Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

ΩΡΑ 7 - 9 π.μ.



Α
Φθάνουν τα πρωινά,
λιποθυμισμένες εικόνες.

Ασβεστωμένα πρόσωπα, επίμονοι ρυθμοί
άλαλα λουλούδια, βρεγμένα γρασίδια
πουλιών φτεροκοπήματα, δείχτες ανέμων.

Σκληροτράχηλα χτίρια,
που δεν εννοούν να πεθάνουν.
Χτίρια,
Πεταλούδες, σαλιγκάρια, κολόμπες,
στους κήπους ζιζάνια.
Από ψηλά κρανία-ψωλιές
σταθμοί εκτοξεύσεων
θόλοι λόγων και αντίλογων
κάτω από το πέταγμα ματιού
μια στάλα σοφίας.

Σ' αγέρα πλατύχωρο βραχνιασμένες μηχανές
γοργοφτερώνουν το χρόνο
σπαθίζουν τα όνειρα.



-----------------------------

Β
Σιγή ξεφεύγει από τα διακριτικά έπιπλα
συρίζει ανεπαίσθητα
έρπει στα δάση της ακοής
γεννά το μονοπάτι της διάθεσης.
Μυρωδιά αλεσμένου καφέ που ψήνεται
κυνηγά το ξύπνημα από πάροδο σε πάροδο
- απροσδιόριστη αυτοπεποίθηση.

Το τρελλό στροβίλισμα των ήχων
στο βυθό της οχλοβοής σπαργώνει τη ζωντάνια.
Μια πινελιά, υποκαθιστά το ʼφθαστο
Κι άλλη την Ένταση.

Φιλιά της αγάπης, φιλιά της έχθρας
πάνω από τις αόρατες μάχες
πάνω από τα πεδία
με τους σκελετωμένους και τους σκελετούς
διασταυρώνονται μαχαίρια, σπαθιά.

Πλανιούνται οι συννεφιές.

--------------------------------------

Δ
Από τις στοές έρχονται εμβατήρια
ξετυλίγονται παρελάσεις, διαμαρτυρίες
θύματα της έξαρσης, της οκνηρίας
με μάτια ακρέμαστα
στόματα τόξα
θολώνουν τις αντηλιές·
τις αντηλιές π' απλώθηκαν
να νικήσουν το άγχος
να ημερέψουν το κρύο
να στήσουν τα χρώματα που τριγκλίζουν στον ίλιγγο
τη γη που γλιστρώντας μας παίρνει.

........

Από μιας μελαχροινής το στόμα
λόγια ξεφεύγουν
κι απλώνονται στον ουρανό
θλιμμένοι ορίζοντες τ' Οχτώβρη.

---------------------------------------

Θ
Κήποι, σκαλοπάτια, σπίτια
ανάμεσα σε βελόνες, κλωστές, ψαλίδια, υπνοβατούν.
Τροχοί, σχοινιά, τετράποδα, αναθυμιάσεις
αναποδογυρίζουν.
Συγκοινωνίας μέσα, αλυσίδες περιστρέφουν
πετρόχτιστα με χαραγμένες ημερομηνίες
προεξέχουν, ανεβοκατεβαίνουν
λεηλατούν την όραση από τα οράματα
προσφέροντας ένα ρολόι που φωσφορίζει
υπολογίσιμο αντάλλαγμα στο πέρασμα.

Φθάνουν τα πρωινά… Πολύφυλλη σκέψη το ξύπνημα.

Διασχίζουμε ουρανούς, συνοικίες
περιοχές π' ανασαίνουν δυόσμη, ρήγανη κι ανθούς
και άλλες με κόκκινες γλώσσες
γεύονται τον αγέρα.

..........
Βασιλικός στη γλάστρα
τα χρόνια κισσός
της ελιάς η θωριά, ορόσημο.

Πετριές της σκέψης, στα νερά της ψυχής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου