Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Κάτω από την Πανσέληνο του Ιουλίου

 





Πραγματοποιήθηκε την 29η Ιουλίου 2026, στην Λάρνακα, ποιητική εκδήλωση με θέμα το Φεγγάρι του Ιουλίου. Κατόρθωσα και συνέλεξα 4 ποιήματα που απαγγέλθηκαν στην εκδήλωση και σας τα παραθέτω: 


ΚΟΥΝΟΥΠΙ ΤΙΓΡΗΣ
/Παύλος Ανδρέου
 
Σε ανήλιαγο σοκάκι
βουίζει ένα κουνούπι
παγιδευμένο
σταγόνες αγωνίας στα φτερά του.
«Προσοχή στο φως.
Είναι αναξιόπιστο.
Θάνατος εξασφαλισμένος.
Θανάσιμη παγίδα χωρίς έλεος».
Ο εξολοθρευτής με βλέμμα έκπληκτο ρωτά:
«Μιλούν και τα κουνούπια;»
Το έντομο εξοργισμένο στροβιλίζεται.
Απαιτώ εκεχειρία.
Απόδραση από το τεχνητό μαρτύριο
των LED.
Μη με εγκλωβίζετε στη δίψα των αισθήσεων…»
Τα βράδια της υπομονής
μεταμορφώνεται σε τίγρη ανελέητη.
Ρουφά το αίμα μας αχόρταγα
μέσα από αντανακλάσεις προβολέων
των διερχόμενων ασθενοφόρων.
Αποκτά διαστάσεις γιγαντιαίες
υπαγορεύοντας μεθοδικά τις τύψεις μας.
 
 
 **
 
 
 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΕΞΟΔΟΣ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ / Γιώργος Μολέσκης
 
Απόψε μ’ έχουν βομβαρδίσει ανελέητα οι ειδήσεις.
Μ’ έχουν κάνει ένα ερείπιο
σε κάποια πόλη της Συρίας,
ένα ορφανό παιδί που κλαίει
πάνω στο νεκρό σώμα του πατέρα του
σε μια έρημο στο Ιράκ,
έναν μετανάστη πάνω στα κύματα,
έναν πρόσφυγα που πορεύεται μόνος σε ξένη γη.
 
Βγαίνω στον δρόμο, περπατώ σε μια πόλη
μοιρασμένη από τον πόλεμο,
που είδε φόνους και βιασμούς,
έκλαψε νεκρούς και αγνοούμενους,
μια πόλη
που κουρνιάζουν πάλι στις έρημες γειτονιές της
καινούριοι πρόσφυγες, άλλοι μετανάστες.
 
Περπατώ μόνος, στο σκοτάδι και στο κρύο,
από πάνω με κοιτάζει αδιάφορη μια πανσέληνος
κι από ένα ηχείο στη γωνιά του δρόμου
φτάνει στ’ αυτιά μου  η φωνή του Βέρντι
σ’ ένα μεγαλειώδες πολυφωνικό κρεσέντο:
tutto nel mondo è burla! …
Σολίστες, μουσικοί, χορός,
ξεχωριστά και όλοι μαζί:
tutto nel mondo è burla! …
 
Όμορφα, μαγευτικά που ο συνθέτης
έβαλε την πικρή αυτή τελεία
στο τέλος μιας πορείας
που άγγιξε την τελειότητα.
 
Περπατώ κι ο Βέρντι με ακολουθεί
δωροδοκώντας με
με τη μαγεία της μουσικής του:
tutto nel mondo è burla!
 
 
Από τη συλλογή «Ανοιχτός ουρανός».
Εκδόσεις Βακχικόν 2022
 
**
 
 
La luna luminosa / Ιωάννα Παπαντωνίου
 

Και είπε το φεγγάρι...
Όταν πάψει η βαρύτητα να με κρατά δέσμιο στο αχανές,
στο πηγάδι των ευχών θα αφήνομαι τις νύχτες.
Σαν νόμισμα χρυσό για την εκπλήρωση των στίχων θα κυλάω....
Για τους ποιητές που ξάγρυπνοι θα απαγγέλλουν τις σιωπές μου
μια δέσμη φωτός θα κρύβω.
 
