Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Κάτω από την Πανσέληνο του Ιουλίου

 





Πραγματοποιήθηκε την 29η Ιουλίου 2026, στην Λάρνακα, ποιητική εκδήλωση με θέμα το Φεγγάρι του Ιουλίου. Κατόρθωσα και συνέλεξα 4 ποιήματα που απαγγέλθηκαν στην εκδήλωση και σας τα παραθέτω: 


ΚΟΥΝΟΥΠΙ ΤΙΓΡΗΣ
/Παύλος Ανδρέου
 
Σε ανήλιαγο σοκάκι
βουίζει ένα κουνούπι
παγιδευμένο
σταγόνες αγωνίας στα φτερά του.
«Προσοχή στο φως.
Είναι αναξιόπιστο.
Θάνατος εξασφαλισμένος.
Θανάσιμη παγίδα χωρίς έλεος».
Ο εξολοθρευτής με βλέμμα έκπληκτο ρωτά:
«Μιλούν και τα κουνούπια;»
Το έντομο εξοργισμένο στροβιλίζεται.
Απαιτώ εκεχειρία.
Απόδραση από το τεχνητό μαρτύριο
των LED.
Μη με εγκλωβίζετε στη δίψα των αισθήσεων…»
Τα βράδια της υπομονής
μεταμορφώνεται σε τίγρη ανελέητη.
Ρουφά το αίμα μας αχόρταγα
μέσα από αντανακλάσεις προβολέων
των διερχόμενων ασθενοφόρων.
Αποκτά διαστάσεις γιγαντιαίες
υπαγορεύοντας μεθοδικά τις τύψεις μας.
 
 
 **
 
 
 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΕΞΟΔΟΣ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ / Γιώργος Μολέσκης
 
Απόψε μ’ έχουν βομβαρδίσει ανελέητα οι ειδήσεις.
Μ’ έχουν κάνει ένα ερείπιο
σε κάποια πόλη της Συρίας,
ένα ορφανό παιδί που κλαίει
πάνω στο νεκρό σώμα του πατέρα του
σε μια έρημο στο Ιράκ,
έναν μετανάστη πάνω στα κύματα,
έναν πρόσφυγα που πορεύεται μόνος σε ξένη γη.
 
Βγαίνω στον δρόμο, περπατώ σε μια πόλη
μοιρασμένη από τον πόλεμο,
που είδε φόνους και βιασμούς,
έκλαψε νεκρούς και αγνοούμενους,
μια πόλη
που κουρνιάζουν πάλι στις έρημες γειτονιές της
καινούριοι πρόσφυγες, άλλοι μετανάστες.
 
Περπατώ μόνος, στο σκοτάδι και στο κρύο,
από πάνω με κοιτάζει αδιάφορη μια πανσέληνος
κι από ένα ηχείο στη γωνιά του δρόμου
φτάνει στ’ αυτιά μου  η φωνή του Βέρντι
σ’ ένα μεγαλειώδες πολυφωνικό κρεσέντο:
tutto nel mondo è burla! …
Σολίστες, μουσικοί, χορός,
ξεχωριστά και όλοι μαζί:
tutto nel mondo è burla! …
 
Όμορφα, μαγευτικά που ο συνθέτης
έβαλε την πικρή αυτή τελεία
στο τέλος μιας πορείας
που άγγιξε την τελειότητα.
 
Περπατώ κι ο Βέρντι με ακολουθεί
δωροδοκώντας με
με τη μαγεία της μουσικής του:
tutto nel mondo è burla!
 
 
Από τη συλλογή «Ανοιχτός ουρανός».
Εκδόσεις Βακχικόν 2022
 
**
 
 
La luna luminosa / Ιωάννα Παπαντωνίου
 

Και είπε το φεγγάρι...
Όταν πάψει η βαρύτητα να με κρατά δέσμιο στο αχανές,
στο πηγάδι των ευχών θα αφήνομαι τις νύχτες.
Σαν νόμισμα χρυσό για την εκπλήρωση των στίχων θα κυλάω....
Για τους ποιητές που ξάγρυπνοι θα απαγγέλλουν τις σιωπές μου
μια δέσμη φωτός θα κρύβω.
 
