Τετάρτη 6 Ιουνίου 2018

ΜΕΡΙΛΥΝ ΜΟΝΡΟΕ / Ιωσηφίδης Ιωσήφ



Ερωτεύτηκα την Μέριλυν, μα ατύχησα πολύ!
Την άρπαξαν εταιρείες, μαφιόζοι, συνεργεία,
την ανάρτησαν γυμνή σε αφίσα να διεγείρει,
ανασήκωναν με ανεμιστήρες τη φούστα της.
Έπρεπε να γελά, να γδύνεται, να πίνει χάπια,
την έχωναν σε μαύρες λιμουζίνες, σε Στούντιο,
σε Μουσείο ως κέρινο ομοίωμα. Ζήλεψα όταν
ο Ντι Μάτζιο την παντρεύτηκε, μετά ο Μίλερ…

(Την είδα Κόρη Ασπασία Φωκαΐδα σε εφιάλτη,
έμεινε χήρα και τη βίαζε ο θείος μου o Κύρος,
την αιχμαλώτισε ο γονιός μου o Αρταξέρξης,
μας πάντρεψαν, μα την έκλεισαν ιέρεια σε ναό).

Σου είπαν ‘τραγούδα στον Αρχηγό’. Πίστεψες,
και σε σώπασαν. Οι κάμερες ακόμα και το νεκρό
το σώμα σου το ηδονοβλέπουν, καθώς σφίγγεις
το μαξιλάρι, σαν το παιδί που δεν απέκτησες.
Το κεφάλι κλίνεις πλάγια, σαν Μαντόνα. Γιατί;
Από στοργή, τραύμα, πόνο, υποταγή στη μοίρα;

Τα ποντίκια των εμποράκων δεν σε λένε πόρνη,*
σέβονται και δεν γρατζουνούν το σεντούκι σου.
Πάνω του αφήνεις τα εσώρουχα σου για τους άλλους
και φεύγεις ενώ οι κάμερες αναζητούν τα υγρά σου.
Η ζωή ένα θέατρο ανοικτών πληγών, χωρίς αυλαία,
μα όπως ο Δαρείος ενώθηκε με την Ασπασία του
στ’ άστρα, έτσι κι εμείς… πάνω από νέφη λαγνείας.

Από την ανέκδοτη Συλλογή ΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΗ


* ‘Ο θάνατος του εμποράκου’, θεατρικό έργο του διάσημου Άρθουρ Μίλερ, τρίτου και τελευταίου συζύγου της Μέριλυν Μονρόε

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ / Ιωσηφίδης Ιωσήφ




Άπλωσε το χέρι κι άνοιξε το παράθυρο,
ίσως το δρασκελίσει μια αχτίδα,
τεθλασμένη, από αντανάκλαση,
ένα άστρο που υπόσχεται αλλαγή.

Άνοιξε το παράθυρο,
ίσως κοιτάξει μέσα ένας βιαστικός,
μια ωραία που τη ραίνει η βροχή,
μια χελιδόνα που ’χασε το μικρό της.

Άνοιξε το παράθυρο,
ίσως φανεί η μπάλα των παιδιών
η φωνούλα τους ίσως σκαρφαλώσει
ένα κλαρί που λυγίζει, ένα γατί.

Άνοιξε το παράθυρο,

κι ας εισβάλει κύμα σκόνης, χαλαζιού,
μια σκιά ή η σκιά της, δύο που ’γιναν μία,
ή έστω μια σκιά που σκιάζει μιαν άλλη.

Άνοιξε το παράθυρο,
ακόμα κι αν η πόλη αποκοιμήθηκε,
ακόμη κι αν η πόλη αποδήμησε,
ακόμη κι αν δε φαίνεται ποιο απ’ τα δυο.

Άπλωσε το χέρι κι άνοιξέ μας το παράθυρο.
Στη θέση του θα υπάρχει μια ζωγραφιά
κρεμασμένη, κι ας μας κοιτάζει αμίλητα.
Τουλάχιστον θα γεμίζει τον άδειο μας τοίχο.