Είναι φορές που λέω να παρατείνω την περιφορά μου
και να παραμείνω στην αθέατη πλευρά της Γης...
Θα  γίνω το τόπι στα χέρια του παιδιού
που ανάμεσα στα ερείπια δεν έπαψε να παίζει
ή ακόμη πρόσωπο δίχως προσωπείο,
αυτό που πρόκειται να ανασύρουν οι διασώστες.
Τι κι αν κάποια μέρα καταγραφώ ως λάφυρο πολέμου;
Εύκολα θα με μεταπωλήσουν οι πλανόδιοι στις αγορές του κόσμου.
Λυχνάρι που αναβοσβήνει θα με πουν άλλοι.
Θα αρκεί αυτό να διαβαστούν τα ανορθόγραφα στους τοίχους;
Είθισται με λευκή μπογιά να ξεκινά η ανοικοδόμηση.
Και είναι αλήθεια...
Κάτω από μια πανσέληνο γίνονται τα θαύματα.

***
 
 
Το ύστερο φεγγάρι ενός πολέμου / Δημήτριος Γκόγκας
 

Πάνω από εξήντα χρόνια έχω στη μνήμη μου το φεγγάρι του Ιούλη
Ακόμα δεν ξέρω εάν μου αρέσει το χρώμα του
Ακόμα δεν γνωρίζω εάν το σχήμα του θα έπρεπε να είναι ο κύκλος
τι και αν κύκλος είναι το σχήμα της ζωής μας
 
Εισβολή, θάνατοι, αγνοούμενοι, σκλαβιά, εγκλωβισμένοι
Συνομιλίες και πάλι συνομιλίες για το αυτονόητο: τη λευτεριά
Για να βλέπω το φεγγάρι του Ιούλη ελεύθερο
 
Εγώ κάθομαι πάντα την άκρη της βεράντας
Από εκεί έχει καλύτερη θέα
Και πιο σωστά διαβάζω τις λέξεις
Σε κείνα τα κιτάπια του μαύρου ουρανού
Που φέγγει το φεγγάρι
Διαβάζω καλύτερα τις λύσεις, τ
ις δεσμεύσεις, τις αντεγκλήσεις, τις υποδείξεις
Διαβάζω καλύτερα κάτω από το φως του.
 
Κι όταν βαθύτερα φτάνει το βλέμμα στο κενό
Θυμάμαι εκείνο που μάθαινα
Το τραγουδάκι εκείνο
«φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ…»
Κι έλεγα
δεν θα αφήσω ποτέ την πατρίδα,
δεν θα αφήσω ποτέ την αυλή
το σπίτι που μεγάλωσα
Δεν θα αφήσω ποτέ το χέρι σου
Δεν θ αφήσω να φύγει ποτέ από το μυαλό μου
το φεγγάρι της πατρίδας
Το φεγγάρι του Ιούλη

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

ΟΙ ΣΚΕΦΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ / Καλοζώης Γιώργος


Εσύ που είσαι
τόσα πολλά πράγματα
είσαι η τροφή μου
είσαι καλοψημένη χωρίς
τα ξίγκια και τα νεύρα
είσαι ο πουρές όλες οι
αλοιφές
το χούμους η τυροσαλάτα
και το τζατζίκι
είσαι η ανατροφή μου
θα φτιάξεις ιστό για το
φατνίο μου
θα αγοράσεις παυσίπονη
κρέμα για τα ούλα μου
είσαι η φρουτόκρεμα το
αλεσμένο κρέας και το
φαρίν λακτέ
το παχυντικό για τα μωρά
με τα παραφουσκωμένα
μάγουλα και θα πίνω το
γάλα μέσα στο μπιμπερό
και το γάλα μετά το
κατσικίσιο
πρέπει να γίνεις μωρό για
να καταλάβεις κάπως τον
κόσμο
θα πετάξω το πι που
κληρονόμησα απ’ τους
γονείς μου και θα κινούμαι
με περπατούρα γιατί πρέπει
να γίνεις μωρό για να
καταλάβεις ίσως τον κόσμο
και θα πετάξω όλα τα
κουστούμια μου τις γραβάτες
μου και τα παπιγιόν μου και
τα ιταλικά παπούτσια μου
και θα φορώ από τώρα και
στο εξής τη σαλοπέτα μου
και τα εσκιμό μου και τον
υπνόσακό μου
μπορεί τότε να καταλάβω
τον κόσμο
ο κόσμος ποτέ δεν θα με
καταλάβει
ο απόκοσμος κόσμος

ΦΑΙΔΩΝΑΣ / Στυλιανού Ανδρέας

 


