Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2018

Κυπρένια: Ποιητική Συλλογή της Άντριας Γαριβάλδη που εκδόθηκε το έτος 2001


Κυπριένια


Κόρη θλιμμένη
με τ' ανέκφραστο χαμόγελο,
κόρη της Αφροδίτης
χαμηλοβλεπούσα,
με τα μακριά πλοκάμια των μαλλιών,
τα γαλανόξανθα,
που δέρνουνε το πέλαγο
και στεφανώνουν τ' ονειρένιο πρόσωπό σου
Αροδαφνούσα.
Κόρη με το σφιχτό παλμό
και τη γλυκιά μορφή τ' αγγέλου,
μοιάζει αβάσταχτος
στο λήθαργο ο πόνος σου,
χλωμή εικόνα Παναγιάς
κερένια.

Κρατήσου
λαβωμένη καλλονή
μην απελπίζεσαι
και τα παιδιά σου
θα γυρίσουν πάλι,

έρχεται ο γιος του ήλιου
να σε βρει
να σου χαρίσει τα κλειδιά
της λευτεριάς,
τα ζαφειρένια...

**
Μέρα κατοχής

Είκοσι Ιούλη , μέρα φοβερή,
άδοξη ώρα που 'γινες χολή,
κλεμμένη εικόνα, σπασμένο γυαλί,
κόσμος ακόμα σκληρός σαν καρφί.
Είκοσι Ιούλη, μέρα τρομερή
μισή ψυχή, μισή φωλιά η γη,
δίχως τον άντρα, χαμένο παιδί,
είκοσι πίκρες θωρείς σκυθρωπή.

Σφίγγεις στα χέρια την τόση ντροπή,
άδεια γωνιά, μισή καρδιά κι αυτή
σε ξένους δρόμους πλανιέσαι σκυφτή,
σέρνεις θυσίες κι αιμορραγείς.

Πέτα τη ματωμένη σου ποδιά,
χρωστάς λίγο αέρα στα πουλιά,
μια φούχτα χώμα στα μικρά παιδιά,
τα χείλη ας φωνάξουν λευτεριά.

**

Αυτοί που έφυγαν
Στους αγνοούμενους της Κύπρου

Έφυγαν, χάθηκαν
άπειροι νιοι
και μεστωμένοι θεριστάδες
που το ντουφέκι έτρεμε
στα πυρωμένα τους χέρια.
Ορφάνεψε ο τόπος μας
από πατέρες και μοναχογιούς.
Βαθιά κοιμόνταν τα νεογέννητα
κείνο το χάραμα του άδοξου Αλωνάρη,
μα των μεγάλων τα παράθυρα της όρασης
σαν από καύσωνα σπαρτά καμένα
μαραθήκανε
απ' το ξενύχτι, περιμένοντας.

'Aστραψε κάποτε η αυγή
στου μαχαιριού την κόψη
κει που μας θέριζαν τα τανκς
κι άπλωσε η μέρα οργισμένη
την απορία ατέλειωτη
στις πονεμένες μορφές τους.

Χάιδεψε τ' άγουρα μάγουλα δειλά
κείνο το ξύπνημα,
κατακαλόκαιρο του '74.

Γεμάτα τα καράβια ήρθαν
στρατιώτες ξένους φορτωμένα,
αρματωμένους για σφαγή.
Γεμάτα πάλι ξανάφυγαν
με δικούς μας, αιχμαλώτους.

Πού να τους πήγαιναν;

Ανήσυχα εμείς την αγωνία τρέφαμε,
μουστακωμένους να τους δούμε να γυρίσουν
περιμέναμε την άνοιξη .
Αργότερα, θαρρούσαμε
πως θ' αντικρίζαμε τον ήλιο μελαψό στα μέτωπά τους.
Κι ύστερα, το φθινόπωρο
η πιο στερνή ελπίδα σπίθιζε τρεμοσβήνοντας
ανάμεσα στ' αστέρια.
Μ' αυτοί αμίλητοι,
από ψηλά φρουρούσανε
τη μοιρασμένη μας πατρίδα!

Σήμερα πάλι ξύπνησε εφιαλτικότερη η ζωή
μπροστά στο ξεβαμμένο παραθύρι μας.
Η παγωμένη ώρα του καιρού
νοσταλγικά ζωντάνεψε τις καδρωμένες φωτογραφίες
μπρος στην οθόνη της κουρασμένης μνήμης.

