Παρασκευή 10 Αυγούστου 2018

Η ΦΛΟΓΑ : Ποιητική Συλλογή του Νεόφυτου Παπαλαζάρου εκδοθείσα το έτος 1995

Η Φλόγα

Φλόγα, κόκκινη
σαν το αίμα που ρέει
                στις φλέβες μας
όπως το κρασί που πίνουμε.
H φλόγα σιγοκαίει
κι’ η ελπίδα
καθάριο νερό που αναβλύζει
από τα σπλάχνα της γης.

---
H Δεσποινού

Της αρέσει τα βράδια να κάθεται κάτω
από την κληματαριά και μέσα από τις
φυλλωσιές να μετράει ένα-ένα τ’ άστρα.
Tα μετράει όπως μετράει τα χρόνια που έζησε.
Δέκα … Eίκοσι … Tριάντα … Σαράντα …
Tης αρέσει ν’ ακούει το τιτίβισμα των πουλιών
στους πέτρινους τοίχους του σπιτιού της.
Nα παρακολουθεί τις προβατίνες που ερωτεύονται
με το παχουλλό κριάρι.
Να μυρίζει τον ιδρώτα του άνδρα, που λίγο η
Ιδιοτροπία, μπορεί περισσότερο όμως η φτώχεια,
να μην την άφησαν ποτέ να γευτεί.
H Δεσποινού προσμένει κάτω από την κληματαριά,
με μικρή έστω ελπίδα την επόμενη μέρα.


Mη με σκοτώνεις

Tώρα που το χαμόγελο έσμιξε στα χείλια μου,
μη με σκοτώνεις,
γιατί κομμάτια κι αν γίνω, θα ανασυγκροτούμαι,
και σαν φάντασμα θα πλανιέμαι,
διαπερνώντας βουνά και κάμπους που
τα μάτωσε η οργή μου,
σε πολιτείες και χωριά, που σαν σίφουνας
διαπερνά ο θυμός μου.
Tώρα που πήρα το άπειρο ύψος μου
μη με σκοτώνεις.

H λήθη

Την πόρτα έκλεισε με δύναμη
ξεχαρβάλωσε και τον αργαλειό με τη μακρά ιστορία,
έτσι νόμισε πως ξεμπέρδεψε.
Τ’ άφησε όλα και πήγε να κοιμηθεί,
ήσυχος πως έπραξε στο ακέραιο

το εθνικό του καθήκον.


Πράξη επί σκοπού

Mε θυμό με κοιτούν οι νεκροί μου,
ντυμένοι στ’ άσπρα τους πουκάμισα,
βαμμένα στο αίμα.
Στην επέτειο του πρόωρου τους χαμού,
επιλέξαμε να τους σκοτώσουμε ξανά και ξανά,
χωρίς ντροπή, μα προπάντων χωρίς μνήμη.
Tο βλέμμα τους λυγίζει σίδηρο και μεις
αδιάφοροι κοιτάμε στο πουθενά.


Eφησυχασμός

Σκούριασε στη μνήμη μας
ο χαλασμός του Iούλη,
σταμάτησε και το τραγούδι μας
για τη ζωή.
Kλειστήκαμε στο χαμόσπιτά μας,
επενδύοντας στην ευμάρεια


Άτιτλο

Aπολογούμαι γιατί κτύπησα
λάθος την πόρτα της
σωστής διεύθυνσης.

Ξενομανία

Τη θέση του δοντιού που πέφτει,
την γεμίζουμε μ’ ένα δόντι χρυσό
και στο βραδυνό μας περίπατο,
δεν βγαίνουμε χωρίς χρυσά δακτυλίδια,
πανάκριβα σκουλαρίκια
και ρούχα ξενικά.

H πληγή

Όταν το βράδυ κυριαρχήσει της φύσης,
εγώ πεισματικά αναμένω,
θάρθει,
σαν σίφουνας θα διαπεράσει το σύμπαν
και θα βρεθεί στην αγκαλιά της μάνας γης.


H ανάμνηση

Eμένα θα με βρείτε
στα ερείπια της συνείδησής σας,
μες της αλήθειας την αιωνιότητα.


Πυξίδα

Tρικυμισμένος ο ωκεανός
και το ταξίδι μακρύ
στο καράβι ανήσυχος
καπετάνιος αγωνιώ,
ν’ αράξει σε γαλήνια νερά.

 

O χωρισμός

Tο φεγγάρι απόψε είναι πιο φωτεινό,
λες και μας στέλνει
το στερνό του αντίο,
στ’ ατέλειωτα βράδια του αναπόφευκτου χωρισμού,
αγγελιοφόρος μιας μακρινής αγάπης.



Πατέρα / Παπαλαζάρου Νεόφυτος

Εσύ που μας έμαθες
Ν΄ αγαπάμε τον άνθρωπο
Για ένα καλύτερο αύριο
Ποτέ μην πάψουμε τον αγώνα
Χλωρό το δάκρυ είδα να ραντίζει
Τα σταχτιά σου γένεια.
Και το μαύρο ράσο σου,
Σκεπή της ασκητικής μορφής σου,
Πόσες φορές δεν τρεμούλιασε
Στους τάφους των δυό παιδιών σου απάνω;
Όταν η σκέψη χάνεται στο μακρυνό ταξίδι
Και τα μάτια αγκαλιάζουν το κόσμο
Που τόσο αγάπησες.
Μόνο το χαμόγελο
Πηγή αστείρευτης δύναμης
Μένει στα χείλια σου.

Πράξη επί σκοπού / Παπαλαζάρου Νεόφυτος


Mε θυμό με κοιτούν οι νεκροί μου,
ντυμένοι στ’ άσπρα τους πουκάμισα,
βαμμένα στο αίμα.
Στην επέτειο του πρόωρου τους χαμού,
επιλέξαμε να τους σκοτώσουμε ξανά και ξανά,
χωρίς ντροπή, μα προπάντων χωρίς μνήμη.
Tο βλέμμα τους λυγίζει σίδηρο και μεις
αδιάφοροι κοιτάμε στο πουθενά.

Γράμμα στη Νεσιέ / Παπαλαζάρου Νεόφυτος




" Η δική μου η πατρίδα έχει χωριστεί στα δυό
Ποιό από τα δυό κομμάτια 
Πρέπει νάγαπώ;"

Ροδοπέταλα ξεχύθηκαν μες την ψυχή μου Νεσιέ
Πεσκέσι μιάς αγάπης που δε γευτήκαμε,
Μιας φιλίας που δεν την ζήσαμε.
Ακούω τη φωνή σου Νεσιέ,
Μελωδικά την φέρνει το δροσάτο αέρι
Από το ίδιο άλλοκομμάτι της πάτριας γης.
Πίστεψε με Νεσιές,
Η καρδιά μου δεν χωρίζεται στα δυό.

[Να σκέπτεσαι] / Παπαλαζάρου Νεόφυτος

Να σκέπτεσαι

Οταν 

τα καράβια

που σαλπάρουν κοιτάς,

να σκέφτεσαι

πόσα παίρνουν

στις αποσκευές τους,

αλλά 

προπάντων

να σκέφτεσαι

πόσα αφήνουν

πίσω τους.

Η Φλόγα / Παπαλαζάρου Νεόφυτος


Φλόγα, κόκκινη
σαν το αίμα που ρέει
                στις φλέβες μας
όπως το κρασί που πίνουμε.
H φλόγα σιγοκαίει
κι’ η ελπίδα
καθάριο νερό που αναβλύζει
από τα σπλάχνα της γης.

οι νεκροί μας / Παπαλαζάρου Νεόφυτος

«Όταν τα βράδια απομένουμε μόνοι
μάς επισκέπτονται πρόσωπα αγαπημένα.
Πρόσωπα που ταξίδεψαν
μαζί μας χρόνια πριν.
Mιλάμε γι’ αυτά
που ζήσαμε μαζί τους
μα προπάντων
γι’ αυτά που θα δημιουργούσαμε
αν ήταν κοντά μας.
Τους μιλάμε για τις αγάπες μας,
για το κρασί που μας αρέσει
να πίνουμε με τις παρέες μας.
Τους ζητάμε να μας πουν
τη γνώμη τους για ένα σωρό
πράγματα που κάνουμε.
Τους ρωτάμε τι κάνουν
πού θα ήθελαν να πάνε...
H ώρα περνά χωρίς να το
καταλαβαίνουμε
χωρίς να προλαβαίνουμε να τα πούμε
όλα.
Και οι αγαπημένοι μας νεκροί
φεύγουν και πάλιν για τον κόσμο της
σιωπής.»

Γράμμα στη μάνα μου / Παπαλαζάρου Νεόφυτος



Μάνα,
Από καιρό έλεγα να σου γράψω,
Να σου έλεγα για χίλια δυό πράγματα.
Εδώ στη ξνητειά,ατέλειωτες οι στιγμές που σε ΄χω ανάγκη.
Πήρα να σε ζωγραφίσω με το γλυκό σου πρόσωπο
Δακρυσμένα μάτια
Σκασμένο στα χείλια χαμόγελο
"Μάνα μαυροντυμένη".
Μάνα
Κλαίς ακόμα
Σιωπηλά κάτω από τις φωτογραφίες
Των δυό παιδιών σου,
Κρατάς ακόμα αδειανές τις δυό καρέκλες
Στο τραπέζι;
Ψέματα σου είπαν
Πως χάθηκαν.
Δεν τα βλέπεις;
Την πόρτα σου κτυπούν.
Στο σκοτάδι δεντα βλέπεις;
Δυό αστέρια αγκαλιασμένα
Δείχνοντας σε μας την ορθή πορεία.

Ξενομανία / Παπαλαζάρου Νεόφυτος



Τη θέση του δοντιού που πέφτει,
την γεμίζουμε μ’ ένα δόντι χρυσό
και στο βραδυνό μας περίπατο,
δεν βγαίνουμε χωρίς χρυσά δακτυλίδια,
πανάκριβα σκουλαρίκια
και ρούχα ξενικά.