Το πήρε στην αγκαλιά του. Το κρατούσε όπως κρατούνε ένα μικρό παιδί. Αυτό το απολάμβανε και έκλεινε ναζιάρικα τα μάτια. Βυθιζόταν στην αγκαλιά του μικρού Ιάσονα. Ένιωθε ασφάλεια και απέραντη γαλήνη. Ήτανε ένα άσπρο κουταβάκι με μαύρες βούλες. 0 πατέρας του ήταν ένα μαύρο σκυλί ατημέλητο. Βρόμικο με τα χόρτα και τα χώματα να έχουν γίνει ένα με το δέρμα του. Ένας σκέτος αλήτης. Η μητέρα του ήταν ένα άσπρο και πανέμορφο σκυλί. Λευκίππη, το όνομα που της έδωσαν τα παιδιά. Πώς έσμιξαν αυτοί οι δυο;
Γενετήσιο ένστικτο. Έκαναν μαζί έντεκα κουταβάκια. Μια ολόκληρη ποδοσφαιρική ομάδα που θα έπαιζε στο σκυλοπρωτάθλημα αν γινόταν κάτι τέτοιο. Το καθένα είχε τη χάρη του. Κοιτάζοντάς τα, θα μπορούσες να μαντέψεις τι χαρακτήρα θα ανέπτυσσαν όταν μεγαλώσουν. Τα μαύρα, έμοιασαν του πατέρα τους. Άρχισαν πρώτα να γαβγίζουν και να τα θέλουν όλα δικά τους. Έτρεχαν πρώτα να βυζάξουν από τη μαμά τους. Τα λευκά έμοιασαν της μητέρας τους. Ήτανε πιο ήσυχα, γλυκά, συμπαθητικά, λεπτές ψυχές. 0 μικρός Ιάσονας τα χαΐδευε και τα αγαπούσε. Ήτανε σαν να έχει πολλά μικρά αδελφάκια. Ήτανε το μικρότερο παιδί στην οικογένεια. Τα άλλα παιδιά ήτανε πολύ μεγαλύτερα. Παρόλο που προσπαθούσε να τους ακολουθάει και να τους μιμηθεί, δεν τα πολυκατάφερνε. Ένιωθε ότι επικοινωνούσε καλύτερα με τους μικρούς του φίλους. Τα αγκάλιαζε, τα χάιδευε και αυτά δέχονταν απλόχερα την αγάπη του. Η αδυναμία του, ο Φαίδωνας, το άσπρο σκυλί με τις μαύρες βούλες και τα έξυπνα ματάκια.
Μετά από μια κουραστική μέρα όλο τρέξιμο και παιχνίδι ο μικρός αποκοιμήθηκε στην αναπαυτική πολυθρόνα. Δίπλα του, ο Φαίδωνας, φαίνεται να αποκοιμήθηκε και αυτός. Από κάτω από την πολυθρόνα, ξαπλωμένη η Λευκίππη και, δεξιά και αριστερά της, όλα τα κουταβάκια που είχαν και αυτά πέσει στην αγκαλιά του Μορφέα.
0 πατέρας του πλησίασε. Τον πήρε αγκαλιά για να τον βάλει στο κρεβάτι του. Έκλεισε την μπαλκονόπορτα. Σε λίγο έσβησε το φως. Ήτανε βράδυ, το φεγγάρι ολόγιομο σε καλούσε να ονειρευτείς.

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Η ΜΕΣΑ ΛΕΞΗ κι άλλες ιστορίες του βυθού / Τιμοθέου Ανδρέας

 Σήμερα, έλαβα το δώρο του αγαπητού φίλου και αξιόλογου ποιητή της Κύπρου Ανδρέα Τιμοθέου. Πάντα με γοήτευε η ποίηση του κ. Τιμοθέου, διότι πέραν των νοημάτων διακρίνεται για την αυαισθησία και την λεπτότητα των στίχων. Για την ευγένειά της, σπάνιο στην ποιητική ζωή! Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε το ποίημα : Η ιστορία του βυθού μου 


Σύμφνα με τις πληροφορίες που έχω το βιβλίο θα διατεθεί επίσης προς πώληση στις παρουσιάσεις:

25 Σεπτεμβρίου, Λάρνακα
22 Οκτωβρίου, Λευκωσία
12 Νοεμβρίου, Λεμεσός

Επίσης μπορείτε να επισκεφτείτε την σελίδα του στο ΦΒ : https://www.facebook.com/andreas.timotheou.5 για να αναγνώσετε απόψεις και προσεγγίσεις για την νέα του ποιητική συλλογή











Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

ΒΓΗΚΑ ΝΩΡΙΣ / Λοϊζου Δώρος

 


Βγήκα νωρίς
στους πράσινους κήπους,
πριν προλάβουν να ξυπνήσουν
τα γιασεμιά κι οι μέλισσες.
Βγήκα νωρίς,
πριν γίνουν ατμός
οι ασχημάτιστες δροσοσταλίδες.

