Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.
Ξεκίνησε μία προσπάθεια συλλογής πληροφοριών σχετικά με τους έγκλειστους ποιητές της περιόδου 1955-1959 στα κρατητήρια της Κύπρου. Όσοι αναγνώστες του Ιστολογίου μπορούν να συνδράμουν στέλνοντας πληροφορίες μπορούν να το κάνουν στο e-mail: dimitriosgogas2991964@yahoo.com

Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

Τα νύχια του κόκορα: Ποιητική Συλλογή του Γιώργου Καλοζώη/ Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013

Η ΑΜΟΙΒΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ

Ήταν ο ουρανός και η γη μου
 αυτή με έμαθε να καλλιεργώ το κριθάρι
 να μαντρώνω τα ζώα και την οργή μου
 εξαιτίας της έμαθα να δουλεύω την πέτρα κι αργότερα τον πηλό
 έφτιαξα γαλακτοδοχεία πίθους αγγεία με πλαστικά σχήματα για τελετουργίες
 για να την προστατέψω από τα άγρια ζώα
 τους άγριους ανθρώπους τα άγρια πνεύματα έφτιαξα τείχη
 σκεφτόμουν πάντα το μέλλον
 εκείνη μου είπε να συγκεντρωθώ στο παρόν στο μεγάλωμα των παιδιών
 κι ότι για τα υπόλοιπα υπάρχουν οι δεήσεις και οι προσευχές οι καθημερινές
 επείγουσες ασχολίες μεταθέτουν τέτοιου είδους ερωτήματα και φοβίες
 ήταν ο ουρανός μου αλλά μου είπε ότι η γη είναι σημαντικότερη
 ο ουρανός δεν παράγει τίποτα κι ότι ακόμη και τα πουλιά
 κατεβαίνουν στη γη για να φαν και να πιουν
 τότε της είπα για τους αστερισμούς που βοηθούν
 τους άντρες κυνηγούς να επιστρέψουν στα σπίτια τους
 μου είπε πως ο άνθρωπος έχει λαιμό για να μπορεί να σκύβει
 μαλώσαμε γιατί της είπα ότι ο άνθρωπος έχει λαιμό
 για να σηκώνει ψηλά το κεφάλι για να ανυψώνεται
 μου είπε πως γι’ αυτή τη δουλειά υπάρχουν οι ιερείς
 της είπα πως έτσι κατασκευάζεται η εξουσία
 ανάμεσα σ’ αυτούς που ξέρουν και σε όσους δεν ξέρουν
 μου είπε να επωφεληθώ από το γυμνό της κορμί
 τα μαλλιά της έφταναν μέχρι τα γόνατα
 πλούσια μαλλιά και οδοντοστοιχίες άσπρες μου θύμιζαν
 όταν πρωτοείδα τ’ αστραφτερά κόκαλα του βουβαλιού
 με έμαθε να οργώνω να λατρεύω την καρποφόρα γη
 σιγά σιγά εγκατέλειψα τα πολυήμερα ταξίδια
 είχα ό,τι έπρεπε να έχω μέσα στις αποθήκες μου
 έμαθα να ψήνω το κρέας
 έμαθα να μην πηγαίνω με όποια γυναίκα θέλω
 έγινα πολιτισμένος κι εντούτοις
 όταν δε με έβλεπε κοίταγα τον ουρανό
 γιατί καταγόμαστε από τα άστρα κι από τη λάμψη της αστραπής
 κι από κάτι ανείπωτο που όσο κι αν προσπαθήσεις
 είναι αμίλητο και άγραφο
 και δε φτάνουν για να το ορίσεις ούτε τα νιάτα
ούτε τα γεράματα
ούτε μια ολόκληρη γεμάτη ζωή

Η κλίση του ρήματος: Ποιητική Συλλογή του Γιώργου Καλοζώη / Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2009

ΤΟ ΑΡΡΩΣΤΟ ΓΚΝΟΥ
Μνήμη Β.Ρ.
Ο θάνατος πέρασε το πρόσωπο
της μάνας της με αστάρι
η τρυφερή της κόρη δεν
είδε τίποτα
δεν ήθελε να βλέπει και
πίστευε πως θα μπορούσαν
χίλια άτομα αν προσεύχονταν
για τη μάνα της να την
κάνουν καλά
χίλια άτομα αν έβρισκε
κι είχε αρχίσει να ψάχνει
Δεύτερο χέρι κάτασπρης βαφής
πέρασε ο Ανέκφραστος τη μάνα της
και πάλι η κόρη δεν είδε τίποτα
μόνο που τώρα άρχισε
να μετρά αριθμούς από το
ένα μέχρι το εκατό
πολλές φορές την ημέρα
και να στοιχίζει τα παπούτσια
της το δεξί λίγο πιο
μπροστά από το αριστερό
όλα τα παπούτσια μέσα στο
σπίτι
κι ακόμη τα τρόφιμα
μες στα ντουλάπια της κουζίνας
τα βαζάκια με τις
μαρμελάδες και τα τουρσιά
τέλεια τοποθετημένα το
ένα πάνω στο άλλο
τίποτα να μην προεξέχει
τίποτα να μην περισσεύει απ’
τη ζωή
ρούχα βιβλία έπιπλα
ύψωνε στοίχιζε απολύμαινε
βερνίκι χλωρίνη και σαπούνι
οινόπνευμα μύριζε όλο το σπίτι
άδικος κόπος
καμιά τάξη καμιά του
κόσμου ετούτου καθαριότητα
καμιά της ζωής επιμέλεια
καμιά προσευχή δεν μπορεί
κανένα χάδι
να βοηθήσει το άρρωστο γκνου
που έρχεται από πολύ μακριά
ακολουθώντας τις οσμές των
προηγουμένων
αποκαμωμένο ισχνό
κολύμπησε το τελευταίο κολύμπι
σχεδόν παρασύρθηκε απ’ το μεγάλο
ποτάμι και τώρα μόλις που
στέκεται μέσα στην υδάτινη γούβα
καθώς η λασπωμένη όχθη γλιστρά
και δεν μπορεί να σκαρφαλώσει
δε θέλει πια να σκαρφαλώσει
βαριανασαίνει
με πρησμένη κοιλιά μέχρι
τα στήθη από ασκίτη
και ασιτία
μένει εκεί μετά από
τόσα χρόνια πάλης με
τα στοιχεία μετά από
τόσα χρόνια κούρασης με
γιατρούς και θαλάμους
με μια ζωή που ποτέ
δεν ήταν αυτή που ήθελε
με μια ζωή που όποια κι
αν ήταν θα ’θελε να ’ναι
μια άλλη να την αλλάξει
αλλά είναι αργά
πηχτές σκιές πλησιάζουν
ας πούμε οι ύαινες που ήταν
μέχρι πριν από λίγο αθέατες
σαν να ήταν πάντα εδώ
τριγύρω
σαν να μην έφυγαν ποτέ από δω
σαν να ήταν η φλόγα
της ενσωματωμένης ψυχής που
τις έδιωχνε
Πουθενά δεν μπορώ να δω πια
κάτι το ανθρώπινο
Η ΚΟΛΥΜΒΗΘΡΑ
Άνεμοι υστερόβουλοι ήρθαν
και σκόρπισαν ένα ντοσιέ
γεμάτο χαρτιά το ιστορικό της
το ιστορικό της που υπήρχε
ανέκαθεν
όρμησε εναντίον της ο ξιφήρης
καρκίνος
σ’ αυτήν που ήταν ένα μαξιλάρι
γεμάτο πούπουλα χήνας
Άνεμοι τώρα πετούν και
στριμώχνουν μέσα στις λάσπες
εκείνο που εκείνη ήταν
ένα μαξιλάρι για ν’ ακουμπήσουν
το μάγουλο οι τέλεια απελπισμένοι
εκείνη τους τοποθετούσε σε ύπτια
θέση κι ύστερα τους κτέριζε
με γαρδένιες και σέπαλα
τους γιατροπόρευε με λάδι
σημύδας κι ευκαλύπτου τους
καλαφάτιζε τις ρωγμές τους κι
ύστερα σε μια λεκάνη προσομοίωση
του απέραντου κόσμου
τους έβαζε να πλεύσουν κι
ήταν προσεχτική μαζί τους
τα χέρια της με τα μανίκια
σηκωμένα πιο πάνω απ’ τους
αγκώνες καιροφυλακτούσαν
ήταν η γάστρα τους που την
ανησυχούσε η ίσαλος
τα ρωγμώδη πηδάλια
κι ακόμη το ασταθές φορτίο
μερόνυχτα βασανιζόταν
κι ωραία χαιρόταν απ’ τις
ανταποκρίσεις εκείνων που
επανορθωμένοι δειλά δειλά
ακουμπούσαν στο νερό
και πάγαιναν
οι πιο τολμητίες ή οραματιστές
εις τα μακρύτερα μέρη
εκεί που υπάρχουν οι κυνοκέφαλοι
κι οι άνθρωποι με τις χαίτες
και τις ουρές
φεγγάρια ανέβηκαν και κατέβηκαν
και κάποιοι απ’ αυτούς
χάθηκαν άλλοι
μεταμορφώθηκαν πάρωρα εις την
άγρια χαίνουσα ύλη
εκείνη προσπάθησε την πιο απίστευτη
προσπάθεια
εκείνη έκαμε ό,τι ήταν δυνατόν
ό,τι δεν είναι δυνατόν
δεν ανήκει στον άνθρωπο
αλλά σ’ ένα άλλο ον για το
οποίο πολλά μπορούν να ειπωθούν
και τίποτε απολύτως

