Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025
Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2025
ΣΤΟ ΝΕΡΟ ΜΙΑΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ / Αρτεμίου Ελένη
Γιατί η ομορφιά
η κάθε ομορφιά
πρέπει να έρχεται με όλα τα χρώματά της.
Το φως χαμηλώνει, αλλά μόνο για να χωρέσει
σωστά στην επόμενη μέρα.
Την ώρα εκείνη, λοιπόν,
ο ήλιος βασίλευε πετώντας τις τελευταίες σπίθες του.
Καίγονταν παλιά σενάρια
αταίριαστοι ρόλοι.
Τους κοίταζα, καθώς μια θάλασσα κρατούσε το κορμί μου
σε κυματισμό θαυμαστικού.
Οι δυο τους μες στην υγρή αλμύρα
αβοήθητοι όπως μικρά παιδιά
που μόνο το καλό θέλουν να περιμένουν.
Εκείνος, με την ηλικία της σοφίας.
Εκείνη, με το καύκαλο των χρόνων στην πλάτη.
Κι όταν την κράτησε στα χέρια μες στη θάλασσα
αυτή —την αγάπη της νιότης—
με το ζαρωμένο πρόσωπο, τη φλεβίτιδα,
κρυφές και φανερές παθήσεις της ύπαρξης,
τα σημάδια από το δάγκωμα χαμένου παραδείσου...
Την ώρα εκείνη —θα ορκιζόμουν—ένας άγγελος
βγήκε από τον βυθό και έγραψε μια καινούργια ζωή
για εκείνους
μα πιο πολύ για μένα.
Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου (Ιούλιος 2025)
Μαύρο φόρεμα / Τσελεπή Ειρήνη
Μαύρο φορεμα κάτω από τη βροχή
Μαύρο φόρεμα,
και λίγο πιο μέσα μια καρδιά που φυλλοροεί
πως δεν είναι η απήχηση της θλίψης μου
Ας μιλήσουμε για το χρώμα,
αφού ειναι ό,τι δεν σου αρέσει
Είναι η ψυχή μου πεταλούδα ολάσπρη,
είναι ανάλαφρη,
έτοιμη ν' αγκαλιάσει ό,τι αγαπά
Κι εσύ, καιρός να κοιτάξεις πιο βαθιά
Το μαύρο φόρεμα είναι η επικάλυψη του φόβου μου
Είναι ο επίδεσμος των χθεσινών τραυμάτων μου
Είναι η σιωπή της αγάπης
Ας αλλάξουμε χρώμα,
ίσως κοιτάξεις πιο βαθιά
ΠΡΟΣΜΟΝΗ / Παπαντωνίου Ιωάννα
ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ ΞΥΠΝΟΥΝ... 1974... ΜΑΝΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΑΣ...
Αγνοείται ο άγγελος
μα η φωτογραφία μαυρόασπρη
Το πιάτο αδειανό
Χρόνια τώρα…
Μπροστά στ’ ανοιχτό παράθυρο
τους περαστικούς ρωτάς
Θα γυρίσει;
Πετρωμένο χαμόγελο
Πεπρωμένο μοιρολόι
Πρόσωπο με χαρακιές-ρυτίδες
Στα μαλλιά το συρματόμπλεγμα
γίνηκε ακάνθινο στεφάνι
Βαθαίνουν οι πληγές
Θα ταυτοποιηθούν οι φτερούγες;
Θα γραφτούν οι επικήδειοι;
Πήρε να βραδιάζει…
Κλείνεις το παράθυρο
Μάνα τ’ αγνοούμενου, μάνα μας…
Θα γυρίσει… Αύριο!
