Η νύχτα βαριά, μα όσο ανοίγεται
κρυώνει και σηκώνει λικέρ.
Δεν έμεινε δουλειά που δεν έγινε.
Ούτε ανάσα που να ’χει ξεφύγει.
Μετρημένες κι αυτές
σαν τα παγκάκια της πλατείας Ηρώων
ανακατεύουν τον πάγο
του χαμηλού ποτηριού
ενώ μαγκώνουν στα χείλη
μην τυχόν ξοδευτούν.
Μην αντηχήσουν παράταιρα
από τη ροπή στην παράλυση
+κι ύστερα…
Τι θα ’χει απομείνει από ’κείνη τη μάχη;
Χαρτοπόλεμος από λόγια
που γράφτηκαν και φωνάζουν ακόμα.
Λέξεις και εικόνες σπασμένες περίτεχνα
σε αναμμένα τετράγωνα
κομμένα επίτηδες
για ν’ ανοίγουν πληγές.
Δεν είναι αλήθεια ότι θυμάμαι
πώς να τετραγωνίζω τον κύκλο.
Πώς ν’ αναγκάσω μια πρόταση
να έχει κόμμα αντί για τελεία.