Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Η ΠΟΙΗΣΗ / Ζαφειρίου Λεύκιος

 


Η ποίηση είναι ένας κήπος
γεμάτος πουλιά,
τραγουδάει τον έρωτα
τον Μιχάλη την Άννα.
Η ποίηση είναι το σπίτι
που χωράει μέσα όλο τον κόσμο.
Μα όταν η ελευθερία χάνεται
η ποίηση γίνεται
σπαθί και ντουφέκι.

ΣΑΝ ΜΕ ΒΑΛΟΥΝΕ ΣΤΗ ΓΗ / Χατζήπαπα Βασίλκα

 


Σα με βάλουνε στη μαύρη γη
και τα βλέφαρα πασπαλίσει χώμα
αγγελικά φτερά θα σκαρφιστώ
να το τινάξω πέρα.
Τους οδοδείκτες να γυρίσω
πάνω απ’ του χρόνου τον άσπρο βράχο
να πετάξω
μέχρι της μάνας μου το σπλάχνο.
Ήσυχα να κάτσω εκεί
περιμένοντας
ξανά να γεννηθώ.

ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΛΟΓΟΣ / Χατζήπαπας Χρίστος

 


Εν αρχή ην ο λόγος, κύριε,
ο λόγος των ανθρώπων!
Μη μου κουνάτε απειλητικά
το δάχτυλο
λες και έχω παρεκκλίνει αμαρτωλά
από την πρώτη τους σοφία –
του Δευκαλίωνος
και του Δαρβίνου
τη μετέπειτα του πηλού
ιστορία
που γέννησε την πρώτη ζύμη
και ζωή
την πρώτη μου ομιλία.

Οι δέκα εντολές μου
Δελφών παραγγέλματα.
Ουδέν πέραν αυτών
Φρόνει θνητά.
Άρχε σαυτώ! Προχώρα!

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ / Μόντης Κώστας

 


Μνήμη Χρίστου Γαβριηλίδη

Και τώρα τι θα γίνει μ’ εκείνο τον γέρο πρόσφυγα
που τον απαντούσα πριν κάθε μέρα στη στάση
να περιμένει το λεωφορείο για του Μόρφου
και ν’ ανάβει συνέχεια τσιγάρα να περάσει η ώρα,
και που σήμερα δεν ήταν εκεί,
και που χτες δεν ήταν εκεί,
και που δε θάν’ ξανά εκεί;

ΒΓΗΚΑ ΝΩΡΙΣ / Λοϊζου Δώρος

 


Βγήκα νωρίς
στους πράσινους κήπους,
πριν προλάβουν να ξυπνήσουν
τα γιασεμιά κι οι μέλισσες.
Βγήκα νωρίς,
πριν γίνουν ατμός
οι ασχημάτιστες δροσοσταλίδες.

Ναι, βγήκα νωρίς.
Δε λέω,
μπορεί να μην είδα
πεταλούδες, ρόδα κι έντομα
μα είδα
τα υγρά όνειρα του εωθινού,
το ξεψύχισμα της άγουρης νύχτας,
το αόρατο αγκάλιασμα του ορατού με το άυλο…

Ναι, βγήκα νωρίς
-το ξέρω-
μα δεν το μετανιώνω.

ΤΟ ΛΥΠΗΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ / Αγαθοκλέους Μάριος

 Θέλω να γράψω ένα τραγούδι
να το ψιθυρίζει η Ηχώ
και να τρέχουν
οι ξεροπόταμοι
να το μουρμουρίζει
το γάργαρο νερό και τα φύλλα
των δένδρων να υγραίνονται
να το νιώθει στις φυλλωσιές
ο ιδρωμένος άνεμος
και να το μεταφέρει
στις άκρες
των ακρών
και ίσως
κάπου εκεί
αργά το δειλινό
ενώ φυλλομετρά το άλμπουμ
με τις λυπημένες φωτογραφίες
το ακούσει
και δείξει έλεος στον ποιητή
που έχει αποστάξει αυτό το άγνωστο ποίημα

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

ΑΙΩΝΙΑ ΠΟΛΗ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ, ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ ( Ebedi uyuyan şehir, Hükümdar Maraş )



1

                             

Ελάχιστο χρόνο μετά τον θρήνο των ανθρώπων

και τον άδικο ξεριζωμό απ΄ τα κοκκινοχώματα

συνάχθηκαν οι ασώματοι, σαν σε κρυφό σχολειό

να πενθήσουν των άλλων τις ψυχές,

που τις είπανε αγνοούμενους στα ενωμένα σημεία των εθνών,

τους ονομάσανε πρόσφυγες

και στις έννομες πράξειςκαι τα συγχωροχάρτια εκτοπισμένους.