Ιωάννας Παπαντωνίου
Αποχρώσεις μοναξιάς / Λαμπής Γιάννος
Αλήθεια ποιος μπορεί τη μοναξιά
με λέξεις να ορίσει;
τα λόγια είναι φτωχά, ίσως όμως
Ίσως να είναι σαν ένα μαχαίρι που βρέθηκε
μα που κανείς δεν άκουσε το φόνο
ίσως πάλι να είναι σαν ένας σταθμός το μεσονύχτιο
καταργημένων υπογείων αστικών σιδηροδρόμων,
ίσως να είναι μια προσωπική συλλογή
με υποψήφιους θανάτους
ίσως να είναι άδειο φέρετρο
που το πάνε αργά, τέσσερις στον ώμο
ίσως πάλι νά ’ναι βάρκα στο πέλαγο
μ’ ένα νεκρό για ναύτη
που η δίψα τον εστέγνωσε
και τον κρατάει όρθιο της θάλασσας τ’ αλάτι.
ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑ / Ανδρέου Παύλος
Όλοι παρόντες.
Σ’ έδαφος ουδέτερο.
Εφ’ όπλου λόγχη.
φτιαγμένες από μάρμαρο
σκληρό για τους γνωρίζοντες
τους δεδομένους όρους.
Κάποιος
κρατούσε σημειώσεις στο μυαλό.
Άλλη
κρατούσε αποστάσεις απ’ τα δρώμενα.
Ο τρίτος, αδιάλλακτος
κρατούσε χαρακτήρα.
Η ατζέντα ήτανε σαφής:
Πώς ντύνεις την απόκλιση
χωρίς να πειραχτεί η συμμετρία;
Πέρασαν πρώτα οι ρευστοί, οικειοθελώς.
Χειροκροτούμενοι
με κουμπωμένη αποδοχή παρ’ όλα ταύτα.
Ύστερα οι σχεδόν κανονικοί.
Μιλούσαν για διαδρομές
για όρια, για σεβασμό
για παιδικά βιώματα, για έμφυτες ελλείψεις.
Μα τι σεντόρεια μουσική
δεν άκουγε κανένας.
Σε μια στγμή, τα πάντα ανατράπηκαν.
Ένας, ή μία, ή ένα απ’ την πλατεία
άρχισε να φωνάζει δυνατά:
«Δεν ήρθα να δηλώσω την ταυτότητα
αλλά να δω εάν υπάρχει χώρος
γι΄αυτό που δεν σας μοιάζει».
Εκτεταμένη βουβαμάρα. Ένας βήχας.
Ήταν η ώρα που ο συντονιστής
σηκώθηκε ιδρωμένος, αναφέροντας:
«Aποφασίστηκε. Δεκτός
μόνο αν εξηγηθείς ενώπιον του πλήθους».
Εκείνος, ή εκείνη, ή το άλλο
χαμογέλασε.
Άνοιξε το πουκάμισο
μα πουθενά το σώμα!
Μονάχα μια επιγραφή
σαν τατουάζ στο άδειο:
«Είμαι ό,τι δεν αντέχετε να πείτε ειλικρινά
ούτε στον εαυτό σας!»
Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2025
ΠΡΟΣΔΟΚΩ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΟΙΗΤΟΥ / Παντελίδης Στέφανος
Πολλά χρόνια μετά τον θάνατό μου εύχομαι
κάποιος ν’ απαγγείλει ένα μου ποίημα.
Και τότε
θα κυλήσει η μεγάλη στρογγυλή πέτρα
—αυτή που θα φράζει τον τάφο μου—
και θα βγω έξω.
Θα συναντήσω έναν-έναν τους νέους μου αναγνώστες
και θα τους «πείσω» δείχνοντας
τις τρύπες στην καρδιά μου.
ΚΥΠΡΟΣ. ΓΗ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ / Βαρνάβας Π. Σωτήρης
ΠΡΟΟΙΜΙΟ
β. Το χρέος μου
Έχω
την βούρκαν μου χαλκόν γεμάτην
πέτρες της Τύπρου μας σωρόν
άσπρην χαβάραν του χωρκού μου∙
μεν με ρωτάτε πού τα πάω
ται πού τα φέρνω
χρέος μου να τα κουβαλώ.
Αννοίω
την βούρκαν να μπουκκώσω
απλώννω τα στην μαντιλιάν
μες στην κούππαν μες στο πιάτον
κοπιάστε λαλώ τους περαστικούς
να πιούμεν μιαν που ιστορίαν.