Πού βρίσκεστε αδέλφια αγνοούμενα;
Στα καταναγκαστικά έργα του αιώνα τι γυρεύετε;
Ποιες άχαρες στιγμές,
ποιες αμαρτίες σάς κρατούν στο σκοτάδι μόνους;

Κι εσένα Μιχάλη ,
ποιος θα σε χαιρετήσει
τώρα που σε φωνάζουνε Μεχμέτ;
Της μάνας το μήνυμα ποιος θα σου δώσει;
Τι θες να πούμε στο μωρό που μεγαλώνει,
στο πονεμένο παιδί
που τον πατέρα ονειρεύεται
κάθε βραδιά;

Πώς να σας κλάψουμε παιδιά μας;
Τον άδικο χαμό πώς να θρηνήσουμε,
που έσβησε η ζωή στο πέρασμα των χρόνων;
Ποιους τάφους πρέπει να στολίσουμε;
Σε ποιους βωμούς να στείλουμε θυμίαμα;
Ζείτε;
Ή σταυρό πρέπει να στήσουμε τάχα;

Πού βρίσκεστε αδέλφια αγνοούμενα,
στα καταναγκαστικά έργα του Εικοστού αιώνα
τι γυρεύετε;

Εσείς που φύγατε
άπειροι νιοι ...
και μεστωμένοι θεριστάδες,
η πιο ιερή ανάμνηση της πατρίδας,
ζήσατε κάποτε για μας...
και ζείτε!

**
Πόθος

Έτρεξε η μνήμη μακριά
κει που το χώμα πρωτο-
φίλησε και γεύτηκε,
μα ήρθε ο πόνος να τη σταματήσει.
Τραγούδησε τον ήχο στον παλιό ρυθμό...
τόσο γλυκό, τόσο γλυκό είναι τ' όνειρο!

Να 'μενε κει για λίγο, να 'βρισκε δυο γιασεμιά
σαν τα δικά της που μαράθηκαν στα ξένα,
να της κρατούσαν συντροφιά...

Το μονοπάτι γνώριμο, δεν άλλαξε,
αμέτρητες χαρές που το στολίζαν κάποτε,
νιώθει όμως τώρα άγνωστες σκιές
πίσω απ΄ τα δέντρα να παραμονεύουν.

Είναι πολλές οι θύμισες, είναι κραυγές,
παλιές ζωές π' ακόμα αναπνέουν.
Το σπίτι, τα λουλούδια στην αυλή,
φυλακισμένα, άδεια, σιωπηλά,
κουβέντες παιδικές γυρεύουν.
Κράτα τα, κράτα τα βαθιά,
μην τα προδώσεις.

Περπάτησε το μονοπάτι στα μισά
μα ξαφνικά συννέφιασε το βλέμμα
κι ήρθε βροχή και θόλωσ' η ψυχή.

Έπεσε, φίλησε τη γη
και σμίξανε μ' ευλάβεια
τα χέρια με το χώμα.

Σαν έγειρε η μέρα στη στροφή
χάθηκαν όλα, τέλειωσε και τ' όνειρο,
έσβησε ο πόθος κι έμεινε
η πίκρα!

**

Το παλιό σχολειό

Στους παλιούς συμμαθητές
του Β' Γυμνασίου Μόρφου
Ήρθα ξανά
στα σκαλοπάτια σου μπροστά
και μπήκα στο διάδρομο, το βορινό, αλαφροπατώντας,
στις πόρτες φαίνονταν ακόμα χαραγμένα
αποτυπώματα εφηβικών ονείρων,
είδα στους τοίχους τις μισοσβησμένες λέξεις της αγάπης
και μέσ' απ' τα τεράστια παράθυρα να σαλεύουν
φιγούρες των παλιών συμμαθητών.
Είδα τη βρύση που έβρεχε
τα μέτωπά μας τα καυτά τα μεσημέρια
κι άκουσα τη φωνή του τζίτζικα
μες στα φυλλώματα της ακακίας.
Τη γνώριμη αυλή σεργιάνισα με τα ψηλά τα κυπαρίσσια,
και τις κρυφές γωνιές
που ίσκιωναν την τρίφυλλη καρδιά τ' αηδονιού.

Στην αίθουσα καθηγητών
όλοι παρόντες,
ετοίμαζε το λόγο της Πρώτης τ' Απρίλη
ο κύριος Γυμνασιάρχης,
κι ο γέροντας ο κουδουνάς
με τη βαριά του την κουδούνα
έκοβε βόλτες πάνω κάτω.

Ήρθα ξανά
στο χώρο της συγκέντρωσής μας
κι απάγγελνε η μαθήτρια με το γαλάζιο γιακαδάκι
"καρτερούμεν μέραν νύχταν να φυσήσ' ένας αέρας..."
και τα μαλλιά ανεμίζανε στην αύρα.

Απομεσήμερο,
και το κουδούνι χτύπησε για χωρισμό,
έξω απ΄ το κάγκελο αράδα κάθονται τα μαθητούδια
κουβέντα κάνοντας για το παιγνίδι
και για τη μελέτη,
στη στάση του λεωφορείου γνέφοντας
μπροστά στο Δεύτερο Γυμνάσιο Μόρφου ,
κάτ' απ΄ το βλέμμα του Λουκή Ακρίτα .