Είναι φορές που λέω να παρατείνω την περιφορά μου
και να παραμείνω στην αθέατη πλευρά της Γης...
Θα  γίνω το τόπι στα χέρια του παιδιού
που ανάμεσα στα ερείπια δεν έπαψε να παίζει
ή ακόμη πρόσωπο δίχως προσωπείο,
αυτό που πρόκειται να ανασύρουν οι διασώστες.
Τι κι αν κάποια μέρα καταγραφώ ως λάφυρο πολέμου;
Εύκολα θα με μεταπωλήσουν οι πλανόδιοι στις αγορές του κόσμου.
Λυχνάρι που αναβοσβήνει θα με πουν άλλοι.
Θα αρκεί αυτό να διαβαστούν τα ανορθόγραφα στους τοίχους;
Είθισται με λευκή μπογιά να ξεκινά η ανοικοδόμηση.
Και είναι αλήθεια...
Κάτω από μια πανσέληνο γίνονται τα θαύματα.

***
 
 
Το ύστερο φεγγάρι ενός πολέμου / Δημήτριος Γκόγκας
 

Πάνω από εξήντα χρόνια έχω στη μνήμη μου το φεγγάρι του Ιούλη
Ακόμα δεν ξέρω εάν μου αρέσει το χρώμα του
Ακόμα δεν γνωρίζω εάν το σχήμα του θα έπρεπε να είναι ο κύκλος
τι και αν κύκλος είναι το σχήμα της ζωής μας
 
Εισβολή, θάνατοι, αγνοούμενοι, σκλαβιά, εγκλωβισμένοι
Συνομιλίες και πάλι συνομιλίες για το αυτονόητο: τη λευτεριά
Για να βλέπω το φεγγάρι του Ιούλη ελεύθερο
 
Εγώ κάθομαι πάντα την άκρη της βεράντας
Από εκεί έχει καλύτερη θέα
Και πιο σωστά διαβάζω τις λέξεις
Σε κείνα τα κιτάπια του μαύρου ουρανού
Που φέγγει το φεγγάρι
Διαβάζω καλύτερα τις λύσεις, τ
ις δεσμεύσεις, τις αντεγκλήσεις, τις υποδείξεις
Διαβάζω καλύτερα κάτω από το φως του.
 
Κι όταν βαθύτερα φτάνει το βλέμμα στο κενό
Θυμάμαι εκείνο που μάθαινα
Το τραγουδάκι εκείνο
«φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ…»
Κι έλεγα
δεν θα αφήσω ποτέ την πατρίδα,
δεν θα αφήσω ποτέ την αυλή
το σπίτι που μεγάλωσα
Δεν θα αφήσω ποτέ το χέρι σου
Δεν θ αφήσω να φύγει ποτέ από το μυαλό μου
το φεγγάρι της πατρίδας
Το φεγγάρι του Ιούλη

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

ΟΙ ΣΚΕΦΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ / Καλοζώης Γιώργος


Εσύ που είσαι
τόσα πολλά πράγματα
είσαι η τροφή μου
είσαι καλοψημένη χωρίς
τα ξίγκια και τα νεύρα
είσαι ο πουρές όλες οι
αλοιφές
το χούμους η τυροσαλάτα
και το τζατζίκι
είσαι η ανατροφή μου
θα φτιάξεις ιστό για το
φατνίο μου
θα αγοράσεις παυσίπονη
κρέμα για τα ούλα μου
είσαι η φρουτόκρεμα το
αλεσμένο κρέας και το
φαρίν λακτέ
το παχυντικό για τα μωρά
με τα παραφουσκωμένα
μάγουλα και θα πίνω το
γάλα μέσα στο μπιμπερό
και το γάλα μετά το
κατσικίσιο
πρέπει να γίνεις μωρό για
να καταλάβεις κάπως τον
κόσμο
θα πετάξω το πι που
κληρονόμησα απ’ τους
γονείς μου και θα κινούμαι
με περπατούρα γιατί πρέπει
να γίνεις μωρό για να
καταλάβεις ίσως τον κόσμο
και θα πετάξω όλα τα
κουστούμια μου τις γραβάτες
μου και τα παπιγιόν μου και
τα ιταλικά παπούτσια μου
και θα φορώ από τώρα και
στο εξής τη σαλοπέτα μου
και τα εσκιμό μου και τον
υπνόσακό μου
μπορεί τότε να καταλάβω
τον κόσμο
ο κόσμος ποτέ δεν θα με
καταλάβει
ο απόκοσμος κόσμος

