αυτόν τον πνεύμονα
μονοξείδιο στις κουπαστές τα Σάββατα
πεμπάμενο και πομπευμένο
μ’ άφησε μ’ ένα
αλόγιαστο κι αλλοιωμένο άλγος.
 
****
 
ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΜΕΛΩΔΙΑ / Αντιγόνη Περικλέους-Παπαδοπούλου
 
Ένα κέντημα η φύση τον Απρίλη
και το θρόισμα τ’ αγέρα απαλό
σιγοφέρνει στ’ αυτιά μας μελωδία
από κόσμο των ονείρων μακρινό.
Την ακούς μεσ’ απ’ το γέλιο του εργάτη
σαν μαζεύει του ιδρώτα τους καρπούς
μες στο κλάμα του παιδιού π’ αναζητάει
της μανούλας τους ολόγλυκους μαστούς.
Την ακούς μεσ’ απ’ της φύσης τους θορύβους
το κελάηδημα των ξέγνοιαστων πουλιών
το παιγνίδισμα των φύλλων με τον ήλιο
το φτερούγισμα των έφηβων καρδιών.
Την ακούς μες στα νερά π’ αργοκυλάνε
σαν θωπεύουν το χορτάρι χαρωπά
στα σκιρτήματα του πόθου που ξυπνάνε
των ερώτων βέλη μαγικά.
 
Άνοιξη 1974
 
*****
 
Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟ ΠΛΟΥΜΙ / ΑΝΝΑ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ
 
 
Η δράση της είχε από καιρό θολώσει.
Κι όμως, την έβλεπες εκεί, σκυφτή πάνω από το πλουμί. Να κεντά με
πείσμα και τέχνη περισσή τα πλουμιστά της πετσετάκια. Με δυσκολία
βέβαια. Έτσι έβγαζε τα προς το ζην. Γι’ αυτήν και τα εγγόνια της, που
τα μεγάλωνε μόνη. Ερχόταν ο έμπορος και έπαιρνε τα πλουμιστά. Της
έδινε για τον κόπο της κάποια λεφτά. Δεν έχει σημασία πόσα, ήταν έτσι
κι αλλιώς πολύ λίγα για τον κόπο που έκανε. Ήταν έτσι κι αλλιώς πολύ
λίγα για την αγάπη της γι’ αυτά τα πλουμιστά. Ήταν πολύ λίγα για την
αγάπη της γι’ αυτά τα παιδιά. Έτσι κι αλλιώς ήταν πολύς ο κόπος και
λίγη η ζωή. Ανέκαθεν.

Τρίτη 26 Μαΐου 2026

ΟΙ ΝΕΟΙ ΒΑΡΒΑΡΟΙ / Μηχανικός Παντελής

 


Κάτι μουγκρίζει πάλι από πολύ βαθιά
πάλι κάτι μουγκρίζει
και σηκώνει και ραγίζει το φλοιό της γης
πάλιν ένα άγριο ένστιχτο
πάει να σκίσει τη μάσκα μου.

Κι αν ραγίσει η γης
θα ξαναμελετήσουμε Γεωγραφία
(Κλείσαμε βιαστικά τα βιβλία
και ξεσκολίσαμε λαθραίως) .

Πάλι μουγκρίζει ένα θηρίο μέσα στο δάσος
πάλι μάς ξαναφέρνει στο νου
πως ο τόπος που περιποιηθήκαμε
τον λέγαμε ο «κήπος μας» ο κήπος
είναι ζούγκλα. Θα πηδήσουμε απάνω στα δέντρα
σαν τους πιθήκους.

Θα στραφούμε υστέρα στον κήπο
κι η καρδιά μας θα κλαίει
τη ντροπιασμένη περιπέτεια
των πιθήκων,

ΦΙΛΕ ΜΟΥ, ΦΙΛΕ ΜΟΥ / Μηχανικός Παντελής

 


θυμάσαι, φίλε μου, φίλε μου,
πού βημάτιζες μες στο παλάτι σου
νέος, ωραίος, ευθυτενής,
που βηματίζεις μόνος μες στο παλάτι σου
μετρώντας το ρίγος της ευτυχίας σου.