**

Από τη Μόρφου στη Μελβούρνη

Από τη Μόρφου ήρθε ένα γράμμα,
γραμμένο με μελάνι που μυρίζει ανθό και θάλασσα...
Πόλη μικρή, νύφη παρθένα,
πρωτοβγαλμένη,
στα χέρια βάρβαρων,
παρασυρμένη και ξεβαμμένη.

Οργή σε ζώνει
και σου ξεσκίζει τα νυφικά,
καημός σε ψήνει
σαν πυρετός και ψυχής γροθιά.

Μες στα στενά σου
δεκαεξάχρονοι χάθηκαν φίλοι,
στο κλήμα λιώνει,
σαν το μαράζι σου,
το ζαχαρένιο γλυκό σταφύλι.

Ο δρόμος ίσιος,
περνά μπροστά απ' τον 'Aη-Γιώρκη ,
μικρά κεράκια, σβησμένα αστέρια,
σαν κούφιοι κόκκοι.

Φονιάδες μαύροι
παραμονεύουν κάθε καντούνι
και δραπετεύουν
σαν εφιάλτες μες στη Μελβούρνη.

Καινούργια όνειρα
σ' άλλο μπαλκόνι,
ένας αιώνας κι ένας κυκλώνας
σε περιζώνει.

Ένα περβόλι
και μια ιστορία που ζωγραφίζει
τη φύση όλη
και τη ζωή σου την ξεφυλλίζει.

Μιας άλλης χώρας
μαντήλι άσπρο τώρα κουνάς,
και σεργιανίζεις μες στη Σουάνστον
κι όπως γερνάς...

γράφεις στο δρόμο τα περασμένα
και προσπερνάς-
"συ ξένη πόλη παρηγορήτρα,
δε με κρατάς".

Aντρια Γαριβάλδη (βιογραφικό σημείωμα)



Η 'Aντρια Γαριβάλδη γεννήθηκε το 1958 στην Κάτω Ζώδια της Κύπρου. Μετά την Τουρκική εισβολή στο νησί το 1974 η οικογένειά της ακολούθησε τον δρόμο της ξενιτιάς καταλήγοντας στην Αυστραλία. Είναι εκπαιδευτικός ,ζει και εργάζεται στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Ασχολείται με τη λογοτεχνία και τη μετάφραση.  Γράφει σε έμμετρο και ελεύθερο στίχο, ενώ έχει γράψει ποιήματα και στην Κυπριακή διάλεκτο. Έργα της  έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά έντυπα και ανθολογίες στην Ελλάδα, Αυστραλία, Αμερική και Κύπρο.



Έργα της:

·         "Ανάπλευση" - Τετραλογία, Εκδόσεις Ναυτίλος, Μελβούρνη 1996

·         "Κυπριένια" 2001 Βραβείο  από το Σύνδεσμο Παιδικού Νεανικού Βιβλίου στην Κύπρο
στην κατηγορία της ποίησης για νέους.

Ηλιοβασίλεμα / Άντρια Γαριβάλδη



Γλύκανε ο ήλιος
κι έπεσε να κοιμηθεί
στο προσκεφάλι της νυχτιάς.

'Επεσαν οι σκιές
κι αντάμωσαν
της γης σημάδια.

Του καταχείμωνου
οι ηλιαχτίδες λιγοστές
μα στο λυκόφως της καρδιάς
τα φτερουγίσματα,
τρελλά λυχνάρια.

Κι εγώ
θαυμάζω
το βασίλεμα
μιας μέρας...

Εποχιακό / Άντρια Γαριβάλδη



Αν έχεις κουραστεί να ψάχνεις
για χαμόγελα στην άμμο
αν πια βαρέθηκες επίμονα ν’ αναζητάς
στο φύλλωμα της βουκαμβίλιας
την ανταύγεια της άνοιξης
τώρα που το ξεδιάλεγμα των αστεριών
έγινε ψίθυρος τ’ ανέμου
και το φθινοπωριάτικο στρωσίδι των φυλλοβόλων
χρύσισε την όραση
άπλωσε τις παλάμες σου στον ήλιο
ατένισε το άπειρο
κι αναλογίσου την αυγή του αύριο
που θα ‘ρθει φρέσκια
και βαμμένη με καινούργια όνειρα,
όνειρα που θα διώξουν ό,τι απόμεινε
απ’ το κρύο του χειμώνα.

Άντρια Γαριβάλδη


2/ 2012

Περιμένοντας / Άντρια Γαριβάλδη



Ότι κι αν να πούμε το κακό έγινε πριν τόσα χρόνια!