ΟΙ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΕΣ / Καλοζώης Γιώργος


Όσο διαπραγματεύονται οι
διαπραγματευτές
όσο ασθμαίνουν τα τρένα
όσο κορυφώνονται τα αεροπλάνα
και χλιμιντρίζουν τα άλογα που
σέρνουν τα τροχήλατα κάρα
θα ψάχνω να βρω τη
μεγεθυσμένη με τον φακό τον
παιδικό την απώλεια
χίλιες γλώσσες με χίλια
διαφορετικά αλφάβητα
χίλιες λογοτεχνίες αδύνατον
να την προσδιορίσουν
είναι μόνο τα λεπτά που
χάνονται σκεπτόμουν
κατεβαίνοντας το μεγάλο ποτάμι;
Κι η ροή πού καταλήγει;
Κι η πηγή αφού δεν υπάρχει
μια αλλά πολλές ποιος μπορεί
να δει τον κόσμο στο σύνολο
να ενώσει τα χιλιάδες κομμάτια;
Ίσως ο μοναχός στο
σκοτεινό καθολικό που υπερίπταται
ελαφρά του εδάφους
δοξάζοντας το δοξασμένο
κι εντούτοις κλείνει το στόμα
μπροστά στο υπέροχα άλεκτο
κι ο άλλος που είδε να
γιατρεύεται προσκυνώντας γιατί να
αρνηθεί το νόμο της αιτιότητας
πιθανολογώντας τη σύμπτωση
αυτά συμβαίνουν ενώ κυλά
ο κόσμος κι οι κόσμοι
κι αυτός που παράγει
είναι θεατής σ’ έναν αγώνα
όπου αθλείται το μάταιο

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ / Καλοζώης Γιώργος


Παλιά ήμουν
στα κανόνια υπεύθυνος
για τις βολές και τις μπάλες
βυθίστηκαν πολλά καράβια
στους καιρούς μου κατάρτια
έσπαγαν ωσάν κλαράκια
άνθρωποι έκρωζαν από τον
πόνο
πολέμησα για κάτι παραπάνω
από τον πόλεμο και την ιδέα
του πολέμου για κάτι πιο
αφηρημένο κι από τα
αφηρημένα ουσιαστικά
πολέμησα για τη χίμαιρα
την ουτοπία πάντα βλέποντας
μέσα από το μονοκυάλι τη
γη των Μακάρων να πλησιάζει
και πάντα να απομακρύνεται
Έφτασα πιο πέρα από τις
στήλες του Ηρακλή και
ποτέ δεν τα κατάφερα να
γίνω κάτι άλλο από αυτό
που ήμουν όπως δεν μπορεί
να περπατήσει ή να ντυθεί
το πιο επιδέξιο ψάρι
ανακάτεψα τους ωκεανούς
ανακάτεψα τα στομάχια των
συντρόφων μου ανεβαίνοντας
και κατεβαίνοντας τους
αφρούς των κυμάτων
τους αφρούς του στόματός μου
πολέμησα και με τα τέρατα
–κι αποδείχτηκα τερατώδης–
το καλαμάρι και το χταπόδι
και τη σουπιά το ένα τους
χιλιοστό το βλέπετε πάνω
στο τραπέζι σας καθώς τρώτε
και κάθε μάχη είχε για τέλος
της την αρχή μιας άλλης
και δεν κουράστηκα όπως
είθισται οι βροτοί
Παλιά ήμασταν λες
χυμένοι μέσα σε ειδικά
καλούπια καμωμένοι από
χαλκό και από ορείχαλκο
ξέραμε τα μέταλλα και τις
ιδιότητές τους
σκληροί σχεδόν όσο κι αυτά
Παλιά ήμουν στις μπάλες
και στα κανόνια
κραδαίναμε πάλες χαντζάρες
ματσέτες και αρκεβούζια
μαχαίρια ακόνισαν φωνητικές
χορδές
μαχαίρια χάραξαν ανεξίτηλα
τατουάζ
τόσο αντιστέκεται η σάρκα
στο μαχαίρι όσο και το
αφράτο ψωμί
όλα τα κάναμε όμως δε
φάγαμε τους εχθρούς μας
όχι γιατί ξέραμε την ασθένεια
μπέρι μπέρι
αλλά επειδή μέσα στο νου μας
και τη θολούρα του νομίζαμε
πως ανοίγαμε τον φεγγίτη
ενός άλλου καλύτερου κόσμου
Τώρα σχεδόν ξεμπέρδεψα
με καθετί το ανθρώπινο
εμπρός μου απλώνονται
τα λαγκάδια των γηρατειών
τα ήσυχα χωριά και οι φάρμες
και πάλι όμως ο πόλεμος
για τη χάραξη των ορίων
κι η βουλιμία για προσωπική
ιδιοκτησία πάντα παρούσα
κι οι ναοί
με τις ψαλμωδίες που ζητούν
κάτι πιο πνευματικό αλλά δεν
το διαθέτει ο άνθρωπος
Θα αυξηθούν στο μέλλον
οι ναοί και οι δοσοληψίες
κάποιοι θα θέλουν να δώσουν
και κάποιοι να πάρουν
διάλεξε από τώρα τους φίλους
σου
με ποιους θα συμπαραταχτείς
δε θα υπάρχουν στο μέλλον
φράχτες ανοιχτοί όπου ήσυχα
θα κοιμούνται και θα τρων
τα μεγάλα διλήμματα
διάλεξε από τώρα από ποια
πλευρά του κανονιού θα είσαι
και μάθε να μην αναβάλλεις
κι από τις δυο μεριές
ωσάν παλιά φωτογραφία
απεικονίζεται το ζεύγος
ο εξευτελισμός από τη μια
και δίπλα του η αναλγησία
Παλιά ήμουν στα κανόνια
τώρα κάνω άλλα πράγματα
σε λίγο θα βράσω τα χόρτα
και τις πατάτες θα τα
σερβίρω σε μεγάλες γαβάθες
με λάδι αλάτι θαλασσινό
και με ψιλοκομμένο
μαϊντανό
Το παρελθόν μου όπως το
έγραψα
δε θα το ζήσω ξανά

η κολυμβήθρα / Καλοζώης Γιώργος

Άνεμοι υστερόβουλοι ήρθαν
και σκόρπισαν ένα ντοσιέ
γεμάτο χαρτιά το ιστορικό της
το ιστορικό της που υπήρχε
ανέκαθεν
όρμησε εναντίον της ο ξιφήρης
καρκίνος
σ’ αυτήν που ήταν ένα μαξιλάρι
γεμάτο πούπουλα χήνας
Άνεμοι τώρα πετούν και
στριμώχνουν μέσα στις λάσπες
εκείνο που εκείνη ήταν
ένα μαξιλάρι για ν’ ακουμπήσουν
το μάγουλο οι τέλεια απελπισμένοι
εκείνη τους τοποθετούσε σε ύπτια
θέση κι ύστερα τους κτέριζε
με γαρδένιες και σέπαλα
τους γιατροπόρευε με λάδι
σημύδας κι ευκαλύπτου τους
καλαφάτιζε τις ρωγμές τους κι
ύστερα σε μια λεκάνη προσομοίωση
του απέραντου κόσμου
τους έβαζε να πλεύσουν κι
ήταν προσεχτική μαζί τους
τα χέρια της με τα μανίκια
σηκωμένα πιο πάνω απ’ τους
αγκώνες καιροφυλακτούσαν
ήταν η γάστρα τους που την
ανησυχούσε η ίσαλος
τα ρωγμώδη πηδάλια
κι ακόμη το ασταθές φορτίο
μερόνυχτα βασανιζόταν
κι ωραία χαιρόταν απ’ τις
ανταποκρίσεις εκείνων που
επανορθωμένοι δειλά δειλά
ακουμπούσαν στο νερό
και πάγαιναν
οι πιο τολμητίες ή οραματιστές
εις τα μακρύτερα μέρη
εκεί που υπάρχουν οι κυνοκέφαλοι
κι οι άνθρωποι με τις χαίτες
και τις ουρές
φεγγάρια ανέβηκαν και κατέβηκαν
και κάποιοι απ’ αυτούς
χάθηκαν άλλοι
μεταμορφώθηκαν πάρωρα εις την
άγρια χαίνουσα ύλη
εκείνη προσπάθησε την πιο απίστευτη
προσπάθεια
εκείνη έκαμε ό,τι ήταν δυνατόν
ό,τι δεν είναι δυνατόν
δεν ανήκει στον άνθρωπο
αλλά σ’ ένα άλλο ον για το
οποίο πολλά μπορούν να ειπωθούν
και τίποτε απολύτως

Το άρρωστο Γκνου / Καλοζώης Γιώργος

Μνήμη Β.Ρ.
 