ΦΑΙΔΩΝΑΣ / Στυλιανού Ανδρέας

 


Το πήρε στην αγκαλιά του. Το κρατούσε όπως κρατούνε ένα μικρό παιδί. Αυτό το απολάμβανε και έκλεινε ναζιάρικα τα μάτια. Βυθιζόταν στην αγκαλιά του μικρού Ιάσονα. Ένιωθε ασφάλεια και απέραντη γαλήνη. Ήτανε ένα άσπρο κουταβάκι με μαύρες βούλες. 0 πατέρας του ήταν ένα μαύρο σκυλί ατημέλητο. Βρόμικο με τα χόρτα και τα χώματα να έχουν γίνει ένα με το δέρμα του. Ένας σκέτος αλήτης. Η μητέρα του ήταν ένα άσπρο και πανέμορφο σκυλί. Λευκίππη, το όνομα που της έδωσαν τα παιδιά. Πώς έσμιξαν αυτοί οι δυο;
Γενετήσιο ένστικτο. Έκαναν μαζί έντεκα κουταβάκια. Μια ολόκληρη ποδοσφαιρική ομάδα που θα έπαιζε στο σκυλοπρωτάθλημα αν γινόταν κάτι τέτοιο. Το καθένα είχε τη χάρη του. Κοιτάζοντάς τα, θα μπορούσες να μαντέψεις τι χαρακτήρα θα ανέπτυσσαν όταν μεγαλώσουν. Τα μαύρα, έμοιασαν του πατέρα τους. Άρχισαν πρώτα να γαβγίζουν και να τα θέλουν όλα δικά τους. Έτρεχαν πρώτα να βυζάξουν από τη μαμά τους. Τα λευκά έμοιασαν της μητέρας τους. Ήτανε πιο ήσυχα, γλυκά, συμπαθητικά, λεπτές ψυχές. 0 μικρός Ιάσονας τα χαΐδευε και τα αγαπούσε. Ήτανε σαν να έχει πολλά μικρά αδελφάκια. Ήτανε το μικρότερο παιδί στην οικογένεια. Τα άλλα παιδιά ήτανε πολύ μεγαλύτερα. Παρόλο που προσπαθούσε να τους ακολουθάει και να τους μιμηθεί, δεν τα πολυκατάφερνε. Ένιωθε ότι επικοινωνούσε καλύτερα με τους μικρούς του φίλους. Τα αγκάλιαζε, τα χάιδευε και αυτά δέχονταν απλόχερα την αγάπη του. Η αδυναμία του, ο Φαίδωνας, το άσπρο σκυλί με τις μαύρες βούλες και τα έξυπνα ματάκια.
Μετά από μια κουραστική μέρα όλο τρέξιμο και παιχνίδι ο μικρός αποκοιμήθηκε στην αναπαυτική πολυθρόνα. Δίπλα του, ο Φαίδωνας, φαίνεται να αποκοιμήθηκε και αυτός. Από κάτω από την πολυθρόνα, ξαπλωμένη η Λευκίππη και, δεξιά και αριστερά της, όλα τα κουταβάκια που είχαν και αυτά πέσει στην αγκαλιά του Μορφέα.
0 πατέρας του πλησίασε. Τον πήρε αγκαλιά για να τον βάλει στο κρεβάτι του. Έκλεισε την μπαλκονόπορτα. Σε λίγο έσβησε το φως. Ήτανε βράδυ, το φεγγάρι ολόγιομο σε καλούσε να ονειρευτείς.