Ότι και να πούμε
το πρωτοβρόχι εξακολουθεί να πέφτει αβέβαιο για τον προορισμό του,
σ’ ένα κήπο που ποδοπατήθηκε άγρια
και σφραγίστηκε με τ’ αχνάρια ξενικών επισκέψεων.

Ότι και να πούμε
το δέντρο ακόμα περιμένει στην πλατεία να ποτιστεί απ’ το χέρι το δικό μας.

Γι αυτό,
ας βιαστούμε να ξαναστολίσουμε την επόμενη άνοιξη
τον Επιτάφιο στην πικραμένη εκκλησιά.
Για ν’ αντηχήσει στον αυλόγυρο της
το τραγούδι των μελισσών.

Ότι και να πούμε
αυτά που θα πούμε όταν ανταμώσουμε στο σταυροδρόμι των αναμνήσεων
θα είναι μόνο λόγια παρηγοριάς, για μας και για σας.

Και όλα αυτά θα γίνονται…                                   
περιμένοντας ακουμπισμένοι στην πλάτη της θάλασσας !


Η Τριλογία του Νόστου / Άντρια Γαριβάλδη



 χάθηκα
Νύχτωσε πάλι
στον ξένο τόπο,
χάθηκα σέρνο-
ντας τόσο κόπο.
Ύπνος ποτέ πια
δε με παίρνει,
κάποιος ή κάτι
με περιμένει...

έρχομαι
Έρχομαι πάλι
λευκό ακρογιάλι,
ζεστή φωλιά μου
χαρά η καρδιά μου.
Χρόνια σου λείπω
σε ξένο κήπο,
δρόμοι παλιοί μου
πατρίδα, γη μου.

Γυρνώ και πάλι,
λευκό ακρογιάλι,
μια καλημέρα
του πόθου μέρα.

Φιλώ τ΄ αγέρι
της μοίρας ταίρι
κι έρχομαι πίσω
να ξαναζήσω...

Δρόμοι παλιοί μου,
πατρίδα, γη μου,
ήρθα κοντά σου,
πάλι δικιά σου.

πάλι σ' αφήνω
Ήρθε η ώρα
πάλι σ΄ αφήνω
μικρή πατρίδα,
τυραννισμένη.
Στερνή αγκάλη,
μακρύ ταξίδι,
με περιμένουν
στην άλλη γη.

Μια χούφτα χώμα,
δροσιά απ΄ τα σπλάχνα
κέδρινου δάσους,
αυγής πνοή.

Αγριολούλουδα,
κρίνα, λαλέδες
λίγο απ΄ το δυόσμο,
βασιλικό,

χλωρό θυμάρι,
πατρίδα δώσ' μου,
να το κρατήσω
για φυλαχτό...

Δυο τρία κοχύλια,
βράχια πολύχρωμα,
βότσαλα άσπρα
πρασινωπά.

Θάλασσα, αλμύρα,
βαθιά, γαλάζια,
κρύσταλλα κόκκινα
και καφετιά.

Πρόσωπα γνώριμα
αγαπημένα,
σπίτια κατάλευκα,
ζεστός καφές,

ψωμί χωριάτικο,
φωτογραφίες,
γλυκά χαμόγελα,
ήρθα και χτες.

Λίγο απ΄ το δυόσμο σου
κρίνα, λαλέδες,
χλωρό θυμάρι,
βασιλικό.

Ό,τι έχεις δώσ' μου
μικρή πατρίδα,
ό,τι έχεις δώσ' μου
για φυλαχτό.

Κυπριωτάκι / Άντρια Γαριβάλδη




Ήσουν του κάμπου κυπαρίσσι εσύ μικρό
όμως μια μέρα σ' άρπαξε ο σίφουνας τ' Αττίλα ,
και σε ξερίζωσε σαν λούλουδο ξερό
κι άγρια σε πέταξε, σου τσάκισε τα φύλλα.

Αχ, κείν' τα χρόνια πού 'παιζες κρυφτό
στις γειτονιές τις λουλουδάτες, τις μεγάλες,
κάθε σπιτάκι πρόσχαρο, ζεστό,
κούρνιαζε ήρεμο στης γης μας τις αγκάλες.

’λλαξες πρόσωπο, μεγάλωσες πολύ,
τα καλοκαίρια μίκρυναν, ερήμωσαν τ' αλώνια,
πάγωσ' απότομα ο αέρας το πρωί,
τα δέντρα μάραναν, γυμνώσανε τα κλώνια.

Κι έτσι, της Κύπρου προσφυγόπουλο μικρό
έγινες άντρας πια, μεγάλωσες στ' αλήθεια,
να πολεμήσεις ήρθε η ώρα το θεριό,
να γιγαντώσεις τα αθώα σου τα στήθια.

Αντάμωμα / Άντρια Γαριβάλδη



Βρεθήκαμε στην άκρη του πάρκου
εκεί που τα χνάρια των πουλιών ψηλάφιζαν το νωπό χώμα
μετά τη βροχή που κόπασε για λίγα λεπτά.