Ο θάνατος πέρασε το πρόσωπο
της μάνας της με αστάρι
η τρυφερή της κόρη δεν
είδε τίποτα
δεν ήθελε να βλέπει και
πίστευε πως θα μπορούσαν
χίλια άτομα αν προσεύχονταν
για τη μάνα της να την
κάνουν καλά
χίλια άτομα αν έβρισκε
κι είχε αρχίσει να ψάχνει
Δεύτερο χέρι κάτασπρης βαφής
πέρασε ο Ανέκφραστος τη μάνα της
και πάλι η κόρη δεν είδε τίποτα
μόνο που τώρα άρχισε
να μετρά αριθμούς από το
ένα μέχρι το εκατό
πολλές φορές την ημέρα
και να στοιχίζει τα παπούτσια
της το δεξί λίγο πιο
μπροστά από το αριστερό
όλα τα παπούτσια μέσα στο
σπίτι
κι ακόμη τα τρόφιμα
μες στα ντουλάπια της κουζίνας
τα βαζάκια με τις
μαρμελάδες και τα τουρσιά
τέλεια τοποθετημένα το
ένα πάνω στο άλλο
τίποτα να μην προεξέχει
τίποτα να μην περισσεύει απ’
τη ζωή
ρούχα βιβλία έπιπλα
ύψωνε στοίχιζε απολύμαινε
βερνίκι χλωρίνη και σαπούνι
οινόπνευμα μύριζε όλο το σπίτι
άδικος κόπος
καμιά τάξη καμιά του
κόσμου ετούτου καθαριότητα
καμιά της ζωής επιμέλεια
καμιά προσευχή δεν μπορεί
κανένα χάδι
να βοηθήσει το άρρωστο γκνου
που έρχεται από πολύ μακριά
ακολουθώντας τις οσμές των
προηγουμένων
αποκαμωμένο ισχνό
κολύμπησε το τελευταίο κολύμπι
σχεδόν παρασύρθηκε απ’ το μεγάλο
ποτάμι και τώρα μόλις που
στέκεται μέσα στην υδάτινη γούβα
καθώς η λασπωμένη όχθη γλιστρά
και δεν μπορεί να σκαρφαλώσει
δε θέλει πια να σκαρφαλώσει
βαριανασαίνει
με πρησμένη κοιλιά μέχρι
τα στήθη από ασκίτη
και ασιτία
μένει εκεί μετά από
τόσα χρόνια πάλης με
τα στοιχεία μετά από
τόσα χρόνια κούρασης με
γιατρούς και θαλάμους
με μια ζωή που ποτέ
δεν ήταν αυτή που ήθελε
με μια ζωή που όποια κι
αν ήταν θα ’θελε να ’ναι
μια άλλη να την αλλάξει
αλλά είναι αργά
πηχτές σκιές πλησιάζουν
ας πούμε οι ύαινες που ήταν
μέχρι πριν από λίγο αθέατες
σαν να ήταν πάντα εδώ
τριγύρω
σαν να μην έφυγαν ποτέ από δω
σαν να ήταν η φλόγα
της ενσωματωμένης ψυχής που
τις έδιωχνε

Πουθενά δεν μπορώ να δω πια
κάτι το ανθρώπινο

Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Κακογιάννης Μιχάλης (αναφορά)

Για την ζωή και το έργο του Μιχάλη Κακογιάννη μπορείτε να ανατρέξετε στις παρακάτω σελίδες: 

α. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B9%CF%87%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%82_%CE%9A%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82


β. http://www.mcf.gr/index.php/el/

γ. https://www.sansimera.gr/biographies/1798

Την είδα ξανά / Κακογιάννης Μιχάλης

Μου είπε θα φύγω, θα φύγω για λίγο
πηγαίνω σαν πέρσι σε κάποια εξοχή
μακριά σου το ξέρω πως πάντα υποφέρω
μα ας κάνουμε πάλι κι οι δυο υπομονή.

Την είδα ξανά στο δρόμο μια μέρα
και μια καλησπέρα δεν είπαμ’ οι δυο, 
την είδα ξανά μα ήταν σαν ξένη
κι ας ήταν ντυμένη μες στ’ άσπρα όπως πριν.

Ξεκίνησε βράδυ μ’ ένα άσπρο καράβι
και ένα άσπρο θυμάμαι φορούσε παλτό
μου είπε τα λόγια π’ ακούν τα ρολόγια
σε κάθε λιμάνι σε κάθε σταθμό.



Ο ήλιος κοίταξε τη γη / Κακογιάννης Μιχάλης

Ο ήλιος κοίταξε τη γη
απ’ το χρυσό του αμάξι
κι είπε σαν είδε τ’ άδικο
το δρόμο του ν’ αλλάξει.

Μα θα έρθει η μέρα, η μέρα η καλή
κι η χώρα θα γιορτάσει
θα πρασινίσουν τα βουνά
κι η γη θα ξεδιψάσει.

Σκοτείνιασε η ανατολή
πήρε φωτιά η δύση
τρέξαν τα νέφη στο βοριά
ρήμαξε όλη η φύση.

Και συ θα σέρνεις το χορό
σαν ξέγνοιαστη ελαφίνα
και θα μαζεύεις αγκαλιές
χαμόγελα και κρίνα.



Κάθε αλήθεια κι ένα ψέμα / Κακογιάννης Μιχάλης

Βρυκολακιάσαμε 
προτού μας φάει το μνήμα.
Ξεροσταλιάσαμε
μπρος βήμα, πίσω βήμα.

Κάθε αλήθεια κι ένα ψέμα
πάνω κάτω και πλαγίως
μαχαιριά το κάθε βλέμμα
κάθετα κι οριζοντίως.

Παγιδευτήκαμε
μες στης ζωής το νήμα.
Παραδοθήκαμε
σαν βότσαλα στο κύμα.

Κάθε αλήθεια κι ένα ψέμα
πάνω κάτω και πλαγίως
μαχαιριά το κάθε βλέμμα
κάθετα κι οριζοντίως.



το ακούτε: https://www.youtube.com/watch?v=bIrOhSS4Hnw

Αφροδίτη / Κακογιάννης Μιχάλης

Αφροδίτη, δώσε να νιώσω τη χαρά της αγάπης
κι όχι, κι όχι την τρέλα της
ούτε το, ούτε το άγριο πάθος, Αφροδίτη.

Μέσ’ στο σπίτι, νά `χω τη στέγη για ουρανό
κι η αγκαλιά μου νά `ναι, νά `ναι το άντρο μου
τ’ απάνε-, τ’ απάνεμο λιμάνι, Αφροδίτη.

Στην καρδιά μου του έρωτα δώσε τα φτερά, Αφροδίτη
κι’ από, κι από τα βέλη του γλύτωσέ με
γλύτωσέ με απ’ τα φαρμάκια, Αφροδίτη.



το ακούτε: https://www.youtube.com/watch?v=Enx9h2Y1BYw

εφτά τραγούδια θα σου πω / Κακογιάννης Μιχάλης

Βγήκανε τ' άστρα 
κι οι κοπέλες με τ' άσπρα 
κατεβαίνουν στην κάτω γειτονιά. 
Τα παλληκάρια 
παρατάνε τα ζάρια 
κι ανταμώνουν στου δρόμου τη γωνιά. 


Στου Παραδείσου τα μπουζούκια θα με πας, 
κι αφού χορέψουμε και πάψει ο σαματάς 
εφτά τραγούδια θα σου πω, για να διαλέξεις το σκοπό, 
για να μου πεις, για να σου πω το "σ' αγαπώ".



Άπονες εξουσίες / Κακογιάννης Μιχάλης

Μια νύχτα που βουλιάζανε
τα σπίτια μες στο χιόνι
καρδούλα μου
στον κάτω δρόμο του χωριού
καρδούλα μου
σκοτώσαν τον Αντώνη
Αντώνη μου

Μάνα σε ξεκληρίσανε
άπονες εξουσίες
ψυχή δε σου αφήσανε
μόνο φωτογραφίες

Ο ένας γιος της μπάρκαρε
κρυφά από τη Μεθώνη
καρδούλα μου
τον άλλο τον συλλάβανε
καρδούλα μου
γιατί ήταν γιος του Αντώνη
Αντώνη μου

Μάνα σε ξεκληρίσανε
άπονες εξουσίες
ψυχή δε σου αφήσανε
μόνο φωτογραφίες


Αγάπη που `γινες δίκοπο μαχαίρι / Κακογιάννης Μιχάλης

Αγάπη που `γινες δίκοπο μαχαίρι
άλλοτε μου `δινες μόνο τη χαρά
μα τώρα πνίγεις τη χαρά στο δάκρυ
δε βρίσκω άκρη, δε βρίσκω γιατρειά.

Φωτιές ανάβουνε μες στα δυο του μάτια,
τ’ αστέρια πέφτουνε όταν με θωρεί.
Σβήστε τα φώτα, σβήστε το φεγγάρι
σαν θα με πάρει τον πόνο μου μη δει.

Γιώργος Λεωνίδας (μικρή αναφορά)

Γεννήθηκε στην Αμμόχωστο το 1944. Αποφοίτησε από την Ανωτέρα Εμπορική Σχολή της Πόλης Αμμοχώστου. Ποιήματά του δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. 