Περίμενες την αγαπούλα, ώ!
μα ποιάν αγαπούλα, ώ!
Κι αυτή έρχονταν κάθε φορά που την περίμενες.
Αυτή έρχονταν κάθε φορά που την περίμενες.

Στην αφή της ένιωθες το στήθος
άξιο μονάχα βρέφους φάτνης φωτοστέφανης.
Όταν τα μάτια της έστρεφαν να σε κοιτάξουν στο πρόσωπο
σε περιέλουε με το φως της αγάπης ο Θεός
κι ήξερες πως τάγματα αγγέλων
ήταν φίλοι πιστοί.

Όταν άγγιζες τα μαλλιά της
γέμιζες μια χούφτα μαλλιών μυστήριου,
που τα μελετούσες κλωστή την κλωστή
και σου φέγγαν με φανάρια άγγελοι.

Φίλε μου, φίλε μου,
που βάδιζες ωραίος, ευθυτενής, μεριμνώντας την ευτυχία
στο παλάτι που πέταξε με τα φτερά των αγγέλων
κι αφήκε μονάχα το γήπεδο
όπου βλάστησε τώρα μια ζούγκλα,
κι ο βρυχηθμός του λιονταριού,
φίλε μου, φίλε μου,
εξακοντίζει ένα μαχαίρι εγρήγορσης,
πού κόβει τη θύμηση.

ΦΟΒΙΣΜΕΝΑ ΠΟΥΛΙΑ / Μηχανικός Παντελής

 


Μ’ αυτές τις ώρες που περνούν,
μετρούμε το θάνατο,
μετρούμε το μαύρο θάνατο
ενώ βρισκόμαστε στη ζωή.
Κύριε Ελέησον.
Μας σπρώξανε τόσο άσχημα,
που νομίζουμε πως ζούμε λαθραίως
αυτές τις ώρες, τέτοιες ώρες.
Η ευλογία
της λαίμαργης χαράς,
πού τσιγκουνεύεται τ& δευτερόλεπτα,
που παίζει στη χούφτα της
τα χρυσά νομίσματα των λεπτών και των δευτερολέπτων-
αυτή η ευλογία,
μήλο ζουμερό κι ολοκόκκινο,
είναι τώρα μήλο στυφής στάχτης,
η σορός της ευτυχίας, η στάχτη της,
που την αρπάζει ή κατάρα και σημαδεύει
τα μάτια των ωρών μας.
Φεύγουν τυφλές κυνηγημένες,
ώρες μας οι φοβισμένες.

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

«Εν Αρχή ἦν ἡ Θάλασσα» της ποιήτριας Αθηνάς Τέμβριου

 γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας 

 
     

   Στη νέα της ποιητική συλλογή η ποιήτρια Αθηνά Τέμβριου, χρησιμοποιεί πολύ-επίπεδους συμβολισμούς, ενσωματώνει φιλοσοφικές αναφορές, δείχνει ότι δουλεύει πολύ τη μουσικότητα της γλώσσας και με απόλυτο σεβασμό συνδέει το προσωπικό με το συλλογικό βίωμα. Ο ίδιος ο τίτλος «Εν Αρχή ἦν ἡ Θάλασσα» παραπέμπει άμεσα στη βιβλική φράση «Εν αρχή ην ο Λόγος». Αυτό άμεσα υποδηλώνει ότι η θάλασσα λειτουργεί πιθανόν ως αρχέγονο σύμβολο, ως πηγή ζωής, μνήμης, πατρίδας ή συνείδησης, ίσως και ως μεταφορά της κυπριακής ταυτότητας και της ιστορικής μοίρας.

Ας αναγνώσουμε με ποιητική ευλάβεια το ομότιτλο ποίημα της συλλογής:

Εν Αρχή ἦν ἡ Θάλασσα
 
Η εκκλησιά του είναι δίπλα στο κύμα
δίχως τοίχους, εικόνες και τέμπλο
Πλήθος χρωματιστές λείες πέτρες
και κοχύλια μεσονύχτια ανάβουν
 
Αν ερχόταν ξανά
Θα διάλεγε τη θάλασσα,
να θελήσει τον κόσμο απ΄ την αρχή
ο αλιεύς ψυχών.
 