 (Ποιητική Συλλογή ΔΙΑΔΡΟΜΗ Β’ - Σί βόλε, 2003)

ΕΥΑΓΟΡΑΣ / Ιωσηφίδης Ιωσήφ


Δίπλα μου ολόρθος
ο βασιλιάς Ευαγόρας:
όλο δίψαγε για λευτεριά και Ελλάδα
κάλεσε γλύπτες, σοφούς, παιδαγωγούς
τριανταέξι χρόνια
δομούσαν την κρήνη
να ξεδιψούν οι Κύπριοι όλοι.

Τείχη έφτιαξε, στόλο, στράτευμα
έκοψε νόμισμα χρυσό για μισθοφόρους,
όλα για να κρατά τη Σαλαμίνα κραταιά,
σαν Ηρακλής.

Μα κουβαλήσαμε περσικές ακρίδες,
με ντόπιες καταβροχθίζουν τα πάντα
θέατρο, κίονες, βιβλία, ναούς,
καρπό και σιτάρι της Μεσαορίας,

κι όπως τον δολοφονώ,
εγώ ο ευνούχος,
προλαβαίνει αρπάζει δάδα
και με καίει με τις ακρίδες
που εκκολάπτω στην πανοπλία μου.

Έπεσα στη θάλασσα καταραμένος,
σαν Ίκαρος στο πέλαγος του πουθενά,
πυρπολημένη πανοπλία, ένα τίποτα,
χωρίς γραφή και βλέμμα τυφλού Ομήρου.

.
Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης
Από την ανέκδοτη Ποιητική Συλλογή «ΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΗ»

ΧΡΥΣΑ ΨΩΜΙΑ / Ιωσηφίδης Ιωσήφ


Λάτρευε τον χρυσό ο Πύθης, μέχρι τρέλας,
έκτισε βίλα στα μεταλλεία να τον ζει από κοντά, 
ας του ’λεγαν οι σοφοί, ‘χρυσός μόνο η παιδεία’.
Μα η εξουσία είναι τροχός. Επελαύνει ο Ξέρξης,
σφάζει τον γιο του που θα τον γηροκομούσε,
παίρνει μαζί του στον πόλεμο τους άλλους δυο.
Τότε η βασίλισσα τού έφτιαξε χρυσά ψωμιά,
κι αυτός είδε την αξία του νόστιμου ψωμιού,
του νερού, του κάθε περιφρονημένου απλού∙
η τιμή κερδίζεται, αβέβαιο ό,τι σου δωρίζεται.
Κι έδωσε στη γυναίκα το σκήπτρο, έφτιαξε τάφο
μακριά κι ένα ρυάκι να ρέει απ' το παλάτι ως εκεί,
εντολή έδωσε να του στέλλουν ψωμί με σχεδία
κι έκατσε εκεί ασκητής μέχρις ότου αποδημήσει.
Στην κηδεία δεν ήρθαν χρυσοχόοι, χρυσομανείς,
ούτε μετέχοντες ή αμέτοχοι, αθώοι ή πονηροί.
Τα πουλιά σκάλιζαν το χώμα και το ανέμιζαν,
η σκόνη μες στο φως φάνταζε χρυσόσκονη
ενώ στο ρυάκι επέπλεαν ψωμιά ανέγγιχτα
και ριγμένος ένας χαλασμένος αχυράνθρωπος.
Ο Πύθης, ανώνυμος, αχειροκρότητος στο χώμα
μα αυτό ευωδίαζε και σάλευε, για άγνωστο λόγο !
.

Από την ανέκδοτη Ποιητική Συλλογή «ΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΗ»
© ΙωσήφΙωσηφίδης
• Το ποίημα είναι εμπνευσμένο από μια Ιστορία του Πλούταρχου

ΠΟΤΕ ΘΑ ΕΞΟΝΤΩΣΩ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ; / Ιωσηφίδης Ιωσήφ

Εδώ και 3.000 χρόνια πολλοί φθονούν και 
δοκιμάζουν να εξοντώσουν την Ελλάδα : 
Πέρσες, Ρωμαίοι, Σαρακινοί, Βούλγαροι, 
Τούρκοι, Γερμανοί, κι άλλοι. 
Αλήθεια γιατί δεν μπορούν; 
Το ποίημα ας μιλήσει.

.
Ποτέ δεν χώνεψα τους Έλληνες, τους μισούσα,
κάτω από κάθε πέτρα έβρισκα το πνεύμα τους.
‘Τους μιμούμαστε σαν πίθηκοι’, έλεγαν οι δάσκαλοι.
Σαν πήγα στρατιώτης είδα τον Αρχιμήδη κι αγρίεψα,
τον λόγχισα, του άρπαξα το κεφάλι και το κλώτσησα,
ναι, αυτό εξευτέλισε εμάς τους Ρωμαίους, με μηχανές,
τηλεβόλα, με πολύσπαστα κι οδοντωτές τροχαλίες,
σήκωνε τα πλοία μας, τα έκαιγε με ηλιακά κάτοπτρα,
να σώσει, έλεγε, τις Συρακούσες, την Ελληνική Ιδέα.
Με θλίβουν οι επιτυχίες του: οι Έλληνες πια μετρούν
ηλιοστάσια, διάμετρο ήλιου, πλανήτες, καμπύλες,
πόσο βάρος θα έχαναν στο νερό αν τους βυθίζαμε.
Τους μισώ, τους ληστεύω, με ακυρώνουν και δίνουν
πάπυρους που ξεχύνουν λέξεις σαν άμμος που πνίγει
(το παιδί μου έμαθε Ελληνικά, βάρβαρο με φωνάζει).
Πότε θα εξοντώσω την Ελλάδα; Λένε δεν πεθαίνει
όσο δεν εξοντώνω του Αρχιμήδη τον αριθμό π*,
τον ταραξία, που ξεγλιστρά και πηδάει φράχτες,
μπαίνει-βγαίνει στο κύμα, κυλά σε αυλάκια νου,
περνά στις αρτηρίες, στα νεύρα, σκαρφαλώνει
σε τείχος θεόρατο, μετά σε δένδρο γίγαντα
απ’ όπου εκτοξεύεται σε Γαλαξίες, σαν Θεός.
.

.
Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης
Από την ανέκδοτη Ποιητική Συλλογή "ΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΗ"
* Αριθμός π (άρρητος)= πόσες φορές χωράει η διάμετρος στην περιφέρεια του κύκλου = 3,1415926535897932384626433832795028841971693993751058209749445923078164062862089 ……. [ μέχρι σήμερα καταγράφηκαν τα πρώτα 1.241.100.000.000 δεκαδικά ψηφία του π, και ο υπολογισμός συνεχίζει ατελείωτος...και τελειωμός δεν θα υπάρξει (άρρητος αριθμός)]

Ο ΒΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ / Ιωσηφίδης Ιωσήφ


.
Ξένος στρατιώτης νόμισε σου έλιωσε το κρίνο.

Μόνο τ’ όνειρο μάτωσε, το γλυπτό σου ακέραιο
το σμίλεψε άγγελος, λάμπει αγνό άφθαρτο δίκαιο
και σε ανασύρω απ’ το χώμα, άγαλμα πονεμένο,
σκουπίζω τα μάτια και το στόμα σου, τα φιλώ,
με τα δάχτυλά μου φτιάχνω χτένα, σε χτενίζω,
έλα, πάρε το στήθος μου σύντροφο μαξιλάρι
απάνω να κυλάει το μάγουλό σου σαν αυγή.

Μην κλαις, ο Θεός δακρύζει βροχή και σβήνει
τους κύκλους που ένα κοτρώνι όρθωσε στη λίμνη,
έλα, φυτρώνουν ρόδα μυρίπνοα για την πληγή σου.
Όσο για μένα νιώθω να είμαι τα υποδήματά σου,
κρατώ τα πέλματά σου να περπατούν με θέληση,
λιώνω στη σκόνη όμως τα πόδια σου σφιχτά φιλώ
κι αγαπώ τη θλίψη, τους τραυματίες, ό,τι σκύβει
και μου μοιάζει, σαν βαδίζουμε δέρμα το δέρμα.