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ (απόσπασμα)

ΧΙΙΙ

Πόσον καιρό
κάθε πρωί, κάθε βράδυ, 
πόσον καιρό
στο ίδιο παράθυρο, 
πίσω
από την ίδια κουρτίνα 
πόσον καιρό
θ΄ ατενίζεις
το υγρό μυστήριο
το βλέμμα σου 
αποτυπώθηκε 
πάνω στ΄  άσπρα μάρμαρα των κυμάτων 
κάθε απόχρωση  των πετάλων σου, 
έγνε κι από ένα κοχύλι 
που κείτεται κάτω βαθειά
στο αμάτρητο πλάνεμα του βυθού.
Πόσον καιρό
θα βαραίνεις
το δακρύβρεχτο πεζούλι.
Πόσον καιρό θα βυθίζεσαι 
μέσα στην ανώφελη σιωπή.
Πόσον καιρό 
θα ηχεί στη χώρα της καρδιάς σου
το πάνθιμο εμβατήριο 
η σκουριασμένη καμάνα
της καταχνιάς του φθινοπώρου.

Είναι καιρός πια
να κατεβείς 
απ΄ το ξερόβραχο της προσμονής, 
είναι καιρός. 

Μέσα σου 
υπάρχει ακόμη 
ένα πέταλο
απ΄ το γαρούφαλο της νιότης σου.

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Ανάμεσα στους Ήχους : Ποιητική Συλλογή της Αθηνάς Τέμβριου / 2017


Το αίνιγμα
Σαν έγειρα στη γη να πάρω δύο στίχους
είδα τα κόκαλα τους άσπρα στον ήλιο.
Η σάρκα χαμένη όπως ετάχθη,
μόνο η ψυχή φτερούγιζε στον άνεμο
με της βροχής το άσμα το γνώριμο
πριν ταξιδέψει στο τέλος του Χρόνου
πριν η Εικόνα να ξεθωριάσει
αντίκρισα το αίνιγμα στο φως
καθ’ομοίωση της αρχαίας πνοής
με συνάντησε ο τρίτος στίχος
στους ήχους της σιωπής τoυ κόσμου.
Ήταν ο μόνος τρόπος να αναληφθώ.

''Πλανόδιος στα Σύνορα της Εδέμ'' / Απόσπασμα από την ανέκδοτη Ποιητική Συλλογή του Ανδρέα Τιμοθέου

Τα βράδια με φιλούν νεκρές γυναίκες
μου τάζουνε μια βέβαιη ήττα,
αφήνουν ψίθυρους επάνω στον λαιμό μου
χωρίς κακία ή αφορμή
μου εμπιστεύονται ευθύνες.
Ψηλαφώ τα πρωινά
χλωμά σημάδια μέριμνας,
μύρο με λούζει η αγάπη τους.
Κι αν όσα έζησα τα νιώθω πια πολλά
αυτές δεν μ’ άφησαν ποτέ τα χέρια μου να δώσω,
μια κίνηση δική μου πρόσταζαν
σπρώξιμο για να υπάρξω.
Ξυπόλητος περπάτησα τ’ αλλοτινά μου χρόνια,
το μέγεθος των άκρων μου
παρατηρούσα να μικραίνει.
Μια θλίψη μοναχά μεγάλωνε
χωρίς μνήμη και πάντα απροετοίμαστη
ώσπου άξαφνα τη συνήθισα
και βάλθηκα να τη φιλέψω.
Έβλεπα στα μάτια τους ανθρώπους
κι ανθίζανε πουλιά απ’ τα μαλλιά μου
κελαηδούσαν λέξεις μοβ
συλλάβιζαν απώλειες, χαρταετούς και όνειρα.
Αδύνατον ν’ ακούσει η ζωή,
μόνο μια θάλασσα πιστή,
πελώρια γυναίκα
αγκάλιαζε το σώμα μου
και τα νεκρά μου χείλια.
Θαλασσοπνίγομαι
στην εξορία της αλήθειας της
μ’ αυτό τον τρόπο μελετώ
να υπομένω.
Αφροδίτη, Μαριάμ, Μαρία, γιαγιά
παρασταθείτε μου.


ειμαρμένης δοξολογία : Ποιητική Συλλογή του Παπαϊακώβου Πολύδωρα / (2010).

άρθρωσα τις λέξεις μου τις πρώτες
σε φώναξα
άκουσα τα πρώτα παραμύθια
σε γνώρισα/[…]
κάθε που σ’ αντικρίζω
δακρύζω». 
...

ύστερα χάιδεψα τα μάρμαρα
ύστερα έκλαψα γοερά
με ήχο φλογέρας
η αρμύρα, με παρηγόρησε πρώτη
η άμμος, με αγάπησε πρώτη
με βήμα βαρύ
το φίδι, έφευγε ηττημένο και λαβωμένο. 
...

στέγνωσε η αρμύρα
στα πετρωμένα χείλη
ποιος χάιδεψε τα μάρμαρα
για τελευταία φορά;. 
...

 θεάτρου το κοίλο
γαίας η πέτρα
θόλου ουρανίου
γλυπτών το ανάστημα
[…]

κερκίδες και διαζώματα
χαλκός και θάλασσα η νοητή
[…]

μνημονέψατε τεύκρο
μνημονέψατε εκάβη
μνημονέψατε την πόλη

Ορφέα ανάμνηση / Παπαϊακώβου Πολύδωρος



σταύρωνα τις μέρες μου με λέξεις
προσδοκώντας τη Γνώση των σπασμένων αγαλμάτων

Εκμαγείο / Παπαϊακώβου Πολύδωρος



δακρυσμένος κοιτάς
ένα άψυχο ξέρω
δίπλα
τ’ αγάλματα της περσεφόνης

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

έκθεση ζωγραφικής, βιβλίου και κατασκευών στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Λάρνακας τη Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017

Λάρνακα 29 Νοεμβρίου 2017
 
 
H Επαρχιακή Επιτροπή Λάρνακας-Αμμοχώστου του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥ.ΚΕ.Μ) και το Ίδρυμα ΧΡΙΣΤΙΝΑ Α. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ διοργανώνουν έκθεση ζωγραφικής, βιβλίου και κατασκευών στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Λάρνακας.
 
Τα εγκαίνια της έκθεσης θα τελέσει ο Δήμαρχος Λάρνακας κύριος Ανδρέας Βύρας τη Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017 και ώρα 19:30 και η έκθεση θα παραμείνει ανοικτή μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 2017.
 
Παρακαλούμε όσους διαθέτουν για πώληση καινούργιους πίνακες ζωγραφικής, βιβλία δικής τους έκδοσης και μικροκατασκευές να αποταθούν στους κύριο Λάκη Αποστόλου τηλ. 99624802 και κύριο Ανδρέα Μορφίτη τηλ. 99572467 για περισσότερες λεπτομέρειες.
 
Όλα τα εκθέματα θα πρέπει να παραδοθούν από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Λάρνακας το αργότερο μέχρι την Πέμπτη 07 Δεκεμβρίου 2017 για καταγραφή και ταξινόμηση.
 
Η τιμή πώλησης κάθε εκθέματος θα οριστεί από τον ίδιο τον προμηθευτή. Ποσοστό 30% θα διατεθεί από το Ίδρυμα ΧΡΙΣΤΙΝΑ Α. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ για φιλανθρωπικούς σκοπούς.
 
 
 
Με εκτίμηση
 
Ανδρέας Μορφίτης                                       Λάκης Χ. Αποστόλου
ΚΥ.ΚΕ.Μ                                                      Ίδρυμα ΧΡΙΣΤΙΝΑ Α. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ       

Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

"Αχτίδες Ζωής " (Συλλογή Διηγημάτων) και " Κραδασμοί Ψυχής" (Ποίηση) : Δύο Βιβλία της Συγγραφέας και Ποιήτριας κας Ελένης Τυρίμου


που με την υπ΄ αριθμ: 7.22.22. 1176 / 21 Ιουλ 2017 απόφαση της Διεύθυνσης Μέσης Εκπαίδευσης εγκρίθηκαν και θα συμπεριληφθούν στον κατάλογο των προτεινόμενων βιβλίων για τον εμπλουτισμό των σχολικών βιβλιοθηκών και αξιοποίησή τους από τους καθηγητές και τους μαθητές.  

Με την Ποιήτρια μπορείτε να επικοινωνήσετε μέσω του συνδέσμου: https://www.facebook.com/eleni.tyrimou

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

ΕΡΩΣ, ΜΥΘΟΣ, ΒΑΘΟΣ : Ποιητική Συλλογή του Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδη (200 Χαικού) Εκδόσεις : ΡΩΜΗ / 2017



Έρως


1. Συγχωροχάρτι 
ο Άδης στον έρωτα 
χαρίζει μόνο.

2. Αγαπώντας σε 
βαδίζω επ΄ υδάτων 
έως την ακτή σου

...

Μύθος 

Δέκα μικροί μύθοι της τρελλής ροδιάς*

81. Τρελή μου ροδιά
σαν γελάς φυσά νοτιάς
στων νιων τα στήθη 

82. Κλαδί σου κόβουν 
κλέφτες, μπόρες μα μπορείς 
ν΄ ανδρώνεις άλλα. 

83. Λικνίζεις κορμό
ξελογιάζεις τους νέους
πηδούν τα σκότη. 