Τ’
έρκουνται ούλλοι που γυρόν∙
Ένας αρκάτης που εποστάθην
ένας βοσκός με το πιθκιαύλιν
ο σιεράς με την φωθκιάν του
ο γανωματής με το καλάιν
ο καμηλιέρης με την καμήλαν
ούλλοι ξενοχωρίτες νυχτωμένοι.
Μεζέν
τερνώ τους την αλήθκειαν
που της Τύπρου το δεντρόν
μνήμην φιλεύκω τους ται πάσιν.
Λάμνε
λαλώ του που το Κτήμαν
που την Αμμόχωστον την Σαλαμίναν
έμπα της Έγκωμης του Κολοιού
τ’ ύστερις τράβα στην δουλειάν σου,
βάλε τ’ εσού τα δυνατά σου
να βάλει η ψυή σου μιαν γραμμούαν
να μεν αφήκεις να σβηστεί
της ιστορίας μας ο χάρτης.
γ. Νύχτα που φοράς
φουστάνιν μέρας
Μες
στην νύχταν με φεγγάριν
με Θεού καλόν φανάριν
εποτίζαμεν παττίες
τ’ ετζοιμούμουν στο ποστάνιν.
Με πισσούριν την ημέραν
με κούσπον πένναν πά’ στο έριν
ετσαππίζαμεν τες λέξεις
να τυλίσει ως τα πέρα
της αλήθκειας το νερόν∙
Της
Τύπρου δίτιον ν’ ανεφάνει.
Ανυπόλυτοι
ροκόλοι
μες στο χώμαν μες στ’ αυλάτιν
μες στο χωράφιν οι κουφάες
ετυλούσαν τ’ ’εν εκρούζαν.
Μεν φοάσαι που την φύσην
μανιή της φεύκει η νύχτα
που την άλλην να φοάσαι
νύχταν στ’ άσπρα που ’ν’ ντυμένη
ται φορά φουστάνιν μέρας.
Ποντικούς πά’ στο ζινίιν
κουβαλάς τους μες στην βούρκαν.
πέτρες της Τύπρου μας σωρόν
άσπρην χαβάραν του χωρκού μου∙
μεν με ρωτάτε πού τα πάω
ται πού τα φέρνω
χρέος μου να τα κουβαλώ.
απλώννω τα στην μαντιλιάν
μες στην κούππαν μες στο πιάτον
κοπιάστε λαλώ τους περαστικούς
να πιούμεν μιαν που ιστορίαν.
Ένας αρκάτης που εποστάθην
ένας βοσκός με το πιθκιαύλιν
ο σιεράς με την φωθκιάν του
ο γανωματής με το καλάιν
ο καμηλιέρης με την καμήλαν
ούλλοι ξενοχωρίτες νυχτωμένοι.
που της Τύπρου το δεντρόν
μνήμην φιλεύκω τους ται πάσιν.
που την Αμμόχωστον την Σαλαμίναν
έμπα της Έγκωμης του Κολοιού
τ’ ύστερις τράβα στην δουλειάν σου,
βάλε τ’ εσού τα δυνατά σου
να βάλει η ψυή σου μιαν γραμμούαν
να μεν αφήκεις να σβηστεί
της ιστορίας μας ο χάρτης.
φουστάνιν μέρας
με Θεού καλόν φανάριν
εποτίζαμεν παττίες
τ’ ετζοιμούμουν στο ποστάνιν.
Με πισσούριν την ημέραν
με κούσπον πένναν πά’ στο έριν
ετσαππίζαμεν τες λέξεις
να τυλίσει ως τα πέρα
της αλήθκειας το νερόν∙
μες στο χώμαν μες στ’ αυλάτιν
μες στο χωράφιν οι κουφάες
ετυλούσαν τ’ ’εν εκρούζαν.
Μεν φοάσαι που την φύσην
μανιή της φεύκει η νύχτα
που την άλλην να φοάσαι
νύχταν στ’ άσπρα που ’ν’ ντυμένη
ται φορά φουστάνιν μέρας.