Η ανάσα γρήγορη
 ρυθμικά έπαλλε στο στήθος
συνοδεύοντας τον ψίθυρο που έσβηνε στα παγωμένα χείλη.

Πίσω απ’ της πόλης τα φώτα π΄άναβαν δειλά
στο φίλημα των νεφών που στεφάνωναν τα γκρίζα κτίρια
μου ’γνεψες να γράψω στο μικρό μπλοκάκι
τις τελευταίες κουβέντες που είχαμε πει σαν προσευχή.

Και η βροχή ξανάρχισε το μέτρημα...

Να ’ταν τ’ αντάμωμα τάχα τυχαίο
ή ο σκοπός που όριζε ν’ αφουγκραστούμε τις καρδιές
μια τέτοια κρύα μέρα του χειμώνα
που η φύση οσφριζόταν την επιφάνεια της γυμνών χεριών
σαν χάιδευαν τον ρυτιδιασμένο κορμό του γέρικου πλατανιού;

Η πόλη ολόσωμη φωτίστηκε
και τα πουλιά κρυφτήκανε στις φυλλωσιές·
ανήσυχη άρχισ’ η βροχή ν’ ακολουθάει τις πατημασιές
ώσπου πια χώρισαν οι δρόμοι μας
κι απλώθηκε στους ώμους μας το χιόνι.

Έτσι, χωρίς βιασύνη
ρίξαμε πίσω μια στερνή ματιά
κι εκεί το βήμα χάθηκε...
 μέσα στο άγνωστο.

Μια μέρα θα γυρίσω, μου ‘χες πει...



Σκιά του δάσους / Άντρια Γαριβάλδη



Ήρθε κι αυτό το καλοκαίρι
Με τον καλό σκοπό του ταξιδιού
Στον τόπο τούτο τον ηλιοκαμένο. 
Μα η πύρινη φιγούρα της σκιάς του δάσους
Μάτωσε βίαια τις πλαγιές απ' άκρη σ' άκρη
Καταβροχθίζοντας την χλόη
Πεύκα, νυφούλες μυγδαλιές, σχίνα, σπατζιές και τριμιθιές, ασημωμένες αιωνόβιες ελιές
Θυμάρια, ρίγανη και μέντα
Όλα στολίδια του νησιού αρωματικά
Σύμβολα ζωντανά, μοναδικά
Λόφοι πια ολόγυμνοι
Θωπεύουν το λίκνο του τζίτζικα
Της πέρδικας το μονοπάτι 
Του σπουργιτιού τ' ανήσυχο φτεροκόπημα.
Τώρα πια το τοπίο σκοτεινό
Μαύρη καμμένη αγκαλιά από κλαδιά π' επέμειναν να θυμίζουν πως εδώ ζούσε παραδεισένια φύση.
Μικρό πουλί στο ξέφωτο
Έλα και πες μου τον καημό σου...


Άντρια Γαριβάλδη

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018

Ποιήματα από την εκδήλωση: «100.000 ποιητές για την αλλαγή» που πραγματοποιήθηκε στην Κοινότητα Αυγόρου!!! (7 Οκτ 2018)

Άτιτλο της Εύας Γεωργίου

Έτσι θα περάσει και τούτη η νύχτα
όπως και οι προηγούμενες
χωρίς κουβέντα.
Κανείς δεν έχει να σου πει τίποτα
κι η γη δεν λέει να στεγνώσει
η βροχή δεν σωπαίνει.
Κρύφτηκαν πάλι οι άνθρωποι
τον μαύρο ουρανό φοβήθηκαν.
Ατέρμονες ώρες έξω λογομαχούνε
ποια θα φυγαδεύσει την ανελέητη βροχή,
ποια θα καταλαγιάσει τον θυελλώδη βοριά.
Χορεύουν αδιάκοπα οι αστραπές,
τα πουλιά καταφύγιο ψάχνουν,
τα δένδρα σωριάστηκαν.
Κατάκοπος κι εσύ, σε ένα κλειστό δωμάτιο.
Μάκρυναν πολύ τα γένια σου, κατάλευκα πια.
Βαθιά χαραγμένες στο πρόσωπο οι ρυτίδες,
χρόνια πολλά μαρτυράνε.
Σούφρωσες πάλι τα φρύδια.
Ναι, γιατί αλλιώς σου φάνταζε κάποτε ο ήλιος.
Τώρα, παρηγοριά σου η πρώτη ηλιαχτίδα.
Κάποτε, προσπερνούσες τις ώρες,
και των αλλονών τα χρόνια
πίσω από τα δικά σου έτρεχαν.
Τώρα, πλάι σου η σιωπή.
Πίσω σου, μια χούφτα μονάχα ανθρωπάκια.
Παρών εσύ με μόνιμη διεύθυνση,
κι αυτοί αχαρτογράφητοι στον πλανήτη.