84. Παιδί με κρατάς
κι ο άνεμος μας παίρνει
στ΄ονείρου βόλτα

85. Στη φυλλωσιά σου
καλείς να παίξω κρυφτό 
με το φεγγάρι. 

...

* Διάλογος με τον Οδυσσέα Ελύτη



Βάθος

141. Όσο σε λιώνουν 
Ανθέ, τόσο πιο πολύ 
ευωδιάζεις. 

142. Τα κάλλη γερνούν
οι καλλονές ξεβάφουν 
το Κάλλος διαρκεί.

143. Διδάσκοντάς σε 
διδάσκομαι δυο φορές
στοχάζομαι τρεις. 


Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Αμμόχωστος / . Μαρία Κωνσταντινίδου - Δημητρίου

Ίδια σπίτια, δεν παίρνει από λόγια το αίμα τους
μόνο να βλέπεις τη φωνή τους, να την παιδεύει ο άνεμος 
Θέλω να σου γράψω για τα δάκρυα της βροχής
για τις σιωπές που μεγαλώνουν στο σκοτάδι
για την αλήθεια της καρδιάς 
με λέξεις που δεν είπαμε
Ήσουν εκεί
στεφανωμένη με την πρώτη νιότη σου
ανέλπιστη βροχή της μοίρας του ήλιου
Δεν την αρνιέμαι την ψυχή μου
κοιτάζω γύρω μου να δω τον έρωτα
Η συνείδησή μου υπαγορεύει
την άκρη τ’ ουρανού….
.

Γαλάζιο Φως / Mαίρη Ηλιάδη


Μες το γαλάζιο φως
βαδίζουν οι σκιές μας
πάντα πρωτύτερα από μας
μ'αληθινά δικές μας. ..
Μες τα παραπετάσματα
αντίθετα απ' τους νόμους
που φτιάχνει με τη λογική
ο νούς, θνητούς ανθρώπους...
Μες τους καιρούς του μέλλοντος
φιλτράρεται κι ανθίζει
σε όσους το φως το γαλανό
τον δρόμο τους ορίζει...
Άλλοι το λεν ελπίδας φως
και θάλασσας το χρώμα
σαν γαληνεύει ο ουρανός
και λούλλουδα λευκόχρυσα
ανθίζουνε στο χώμα...
Εγώ το λέω άνεμο
μέσ' την ψυχή π' αντριεύει
δεν παρασέρνει μα ψηλά
στα σύννεφα τα γαλανά
υψώνει την ψυχή σου,
στον λογισμό σου σύνεση,
και θάρρος στη ζωή σου...!!!!

Θα' θελα να'ξερα / Υπερμάχου Χριστίνα

Θα' θελα να'ξερα
που βρίσκονται
όλες εκείνες οι στιγμές
με τις χαρές,
που με προσπέρασαν. 
Περίλυπη
δεν τα κατάφερα
να τις προϋπαντήσω.
Μα ούτε και που πρόφτασα
να τις ξεπροβοδίσω.
Και γλίστρησαν και χάθηκαν
στ' απέραντο του άγνωστου
στο διηνεκές του χρόνου.
Αφέθηκα
σ' ένα ντουέτο
μείζονος σιωπής
αντάμα με τον ίσκιο μου.
Πάει καιρός
που τον αντάμωσα πρώτη φορά.
Θυμάμαι
σ' ένα κρεσέντο
μείζονος λυγμού.
Και έκτοτε
τον κουβαλάω μαζί μου.
Θα' θελα να' ξερα
που βρίσκονται
όλες εκείνες
οι στιγμές με τις χαρές
που με προσπέρασαν.
Τουλάχιστον να τις ευχαριστήσω.
Χριστίνα Υπερμάχου.

Σιωπώ... / Λευτέρης Ελευθερίου

Σιωπώ...
μα εσύ νομίζεις πως βουβάθηκα
ουρλιάζει κι αλυχτά το εντός μου
όταν χιλιάδες ουρανοί ανοίγουν
και ξεσπούν οι καταιγίδες
απ΄τα μάτια μου
κάθε που η καρδιά οδηγεί το βλέμμα
στο "Βορρά"
και μου γυρνάει τραυματισμένο
απ΄τα συρματοπλέγματα
Σιωπώ νομίζεις ;
δεν ακούς την εκκωφαντική σιωπή μου;

Ο ΧΡΥΣΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ / Χριστοδούλου Θάλεια


Δεν θέλω να με ξεγελούν ψέματα να μου λένε
ούτε να με υποτιμούν με λόγια να με καίνε..
Μ' αρέσει να με σέβονται πλάτη να μην γυρίζουν
αληθινά να μ' αγαπούν να με υποστηρίζουν..
Ζητώ να με αισθάνονται γλυκά να μου μιλάνε
μ' αρέσει να με σέβονται και να με εκτιμάνε..
Αυτά που τόσο θα' θελες εσύ δώσε στους άλλους
μ' απλοχεριά στους γύρω σου, μικρούς μα και μεγάλους..
Κανόνας είναι ιερός και μένει στον αιώνα
έχει μεγάλη δύναμη είν' ο ΧΡΥΣΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ..

Τά ακριβά δέν τα γνώρισα... / Κυπριανού Ντίνος

Τά
ακριβά δέν τα γνώρισα
δέν τα φόρεσα
κάτι
τρύπια αποφόρια 
καί αυτά μικρά μου , άλλοτε μεγάλα
κάτι μπαλωμένα μου φόραγαν
όλες
οι μέρες μου ίδιες
τί Δευτέρες τί Τρίτες τί Σάββατα
Κυριακές ;;;
αυτές
οι Κυριακές με μελαγχολούσαν
ήξερα
να το παίζω άρρωστος
κρυβόμουνα
τα
ακριβά
δέν τα φόρεσα
τα
φτωχά τα ντύθηκα καί ήταν πολλά >>>
μου
αρκούσε λίγο νερό και λίγο αλάτι
έφτιαχνα την δική μου θάλασσα
και την είχα πάντα κοντά μου !
Κων/νος Κυπριανού.

[Σε λίγες μέρες φεύγω] / Λαμπής Γιάννος

Σε λίγες μέρες φεύγω
και δεν θέλω να αποχαιρετίσω κανέναν,
αν και θα μ’ άρεσε να αφήσω μερικά λουλούδια
έξω απ’ τη πόρτα της γυναίκας που αγάπησα
αλλά πάει πολύς καιρός που στο κήπο μου
είναι ερημιά και φυτρώνουν μόνο πέτρες.
Φεύγω λοιπόν,
αλλά εσύ, φύλαξε με μέσα σου,
κράτα με μέσα σου,
να μ’ ακούεις στην πνοή τ’ ανέμου
που θα φτάνει στ’ αυτιά σου
σαν τις κραυγές του έρωτά μας,
σαν τα ψιθυρίσματα μας
όταν ξαπλώναμε αγκαλιά,
κράτα με μέσα σου
μέχρι η ψυχή μου να σβήσει για πάντα
ανάμεσα σε σένα και στ’ όνειρο,
τότε θα καταλάβεις πως η λατρεία μου για σένα
δεν πέθανε, συνεχίζει να ζει και να θεριεύει
σαν αγάπη πιο μεγάλη κι απ’ τη θάλασσα
και πιο πέρα απ’ τους απέραντους ουρανούς.

ΔΙΑΨΕΥΣΗΣ / Πανάγου Μαρούλλα


Να 'χαμε τα ρημάδια τα λεφτά 
να στέλναμε στον διάβολο καθένα.
Να κάναμε τι πρόσταζε' η καρδιά 
και να μην δίναμε λογαριασμό κανένα

Μα έχουμε ανάγκη το ψωμί
που το πληρώνουν ακριβά τα όνειρά μας
και βάζουμε νερό μες στο κρασί
σαν παραβλέπουμε τα χάλια τα δικά μας.


Σκύβουμε το κεφάλι ταπεινά
και μπουναμάδες στον αφέντη μην θυμώσει
αν του ' ρθει να μας διώξει απ' την δουλειά
δεν τον εγνοιάζει και μπορεί να μην πληρώσει


Δεν τον πειράζει στάλα δυστυχώς
αν νηστικά στο σπίτι τα παιδιά μας κλαίνε .
Η δόση για το σπίτι κι ο γιατρός
απλήρωτα ,κι ο ξένος πόνος γέλιο ,λένε


που πήγαν οι αντάρτες του εχθές
που λέγαν δεν θα έσκυβαν ποτέ κεφάλι
τώρα ανθρωπάκια όπου γλείφουν τις πληγές
κι ας αγκαλιάσανε τον ρόλο του χαμάλη.


Πόσο μας άλλαξε η ζωή δεν το πιστεύεις
υποταχτήκαμε ανήμποροι στο ρέμα
που 'ναι τα όνειρα που ακόμα τα γυρεύεις
επέρασε ολόκληρη η ζωή μας ένα ψέμα.