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Η ΜΕΣΑ ΛΕΞΗ κι άλλες ιστορίες του βυθού / Τιμοθέου Ανδρέας

 Σήμερα, έλαβα το δώρο του αγαπητού φίλου και αξιόλογου ποιητή της Κύπρου Ανδρέα Τιμοθέου. Πάντα με γοήτευε η ποίηση του κ. Τιμοθέου, διότι πέραν των νοημάτων διακρίνεται για την αυαισθησία και την λεπτότητα των στίχων. Για την ευγένειά της, σπάνιο στην ποιητική ζωή! Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε το ποίημα : Η ιστορία του βυθού μου 


Σύμφνα με τις πληροφορίες που έχω το βιβλίο θα διατεθεί επίσης προς πώληση στις παρουσιάσεις:

25 Σεπτεμβρίου, Λάρνακα
22 Οκτωβρίου, Λευκωσία
12 Νοεμβρίου, Λεμεσός

Επίσης μπορείτε να επισκεφτείτε την σελίδα του στο ΦΒ : https://www.facebook.com/andreas.timotheou.5 για να αναγνώσετε απόψεις και προσεγγίσεις για την νέα του ποιητική συλλογή











Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

ΒΓΗΚΑ ΝΩΡΙΣ / Λοϊζου Δώρος

 


Βγήκα νωρίς
στους πράσινους κήπους,
πριν προλάβουν να ξυπνήσουν
τα γιασεμιά κι οι μέλισσες.
Βγήκα νωρίς,
πριν γίνουν ατμός
οι ασχημάτιστες δροσοσταλίδες.

Ναι, βγήκα νωρίς.
Δε λέω,
μπορεί να μην είδα
πεταλούδες, ρόδα κι έντομα
μα είδα
τα υγρά όνειρα του εωθινού,
το ξεψύχισμα της άγουρης νύχτας,
το αόρατο αγκάλιασμα του ορατού με το άυλο…

Ναι, βγήκα νωρίς
-το ξέρω-
μα δεν το μετανιώνω.

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ Τ’ ΑΛΩΝΑΡΗ / Δημητρίου Δήμητρα

 


Κάτω στην ακροποταμιά κορίτσι περπατάει
κρατώντας βέργα λεμονιάς και προς τον κάμπο πάει.

Κόβει λεμόνια στρογγυλά
(Άι μέρα δίχως στήθος!)
και πλένει τα μπαμπακερά
τορέρο στην καρδια της.

(στην ανθισμένη λεμονιά από κάτω
πληγώνει με ο αγέρας)

Της ομιλώ δεν κυματεί
της κραίνω δε σαλεύει
πυρή φωτιά τα στήθια της
από έρωτα πεθαίνει.

Σε μαντίλι τ’ όνομά του κεντάει.
«Ποιος θ’αγοράσει αυτή τη λύπη από κλαριά
μαντίλια για να φτιάξει;»

(Άι μέρα ατέρμονη!
Άι σιωπή δίχως ήχο!)

Πουλί αν ακούς σπλαχνίσου την
φωνή κυνηγημένη
τι πια δεν μένει μας καιρός
από έρωτα πεθαίνει.

(φθόγγοι κομμένοι και ξεροί
ξερόκλαδα που σπάνε

Μαρία /Δημητρίου Δήμητρα

 


Εμένα, τη μάνα μου και την αδελφή μου μας πήραν στα τελευταία
σπίτια του χωριού. Από την πρώτη νύχτα έπιασαν εμένα, μαζί με
κάτι άλλες, και μας επήραν μέσα στα χωράφια, θεοσκότεινα. Με
τράβηξε η μάνα μου, αλλά τη χτύπησαν με την ξιφολόγχη — ακόμα
έχει το σημάδι. Κρυβόμασταν στο πατάρι, αλλά μας έβρισκαν και
μας τραβούσαν από τα μαλλιά. Άκουγα τις γυναίκες που σκέφτονταν
να αφήσουν το γκάζι της κουζίνας ανοιχτό. Έπρεπε να το άφηναν.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Τίτλος: Βλ. τη μαρτυρία της Μαρίας από χωριό της επαρχίας Αμμόχωστου,
δεκατεσσάρων χρονών το 1974. Στο «Κύπρος: Οικονομική στήριξη σε
γυναίκες-θύματα βιασμού κατά την Εισβολή», Πρώτο Θέμα, 4 Ιανουάριου
2016, http: //bit. ly/protothemaEisvoli.