Ποντικούς πά’ στο ζινίιν
κουβαλάς τους μες στην βούρκαν.
Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2025
Σάββατο 28 Ιουνίου 2025
ΠΑΙΔΙ / Αντωνιάδης Σωκράτης
Με λέξεις μπορώ να χρωματίσω πράγματα
Μα για το παιδί
που για μια στιγμή ατένισα
ακουμπισμένο στις μικρές του παλάμες
να μοιράζεται τη θλίψη του κόσμου
δεν μιλώ
μη χαθεί η μαγεία της αποκάλυψης.
Για το παιδί
μιλώ μονάχα τη γλώσσα της σιωπής
όταν καμιά φορά με αφήνει
να το επισκέπτομαι στα όνειρά του.
Παρασκευή 20 Ιουνίου 2025
Λουλούδι της Ερήμου / Στέλλα Ευαγγελίδου
με την πείνα,
μήνες τώρα.
και αλλιώς,
με κάθε μέσο.
Χρόνια τώρα,
καθημερινά.
Δίχως φαϊ,
το βλέπεις -
πεθαίνεις.
μπροστά
στα μάτια των γονιών.
το βλέπεις -
πάλι πεθαίνεις.
μπροστά
στα μάτια των παιδιών.
όταν ο θάνατός σου
είναι προμελετημένος.
το χώμα στεγνό.
να γεννηθείς
σ’ αυτόν τον τόπο;
άνθιζες
σε χώμα στεγνό
σε παράδεισο αιώνιο.
φονικά
ήρθαν να σε ξεριζώσουν;
να γίνει ο τόπος σου
κόλαση επί γης;
Λουλούδι της ερήμου
Αν πεθάνεις,
ο θάνατος σου
θα’ ναι ο θάνατος
όλης της γης.
Κυριακή 1 Ιουνίου 2025
6 ποιήματα, 6 ποιητριών της Κύπρου
Σήμερα φιλοξενώ 6 ποιήματα από 6 ποιήτριες της Κύπρου, τις οποίες εκτιμώ τόσο για τον χαρακτήρα τους όσο και για την ποίησή τους. Με τις περισσότερες από αυτές έχω συναντηθεί και έχουμε ανταλλάξει δυο- τρεις κουβέντες, ενώ με κάποιες από αυτές εκκρεμεί ένας...κυπριακός καφές!
Ποίηση και οίηση / Ειρήνη Ανδρέου
με έβρισκε η ήλιος
καθώς αγωνιζόμουνα
να φτιάξω ένα βασίλειο
λευκοί κίτρινοι μαύροι
παντού αυλές ολάνθιστες
κάμποι γιομάτοι στάρι
κανείς να μην πεινούσε
το δίκαιο σ' αυτή τη γη
τ'αδικο να νικούσε.
με έσπρωχνε με πάθος
να μην σιωπώ ούτε στιγμή
γι άλλα παιδιά να γράφω.
κι οι άνθρωποι συνάμα
να κάνω ξίφος κοφτερό
της πένας μου την λάμα
που μόλυνε την πλάση
τον κόσμο γέμιζε πληγές
και την ψυχή είχε χάσει
σαν λυσσασμένο ζώο
ξεπέρασ' ολους τους φραγμούς
αδίσταχτο,, αιμοβόρο.
για το χοντρό πετσί τους
χρήμα στις φλέβες τους κυλά
τρώνε κι οι αυλικοί τους
παίζοντας τον σωτήρα
που ξεγελά τον κάθε νιο
αχ ποίηση μου στείρα
δεν κυνηγούσα δόξα
τις νύχτες δεν κοιμόμουνα
μου λέγαν έχω λόξα
τι γίνεται στον κόσμο
μα η κοιλιά να γέμιζε
και το τομάρι μόνο.
στα ερείπια θαμένα
η μες στα σεντονάκια τους
άψυχα, ματωμένα....