**
ΕΙΡΗΝΗ / Δημήτριος Γκόγκας

Ειρήνη είναι το ποίημα του Ποιητή*
Είναι το πρωινό ξύπνημα της μέρας.
Ο ήλιος που ανατέλλει μαζί μας.
Είναι το μεσημέρι που μας καλεί στο τραπέζι.
Το δείλι που γέρνει ευλαβικά στον ώμο της γης.
Είναι ο μικρός και μεγάλος κύκλος της ζωής.
Είναι η ζωή μας.

Μπροστά ο πόλεμος, η πείνα και η δίψα, μπροστά κι η ερημιά.
Ξωπίσω χρόνος όλοι μας, ξόβεργες που δεν βλαστήσανε
Μοιρασμένοι άνθρωποι, στη χαρά και τη λύπη,
με μια βουκέντρα στο χέρι να χτυπάμε το γέλιο.
Όλοι όμως αντάμα κι η ίδια πεθυμιά,
όλοι αγκαλιασμένοι με το αύριο για το αύριο.  
Αν θες Ειρήνη πρέπει να πολεμήσεις για την Ειρήνη.
Με το ψωμί, με το νερό.
Για το ψωμί και το νερό.
Να, λοιπόν μπροστά μας το πανιασμένο ψωμί.
Μ΄ ένα διαρκή θυμό το αποδιώχνουμε.
Να, δίπλα μας το βρώμικο νερό.
Το νερό που δεν πίνεται, δεν δροσίζει ούτε τα πόδια σου!
Με την ακράτητη οργή το ξεμπροστιάζουμε.

Αν θες την Ειρήνη πρέπει να την προσέχεις.
Όταν κρυώνει και κρυώνει συχνά να την ζεσταίνεις με το χνώτο σου.
Όταν πεινά, να της στρώνεις καθημερινά το τραπέζι.
Εκείνο το τραπέζι που σε κάλεσαν να γευματίσεις.
Όταν διψά, ν΄ αποστραγγίζεις το θολό νερό που δεν πίνεται.
Να της σφουγγίζεις ευγενικά με ευλάβεια τα χείλη.
Όταν αρρωσταίνει, να νιώθεις την ασθένεια μέσα σου,
το πόνο και το δάκρυ της.
Με τη φλόγα και το πνεύμα του οίνου να τη θεραπεύεις.
Να κομματιάζεις τη καρδιά σου, να της θυσιάζεσαι.

Αν θες Ειρήνη να λέγεσαι, πρέπει να γίνεις το Ποίημα του Ποιητή


*Αναφορά στο ποίημα Ειρήνη του Γιάννη Ρίτσου

**

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ / Ανδρόνικος Κατσιαντώνης


Που ήντα χώμαν έπιασες, πηλόν για να ζυμώσεις,
Γιατί Θεέ στα πλάσματα, την λογικήν να δώσεις,
Τζι αντί σαν τ' άλλα τα χτηνά, αρμονικά να ζιούσιν,
Που την αρκήν πασκίζουσιν, να σσιυλλοφαηχούσιν,
Ο κόσμος καταστρέφεται, μα κάτω εν το βάλλου,
Γίνεται πλάσμαν να πουλά, σκλάβον ο ένας τ' άλλου,
Καμπόσα γρόνια μάχουνται, την γήν κατατρυπούσιν,
Τζιαι όπως τους βρυκόλακες, που μέσα της ρουφούσιν,
Αέραν, χώμαν τζιαι νερόν, ούλλα τζι αν τα μολύνουν,
Έχουσιν έννοια μανιχά, τα κέρτη να πολλύνουν,
Τα δέντρα λλιανίσκουσιν, που κρούζουσιν τα δάση,
Σαν το κρανίον έν η γη, που πάει να κκελλιάσει,
Οι λλίοι έχουν τα πολλά, τζιαι οι πολλοί καθόλου,
Τζιαι ούλλοι σουρουσούϊλα, πάμεν κατα θκιαόλου,
Έτσι πλανήτην πού 'καμες, τα πλάσματα να ζιούσιν,
Κιάρεις τα τζι αφήννεις τα, Θεέ μου να χαθούσιν,
Το μυάλον σου αμάρτημαν, αν πούν να σε δικάσουν,
Εν η ριτζιά στα πλάσματα, π' άφηκες να σου μοιάσουν,
Τζιαι θα σου κόφκασιν ποινήν, μες το τζιελλίν να μείνεις,
Που γίνουνται οι πόλεμοι, στ' όνομαν της ειρήνης...