ΔΩΣΕ ΟΥΡΑΝΕ / Ιωάννου Άνθιμος


σήκωσα ψηλά τα χέρια
για να πιάσω ουρανό
λίγο από το γαλάζιο
ν’ ακουμπήσω να χαρώ
ουρανέ μου που σκεπάζεις
ότι υπάρχει στον ντουνιά
δόσε μου κι’ εμένα λίγο
απ’ το μπλε σου που φοράς
σεντονάκι να της φτιάξω
το κορμί της να τυλίγει
να την κάνω εγώ δική μου
όσο ζω ποτέ μην φύγει
δόσε μου ουρανέ το μπλε σου
για να βάψω τ’ όνειρο μου
το κορίτσι π’ αγαπάω
να γινεί τώρα δικό μου
σεντονάκι θα της φτιάξω
σαν μιά θάλασσα πλατειά
κι’ αν το θέλει τότε θάμαι
δίπλα της παντοτεινά
ΑΝΘΙΜΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Τετραλογία scifaiku / Χατζηματθαίου Άθως


ένας αετός
σκαρφάλωσε στον ήλιο
και με τα νύχια
έσκαψε βαθειά
τις σάρκες του και βρήκε
την χρυσή πηγή
κι ήπιε μια γουλιά
απ’ το υγρό χρυσάφι
που ανέβλυζε
απ’ τα σπλάχνα της
και άγγιξε τη φωτιά
των αθανάτων

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ ΜΑΜΑ = ΧΑΡΟΥΜΕΝΑ ΠΑΙΔΙΑ : Παρουσίαση του Βιβλίου της Θέκλας Πετρίδου

Αυλαία και πάμε : Μουσική Παράσταση: Ιδέα Μαέστρος Ανδρέας Γερολέμου / Κείμενα Δημήτριος Γκόγκας






Παράσταση:

Αυλαία
και πάμε

Διεύθυνση: Ανδρέας Γερολέμου/Μαέστρος

ΚΕΙΜΕΝΑ: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ/ΠΟΙΗΤΗΣ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ: ΣΤΡΑΤΟΥΛΑ ΤΡΑΜΟΥΝΤΑΝΗ/ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ



Συμμετείχαν: Φωνητικό Σύνολο Δήμου Λάρνακας
Τραγουδιστές/ Ερμηνευτές/ Σολίστες: 
Χρύσω Δημήτρη, Έλενα Κώστα, Άννα Λοίζου, Κυριάκος Σιάλαρος, Χρύσω Μακρή
Σαντούρι: Ραφαηλία Σολωμού
Πιάνο: Έλενα Ιωάννου
Κρουστά: Μύρος Ευαγγελίδης
 Ακορνεόν:  Ιωάννα Γκερπεσιωτη

Τα τραγούδια και βίντεο από την παράσταση μπορείτε να ακούσετε πατώντας επί του συνδέσμου: https://www.facebook.com/groups/horodia/


Εισαγωγικό

    Tα τραγούδια του κόσμου,  
γεννιούνται από τους ανθρώπους,
από την φύση,
από την προσωπική, συλλογική πορεία μας
και ύστερα ξεκινούν το μακρινό του ταξίδι στο χρόνο.
    Κατέχουν το μυστικό της Αθανασίας
και λειτουργούν ως θαυματουργό ίαμα στην πολυκύμαντη ζωή, την ζωή μας.
Δημιουργούν μαζί μας,
χτίζουν μια άρρηκτη σχέση,
σχέση χαιρετισμού και από- χαιρετισμού.
    Μέσα από αυτή τη σχέση,
θα θυμηθούμε,
θα νοσταλγήσουμε,
θα αγκαλιάσουμε παλαιότερες μνήμες
και θα πατήσουμε πάνω σ΄ αυτές για να συνεχίσουμε την πορεία μας.
Το άρωμά τους μοιράζεται καθημερινές και σχόλες, κόβεται ξανά και ξανά ως ευλογημένος άρτος ενός ευαγγελίου κι ύστερα αργοπεθαίνει γύρω μας, αργοπεθαίνει μέσα μας κι ανασταίνεται. Τούτο το άρωμα περιμένει η ψυχή μας κα ευφρανθεί…
     Κι αν μια παλιά Κινέζικη Παροιμία λέει πως «μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις, εμείς θα προσπαθήσουμε να συνθέσουμε μια εικόνα,  αυτή της ζωής μας, προσφέροντας σαν κυριακάτικο γλυκό, νότες και λέξεις.



1.
Οι ήρωές μας, 
γεννήθηκαν, μεγάλωσαν,  
κάπου εδώ κοντά σε όλους μας,
στις νοτισμένες φυλλωσιές  μιας ιδιαίτερης πατρίδας.
Σε μια μικρή γωνιά,  με όλα εκείνα τα ιδιαίτερα χαρίσματα
και γνωρίσματα των γειτονιών.
Με τις καλοσυνάτες μανάδες να φωνάζουν τα μικρά παιδιά τους,
αυτά να παίζουν συνεχώς και ακατάπαυστα στους δρόμους
και τις χωμάτινες αυλές,
τους χαμογελαστούς νοικοκυραίους να επιστρέφουν από τον κάματο της ημέρας,
τις άσπρες τριανταφυλλιές να φανερώνουν το χρώμα της ελπίδας και τα ζουμπούλια ανθισμένα  να μας χαμογελούν κάτω από τον ουρανό . Γνώριμες εικόνες στα μικρά μπαλκόνια και κάπου κάπου, γυναικείες φωνές από μικρές παρεξηγήσεις και ασήμαντες σκιές που δίνανε άλλη νότα στις ζωές τους.
      Μέσα λοιπόν, σε ένα σκηνικό ζωής γεννήθηκαν δυο ψυχές.
Μεγάλωσαν, έβγαλαν κλαδιά, καρπούς,
μικροί θεοί που φτερούγισαν και πέταξαν.
Δεν ήταν επιταγή που εξαργύρωναν,
δεν ήταν πικρό γραμμάτιο  του χρόνου,
ήταν και δική τους απόφαση η φυγή.
Μια φυγή που μόνο το άνοιγμα της αυλαίας θα μπορούσε να σας δείξει. Μια φυγή από τον κόσμο τους. Από τον κόσμο μας.
Ανοίξαμε λοιπόν την βουβή αυλαία και πάμε ένα βήμα μπροστά. Να φωνάξουμε.
Ανοίξαμε την αυλαία της ψυχής μας και ταπεινά σας περιμέναμε, όπως η μάνα το παιδί της, όπως η γιαγιά τα εγγόνια της να σας τραγουδήσουμε και να ευφρανθούμε αντάμα.
Αυλαία και… πάμε λοιπόν!!!

Ακούγεται το τραγούδι: ΑΥΛΑΙΑ ΚΑΙ ΠΑΜΕ

2.
     Στάθηκε με σεβασμό στο τέλος της ιστορίας τους.
Δεν ήθελε να ακούει τις λέξεις υπομονή, θα περάσουμε. Δεν ήθελε να λέγεται μετανάστης. Όμως για την αγάπη τους,  δέχτηκε και χρίστηκε  μετανάστης σε άλλη γη, σε άλλο τόπο.
Πληγωμένος πρόσφυγας στην ακοίμητη αγάπη και στον αθάνατο έρωτα.
Άφησε ξωπίσω τις βρεγμένες εικόνες του, τη μορφή της
Πήρε μαζί του ζωντανές τις αναμνήσεις και τις μνήμες.
Τώρα της έπιασε στοργικά το γαριασμένο χέρι της.
Οι  ρυτίδες γιομάτες σκουριά την πρόδιδαν.
Μεγάλωσαν,  κι από μικρά αυλάκια, γίνανε ορμητικοί χείμαρροι και μεγάλα ποτάμια.

Μην φοβάσαι αγαπημένη μου.
Πριν πούμε το ποθητό τραγούδι μας, να φωνάξουμε πως δεν φοβόμαστε.
Αυτοί πρέπει να φοβούνται.  Οι χρόνοι, οι μήνες, οι μέρες.
Όσο υπάρχει ανίερος φόβος υπάρχει και κακός θάνατος.

Ας υψωθούμε στον γαλάζιο ουρανό που αγαπήσαμε
Ας ανοίξουμε την αυλόπορτα, ας γιορτάσουμε
Ας γκρεμίσουμε την υψικάμινο που καίει τα φτερά μας
Ας γεμίσουμε τα ισχνά κορμιά μας, με ήρεμη θάλασσα κι απάνεμη ευλογία
Να το ευλογημένο κυκλάμινο
Κοντά μας  το άσπιλο θυσιαστήριο
Ιδού η ευχή του κόσμου
Η αγάπη μας.

Κοιμήσου αγαπημένη μου, Κοιμήσου Περσεφόνη

Ακούγεται το τραγούδι : ΚΟΙΜΗΣΟΥ ΠΕΡΣΕΦΩΝΗ


  3.