στην τρίτη ηλικία
κι απ' όλα πια απηύδησα
δεν πήρα ούτε βραβεία,
σ' οίησης καλλιστεία
τους στιχους μου απαξίωσαν
σχολεία κι εκκλησία
κλικών λογοτεχνίας
βαλτοί, κριτές να μ' επαινούν
μου φαίνονται γελοία.
τον κόσμο δεν αλλάζει
μα σαν γίνεται οίηση
πολύ μ' αηδιάζει.
σαν να'μαι νομπελίστας
βροχή συγχαρητήρια
μέσα στα διαδίχτυα.
που την ψυχή τους βγάζουν
κατεστημένα πολεμούν
και δόξες δεν τους νοιάζουν.
τον κόσμο αυτό ν' αλλάξω
να ΖΗΣΩ αποφάσισα
λίγο πριν τα τινάξω.
ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ / Ιωάννα Παπαντωνίου
θα συνοδεύει τους ακροβάτες στο κενό.
Οι ακροβολιστές θα παραταχτούν γύρω από τη μυστική έξοδο.
Θα φροντίσει γι’ αυτό ο ταξιθέτης…
Η υπαίθρια σκηνή ανάμεσα στα ερείπια…
Το θηριοτροφείο καλά κρυμμένο κάτω από τα χαλάσματα.
Δεν πρέπει ν’ ακουστούν οι βρυχηθμοί των λεόντων
ούτε το κλάμα του ελέφαντα...
Τα πύρινα στεφάνια των οβίδων θα μεταφέρουν τη φλόγα.
Τι κι αν παρέμειναν οι δάδες σβηστές;
Το παιδί δεν θα πληρώσει εισιτήριο!
Αφήστε το να ισορροπεί στα κομμένα καλώδια της οικοδομής
κι ύστερα να γίνεται ζογκλέρ.
Οι νάρκες στα χέρια του…
Στους ώμους μανδύας λευκός…
Είναι ο μικρός πρίγκιπας με το γαλάζιο προσωπείο.
Για δείτε!
Μαράνθηκε το τριαντάφυλλό του…
Λίγο νερό…
Πού πήγαν όλοι;
Μετά την υπόκλιση θ’ ακουστεί το χειροκρότημα;
Εκεί που θα τελειώνει το ποίημα,
θα τ’ απαγγείλει κανείς;
σαν θα ´ρθει εκείνη η ώρα,
που η φωνή μου μακρινή
θ´ακούγεται στ´αφτιά σου,
θα ´ναι η καρδιά μου προσευχή
σαν Παναγιάς καντήλι,
να χαϊδεύει τις βραδυές
γλυκά τα όνειρά σου.
να σε ακολουθούνε,
στις δυσκολίες της ζωής
κουράγιο να σου δίνουν
κι όσες φορές σε πόνεσαν
τα αμαρτήματά μου
τόσες θα γίνω θάλασσα
τις έγνοιες σου να πνίγω.
μ´αδυναμίες χίλιες,
μα η ψυχή ολάκερη
δοσμένη στα παιδιά της.
Λέαινα μετατρέπεται,
νύχια και δόντια βγάζει
κι αλίμονον σ´όποιον σκεφτεί
λιγάκι να τα βλάψει.
σαν θα ´ρθει εκεί η η ώρα,
μόνο το σώμα θα ´ναι αλλού,
η λαχτάρα μου κοντά σου.
Πού να τολμήσει γιόκα μου
εχθρός να σε κοντέψει;
ΖΩΗ Α' /Αθηνά Τέμβριου
στάζουν το χθες και το σήμερα.
Γλαφυρές σκιές π'ανασύρονται
με τα δίχτυα της μνήμης
πότε στην άβυσσο και πότε
στα θέλγητρα τ'ουρανού.
Χάνονται κάτω απ'το φως
της σκέψης, καθώς ότι είδε
κανείς καλείται ζωή.
ένα σώμα ένα άπειρο,
όμως είναι πάντα κοντά μου
στην κάθε στιγμή...
Κάποτε ρώτησα ένα σύννεφο
γιατί κρύβει τον ήλιο,;
και αυτό μου απάντησε
να δεις την διαφορά.!