Στον ίδιο τους τον έρημο τόπο.

Τέτοια πράματα, τέτοιες λογής του μέτρου αποκοτιές.

 

İnsanların ağıtlarından kısa bir süre sonra,

Ve kırmızı topraklardan, haksız şekide köklerinden edilmelerinden sonra,

Başkalarının ruhlarını anmak için,

Gizli bir okuldaymış gibi toplandı bedensizler.

Birleşmiş milletlerin noktalarında kayıplar diye belirtildiler,

Göçmen diye adlandırıldılar,

Kendi mahvolmuş yerlerinde 

Bu tür şeyler, ölçü gibi kesimler şeklinde

Hem yasalarda hem de yerlerinden edilmiş kişilerin kayıtlarında.

 

2

 

Και σένα χωμένη βαθιά στην άμμο,  σε βαφτίσανε κοιμώμενη, αιώνια πόλη.

Πλην εμού, ναι πλην εμένα, εξοστράκισέ με,  που δεν σε γνώρισα.

Δεν σε αναγνώρισα, τόσο ξακουστή που ήσουν!

«Οι συγκυρίες της άθλιας ζωής» ψιθύρισα.

Ξένος εστί, εν τη Κύπρο ξένος!

 

Ebedi bir şehirde, kumun derinliklerinde, seni uyurken vaftiz ettiler.

Ben hariç, evet ben hariç, seni tanımayan beni dışladılar.

“Sefil yaşamın karşılaştırmaları” diye fısıldadım.

Yabancı öylemi, Kıbrıs içinde yabancı!

 

3

 

Και τότε, πριν ακουστεί το λάλημα τρις,

φανήκαν από τα πάνω διαζώματα του κάστρου,

οι βασιλείς και οι αρχιτέκτονες,

οι κυβερνήτες και οι περισπούδαστοι της αυλής.

Ο Ονήσιλος, οι Πτολεμαίοι, η Αρσινόη, ο Τεύκρος και η Θεοδώρα.

Κι άνοιξαν το μαινόμενο κιτάπι της ιστορίας,            

να δούνε στους χρόνους της σιωπής,         

γραμμένη την πόλη και στον μέλλοντα και στον εξακολουθητικό,

όπου η σκουριά και η εγκατάλειψη θα είχαν τον πρώτο λόγο.

Ξωπίσω,

ο Χριστόφορος Μόρος και το αιματοβαμμένο σκήνωμα του Μάρκου Αντωνίου,

κρατώντας τις κούφιες συμφωνίες σφικτά στις νεκρές του παλάμες.

Και δεν βρήκανε αποδείξεις  και υπογραφές

και αγαλλίασε το πνεύμα και το σώμα αναθάρρησε,

στις νεκρές ώρες και τις άλαλες μέρες των ασήμαντων.

Και ύψωσαν τα χέρια στον γλαυκό ουρανό

και ένωσαν αδελφικά τους δείκτες ως τον πικρό παράδεισο.

 

Ve o zaman, daha söyleşisi duyulmadan,

Kale’nin frizlerinden göründüler

Krallar ve mimarlar,

Yöneticiler ve bahçenin ileri bilgilileri.

Onesilus, Ptolemiler, Arsinoe, Teukros ve Theodora.

Sessiz yılların içinde, şehrin gelecekteki ve süre gelen halini görmek için

Tarihin kalıcı olan kitabını açtılar,

orada ilk söz sahibi olacak olan, pas ve terkedilmişlik kelimelerini birinci sözlerde görecektiler.

Arkasında,

Ölü avuçlarının içerisinde içi boş anlaşmaları tutan,

Christoforos Moros ve kanla boyanmış sahnede Markou Antoniou,

Ve ne kanıt ne de imza bulabildiler.

Ölü saatlerde ve kaydadeğer olmayan sessiz günlerde

Ruhu kucakladılar ve vücut teşfik etti.

Mavi gökyüzüne ellerini kaldırarak

Ve kardeşçe işaretçilerini birleştirdiler acı cennete kadar.

 

4

 

Κι ήταν πολλοί, ως οι κόκκοι της ακροθαλασσιάς

κι έβρεχε κίβδηλα κι αληθινά δάκρυα, που σχημάτισαν δυο ποταμούς,

πλημμύρισαν το πλήθος της πόλης κι έλιωσαν την.