Αν το χαμόγελο χάσεις, πάρε απ’ το δικό μου,
έλα, πιάσε το ακατόρθωτο να θυμηθείς το αύριο:
όσα λέμε, σκεφτόμαστε και κάνουμε. Τη ζωή σου
ρίχνουν σε κοπριά και φυτρώνει χυμώδης, καθάρια.

Σ’ αγαπώ, άρα υπάρχεις, πάει να πει συνυπάρχω,
σαν γλύπτης που είδε στην πέτρα τη μορφή σου.
.
Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης
Από την ανέκδοτη Ποιητική Συλλογή «ΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΗ»

ΜΑΣΚΑ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ / Ιωσηφίδης Ιωσήφ

Το ποίημα αφιερώνεται 
στο ορφανό που ξαγρυπνά 
στον τάφο των γονιών του
 και στο παιδί της Συρίας 
που ξέβρασε η θάλασσα 
όταν η οικογένειά του 
το πάλευε από Τουρκία 
να φτάσει στην Κεντρ.Ευρώπη. 

Ως ηθοποιός σάς κολλώ με κερί φτερούγες, 
στο καμαρίνι μηρυκάζω ώρες, βλέπω ειδήσεις,
λύνω σταυρόλεξο θηρεύοντας πράσινα άλογα.
Σπουργίτης ραμφίζει το τζάμι να δω στην τηλεόραση
το παιδί στα ερείπια μπρος στις σάρκες των γονιών
το άλλο του μετανάστη που το ξέβρασε η θάλασσα.
Στο σταυρόλεξο, ένα οριζοντίως, γράφω: ‘τραγωδία’.
Πώς μπορώ να ταυτιστώ με το δράμα ενός παιδιού;
Αν τμήσω το δέρμα ως το κόκαλο; Ως το μεδούλι;
‘Μπαίνει στο σφαγείο, δεν ματώνει’, με ρωτά καθέτως
το δύο. ‘Ηλιαχτίδα’, απαντώ μεσ’ απ’ το σκοτάδι μου.
Ηθοποιός. Ποιο ήθος ποιώ; Στέκω, δεν παραστέκω,
η μάσκα έχει προθεσμία λήξης, το παιδί ξαγρυπνά
στον τάφο των γονιών, το άλλο κοιμάται στην ακτή.
Δέκα καθέτως: γράφω ‘υποκριτή’. Για μένα !
Το ψέμα ντρέπεται για τα χείλη μου που το είπαν,
η αλήθεια μού αφαιρεί τη μάσκα και με ανακρίνει
πώς δολοφονείται η αλήθεια, γιατί το λάδι πίσσωσε!
Τη μάσκα μου ας καταπιώ που κατάπιε το κενό, έτσι
ίσως φτάσω ο βραδύς την Ιστορία που προβαδίζει.

.
Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης
Από την ανέκδοτη Ποιητική Συλλογή «ΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΗ»

Αν νιώθεις ξένος.. / Ειρήνη Ανδρέου


Κι αν νιώθεις ξένος σε τούτο τον κόσμο
κι αν νιώθεις ξένος σε τούτη τη γη
κι ούτε να κλάψεις μπορείς σ'ενα ώμο
κι αναρωτιέσαι το πώς και γιατί ....
Κι αν βλέπεις γύρω σου ανθρώπους πολλούς
μα νιώθεις πιο μόνος και κάπως αλλιώς
ντύσου την μάσκα τους να μοιάζεις μ' αυτούς
μπας και σε πουν ' της γειτονιάς τον τρελό..'
Κι αν νιώθεις ξένος στην κλίνη σου απάνω
και δίπλα σου κάποιος που βλέπεις καιρό
κι όλοι τριγύρω σου ένα ψεύτικο πλάνο
αταίριαστος νιώθεις σ ένα πάζολ θαμπό...
Αγωνίζεσαι χρώμα να βάλεις στο πάζολ
να βρεις μια γωνιά να τρυπώσεις κι εσύ
σαν βλέπεις με φόβο της κλεψύδρας το βάζο...
κι αφήνεις την σκόνη σε κάθε ρωγμή....
Πετάς και μαζεύεις της ζωής τα κομμάτια
κολλάς τα σπασμένα όπως όπως ν' αντέξεις
γελάς σαν παλιάτσος και βάφεις τα μάτια
τον στερνό σου τον ρόλο καλείσαι να παίξεις..