Μια σκοτεινή νύκτα
είδα ταπεινά αστέρια
να φέγγουν τόσο πολύ!
τα κοίταξα περήφανα
με νοσταλγία,
ήταν τα μάτια
των δικών μου Αγγέλων
που πάντα μου φωτίζουν το δρόμο στα ψυχρά σκοτάδια.
Ξεκινάω πλέξιμο / Μαρία Χριστοδούλου
Να σου φτιάξω κάλτσες
για το κρύο
ή σκούφο για τις βόλτες σου
πλάι στο κύμα;
Φοβάμαι μην κρυώσεις.
Άγριος ο καιρός
ο δρόμος χέρσος
κι η θάλασσα φουρτουνιασμένη.
Πάμε να ρίξουμε τους πόντους.
Κάποιες θηλιές
δυο τρεις καλούς πόντους
και πού και πού
κανέναν ανάποδο
ζέρσεϊ να είναι η πλέξη
μην δυσκολεύεσαι στο φόρεμα.
Κασκόλ θα σου φτιάξω
-πονόλαιμο είχες
τότε που μύρισε ο κάμπος της Μεσαριάς άνοιξη -
κι ένα ζευγάρι γάντια
για τα χέρια σου.
Κάηκαν τη μέρα που τράνταξες
τον Πενταδάκτυλο φωνάζοντας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.
Τα πλέκαμε θυμάσαι;
Πήραμε ξεχωριστά μονοπάτια
τώρα, καλέ μου πατέρα.
Βλέπεις το φως στην άκρη
της διαδρομής;
Κάνε στάση και περίμενε.
Μέχρι τότε θα μνημονεύω τις μέρες μας
και αυτές που είχαν γλέντι
και αυτές που είχαν παγωνιά.
Δευτέρα 12 Μαΐου 2025
ΜΟΡΦΕΣ ΣΜΙΛΕΜΕΝΕΣ * /Ιωάννας Παπαντωνίου
Στο βλέμμα η ασάλευτη αλμύρα...
Αγάλματα...
Ακολουθούμε τα μαρμαρωμένα σας χνάρια
στους πρόποδες του αμμόλοφου...
Γλυπτά σας είπαν, μα η ακινησία σας
δε στάθηκε αρκετή τους γλάρους ν’ αποδιώξει...
Σιωπηρά ατενίζετε...
Καταγράφετε τους ίσκιους στη βουβή σας πολιτεία.
Παρουσίες μετράτε, νεκρών και ζώντων.
Ένδυμά σας το ατάραχο λευκό,
εκείνο το δίχως ζάρες και χαρακιές ερώτων,
δίχως τα μανικετόκουμπα των ημερών
να το βαραίνουν...
Κι αν είναι τα ερωτήματά σας
αναπάντητα για τους περαστικούς
συνένοχη η Σφίγγα...
Εκεί πλάι στις επιγραφές
κείτεται η ακαμψία του κόσμου...
Βυθίσαμε τ’ αγριολούλουδα στις ρωγμές σας.
«Ζητείται κηπουρός...»,
γράψαμε στις μικρές μας αγγελίες...
Σαφής ήταν ο περιορισμός των λέξεων...
Είπαμε ν’ αποφύγουμε τις πτώσεις,
κυρίως τις κλητικές...
Δεν ανταποκρίθηκε κανείς...
Η εκκρεμότητα ακρωτηριασμένη,
μια προτομή...
Αφέθηκε στην άμμο...
*2025 στον Πανελλήνιο διαγωνισμό των Πνευματικών Οριζόντων Λεμεσού έλαβε το Γ΄ Βραβείο ποίησης σε ελεύθερο στίχο
Πέμπτη 8 Μαΐου 2025
ΚΑΠΟΙΕΣ ΦΟΡΕΣ / Γιαπάνης Μάρκος
Κάποιες φορές,
κλαίω
για ’κείνο
το ποδοπατημένο
λουλούδι
κι άλλες,
για μένα
που
το πάτησα.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)