Ναι, βγήκα νωρίς.
Δε λέω,
μπορεί να μην είδα
πεταλούδες, ρόδα κι έντομα
μα είδα
τα υγρά όνειρα του εωθινού,
το ξεψύχισμα της άγουρης νύχτας,
το αόρατο αγκάλιασμα του ορατού με το άυλο…

Ναι, βγήκα νωρίς
-το ξέρω-
μα δεν το μετανιώνω.

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ Τ’ ΑΛΩΝΑΡΗ / Δημητρίου Δήμητρα

 


Κάτω στην ακροποταμιά κορίτσι περπατάει
κρατώντας βέργα λεμονιάς και προς τον κάμπο πάει.

Κόβει λεμόνια στρογγυλά
(Άι μέρα δίχως στήθος!)
και πλένει τα μπαμπακερά
τορέρο στην καρδια της.

(στην ανθισμένη λεμονιά από κάτω
πληγώνει με ο αγέρας)

Της ομιλώ δεν κυματεί
της κραίνω δε σαλεύει
πυρή φωτιά τα στήθια της
από έρωτα πεθαίνει.

Σε μαντίλι τ’ όνομά του κεντάει.
«Ποιος θ’αγοράσει αυτή τη λύπη από κλαριά
μαντίλια για να φτιάξει;»

(Άι μέρα ατέρμονη!
Άι σιωπή δίχως ήχο!)

Πουλί αν ακούς σπλαχνίσου την
φωνή κυνηγημένη
τι πια δεν μένει μας καιρός
από έρωτα πεθαίνει.

(φθόγγοι κομμένοι και ξεροί
ξερόκλαδα που σπάνε

Μαρία /Δημητρίου Δήμητρα

 


Εμένα, τη μάνα μου και την αδελφή μου μας πήραν στα τελευταία
σπίτια του χωριού. Από την πρώτη νύχτα έπιασαν εμένα, μαζί με
κάτι άλλες, και μας επήραν μέσα στα χωράφια, θεοσκότεινα. Με
τράβηξε η μάνα μου, αλλά τη χτύπησαν με την ξιφολόγχη — ακόμα
έχει το σημάδι. Κρυβόμασταν στο πατάρι, αλλά μας έβρισκαν και
μας τραβούσαν από τα μαλλιά. Άκουγα τις γυναίκες που σκέφτονταν
να αφήσουν το γκάζι της κουζίνας ανοιχτό. Έπρεπε να το άφηναν.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Τίτλος: Βλ. τη μαρτυρία της Μαρίας από χωριό της επαρχίας Αμμόχωστου,
δεκατεσσάρων χρονών το 1974. Στο «Κύπρος: Οικονομική στήριξη σε
γυναίκες-θύματα βιασμού κατά την Εισβολή», Πρώτο Θέμα, 4 Ιανουάριου
2016, http: //bit. ly/protothemaEisvoli.

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

ΜΑΡΟΥΛΛΑ ΠΑΝΑΓΟΥ /Ο ΓΕΡΟΣ


Ρυτίδες τα μετάλλια
κοσμουν το πρόσωπό σου
‘Ομως τα μάτια ζωντανά
δείχνουν τον λογισμό σου
Σαν διηγείσαι τα παλιά
τα ξανα ζεις και πάλι
Μα όσα κι αν βρήκες στην ζωή
δεν έσκυψες κεφάλι
Γερτό κι αν είναι το κορμί
από των χρόνων βάρος
Η περηφάνια εκεί, ορθή
μέχρι που να' ρθει ο χάρος
Η πείρα φωτοστέφανο
στο γέρικο κεφάλι
που λέει αναστενάζοντας
“αχ να' μουν νιος και πάλι
Να ξαναζούσα την ζωή
ξανά να ζούσ' αγάπη
ακόμα μια φορα κι εγώ
να ‘παιρνα την χαρά της
Που με γεμάτη την ψυχή
να πω στον χάρο “πάμε”
πάρε με στο ταξίδι σου
που πίσω δεν κοιτάμε