   Λίγο πριν , είχε βγει από τα στεγνά του χείλη ένας πικρός αναστεναγμός.
Αχ η μικρή αγαπημένη του!!!
Πώς να την προστατεύσει!
Πώς να υψώσει τείχη στους ανέμους που έρχονται
από τόσο μακριά και σκορπίζουν τους χαμούς τους τόσο κοντά.
Πώς να της γίνει η άρνηση του μη και του όχι,
πώς να είναι το …δεν πρέπει,
πώς να γίνει το απαγορεύεται…
Με τι να κλείσει τις χαραμάδες του σπιτιού τους;
με τον ιδρώτα,
το δάκρυ,
το γάλα,
με τη  βροχή….
Και τη νιφάδα;
    Στο κρυφό τους περιγιάλι,
όπου έσμιγαν τα χείλη τους ο θνητός ποταμός και η θάλασσα, σύχναζαν ανηλεείς φουρτούνες και χρόνιοι αέρηδες,
ασθένειες της ανθρώπινης μνήμης.
Πώς να αποφύγεις τον χρόνο μέλλοντα στη γραμμή του θανάτου;
Γι αυτό:  Μικρή αγαπημένη,
στο πα και στο ξαναλέω στο γιαλό μη κατεβείς!!!

Ακούγεται το τραγούδι: ΣΤΟ ΠΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΞΑΝΑΛΕΩ

4.

Κι ήρθε μια μέρα διαύγεια, η ομορφότερη του κόσμου,
η μέρα της αθανασίας, της μητέρας γέννησης,
η μέρα της μήτρας,
όπου ο ανθρώπινος ανθός εγκυμονώντας,
άνοιξε και σκόρπισε το νέο του άρωμα στη πλάση.
Γέμισαν οι αγκαλιές χαμόγελα,
τα στήθη της φούσκωσαν από αγάπη και ζούληξε μέσα τους το πρόσωπό της.
Κέντησε με τη προσευχή της ένα γαλάζιο φυλακτό,
φίλησε με περίσσιο πάθος και ευγνωμοσύνη τη Μεγαλόχαρη
και της δόθηκε απλόχερα μια ατελείωτη ευτυχία.
Έλα, του είπε αγαπημένε.
Έλα, της είπε καλή μου.
Έλα να γευτούμε τα μελλούμενα,
τα όνειρα που γέννησαν  ξανά και ξανά την ελπίδα.
Έλα!!!
Πάλι να φιλήσουμε τα ρόδινα μάγουλα, της μάνας γης και του κόσμου όλου,
να μυρίσουμε το πρώτο φως της αυγής, το μινόρε της. 

Ακούγεται το τραγούδι : ΤΟ ΜΙΝΟΡΕ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ


5.

Κι αφού μεγάλωναν χέρι- χέρι,
με το λιγοστό ψωμί πάνω στο ξύλινο τραπέζι,
ήρθε και κείνος ο απρόσκλητος χρόνος που πήρε μακριά το μισό.
Πότε πιο κοντά, μα μακριά,
πότε πιο μακριά,  μακρύτερα από τα συρματοφραγμένα σύνορα,
όπου το φως των ματιών δεν φτάνει ολάκερο και μήτε μια ακτίνα βελόνα κεντά το κορμί κάποιας πλάσης, σε κείνο το όριο στάθηκε κι οι σκέψεις έγιναν θηλιές, επικίνδυνα παιχνίδια στις σχέσεις τους.

Τώρα η βροχή ραντίζει με πίκρα τη ζωή
και τα σώματα αναζητούν ανάμεσα
στην σκληρή καθημερινότητα τις αιτίες.
Ψάχνουν απεγνωσμένα αφορμές
μέσα στους μήνες που πέρασαν, τις τσακισμένες πιέτες,
τους ατσαλάκωτους γιακάδες
και τους υδρατμούς που γιομίζουν τα σκοτεινά δωμάτια.
Κουρνιαχτοί κρύβουν τις αγάπες και τους έρωτες
ποδοπατούν τις συνεχείς συγνώμες,
τις σαβανώνουν και ως  ανήμπορες
δεν μπορούν να σώσουν ότι επιτέλους σώνεται, από τη δίνη της ζωής τους.
Το σίδερο μ΄ ατμό, ξεχάστηκε,
αφέθηκε ένα Σαββατιάτικο απόγευμα στη χαλασμένη πρίζα.
Κι έτσι,  αντί ν΄ ανάψουν τα κίτρινα φώτα,
άναψαν κόκκινες δάδες στις καρδιές τους!!!

Ακούγεται το τραγούδι: ΣΙΔΕΡΟ ΜΕ ΑΤΜΟ
6.
Όταν η νύχτα μεγάλωνε και νύχτωνε γρήγορα,
ερχόταν στη θύμηση,
ως άγγελος εξ ουρανού,
του αγνοούμενου αδελφού η χαρακωμένη μορφή.
Πίσω από τις βαριές κουρτίνες κρύβονταν η σιωπή να μην την αγγίξει η ήλιος και βγάλει φωνή.
Κλειδωμένος μέσα στο σαβανωμένο δωμάτιο,
αφουγκραζότανε τους μακρινούς ήχους του πολέμου,
τις ασυγκράτητες ιαχές των πολεμιστών,
τις κλαγγές των όπλων
και η σιωπή έπαιρνε δύναμη από τους χαμούς,
τους ξαφνικούς θανάτους,
τις παράπλευρες απώλειες,
τα χαμένα χαμόγελα,
τα αναφιλητά που βάραιναν τα στήθη των γυναικών
όπου φώλιαζαν χελιδόνια και ένα - ένα πετούσαν ψηλά,
μαζί με τον ποιητή. 
Μαζί του στη πρώτη γραμμή,
στη γραμμή του θανάτου
και της Ανάστασης μαζί!!!

Ακούγεται το τραγούδι: ΕΝΑ ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ


7.
Αγκάλιασε την τελευταία της πνοή σαν να είναι η πρώτη.
Έπεσε μέσα στη στέρεα φυλακή που του έφερε ο χαμός της.
Πόση άγρια λευτεριά είναι η ξεκούραση του θανάτου.
Μέσα από το στέρνο του έβγαλε ένα γιασεμί,
το εναπόθεσε στο κρύο στήθος της,
να μοσχοβολά η άλλη γη,
να αρωματίσουν τ΄ άστρα.
Ξέρει πως αύριο θα αρχίσει και πάλι να ζει
την μικρή πικρή του καθημερινότητα.
Γιατί πρέπει να ζήσει
Γι αυτόν, για τη ζωή
Ξέρει πως αύριο θ΄ αρχίσει και πάλι να δυσκολεύεται
προπάντων με τις αγαπημένες απουσίες.
Σήμερα όμως…
Καθώς η βροχή γδέρνει το σαρκίο και λούζει το πόνο του,
θέλει να βηματίσει,
μέχρι το κοιμητήριο,
μέχρι τον τελευταίο σταθμό του ερωτά του.
Η διαδρομή μέχρι την αγαπημένη του,
ένα μικρό κουραστικό ταξίδι μέσα στη βροχή.
Σφιχταγκαλιάζει τις σταγόνες που τον λούζουν και τραγουδά:
Βγαίνω στη βροχή
μόνο αυτή σου μοιάζει
μάνα που αγκαλιάζει
ό,τι όμορφο ξεχνώ…

Ακούγεται το τραγούδι: ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

8.
Θυμήθηκε και πάλι…
Μέσα στη πνιγηρή σιγαλιά της νύχτας,
για να μοιράσει την αγάπη του κάθισε αργά,
την ώρα που απ΄τον ουρανό δεκάδες χρώματα
βάφανε τις στέγες των σπιτιών μας
και νυχτολούλουδα ανοίγανε στους δρόμους μας
και της έγραψε τρία ποιήματα.
Γοητευμένος από τη ζωή
και τη θάλασσα,
Νικώντας τους φόβους του.

Μια θάλασσα που λείπει
όπως η παρουσία σου,
είναι μια θάλασσα,
η αυλή που γεννήθηκα.
Οι ευχές μου, νησιά ακατοίκητα.

Ζωή είναι ότι ζύμωσες
και πρόσφερες στους άλλους
θάνατος είναι ότι δεν έδωσες
ενώ μπορούσες,
στο τραπέζι της Κυριακής.

Κι έτσι γλυκιά μου
γύρε το κεφάλι
στο στήθος.
Άκου
την καρδιά που ακουμπά,
στα βράχια των πνευμόνων.
Μην φοβηθείς να πέσεις στις λάμες τους. 

Ο Ποιητής του Κόσμου, ο ήρωας μας ξεχάστηκε
και κούρνιασε στα κλαδιά ενός δένδρου,  
λησμόνησε να της γράψει ένα ποίημα
για τα… πουλιά στα χίλια χρώματα.



Ακούγεται το τραγούδι : Πουλιά στα χίλια χρώματα

9.
Κι ένα βράδυ που το φεγγάρι σβόλιασε,
μια μέρα που ο ήλιος θάμπωσε,
φάνηκε από το στενό μονοπάτι ο καβαλάρης με το άσπρο άλογο,
το βασιλόπουλο του κόσμου,
πιο όμορφο από τον ήλιο,
πιο λαμπερό από της νύχτας το φεγγάρι.
Ξωπίσω του,  οι τρεις μάγοι με την σμύρνα, το λίβανο και το χρυσάφι
και οι υποσχέσεις για τα αρραβωνιάσματα,
τα παντρολογήματα για μια ζωή ολάκερη.
Μακριά στα βάθη

Μάνα καλή μου μάνα που έφυγες
Πατέρα αγαπημένε
Μ΄ αυτά τα λίγα και τα ελάχιστα του λόγου αφήστε με να ζήσω
Δώστε την ευχή που μου δωρίσατε για να έχω στη ζωή μου
Μια φλόγα να καίει στην καρδιά μου και να σας αγαπώ
Νερό να ξεδιψούν τα ζώα και οι άνθρωποι στον κόσμο
Ψωμί, λίγο ψωμί να γεμίσει το τραπέζι!!!