Κυριακή 3 Ιουνίου 2018

Το Κοιμητήριο της Λύσης

 γράφει και φωτογραφίζει τον χώρο ο Δημήτριος Γκόγκας


 Είχα την τύχη μια ζεστή Κυριακή του Μαΐου να επισκεφτώ με άλλους τρεις γνωστούς και φίλους το κοιμητήριο της κατεχόμενης Λύσης. Δίπλα από την Εκκλησιά της Παναγίας, βρίσκεται ερειπωμένο, κατεστραμμένο, χορταριασμένο. Οι πλάκες των τάφων σπασμένες, το ίδιο και οι σταυροί, τεράστιοι θάμνοι καλύπτουν τον χώρο, κι ένας αέρας ασέβειας του κατακτητή φυσά από κάθε κατεύθυνση. Στη μέση περίπου του Κοιμητηρίου το μνημείο Ηρώων της ΕΟΚΑ, κείτεται ασυντήρητο, θύμα και αυτό της θηριωδίας των ακάλεστων εισβολέων. 



 44 χρόνια σβησμένα τα καντήλια πάνω από μνήμες που αμφιταλαντεύονται στον χρόνο


 Το μνημείο της ΕΟΚΑ, αργοπεθαίνει ανάμεσα στην ασέβεια και την χλεύη του κατακτητή


Ανοικτοί τάφοι, σπασμένες πλάκες, πεταμένοι σταυροί. Πληγές που δεν έκλεισαν, πόνοι που δεν σιωπούν



Για τον Δήμο της Λύσης μπορείτε να μεταβείτε στον Ιστοχώρο: http://www.demoslysis.com/


Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018

Ειρήνης Ανδρέου / μικρή αναφορά

Η Ειρήνη Ανδρέου κατάγεται από την Λευκωσία  όπου και διαμένει. 

Έχει εκδώσει :
(2016)Φτου μας... με αγάπη, Όστρια Βιβλίο
(2012)Της ψυχής μου τα κομμάτια, Εκδόσεις Επιφανίου
Η ίδια στο βιβλίο της : Φτου μας με αγάπη περιγράφεται ως ακολούθως
Δεν είμαι τίποτα σπουδαίο, μια "τρελή" οικοκυρά
που κόβει τ’ άδικο με ρίμα και μπαλτά
«σ’ τούτη τη γή που οι «λογικοί» την καταστρέψανε
και με κουμπιά και αριθμούς αλλάξαν τις καρδιές τους»
Γεννήθηκα σ’ ένα νησί, που ματωμένο κείται.....
ξένοι μα και δικοί του το μοιράσαν δυστυχώς.
Μ’ ενός λεπτού σιγή μπροστά του να σταθείτε.
Ευαγόρες κι Αυξεντίου δώσαν το αίμα τους γι’ αυτό.
Κι ύστερα φτύστε μας καθόλου μην ντραπείτε ,
προδότες ,μιζαδόροι αλωνίζουν τώρα δω.
Λόγους ωραίους στο «ΦΤΟΥ ΜΑΣ» δεν θα βρείτε
διπλώματα και μάστερ δεν πήρα δυστυχώς.
Οργή και πόνο και πληγές μέσα θα βρείτε,
αστέρια και φεγγάρια δεν ξέρω να υμνώ.
Ρήτορες, κόλακες ,αλλού ψάξτε να βρείτε.
Χιλιάδες οι «Αϊλάν», για ηδονές θα σας μιλώ;
Ντόπρα σας μίλησα κι αν κάποιοι ενοχληθείτε
«με…αγάπη» θα σας πω, πως γυρίζει ο τροχός.
Και φτύστε με και μένα, διόλου μην ντραπείτε,
κουσούρια κι αμαρτίες κουβαλώ ένα σωρό
μα της ψυχής μου την κραυγή κατέθεσα εδώ
.