ΜΑΡΟΥΛΛΑ ΠΑΝΑΓΟΥ

ΠΑΙΔΙ ΔΙΚΟ ΜΑΣ / Παπαντωνίου Ιωάννα


Ξετυλίγεται ο μίτος...
Στον λαβύρινθο των υπόγειων καταφυγίων
τόπι γίνεται πολύχρωμο...
Κυλάει προς την έξοδο...
Το παιδί προπορεύεται...
Ανάμεσα στα ερείπια μας καλεί
να παίξουμε κρυφτό...
Μαζί να σκορπίσουμε τις γαλάζιες χάντρες...
Αφουγκράζεται τα παραμύθια μας σαν σιγούν οι σειρήνες.
Άραγε θα ζήσουνε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα;
Της προσφυγιάς τα καραβάνια ακολουθούμε...
Στοιβάζουμε τους μπόγους των ονείρων στην προβλήτα.
Ξαποσταίνουμε...
Εκείνο;
Ταΐζει στις χούφτες το λευκό του περιστέρι
με τ’ ουρανού το μάννα.
Οι μάνες μακριά...
Ασυνόδευτο δηλώθηκε αργότερα στα σύνορα...
Ένας ακόμη αριθμός στον κατάλογο.
Παιδί ήτανε... Δικό μας...

ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ ΜΠΑΜΠΑ / Αντρή Περικλέους .


Μια κούκλα μπαμπά
όπως έχουν όλα τα παιδιά .
Μια κούκλα αγάπης .
Άγριοι καιροί τότε .
Εισβολή, πόλεμος, κατατρεγμός .
Πολυτέλεια τα παιχνίδια.
Εσύ όμως λιγόστεψες το φαγητό στο πιάτο σου και την αγόρασες .
Δεν ζητούσα ποτέ τίποτα .
Ήταν η πρώτη φορά.
Ήθελα μόνο αγκαλιά ,
φιλιά, χάδια και στοργή .
Την ονόμασα Αγάπη .
Όταν ο φόβος μ ' έσφιγγε βουβά,
χά'ι'δευα την Αγάπη .
Όταν ο πόνος με πλήγιαζε βαθιά
έσφιγγα την Αγάπη .
Τώρα την έχω μέσα μου άπλετη, μπόλικη, ελεύθερη, γυμνή .
Όσο δίνω, αναγεννιέται. Όταν στην χαρίζω μη βάζεις όρια .
Δεν μπαίνει σε καλούπια μάτια μου .
Δεν μπαίνει σε κλουβί .Είν' εδώ, εκει, πετάει σαν πουλί .
Μην φοβάσαι.
Άσε με να σ ' αγαπώ .
Κι αν θες αγάπαμε κι εσύ .
Αντρή Περικλέους (Αντριάνα)
Από την ποιητική συλλογή :
Αγέννητο ΟΝΕΙΡΟ "

[ Σαν γάργαρο νεράκι της πηγής] Ειρήνη Ανδρέου


Θέλω πίσω τον χρόνο να γυρίσω
όμορφα χρόνια, ναι να ξαναζήσω
την δίψα μου να σβήνω από πηγές
και όχι από "μπουκάλες πλαστικές".
Θέλω πίσω τον χρόνο να γυρίσω
τέρμα, με ψευδαισθήσεις να με πείσω
πως έχω χίλιους φίλους στην οθόνη
μα "Άνθρωπον ουκ έχω" νιώθω μόνη.
Θέλω πίσω τον χρόνο να γυρίσω
να μ' έστελναν την στάμνα να γεμίσω
κι εκεί στην γεροβρύση του χωριού μου
να έπεφτα στ' αγκάλια του καλού μου.
Θέλω πίσω τον χρόνο να γυρίσω
για μια στιγμή ,τα μάτια μου πριν κλείσω
να νιώσω κείνο το πρώτο το φιλί
που 'ταν σαν γαργαρο νεράκι της πηγής .
Μι' αγάπη όμορφη κι αγνή που δεν πονεί
γεύση δροσιάς νεράκι της πηγής
μα ο έρωτας σε καίει σαν φωτιά
και αφήνει μόνο στάχτες στην καρδιά ...