Κι ήρθαν από τον βορρά και από τα παράλια της άλλης πατρίδας

τόσοι πολλοί που ύψωσαν συρματοπλέγματα και τείχη,

κολόνες και φράκτες, σίδερα κι άλλες λογής ανθρώπινες δουλείες.

Και γίνηκαν άδεια τα σπίτια, κενοί οι δρόμοι,

αφημένες αναμνήσεις στους τοίχους,

πορτραίτα συναισθημάτων αιωρούμενα,

παραθύρια κλειστά, γαντζωμένες μορφές στις κουρτίνες,

τρίμματα φωτογραφιών, θρυμματισμένες καρδιές

και χρόνιους επισκέπτες τα φίδια και τα ερπετά

και θλιβερούς ημισελήνους.

 

 

Ve deniz kıyıları gibi bir sürü insan vardı,

Hem sahte hem de gerçek gözyaşları akarken iki dereyi birleştirir gibiydiler,

Şehrin kalabalığı taşarak eritti onu.

Kuzeyden ve diğer vatanın plajlarından o kadar çok kişi geldiler ki,

Dikenli telleri ve duvarları yükselttiler

Sütunlar ve çitler, demirler ve her türlü insan kölesi,

evler ve yollar boşaldı,

Arkalarında bırakılan,

Duvarlarda hatıralar,

asılı duyguların portreleri,

kapalı pencereler, dağınık perdeler

fotoğraf kırıntıları, ezilmiş kalpler

ve yıllardır ziyaretçi olan yılanlar ve sürüngenler,

ve üzgün Hilal.

 

Αφέθηκαν ακυοφόρητες οι πορτοκαλιές,

αγέννητες οι λεμονιές

και η άμμος να χρυσίζει όσο ποτέ άλλοτε.

 

Üretmeyen portakallar,

Doğmamış limonlar bıraktılar,

Ve hiç olmadığı kadar altın olan bir kumsal.

 

 

Κούρνιασαν τα ηλιοβασιλέματα πίσω από τις εκκλησιές,

οι συνειδήσεις έτειναν προς τη λήθη,

στάχτη οι αλήθειες, μαρμάρωσε το σήμερα και το μέλλον στα σχολειά,

κι ανέγγιχτο ήδη προκαταβλήθηκε ως παρελθόν.

Σφουγγάρια γινήκαν οι ακρογιαλιές της.

 

Hilaller kiliselerin arkasına sinmiş,

Vicdanlar unutulmaya yönlenmiş,

Kül ve gerçekler, bugün ve gelecek okullarda mermerleşmiş,

Ve dokunulmamış olanlar geçmiş peşin olarak ödenmiş.

Plajları sünger olmuş.

 

5

 

Κι έμεινε μισό αιώνα,

κι ήταν ως μεγάλος αιώνας στη μικρότητα του κόσμου,

στέρεα η καρδιά και άτεγκτοι οι πνεύμονες.

Τι να έγινε η ρώμη εκείνων των ανδρών

και των αμούστακων αγοριών του Ευαγόρα;

Μήπως σκιές αζήτητες  στα παζάρια των λαών,

αναφωνώντας μοναχά ένα μαρτυρικό τετέλεσται;

 

Ve yarım asır kaldı,

Ve dünyanın küçüklüğünde kocaman bir asırdı,

Katı bir kalp ve amansız ruhlar.

Evagora’nın yüzünde sakalı olmayan o erkeklerine,

Ve o erkeklerin güçlerine ne oldu acaba?

Sadece bir tanık olduğunu söyleyerek,

halk pazarlarında gölgeler olarak mı kaldılar?

 

6

 

Αμμόχωστος: Μην αδικείς τον κόσμο, καθώς σε αδίκησε.

Δεν έμαθε ποτέ του κόρη μου, τι κακό σου έκαμε!

Και σου οφείλει τον νόστο για συγχώρεση!

 

Maraş: seni haksızlığa uğratan inanları, haksız görme.

Kızım sana ne kötülük yaptığını, hiçbir zaman öğrenmedi.

Ve senin onu affetmen için sana geri dönüşü borçludur!

 

 

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 

Μετάφραση: HATİCE KERLO

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

5 ποιήτριες της Κύπρου

 


ΜΑΓΕΜΑΤΑ / ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΙΜΑΚΛΙΩΤΗ
 
                                                                στην Άννα Μαραγκού
 
Και πλέξαμε μαγιάτικο στεφάνι
σαν έκαναν αρχαίες
της Μεσογείου γυναίκες.
 