Ο Παράδεισος Άδωνις / Στέλιος Παπαντωνίου


Κλαριά τετρακόσια, ρίζες πενήντα εφτά
Τα όρνεα κατέβαιναν στην ξηρά μέσω θαλάσσης
Πατούσαν τη γη και τη μάτωναν
Άρπαζε ο καθένας τα κλωνάρια του να σωθεί 

Κομμάτια τις σάρκες του Άδωνη μαζί τους
Άλλος το σκολειό άλλος την εκκλησιά άλλος την εικόνα
Να μεριμνήσουν σαράντα χρόνια ύστερα να περισυλλέξουν τα ιερά
Θρήνος ήταν, βουβό κλάμα, ήταν η χαμένη χαρά
Ο Άδωνης κείτονταν εκεί
Στον Παράδεισο
Κοντά στα βράχια, στα περβόλια, στους καφενέδες και στα πανηγύρια
Σπυρί σπυρί μαζεύαν οι μοιρολογίστρες
Ν΄ ανασυνθέσουν τ όμορφο σώμα
Να του φυσήσουν πνοή ζωής
Άπλωναν λευκά σεντόνια, λευκές σελίδες
Μαύρες κι έγχρωμες σελίδες τις αυλές του χωριού
Σφραγισμένος ο Άδωνις
Στην απόλυτη σιγή της αγάπης
Του βωβού θρήνου
Όπως στον επιτάφιο με τους λαζάρους και τις μαργαρίτες.
Πέρασε κι αυτό το Πάσχα και δεν λειτουργήθηκαν
Εκείνος αναλήφθηκε στους ουρανούς
Κι αν κανένας επισκέφτεται τον τάφο του
Δεν είναι αυτός, λέει, δεν είναι αυτός,
Τέτοια παράταιρα πράματα στο χωριό δεν είχαμε.
Από την κλειδαρότρυπα χαίρεται ο κλέφτης κι ο φονιάς
Όπως κάθε κλέφτης κάθε φονιάς
Πασχίζει να αρθρώσει το τέλειο έγκλημα
Παραχαράζοντας τον όμορφο κορμό
Να μην τ’ αναγνωρίσουν τα παιδιά
Να πουν «αυτός δεν είναι ο κόσμος μας δεν είναι δικός μας».
Κύπτουμε τον αυχένα στην αυθάδεια
Υπομένουμε καρτερικά ως αύριο
Κι αυτό δεν γίνεται καλύτερο.
Τον περιμάζεψαν τον Άδωνη
Τον έκλεισαν στις αυλές του βιβλίου
Ο Θεός ξέρει πότε θα του δώσει ξανά την πνοή του
Κι εμείς γονατιστοί τον αδράχνουμε στον ύπνο
Στην απόλυτη αθωότητα
παρακαλούμε το Θεό και περιμένουμε.

Τέτοιες ώρες / Στέλιος Παπαντωνίου


Σαν τέτοιες ώρες
ψιλή βροχή
Συννεφιασμένος ουρανός
Κατεβαίνει στον Πενταδάχτυλο
Ρωτά το σπίτι του παππού
Δεν το βρίσκει
Στο κοιμητήρι κοιμούνται ανήσυχοι
Χτυπούν τις νύχτες τενεκέδες να τους διώξουν
Άγρια πουλιά θεριά τσακάλια
Φοβερίζουν
Ριζωμένοι βαθιά στα χώματα
Κανένας δεν το κουνά
ξέρει τη γλώσσα τους
Εκεί καταφεύγει
Κάθονται στον καφενέ,
Έξω από το ρημοκλήσι και λεν τα παλιά
Τον καιρό που τη γιαγιά την έλεγαν Ειρήνη
Τον παππού Αγάθο.

Θα σταθούμε στη γη που μας γέννησε / Νίκος Κρανιδιώτης

θα σταθούμε στη γη που μας γέννησε
σαν τα δέντρα που μάχεται ο άνεμος
που τα δέρνουν οι μπόρες μα ασάλευτα
τον καρπό ετοιμάζουν στα κλώνια

Θα σταθούμε στη γη που μας γέννησε
με τη μνήμη εκείνων που διάβηκαν
την αγάπη για κείνους που θα ‘ρθουνε
και τη θεία γαλήνη στα σπλάχνα



το ακούτε: https://www.youtube.com/watch?v=6kB08x9AZXY

Το Λιμάνι / Νίκος Κρανιδιώτης

Έφυγαν τα καράβια με τα γκρίζα
τ’ ακάθαρτα πανιά, και με τους ναύτες,
που βρίζαν και λερώναν το λιμάνι,
που βρίζαν και λερώναν το λιμάνι, οι ναύτες.