Θα μουρμούριζε το κύμα ανάσταση,
ο ήλιος το άσμα της άνοιξης,
ο αγέρας θα έφερνε ξανά στη στεριά
Λίγες στάλες απ΄ την αγάπη
 
Η εκκλησιά του είναι δίπλα στο κύμα
δίχως ράσα, καντήλια και θυμιατό.
Μονάχα γλάροι προσκυνητές και 
λίγοι ψαράδες που ρίχνουν τα δίχτυα τους.
 
 
      Στους 4 πρώτους στίχους η ποιήτρια αφαιρεί όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα της οργανωμένης λατρείας: τοίχους, εικόνες, τέμπλο. Η εκκλησία εδώ δεν είναι οικοδόμημα αλλά βίωμα. Είναι κοντά στη φύση, στην αλήθεια της ύπαρξης, κοντά, δίπλα στην συνεχή κίνηση της ζωής.  Οι πέτρες και τα κοχύλια είναι εκείνα τα ταπεινά υλικά, δουλεμένα από τον χρόνο και τη θάλασσα, που συμβολίζουν την μνήμη και την αιωνιότητα.
«Αν ερχόταν ξανά
Θα διάλεγε τη θάλασσα…»
    Σκέφτομαι εδώ να εμφανίζεται με σαφήνεια ο Χριστός, χωρίς όμως να κατονομάζεται άμεσα. Η ποιήτρια λοιπόν φαντάζεται πως αν ο Χριστός επέστρεφε σήμερα, δεν θα επέλεγε παρά την θάλασσα, που είναι η αρχή, η αλήθεια, η καθαρότητα του κόσμου. Έτσι επιλέγεται και μια καθαρά βιβλική φράση «αλιεύς ψυχών», μια ξεκάθαρη αναφορά στους μαθητές αλλά και στον ίδιο τον Υιό του Θεού και του Ανθρώπου.
    Ακολουθώντας την ροή του ποιήματος βρισκόμαστε ενώπιον ενός εξαιρετικού στίχου: «Θα μουρμούριζε το κύμα ανάσταση». Η αναμενόμενη  ανάσταση δεν πραγματοποιείται από άνθρωπο αλλά από το ίδιο το κύμα. Ήρεμα, σιγανά, με ένα μουρμούρισμα. Με καράβι τον ήλιο και την Άνοιξη. Που δεν γεννά, παρά μόνο την ελπίδα, την αγάπη! Πλησιάζοντας στο τέλος, θα έλεγε κανείς ότι αναγνώσκουμε κάποιο πατερικό κείμενο, βαθιά τελετουργικό.  Με οδηγούς τους «ψαράδες», τους πρώτους μαθητές δηλαδή του σταυρωμένου, τους απλούς και ταπεινούς ανθρώπους, αγκαλιάζουμε τη θάλασσα, σαν τόπο αποκάλυψης, κάθαρσης αλλά και μια υπόσχεση νέας αρχής.
 

 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

ΠΡΟΓΕΥΜΑ /Γκιουργκέντς Κορκμάζελ (Giirgenq Korkmazel)

 


Αυτό το πρωί
Μητέρα
Θέλω μονάχα λίγα ψίχουλα
Για να συνάξω τα μικρά πουλιά
Στο ποίημά μου
Αυτά με τα κίτρινα φτερά
Που εμφανίζονται πάντοτε μετά τη βροχή
Στο υπόσχομαι πως
Δε θα πετάξω μακριά μαζί τους