**

ΕΙΡΗΝΗ ΣΤΗ ΓΗ / Ελευθερία Κούβαρου- Τρισόκκα

Όπου πλάσκετε ναν κράτος, Νήσος τζι΄ ήπειρος στη Γην
όπλα να ΄χαν την Ειρήνην
έθθα σιεν φωθκιές καμίνιν
Τζι΄ ουτ΄αγιάτρευτην πληγήν.

Αντί σφαίρες τζιαι παρούτιν, θάνατος τζιαι ματζιελιών,
να κρατούσαν εις τα σιέρκα,
όι ππάλες τζιαι μασιέρκα
κλώνους τζιαι κλαδκιά ελιών.

Χριστιανοί, Τούρτζιοι τζιαι μαύροι, τζιήτρινοι τζι΄ Οθωμανοί,
η ττουλούμπα να τυλίξει,
τους πολέμους να τους ρίξει,
μες στο χάος τζιαί κανεί.

Απ΄ Ανατολήν ως Δύσην, τζι΄ απού Νότον ως Βορκάν,
ας φυλάξουν την Ειρήνην,
τζιαι ανέτζιειστη να μείνει
στη δική τους την μερκάν.

Τζι' όσοι ζιείτε σαν πασάες, τζι΄ άρκοντες τούντον τζιαιρόν,
μην αρπάσσετε ακόμα,
τζιαι που του φτωχού το στόμαν,
το ψουμίν τζιαι το νερόν.

Όπως το νερό που τρέσιει, τρεξιμιόν που μιαν πηγή,
στον πλανήτη να τζιυλίσει,
μες το κόσμο να σκορπίσει,
την Ειρήνη πας τη Γην.

**

Αγάπη τζιαι ειρήνη / Θεογνωσία Κούβαρου Μιχαηλά

Θεέ μου πέψε τη χαρά στην γην να βασιλέψει
τζιαι το κακόν που κυβερνά να λείψει, να στερέψει.

Το κλαθε πλάσμαν μανιχά να ζιει για την ειρήνη,
πόλεμος, μίσος, βάσανα, στο παρελθόν να μείνει.

Να ' ρτουν καλύττερες στιγμές, να δκιόξουσειν τον πόνον,
τζι΄ ο κόσμος ούλος να περνά με την αγάπην μόνον.

Να μεν υπάρχουν πλάσματα φτωχά τζιαι πεινασμένα,
να λείψουν πιον τα ορφανά τζιαι τα ξεσπιτωμένα.

Τζι΄η Κύπρος η πολύπαθη η πολλοφατζιημένη
να ξανανοίξει τα φτερά να μεννεν λυπημένη.

Να ΄ρτει μια μέσα στο νησίν πουν να κτυπούν καμπάνες
τζιαι να ξαναγελάσουσειν τζι΄οι πικραμένες μάνες.

Να ζιουν τουρκάλες τζιαι ρωμιές με τον σκοπόν ναν έναν,
να μεν υπάρχει διχασμός τζιαι πρόβλημαν κανέναν.

Βορκάς τζιαι νότος να'  μαστειν ούλοι μας ενωμένοι,
πάλε να ξαναζήσουμεν σαν πρωτ΄ αγαπημένοι.

Τζι΄ αφού η γη εν στροντιυλή καπάλιν τζιαι γυρίζει,
κάθε καντούνιν τζιαι γωνιά Ειρήνην να μυρίζει. 

**

ΕΛΑ ΕΙΡΗΝΗ/ Ελένη Τυρίμου

Τώρα, διψάσατε πολύ
στις χούφτες
κρατάμε την ψυχή μας,
όσα- όσα πουλάνε
τα φτωχά, ταπεινά όνειρά μας
ανελέητα μαδούν, σκορπούν
την ζωή μας
Τώρα λιτό γλυκό ψωμί
στο τραπέζι
το όνομά σου ΕΙΡΗΝΗ
γενιές το φωνάζουν με αχαλίνωτο πόθο.
Εστί δίχως σύνορα, χρώμα
γίνε ο κρίκος γης, ουρανού
γίνε άσβηστη γραφή
κάτω στο χώμα.
Έλα Ειρήνη, μες στη ξαγρυπνία μας
που μονάχα τα λυσσασμένα σκυλιά ουρλιάζουν
και η ματωμένη Αυγή, μετρά τους νεκρούς
μαζί με το μοιρολόι της περήφανης Μάνας.
Δάση τα χέρια, κοπάδια οι νεκροί
θα αδράξουν θάλασσες, κάμπους, βουνά
καταφύγιο οι μνήμες,
χαμένες πατρίδες, σελίδες γραμμένες με αίμα.
Κάθε αστέρι το όνομά σου να λάμπει
το φεγγάρι κύκλο να κάνει την δική σου σφραγίδα!
εσύ άσβεστη δάδα
κάθε πατρίδας.
Έλα ΕΙΡΗΝΗ προαιώνιος πόθος
πληγές να γιατρέψεις
ΕΙΡΗΝΗ, ΕΙΡΗΝΗ εσύ ας βασιλέψεις. 