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Η ΠΟΙΗΣΗ / Ζαφειρίου Λεύκιος

 


Η ποίηση είναι ένας κήπος
γεμάτος πουλιά,
τραγουδάει τον έρωτα
τον Μιχάλη την Άννα.
Η ποίηση είναι το σπίτι
που χωράει μέσα όλο τον κόσμο.
Μα όταν η ελευθερία χάνεται
η ποίηση γίνεται
σπαθί και ντουφέκι.

ΣΑΝ ΜΕ ΒΑΛΟΥΝΕ ΣΤΗ ΓΗ / Χατζήπαπα Βασίλκα

 


Σα με βάλουνε στη μαύρη γη
και τα βλέφαρα πασπαλίσει χώμα
αγγελικά φτερά θα σκαρφιστώ
να το τινάξω πέρα.
Τους οδοδείκτες να γυρίσω
πάνω απ’ του χρόνου τον άσπρο βράχο
να πετάξω
μέχρι της μάνας μου το σπλάχνο.
Ήσυχα να κάτσω εκεί
περιμένοντας
ξανά να γεννηθώ.

ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΛΟΓΟΣ / Χατζήπαπας Χρίστος

 


Εν αρχή ην ο λόγος, κύριε,
ο λόγος των ανθρώπων!
Μη μου κουνάτε απειλητικά
το δάχτυλο
λες και έχω παρεκκλίνει αμαρτωλά
από την πρώτη τους σοφία –
του Δευκαλίωνος
και του Δαρβίνου
τη μετέπειτα του πηλού
ιστορία
που γέννησε την πρώτη ζύμη
και ζωή
την πρώτη μου ομιλία.

Οι δέκα εντολές μου
Δελφών παραγγέλματα.
Ουδέν πέραν αυτών
Φρόνει θνητά.
Άρχε σαυτώ! Προχώρα!

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ / Μόντης Κώστας

 


Μνήμη Χρίστου Γαβριηλίδη

Και τώρα τι θα γίνει μ’ εκείνο τον γέρο πρόσφυγα
που τον απαντούσα πριν κάθε μέρα στη στάση
να περιμένει το λεωφορείο για του Μόρφου
και ν’ ανάβει συνέχεια τσιγάρα να περάσει η ώρα,
και που σήμερα δεν ήταν εκεί,
και που χτες δεν ήταν εκεί,
και που δε θάν’ ξανά εκεί;

ΒΓΗΚΑ ΝΩΡΙΣ / Λοϊζου Δώρος

 


Βγήκα νωρίς
στους πράσινους κήπους,
πριν προλάβουν να ξυπνήσουν
τα γιασεμιά κι οι μέλισσες.
Βγήκα νωρίς,
πριν γίνουν ατμός
οι ασχημάτιστες δροσοσταλίδες.

Ναι, βγήκα νωρίς.
Δε λέω,
μπορεί να μην είδα
πεταλούδες, ρόδα κι έντομα
μα είδα
τα υγρά όνειρα του εωθινού,
το ξεψύχισμα της άγουρης νύχτας,
το αόρατο αγκάλιασμα του ορατού με το άυλο…

Ναι, βγήκα νωρίς
-το ξέρω-
μα δεν το μετανιώνω.

ΤΟ ΛΥΠΗΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ / Αγαθοκλέους Μάριος

 Θέλω να γράψω ένα τραγούδι
να το ψιθυρίζει η Ηχώ
και να τρέχουν
οι ξεροπόταμοι
να το μουρμουρίζει
το γάργαρο νερό και τα φύλλα
των δένδρων να υγραίνονται
να το νιώθει στις φυλλωσιές
ο ιδρωμένος άνεμος
και να το μεταφέρει
στις άκρες
των ακρών
και ίσως
κάπου εκεί
αργά το δειλινό
ενώ φυλλομετρά το άλμπουμ
με τις λυπημένες φωτογραφίες
το ακούσει
και δείξει έλεος στον ποιητή
που έχει αποστάξει αυτό το άγνωστο ποίημα

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

ΑΙΩΝΙΑ ΠΟΛΗ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ, ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ ( Ebedi uyuyan şehir, Hükümdar Maraş )



1

                             

Ελάχιστο χρόνο μετά τον θρήνο των ανθρώπων

και τον άδικο ξεριζωμό απ΄ τα κοκκινοχώματα

συνάχθηκαν οι ασώματοι, σαν σε κρυφό σχολειό

να πενθήσουν των άλλων τις ψυχές,

που τις είπανε αγνοούμενους στα ενωμένα σημεία των εθνών,

τους ονομάσανε πρόσφυγες

και στις έννομες πράξειςκαι τα συγχωροχάρτια εκτοπισμένους.