Γκιουργκέντς Κορκμάζελ (Giirgenq Korkmazel) / βιογραφικό σημείωμα

 Ο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ (Giirgenq Korkmazel) γεννήθηκε το 1969 στο χωριό Σταυροκόννου της επαρχίας Πάφου. Μετά το 1974 και τη διαίρεση της Κύπρου, το χωριό εκκενώθηκε και ο Γκιουργκέντς μαζί με την οικογένειά του εγκαταστάθηκαν στην κωμόπολη Λύση, στην πεδιάδα της Μεσαορίας, στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου. Φοίτησε σε δύο πανεπιστήμια αλλά δεν αποφοίτησε από κανένα. Αργότερα, έφυγε από την Κύπρο για να ζήσει στην Τουρκία, στη
Φετίγιε (Fethiye). Το 1996 μετακόμισε στην Αγγλία (Λονδίνο και Μάντσεστερ).
Το 2003 επιστρέφει στην Κύπρο και επί του παρόντος ζει στο Μπογάζι, ανάμεσα στην Κερύνεια και τη Λευκωσία, και εργάζεται ως συγγραφέας και μεταφραστής.  Επιπλέον έχει επιμεληθεί τις Σύντομες Ιστορίες Τουρκοκυπριακής Λογοτεχνίας και την Ανθολογία Ελληνοκυπριακής Ποίησης.
Είναι μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

Ποιητικές Συλλογές 

  • το 1992 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή: Η ιδιότητα του μισού
(Yarimhk).

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΚΟ ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΣΥΜΒΕΙ / Χριστοδουλίδης Γιώργος

 


Είδα τον φόβο στα μάτια σου
είπα
τίποτα κακό δεν πρόκειται να συμβεί
συνήθως
όταν λέω αυτό το πράγμα
οι κλιματολογικές τιμές τρελαίνονται
οι δείκτες του υδράργυρου εκτοξεύονται
μέσα στο ποίημα γίνεται χαλασμός
μια πανδημία ξεσπά
πέφτει το χρώμα του ουρανού
από την πανδημία
αρρωσταίνουν οι λέξεις
ευτυχώς
το χρώμα του ουρανού πέφτει
στη θάλασσα

ΜΙΚΡΟΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΙ / Χριστοδουλίδης Γιώργος

 


Βυθίζω ένα μπισκοτάκι στο στόμα μου
κι είναι σαν να ρίχνω κλεφτές ματιές
στον παράδεισο
το πρόγραμμα υγιεινής διατροφής πάει κατά διαόλου
οι ελπίδες για ουσιαστική απώλεια βάρους
εξανεμίζονται

η κόλαση κοχλάζει
μερικά τετράγωνα πιο πέρα
και είναι γεμάτη με
υγιείς νεκρούς
που μετανιώνουν

ΔΑΦΝΗ / Χριστοδουλίδης Γιώργος

 


Παίρνω ένα φύλλο δάφνης από το βαζάκι
καί φαντάζομαι τη γυναίκα με το όνομα Δάφνη
τη συγκροτώ ασφαλώς μέσα στο ποίημα
ακριβώς όπως τη θέλω
με ίσια μαύρα μαλλιά και μελαχρινές ιδέες
καλόβολη να με κοιτά υπέροχα
σχεδόν ερωτευμένα όπως κάποτε εσύ
πριν τα εργαλεία του χρόνου
τσιμεντώσουν σε άκαμπτα αγαλμάτια
τα αρχέτυπά σου συναισθήματα
στρίβω τη δάφνη σε μικρά κομματάκια
για να εκπληρώσει τον εαυτό της
εσύ σηκώνεσαι
γυρίζεις τη σελίδα
που είναι και πάλι λευκή
σχεδόν προλαβαίνω
να διακρίνω
σε όλες τις παρελεύσεις της αγάπης
το όνομά σου να ανασαλεύει

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

ποίηση, / Ηρακλέους Κατερίνα


οι σιγανές βροχές, οι καταιγίδες,
οι αστραπές, το χιονόνερο, ο σκοτεινός ουρανός της μέρας, ο ήλιος της δικαιοσύνης,
ο καιρός συνυπάρχει με της ψυχής
τους κεραυνούς, μαζί με την αλησμόνητη ομορφιά κάποιων στιγμών ..
και γ ρ ά φ ε ι!