**

ΕΛΑ ΕΙΡΗΝΗ/ Ελένη Τυρίμου

Τώρα, διψάσατε πολύ
στις χούφτες
κρατάμε την ψυχή μας,
όσα- όσα πουλάνε
τα φτωχά, ταπεινά όνειρά μας
ανελέητα μαδούν, σκορπούν
την ζωή μας
Τώρα λιτό γλυκό ψωμί
στο τραπέζι
το όνομά σου ΕΙΡΗΝΗ
γενιές το φωνάζουν με αχαλίνωτο πόθο.
Εστί δίχως σύνορα, χρώμα
γίνε ο κρίκος γης, ουρανού
γίνε άσβηστη γραφή
κάτω στο χώμα.
Έλα Ειρήνη, μες στη ξαγρυπνία μας
που μονάχα τα λυσσασμένα σκυλιά ουρλιάζουν
και η ματωμένη Αυγή, μετρά τους νεκρούς
μαζί με το μοιρολόι της περήφανης Μάνας.
Δάση τα χέρια, κοπάδια οι νεκροί
θα αδράξουν θάλασσες, κάμπους, βουνά
καταφύγιο οι μνήμες,
χαμένες πατρίδες, σελίδες γραμμένες με αίμα.
Κάθε αστέρι το όνομά σου να λάμπει
το φεγγάρι κύκλο να κάνει την δική σου σφραγίδα!
εσύ άσβεστη δάδα
κάθε πατρίδας.
Έλα ΕΙΡΗΝΗ προαιώνιος πόθος
πληγές να γιατρέψεις
ΕΙΡΗΝΗ, ΕΙΡΗΝΗ εσύ ας βασιλέψεις. 

ΤΩΡΑ / Ανδρέου Ειρήνη


Η πιο όμορφη μέρα η πιο όμορφη ώρα είναι το ΤΩΡΑ
κάνε ένα σάλτο από τον πάτο, στου ήλιου τη χώρα.
Τρύγα το μέλι της πιες το κρασί της να ζαλιστείς
τα χέρια άπλωσε τον κόσμο αγκάλιασε θεός κι εσύ.
Κι αν κάποια ρόδα έχουν αγκάθια μην φοβηθείς
χαρά και πόνος γέλιο και κλάμα ειν' της ζωής.
Κόσμος πεθαίνει, κόσμος γενιέται, η γης αλλάζει.
Το μόνο σίγουρο είναι το ΤΩΡΑ και σου φωνάζει.
Μην πεις ποτέ σου πως όλα τέλειωσαν σαν ανασαίνεις
σε μια στιγμούλα μπορείς να κλείσεις χίλιους αιώνες
Το ΤΩΡΑ άρπαξε γερά κράτησε το και δες τον ήλιο .
Κι αν βασιλεύει , ζησ' την μαγεία , κάνε τον φίλο.
Την άλλη μέρα ξανά θ΄ανατείλει και να' σαι εκεί
όσα δεν έζησες να σου χαρίσει , γιατρός στην πληγή.
Μόνο το ΤΩΡΑ μην σου ξεφύγει, τα πάντα ειν' αυτό .
Όλη η ζωή μας στιγμές του ΤΩΡΑ, ζωή Σ ΑΓΑΠΩΩΩΩΩΩΩ!!!

[Με σκουριασμένα κλειδιά] / Πηλαβάκη Δέσπω

Με σκουριασμένα κλειδιά
προσπαθούσε για χρόνια
ν ανοίξει της ζωής την πόρτα
Έκρυβε στην καρδιά της ελπίδας
τα στοιχειωμένα βράδια
της μοναξιάς
και τα ξεθωριασμένα όνειρα
Αγόραζε ακριβά το ψεύτικο γελιο
και σκεπάζοντας μ αυτό
τη δυστυχία
ξεγελούσε τους τυφλούς ανοικτομάτηδες
Μονάχος εκίνησε για ταξιδι μακρύ
με ξεσκισμένα τα στήθεια
κι ένα μαύρο κενό
στο μέρος της καρδιάς
και προχωρά ανάμεσα
σε σκοτεινές ατραπούς
Και δρασκελά τα βουνά
του πόνου
και τρέφεται με πικροδάφνες
μα δέν βρίσκει ηρεμία
να ξεδιψάσει τη ψυχή
Τώρα κουρασμένος βλέπει το τέρμα
και βιάζεται να φτάσει
προτού πέσουν τ αστέρια
στη θάλασσα
Επιθυμία στερνή
Το σκοτάδι να σκεπάσει
τη θύμηση του
ΔΕΣΠΩ ΠΗΛΑΒΑΚΗ