Στον ίδιο τους τον έρημο τόπο.

Τέτοια πράματα, τέτοιες λογής του μέτρου αποκοτιές.

 

İnsanların ağıtlarından kısa bir süre sonra,

Ve kırmızı topraklardan, haksız şekide köklerinden edilmelerinden sonra,

Başkalarının ruhlarını anmak için,

Gizli bir okuldaymış gibi toplandı bedensizler.

Birleşmiş milletlerin noktalarında kayıplar diye belirtildiler,

Göçmen diye adlandırıldılar,

Kendi mahvolmuş yerlerinde 

Bu tür şeyler, ölçü gibi kesimler şeklinde

Hem yasalarda hem de yerlerinden edilmiş kişilerin kayıtlarında.

 

2

 

Και σένα χωμένη βαθιά στην άμμο,  σε βαφτίσανε κοιμώμενη, αιώνια πόλη.

Πλην εμού, ναι πλην εμένα, εξοστράκισέ με,  που δεν σε γνώρισα.

Δεν σε αναγνώρισα, τόσο ξακουστή που ήσουν!

«Οι συγκυρίες της άθλιας ζωής» ψιθύρισα.

Ξένος εστί, εν τη Κύπρο ξένος!

 

Ebedi bir şehirde, kumun derinliklerinde, seni uyurken vaftiz ettiler.

Ben hariç, evet ben hariç, seni tanımayan beni dışladılar.

“Sefil yaşamın karşılaştırmaları” diye fısıldadım.

Yabancı öylemi, Kıbrıs içinde yabancı!

 

3

 

Και τότε, πριν ακουστεί το λάλημα τρις,

φανήκαν από τα πάνω διαζώματα του κάστρου,

οι βασιλείς και οι αρχιτέκτονες,

οι κυβερνήτες και οι περισπούδαστοι της αυλής.

Ο Ονήσιλος, οι Πτολεμαίοι, η Αρσινόη, ο Τεύκρος και η Θεοδώρα.

Κι άνοιξαν το μαινόμενο κιτάπι της ιστορίας,            

να δούνε στους χρόνους της σιωπής,         

γραμμένη την πόλη και στον μέλλοντα και στον εξακολουθητικό,

όπου η σκουριά και η εγκατάλειψη θα είχαν τον πρώτο λόγο.

Ξωπίσω,

ο Χριστόφορος Μόρος και το αιματοβαμμένο σκήνωμα του Μάρκου Αντωνίου,

κρατώντας τις κούφιες συμφωνίες σφικτά στις νεκρές του παλάμες.

Και δεν βρήκανε αποδείξεις  και υπογραφές

και αγαλλίασε το πνεύμα και το σώμα αναθάρρησε,

στις νεκρές ώρες και τις άλαλες μέρες των ασήμαντων.

Και ύψωσαν τα χέρια στον γλαυκό ουρανό

και ένωσαν αδελφικά τους δείκτες ως τον πικρό παράδεισο.

 

Ve o zaman, daha söyleşisi duyulmadan,

Kale’nin frizlerinden göründüler

Krallar ve mimarlar,

Yöneticiler ve bahçenin ileri bilgilileri.

Onesilus, Ptolemiler, Arsinoe, Teukros ve Theodora.

Sessiz yılların içinde, şehrin gelecekteki ve süre gelen halini görmek için

Tarihin kalıcı olan kitabını açtılar,

orada ilk söz sahibi olacak olan, pas ve terkedilmişlik kelimelerini birinci sözlerde görecektiler.

Arkasında,

Ölü avuçlarının içerisinde içi boş anlaşmaları tutan,

Christoforos Moros ve kanla boyanmış sahnede Markou Antoniou,

Ve ne kanıt ne de imza bulabildiler.

Ölü saatlerde ve kaydadeğer olmayan sessiz günlerde

Ruhu kucakladılar ve vücut teşfik etti.

Mavi gökyüzüne ellerini kaldırarak

Ve kardeşçe işaretçilerini birleştirdiler acı cennete kadar.