Έφυγαν τα καράβια, κι ιριδένιο
το φως με χρυσαχτίδες πλημμυρίζει
τον πράσινο βυθό και τ’ άσπρο κύμα,
τον πράσινο βυθό και τ’ άσπρο κύμα πλημμυρίζει.

Κι είν’ ήσυχοι όλοι οι μόλοι και καθάριοι
κι οι άδειες αποβάθρες νανουρίζουν,
κι οι άδειες αποβάθρες νανουρίζουν
τον ίσκιο τους στα χάδια των κυμάτων.

Και το λιμάνι έχει πια μεγαλώσει,
μα τα καράβια φεύγοντας, μαζί τους
πήρανε την ψυχή που του `χαν δώσει,
πήρανε την ψυχή που του `χαν δώσει, μαζί τους.

Τετάρτη 30 Μαΐου 2018

Επιστροφή: Ποιητική Συλλογή του Νίκου Κρανιδιώτη εκδοθείσα το έτος 1974 από τις εκδόσεις Εστία

Χαιρεκράτης Αντιφώντος Σαλαμίνιος



Κάθε πρωί σηκώνω αυτή την πλάκα…
Ψάχνω τις ρόδινες φλέβες της,
αγγίζω τον απαλό κυματισμό της…

«Χαιρεκράτης Αντιφώντος Σαλαμίνιος».

Πιο κάτω,
λίγα σπασμένα βάζα,
υδρίες και αμφορίσκοι
κι ασήμαντα ίχνη οστών…
Ύστερα, ο υγρός νότιος άνεμος

να σβουρίζει* τα χώματα
και να σφυρίζει στα κοιλώματα της πέτρας…

Ένα συνηθισμένο φθινοπωρινό πρωινό
στη βυθισμένη μες στην άμμο Σαλαμίνα…

Πέρα, ο ήλιος ανεβαίνει ατάραχος,
κι οι λιγοστοί διαβάτες
πορεύονται ανύποπτοι
στο ερειπωμένο αρχαίο κοιμητήριο,
σηκώνοντας τη μοίρα εκατόν αιώνων…


***

Το τραγούδι της Μαριάννας


Μαριάννα!
Έξω σταμάτησε η βροχή
κι η ευδία άνοιξε τους γαλάζιους ουρανούς
πάνω απ’ την κόκκινη στέγη σου.

Το φεγγάρι κατεβαίνει μ’ ασημένιες κλωστές
στο ανοιχτό παραθύρι σου,
και δυο λαμπρά αστεράκια
αντιφεγγίζουν τη λάμψη τους στα μεγάλα σου μάτια.

Στον κήπο σου φύτρωσαν δυο ανθισμένες λεμονιές
και μια κερασιά αναδεύει τους καρπούς της στα χείλια σου.

Το Φθινόπωρο σού φέρνει καινούρια μηνύματα.
Όμως, μη στέκεις στο κατώφλι της αγωνίας
με τα δυο σου μάτια να κοιτάν ανυπόμονα
την προσδοκία της αυγής.

Κι η μέρα αυτή θα ξημερώσει για σένα,
θα ξημερώσει με χρυσούς ήλιους στα μαλλιά σου,
κι η πλήξη του κατεστημένου
θα φύγει στην άκρη του σύννεφου
που ετοιμάζεται να διαβεί τη γαλάζια θάλασσα.

Είσαι μια ερωτική παρουσία
στον ανθισμένο κάμπο της γνώσης.
Είσαι μια σοφή ανάταση
στον γαλάζιο ουρανό της ελπίδας.

Μαριάννα!
Έξω σταμάτησε η βροχή,
και μόνο τα μάτια σου
στάζουν ψιχαλιστά ακόμη την αγάπη.