Το λασμαρί της θάλασσας
και τ’ ουρανού το κυπαρίσσι.
Γεράνια για την Κύπριδα
τ’ αειθαλή κλαδιά της μυρσινιάς
και τους ανθούς της λεμονιάς.
 
Και παίξαμε τσουκνίδα και μολόχα
σαν έκαναν κορίτσια
της Μεσογείου αρχαία.
 
Γυμνόποδα πάνω στα βράχια
μες στης ασπαλαθιάς τη ρίζα.
Αγκάθια που ορίζουν την οδύνη
μα και το φάρμακο της νιότης,
άνθη πικρά και μαγεμένα.
 
**
 
Στις γυναίκες που φεύγουν καιόμενες / ΜΟΝΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ
 
Θρήνος
 
Έφυγες
λουσμένη το σκότος
από την αυτοπυρπόλησή σου,
λαμπάδα φλογισμένη
κι υστέρα κάρβουνο
ορυκτό
ένα με τη γη.
Επιστροφή
η πιο επώδυνη
η πιο τραγική
να καις τη σκέψη που σε έκαψε.
Καίγεται ο εσκοτισμένος νους;
 
Επιβιώνει ο νους ως μνήμη;
Ταξιδεύει στο σύμπαν
ο καιόμενος,
στρόβιλος
πάθους και παραφροσύνης,
που τρομάζει
τη συνείδησή μας
και στοιχειώνει
την ύπαρξη.
 
9.4.2020
 
***
 
Η ΑΠΟΨΗ MOΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ / ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ
 
Σου ζαρώνω το πουκάμισο γιατί σ’ αγαπώ
και σου φωνάζω μέσ’ απ’ τη ζαφειρένια μου καρδιά
να μ’ αγαπάς κι εσύ
κι ας δείχνει ο κόσμος ξένους δάχτυλους στους δρόμους
στρίβοντας από δασύφυλλες κι έγχρωμες πολύ καλλιγραφίες.
 
0 έρωτάς σου ο πνιγερός γι’ αυτόν τον πνεύμονα
μονοξείδιο στις κουπαστές τα Σάββατα
πεμπάμενο και πομπευμένο
μ’ άφησε μ’ ένα
αλόγιαστο κι αλλοιωμένο άλγος.
 
****
 
ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΜΕΛΩΔΙΑ / Αντιγόνη Περικλέους-Παπαδοπούλου
 
Ένα κέντημα η φύση τον Απρίλη
και το θρόισμα τ’ αγέρα απαλό
σιγοφέρνει στ’ αυτιά μας μελωδία
από κόσμο των ονείρων μακρινό.
Την ακούς μεσ’ απ’ το γέλιο του εργάτη
σαν μαζεύει του ιδρώτα τους καρπούς
μες στο κλάμα του παιδιού π’ αναζητάει
της μανούλας τους ολόγλυκους μαστούς.
Την ακούς μεσ’ απ’ της φύσης τους θορύβους
το κελάηδημα των ξέγνοιαστων πουλιών
το παιγνίδισμα των φύλλων με τον ήλιο
το φτερούγισμα των έφηβων καρδιών.
Την ακούς μες στα νερά π’ αργοκυλάνε
σαν θωπεύουν το χορτάρι χαρωπά
στα σκιρτήματα του πόθου που ξυπνάνε
των ερώτων βέλη μαγικά.
 
Άνοιξη 1974
 
*****
 
Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟ ΠΛΟΥΜΙ / ΑΝΝΑ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ
 
 
Η δράση της είχε από καιρό θολώσει.
Κι όμως, την έβλεπες εκεί, σκυφτή πάνω από το πλουμί. Να κεντά με
πείσμα και τέχνη περισσή τα πλουμιστά της πετσετάκια. Με δυσκολία
βέβαια. Έτσι έβγαζε τα προς το ζην. Γι’ αυτήν και τα εγγόνια της, που
τα μεγάλωνε μόνη. Ερχόταν ο έμπορος και έπαιρνε τα πλουμιστά. Της
έδινε για τον κόπο της κάποια λεφτά. Δεν έχει σημασία πόσα, ήταν έτσι
κι αλλιώς πολύ λίγα για τον κόπο που έκανε. Ήταν έτσι κι αλλιώς πολύ
λίγα για την αγάπη της γι’ αυτά τα πλουμιστά. Ήταν πολύ λίγα για την
αγάπη της γι’ αυτά τα παιδιά. Έτσι κι αλλιώς ήταν πολύς ο κόπος και
λίγη η ζωή. Ανέκαθεν.