 

4

 

Κι ήταν πολλοί, ως οι κόκκοι της ακροθαλασσιάς

κι έβρεχε κίβδηλα κι αληθινά δάκρυα, που σχημάτισαν δυο ποταμούς,

πλημμύρισαν το πλήθος της πόλης κι έλιωσαν την.

Κι ήρθαν από τον βορρά και από τα παράλια της άλλης πατρίδας

τόσοι πολλοί που ύψωσαν συρματοπλέγματα και τείχη,

κολόνες και φράκτες, σίδερα κι άλλες λογής ανθρώπινες δουλείες.

Και γίνηκαν άδεια τα σπίτια, κενοί οι δρόμοι,

αφημένες αναμνήσεις στους τοίχους,

πορτραίτα συναισθημάτων αιωρούμενα,

παραθύρια κλειστά, γαντζωμένες μορφές στις κουρτίνες,

τρίμματα φωτογραφιών, θρυμματισμένες καρδιές

και χρόνιους επισκέπτες τα φίδια και τα ερπετά

και θλιβερούς ημισελήνους.

 

 

Ve deniz kıyıları gibi bir sürü insan vardı,

Hem sahte hem de gerçek gözyaşları akarken iki dereyi birleştirir gibiydiler,

Şehrin kalabalığı taşarak eritti onu.

Kuzeyden ve diğer vatanın plajlarından o kadar çok kişi geldiler ki,

Dikenli telleri ve duvarları yükselttiler

Sütunlar ve çitler, demirler ve her türlü insan kölesi,

evler ve yollar boşaldı,

Arkalarında bırakılan,

Duvarlarda hatıralar,

asılı duyguların portreleri,

kapalı pencereler, dağınık perdeler

fotoğraf kırıntıları, ezilmiş kalpler

ve yıllardır ziyaretçi olan yılanlar ve sürüngenler,

ve üzgün Hilal.

 

Αφέθηκαν ακυοφόρητες οι πορτοκαλιές,

αγέννητες οι λεμονιές

και η άμμος να χρυσίζει όσο ποτέ άλλοτε.

 

Üretmeyen portakallar,

Doğmamış limonlar bıraktılar,

Ve hiç olmadığı kadar altın olan bir kumsal.

 

 

Κούρνιασαν τα ηλιοβασιλέματα πίσω από τις εκκλησιές,

οι συνειδήσεις έτειναν προς τη λήθη,

στάχτη οι αλήθειες, μαρμάρωσε το σήμερα και το μέλλον στα σχολειά,

κι ανέγγιχτο ήδη προκαταβλήθηκε ως παρελθόν.

Σφουγγάρια γινήκαν οι ακρογιαλιές της.

 

Hilaller kiliselerin arkasına sinmiş,

Vicdanlar unutulmaya yönlenmiş,

Kül ve gerçekler, bugün ve gelecek okullarda mermerleşmiş,

Ve dokunulmamış olanlar geçmiş peşin olarak ödenmiş.

Plajları sünger olmuş.

 

5

 

Κι έμεινε μισό αιώνα,

κι ήταν ως μεγάλος αιώνας στη μικρότητα του κόσμου,

στέρεα η καρδιά και άτεγκτοι οι πνεύμονες.

Τι να έγινε η ρώμη εκείνων των ανδρών

και των αμούστακων αγοριών του Ευαγόρα;

Μήπως σκιές αζήτητες  στα παζάρια των λαών,

αναφωνώντας μοναχά ένα μαρτυρικό τετέλεσται;

 

Ve yarım asır kaldı,

Ve dünyanın küçüklüğünde kocaman bir asırdı,

Katı bir kalp ve amansız ruhlar.

Evagora’nın yüzünde sakalı olmayan o erkeklerine,

Ve o erkeklerin güçlerine ne oldu acaba?

Sadece bir tanık olduğunu söyleyerek,

halk pazarlarında gölgeler olarak mı kaldılar?

 

6

 

Αμμόχωστος: Μην αδικείς τον κόσμο, καθώς σε αδίκησε.

Δεν έμαθε ποτέ του κόρη μου, τι κακό σου έκαμε!

Και σου οφείλει τον νόστο για συγχώρεση!

 

Maraş: seni haksızlığa uğratan inanları, haksız görme.

Kızım sana ne kötülük yaptığını, hiçbir zaman öğrenmedi.

Ve senin onu affetmen için sana geri dönüşü borçludur!

 

 

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 

Μετάφραση: HATİCE KERLO