ο Γάμος / Παπαλαζάρου Νεόφυτος



Nτύθηκες τόσο όμορφα,
το πρόσωπο σου λάμπει από χαρά.
H μάνα πρόβαλε πρώτη να σου δώκει την ευχή
κι’ ο πατέρας να σε ευλογήσει.
Ύστερα, ένα-ένα τ’ αδέλφια μας,
πρόβαλαν στη σειρά,
δύο λευκές σκιές,
σε ασπάστηκαν, σου δώκαν την ευχή
και τραγούδαν μαζί μας την Eιρήνη.



Ποίηση / Παπαλαζάρου Νεόφυτος



Kραυγές του πόνου
και της αγωνίας,
θύμησες που προφητικά
ελλοχεύουν μέσα μας άγρυπνες.




Στημένο παιγνίδι / Παπαλαζάρου Νεόφυτος



Tο ανήσυχο πλήθος βουίζει
και ο ρουφιάνος καρτερικά καπνίζει το τσιγάρο του.
«Έπραξε στο ακέραιο
το καθήκον του».
Πέτυχε ο «δικός του» να εκλεγεί
σε ανώτερα πόστα
κι’ ας το γνωρίζουν όλοι
πως το παιγνίδι ήταν στημένο από την αρχή.

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2018

Και έτσι να μπορείς με πολλή ευκολία να μετράς τους κόκκους της άμμου /Στέλιος Στυλιανού

«Και έτσι να μπορείς με πολλή ευκολία να μετράς τους κόκκους της άμμου
κάθε φορά που την χτυπά το κύμα
Και να βρίσκεις εκεί συνέχεια καινούριους ανθρώπους
που αρκεί μόνο να μοιράζονται
την ίδια διαδρομή
ως τη μόνη περιουσία
τη μόνη δύναμη
τη μόνη χαρά που προκύπτει
Και να ΄ναι αυτό
κάθε είσπραξη και οφειλή
το μόνο δόσιμο
που είχαν ποτέ τολμήσει να φανταστούν
Και τον κόσμο
αυτόν τον κόσμο που μας ανήκει»
Και έβαλες το χέρι πάνω απ΄τα μάτια και κοίταξες μακριά
«Να το κύμα που γεννήθηκε η Αφροδίτη» και χαμογέλασες
«Να το άστρο που μας φωτίζει» και γύρισες εκεί το βλέμμα
Μα ήταν λουλούδι και έψαξες να το βρεις
κι έτσι γύρισες ξανά χαμηλά το βλέμμα
Σου είπα… «βιάζομαι»
Μου ‘πες… «μη μιλάς, θέλω ν΄ακούσω»
Σου είπα… «είμαι γυμνός»
Μου ΄πες… «μην ντρέπεσαι, είσαι αντίκρυ στον ήλιο»

 ποιητική συλλογή: ¨Ελένη¨, Στέλιος Στυλιανού, εκδ. Κέδρος, 2016

Το δείπνο / Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου


Πάντα έρχεται η ώρα για το δείπνο
Έχει σημασία τι θα στρώσει κανείς για βράδυ
Σε τι εν τέλει θα προσευχηθεί
Έχει σημασία σε τι θα σηκώσει το ποτήρι της ανάγκης
Άσπρο πάτο
ή άσπρη ζωή;
"Χειμερία Ζάλη" , εκδόσεις Μανδραγόρας

ΔΕΚΑΕΠΤΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΗ / Κωνσταντίνου Δέσποινα


Το σπυρί έσκασε σκίζοντας
τη σάρκα του ροδιού
κι η γέρισσα η συκιά μάζεψε τα ζουζούνια
που συνωστίστηκαν εκεί κάτω
στην ξομπλιασμένη ποδιά της Μεσαορίας
ν' αρμέξουν τον ήλιο που έτσουζε στην κληματαριά.
Εκείνη,
που εγκατέλειψαν
οι διωγμένοι νοικοκυραίοι
χρόνους πολλούς πίσω
με το σταφύλι μισοφαγωμένο στο στόμα.
Κι ήρθε και φέτος η μέρα
που γιόρταζε η Αγιά Μαρίνα και το χωριό.
Και τη γιορτάζει ακόμη.
Για όσους αντέχουν την πανήγυρη,
οι ψαλμωδίες καταφτάνουν
απ' τη σκλαβωμένη πολιτεία
και τα περίχωρά της
από δυο χορούς.
Τον έναν τον αφουγκράζονται
μοναχά οι μυημένοι,
άηχος ήχος
και ψαλμουδιά άψαλτη
που βγαίνει απ' τη Αγιά Βαρβάρα,
τον Άγιο Αντρόνικο
κι απ' τον Αι-Γιώργη του Αλωνιού.
Τον άλλο τον ακούνε πιο πολλοί,
σιγανά όμως και θλιμμένα,
έτσι όπως έρχεται
απ' την Παναγιά της Τραχειά,
τον Αι- Γιώργη τον Τερατσιώτη,
την Αγιά Θεοδώρα
και τον Αι- Βλάση.