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

ΤΕΧΝΟΥΡΓΙΑ ΠΟΙΗΤΗ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ / Ιωσηφίδης Ιωσήφ

 

Δαίμονες κι άγγελοι αναπαύονται, αυτός ξαγρυπνά,
γλιστρά στο σκοτάδι με πρόχειρα ρούχα δουλειάς,
με φακό και σύνεργα, λες κι είναι τυμβωρύχος.
Σκοντάφτει σε κάτι σαν πέτρα και τη μαζεύει,
έχει όψη ασήμαντη, θολή, με άχαρες πλευρές.
Ούτε τεχνίτης είναι, ούτε επιστήμων,
όμως παίρνει τα εργαλεία και τη δουλεύει,
της φτιάχνει πολλές συμμετρικές επιφάνειες,
τις γυαλίζει… και μέσα απ’ το διαμαντένιο πρίσμα
διαπερνά ανάλαφρα το φως των αστεριών.
Κάποια μέρα θα τον πουν ποιητή,
μια που έκανε χρήση ύλης ταπεινής
και την τεχνούργησε έτσι ώστε
το φως να τη διαπερνά.
.
Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

ΚΟΥΤΑΒΙ / Φράγκος Γιώργος

 



Καχεκτικό κουτάβι ο έρωτας,

ζαρωμένο στον καναπέ του σαλονιού μας.
Μάλλινη κουβέρτα, ο παρατατικός που το σκεπάζει.
Γαβάθα με γάλα, ο αόριστος στα πόδια του.
Κι ένα κόκαλο βρασμένο, ο υπερσυντέλικος στο πλάι του.
Όμως αυτό ποθεί
του ενεστώτα τα παιγνιδίσματα,
ο παρακείμενος έστω,
να του ρίξει τη μπάλα
κι αυτό λαχανιάζοντας
να τρέξει να τη φέρει.
Όμως αυτό λαχταρά
του στιγμιαίου μέλλοντος τους κραδασμούς,
του συντελεσμένου μέλλοντος τις αυτάρεσκες ανάσες,
πόσο μάλλον του μέλλοντος διαρκείας
τα γλυκά γουργουρητά.

ΧΑΜΟΓΕΛΑ / Φράγκος Γιώργος

 


Το κρατικό θέατρο σημαιοστολισμένο για την πρεμιέρα
Στο φουαγιέ τα μέλη του Δ.Σ.
να υποδέχονται με σαρδόνια χαμόγελα τους επίσημους προσκεκλημένους
Χαμόγελο – φρεγάδα, της κλίμακας άλφα δεκαέξι,
για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
Χαμόγελο – ταχύπλοο σκάφος, της κλίμακας άλφα δώδεκα,
για τους βουλευτές
Φευγαλέο χαμόγελο – σκουτεράκι, στη βάση της κλίμακας,
για τον ρεπορταράκο που μπήκε τελευταίος στον προθάλαμο.
Και πικροχαμόγελο – υπερωκεάνιο
εκ μέρους του μεταστάντος δραματουργού
που εξ ουρανού αντελήφθη
το δράμα της κλίμακας των αξιών μας.

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ I / Φράγκος Γιώργος

 


Αρσακειάδες αλλοτινών εποχών
σε πάρτι ξέφρενα
με ημίγυμνες κορασίδες.
Φτωχοί συγγενείς
σε γαμήλια δεξίωση
νεόπλουτων νεονύμφων.
Τα βιβλία της ποίησης
στα κυπριακά βιβλιοπωλεία.
Στριμωγμένα, σφηνωμένα
ανάμεσα σε λογής – λογής
ευπώλητα και φανταχτερά χαρτικά
ασφυκτιούν, υποφέρουν, πονούν.
Μα σαν σβήσουν τα φώτα
και γυρίσει αντίστροφα η καρτέλα
από το “open” στο “closed”
οι στίχοι ξεγλιστρούν απ’ τις σελίδες
ψιθυριστά – ψιθυριστά μα παθιασμένα
και στροβιλίζονται συναμεταξύ τους
στους ρυθμούς ενός κελαριστού βαλς
εκβάλλοντας συνάμα ο καθένας
τη δίκιά του μελωδία.
Το πρωί οι πωλήτριες
ταχτοποιούν από ’ξαρχής
τα στραβοβαλμένα βιβλία
και νιώθουν στ’ ακροδάχτυλα
το ελαφρύ λαχάνιασμά τους.