Κι εσύ ξένε, αγαπημένε, 
που μου φέρνεις το κόσμο στα πόδια μου,
Ανέκραξε η κόρη : Ποιο είναι τ΄ όνομά σου;
Βλέπεις,
ούτε που ρώτησα!!!


Ακούγεται το τραγούδι : ΟΥΤΕ ΠΟΥ ΡΩΤΗΣΑ


10.

Επέστρεψε από το μισό του χρόνου κι άπλωσε μπροστά του ότι απόμεινε από τις μάχες που έδωσε.
Ο αιώνιος έρωτας χαμένος σε μια απόμερη, απάγκια σπηλιά.
Το σπήλαιο.
Έτσι την είχαν ονομάσει.
Μια εσοχή σε απόκρημνα βράχια.
Όταν χώνονταν μέσα,
σαν τυφλοπόντικες να ανακαλύψουν τον άλλο κόσμο
και τα κορμιά τους,
από την χαραμάδα της ξερολιθιάς,
έμπαινε κρυφά μια ηλιαχτίδα,
ένας μικρός ήλιος κι έφεγγε όπως το μικρό λυχνάρι τις νύχτες.
Ψηλάφιζαν τους καταπράσινους λόφους και τα βουνά,
τα εφηβικά χαμόγελα και τις μικρές ανησυχίες,
σκάλιζαν τα όνειρα τους, τα ονόματα,
τσιμπούσαν τα γέλια και τα κλάματα,
λειτουργούσαν ως ιερείς και ιέρειες στα κρυφά τους μονοπάτια και στις δικές τους τελετουργίες.
Αυτές  της αγάπης και του έρωτα.!
Και εκεί, κάτω στο ποτάμι, στην κρυφή σπηλιά, 
οι καρδιές τους ιερουργούσαν σαν μία.
Εκεί, Κάτω στο ποτάμι!!!

Ακούγεται το τραγούδι: ΚΑΤΩ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

11.

Ξέρετε οι έρωτες δεν αλλάζουν χαρακτήρα με το χρόνο.
Αλλάζουν οι μεγαλόστομοι χρόνοι.
Ποτέ δεν κάνουν βήματα πίσω.
Μεγαλώνουν, μεγαλώνουν και ανακυκλώνουν τα γεγονότα.
Ανακυκλώνουν τους έρωτες, τις αγάπες, τα όνειρα.
Μάς ανακυκλώνουν!!!
Μια μηχανή ο χρόνος που παράγει ανθρώπους
με τα άσχημα και τα καλά τους.
Αλλιώς ίσως να μην λέγαμε ποτέ:
Αυτό,
εκείνο,  το έχουμε δει ξανά,
το έχουμε ακούσει και πάλι.
Κάπου το έχουμε ξαναζήσει!!!

   Γυρίζοντας χρόνια πίσω,  συναντάμε δυο παιδιά που γίνανε ενήλικες  μέσα στον ίδιο χώρο.
Με τους Κύκλωπες και τους Λαιστρυγόνες
να χορεύουν τους πολεμικούς τους χορούς τριγύρω,
παίζοντας με τις φωτιές.
Στο βάθος οι σειρήνες με το μεθυστικό τους τραγούδι.
Οι φήμες περί επικείμενου ξεριζωμού,
οι οπλές των αλόγων στις πέτρες.
Μόλις που πρόλαβαν να βαφτίσουν τον έρωτά τους αιώνια αγάπη.
Ο χώρος και ο χρόνος, λίγο διάφορος.


Και ο νέος μας θα έπρεπε να περιμένει να τελειώσει τις δουλειές  του χωραφιού,
να σταθεί αντάξιος του πατέρα,
των γονιών του.
Να τελειώνει μόνο θέλει και να χωθεί βαθιά μέσα στην αγκαλιά της αγαπημένης του
και να ησυχάσει, να «πνάσει»

Δεν περνά λεπτό που να μην σκέφτεται,
να μην ονειρεύεται αυτή τη στιγμή.

Γρήγορα- γρήγορα «ασιερομπάζει»,
μεταφέρει τα άχυρα από το αλώνι στον αχυρώνα και τρέχει να δει τα μαύρα μάτια της και να ακούσει τη φωνή της.
Μια ανάμνηση άλλοτε πικρή και άλλοτε γλυκιά.
Όπως και η δική μας ζωή και η ζωή των άλλων.


Ακούγεται το τραγούδι:  ΑΣΣΙΕΡΟΜΠΑΣΜΑ


12.

Περνούσαν τα χρόνια  γρήγορα κι ο μικρός καρπός ωρίμαζε,
έσταζαν μέλι τα λόγια της,
μικρή ευγενική κυρία.
Η αγαπημένη του.
Η ομορφιά της μαθεύτηκε,
για  τα μεγάλα αμυγδαλωτά της μάτια παίχτηκαν ζάρια στους καφενέδες.  
Για χάρη της,
παλικάρια χάθηκαν σε παράφορα κύματα,
σκοτώθηκαν καβαλάρηδες
και πολεμιστές στη μέση μιας Ανατολής.
 Γράφτηκαν οι ωραιότερες ιστορίες λόγου και αθάνατα παραμύθια,
Γράφτηκαν, είπανε,
με το φτερό ενός πνιγμένου γλάρου στο καθρέφτη του ουρανού.
Περήφανοι και ευτυχισμένοι  
αγκαλιάζανε τη μονάκριβη κόρη,
ζούσανε μέσα από αυτή, γι αυτή!!!
Γυναίκα, αγαπημένη κόρη,  
με το ακριβό σου κόκκινο φόρεμα,
όμοιο με το αίμα των ανθρώπων που χάθηκαν
κάτω από τη σπάθη του κατακτητή,
πόσο σου πάει να φοράς την θεά Αφροδίτη στα μαλλιά σου.
Ευχή να χαίρεσαι το πρωινά,
στήνοντας με όνειρα κάποιον νέο δρόμο.  
Κι  ακόμα μια μικρή ευχή τα βράδια σου ο ύπνος να είναι γαλήνιος.
Κανείς δεν είχε ακούσει το όνομά της.
Πειραχτικά κι ανέγγιχτα στο χρόνο,
Περιμπανού την ονομάσανε.
Περιμπανού την έλεγε κι εκείνος.

Ακούγεται το τραγούδι : ΠΕΡΙΜΠΑΝΟΥ

13.

Όμως η όμορφη ζωή δεν είναι ατελείωτη.
Κι αν φαντάζει έτσι ατελείωτη, έτσι δεν είναι.
Ποτέ δεν είναι αργά, ποτέ δεν είναι νωρίς.
Στο μέτρο κι όλα στην ώρα τους.
Ύστερα από την μοιραία Άνοιξη ήρθε και η δεύτερη ευκαιρία.
Δεύτερη άνοιξη,
δεύτερο καλοκαίρι,
μέχρι και ο χειμώνας είχε τη δεύτερη του ευκαιρία.
Δυο φορές τα πάντα.
Πήγε και αγόρασε δυο παλτά!!!
Τον χειμώνα ζέσταιναν τις καρδιές τους.
Το καλοκαίρι τα αποτίναζε.
Τα ξεσκόνιζε.
Κι όταν η δεύτερη ευκαιρία πήρε τη θέση που της άρμοζε,
έδωσε το ένα του παλτό.
Χώρισε τους χρόνους του στα δύο.
Έξι μήνες στη ζωή και έξι στον θάνατο.
Δυο παλτά η ζωή του!


Ακούγεται το τραγούδι: ΤΑ ΔΥΟ ΠΑΛΤΑ


Επίλογος

 Τα τραγούδια ήταν ο δρόμος.
Ευχόταν να μπει μέσα στη καρδιά της, να μάθει πρώτος,
πιο μπροστά και από αυτή, τι σκέφτεται,
τι λογαριάζει για το μέλλον της, το μέλλον τους.
Καθόταν συχνά στην άκρη του μικρού κρεβατιού,
με τα μάτια ορθάνοιχτα,
κάποιες φορές βουρκωμένα
και τη θωρούσε σαν ένα αγαπημένο του τραγούδι που κάποτε, ποιητάρηδες και λαϊκοί τραγουδιστές το έγραψαν σε φυλλάδες, 
το μοίραζαν ακόμα και στις πιο απόμακρες γειτονιές της μεγαλονήσου,
το τραγούδησαν σε πανηγύρια και σε προσκυνήματα κατακλυσμών.
Καταλάβαινε, τότε,
πως η αγάπη θέλει υπομονή
και η υπομονή θέλει πολλή δουλειά για να αποκτηθεί
να γίνει προτέρημα και αρετή.
Και έπιανε τον εαυτό του,
ψηλά στον ουρανό,
γυμνό έρωτα,
ξεροκλάδι στους ανέμους να κυνηγά,
απτά όνειρα και ουτοπίες.
Τα πάντα για χάρη της,
για την αγάπη του.
Την αγάπη τους!

Την αγάπη μας!