Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

Η Χιώτισσα (απόσπασμα)

 εν Λεμεσώ, κατά το 1821


100

Κ`είν την ημέραν κ`αι κ`είν’ την ώραν
που γίνην πάλε τούν το κακόν
αρφός μου ήτουν έξω στην Χώραν
κ`ι ο κ`ύρης μούτουν εις το χωρκόν
κ` οι Τούρκ`οι έξω αρματωμένοι
εκαρτερούσαν τριβικ`ιασμένοι·
Εγιώ κ` η μάνα μου οι πικραμμένες
είχαμεν πάντα παραγ`γ`ελιάν
κ` ήμαστον έσσω ρωμανισμένες
προσκολισμένες εις την δουλειάν.

110

Εγιώνη επότιζα τα καβάκ`ια
κ` ήτουν το χώμαν πολλά σκλερόν
κ` είχαν κ`αι σύρπην πολλήν ταυλάκ`ια
κ`ι ούλλον κ` εστ’αλωνεν το νερόν·
κ` ήμουν βκιαστή κ`αι δισπιρκασμένη
κ` ήμουν δρωμένη κ`αι ποσταμένη·
η μάνα μώθεν να ξηντιλήση
του πιθαρκού τον καταστατόν
κ` επεριπκοιέτουν ν’ ανανακ`ινήση
νάκκον προζύμιν για ζυμωτόν.

120

Θεέ μου, μεν δώκης έτσι σόρταν!
κάλλιον το πλάσμαν να μέν πλαστή:
Ακούω μιάν πουμπουρκάν στην πόρταω
κ`αι ππέφτ η πόρτα χαμαί σωστή
κ`αι μ’έναν βρύχος κ` έναν χωχώιν
εδωκεν έσσω το Τουρκολόιν.
Εγιώ τιτσίρα, μεσοντυμένη,
που την πολλήν μου την αντροπήν
έμεινα μεσ στα δέντρα χωσμένη
κ` είχα τα μμάδκια μου σαν στραπήν.

130

Επεριπκοιούνταν να μπούν να σφάξουν
να μπούν ν αρπάξουσιν, κ`αι πριχού
που την αυλήν κόμα να δκιαλλάξουν
έμπην της πόρτας κατά λαχού
αρματωμένος ευτύς ο αρφός μου
κ`ι ούλλα που νάμπηκεν ο Θεός μου.
Λαλεί τους-Τούρκ`οι, σταθήτε πίσω·
αν ηδκιαλλάξετε ας`κ`ελλιάν
εν να βουττήσω να σας μελίσω·
κ`αι κ`είν επαίξαν μιάν πιστολιάν.

140

Ότι κ`ι ακούστην η πιστολιά τους
ευτύς σκουλλίζει τον ο θυμός
κ` επλατυδκιάστηκ`εν ομπροστά τους
κ` εγίνην κόκ`κ`ινος κ`αι χλωμός
κ`αι θαμπωμένος απού το γαίμαν
άρκ`εψεν πόλεμον κ` επολέμαν·
τάρματα πκιόν εστραφτοκοπούσαν,
επουμπουρίζαν οι πιστολιές
κ`αι τα κορμιά εκουτρουμπελλούσαν
κατακομμένα που τες ππαλιές.



.....................................




230

Κάμνω να κλάψουν ευτύς μανάες,
τον κόσμον κάμνω τον γερημιάν·
στήννω σου πύρκους με κ`εφαλάες,
στήννω σου κάστρα με τα κορμιά·
κάμνω σου θάλασσαν με το γαίμαν
ευτύς σ`αι βρίσκω πκοιός εν το θέμαν.
Κ`ι΄αν θέλης, σφάξε τον μανιχ`ή σου,
αν θέλης, κάψε τον ζωντανόν,
αν θέλης, μέλισ τον απατή σου,
ναύρης σιούρκασην κ`αι παμόν.

240

-Μούλλωσε, μεν μου πής παραπάνω·
δεν θέλω φόνους κ`αι μακ`ελλειά·
ακούω κ` έν μπορώ νανασάνω·
βρίξε πκιόν π’ε μου για τα παλιά.
Εμέναν άλλος εν ο καμός μου:
ζ`ούν οι γονιοί μου κ`αι ζ`ή κ`ι ο αρφός μου;
-Ο ένας, έν-ι-ξέρς, ο γονιός σου·
να πώ το ψέμαν είντα φελά;
όμως η μάνα σου κ`ι ο αρφός σου
ζ`ούσιν κ`ι οι δκυό τους κ` έν κ`αι καλά.

250

Τούτ η χανούμισσα η νιώτατη
ήτουν κλαμένη μεσ στα στενά,
που τον αγάν της ήτουν φευκάτη
κ`αι για να μεν μείνη να πεινά,
άησ την έσσω να ζ`ή μιτά μας,
νάν με τες άλλες σκλάβες κοντά μας.
Τότες ο Μπέης δειπνά κ`αι φεύκει
κ`αι πάει έσσω του Χατζ`αλά
κ`αι η χαρά του κ`εί περισσεύκει,
γιατ ήτουν φίλοι κ` οι δκυό πολλά.

260

-Τότες ρωτά η κ`υρά την ξένην
μισοκλαμένη κ`αι σιανά
πως την λαλούσιν κ`αι πόθθεν ένι
κ`αι πως ευρέθην μεσ στα στεν’α.
-Μεν μ αρωτάς, κ`υρά μου, κ` η καμένη
είμαι πολλές πίκρες ποτισμένη.
Είμαι νωστάρμαστη με τρείς άλλες
μ έναν κ` οι τέσσερεις ασκερλήν
κ` ελοοφέραμεν τες προάλλες
κ`αι το κακόν εγίνην πολλύν.

270

Εχ`ει που τότες καστιορούν με
κ`αι μέραν νύχταν ξητιμασιές·
ό,τι κ`αν τύχ`η κακολοούν με·
η φάκκα πάνω της Αϊς`ές.
Αννοιξα κ` εβκήκα γιάλι γιάλι
κ` έπκιασα στράταν κ`ι’ όπου με βκάλη.
Είμαι, χανούμγκατη, που την Χώραν
κ`αι που γενιάν κ`αι σόρταν καλήν·
που νείεν κάψ ο Θεός την ώραν
που εγεννιούμουν εις το σελλίν.

280

Ήρτεν η Πέφτη κ`αι, πρίν σιγράση,
τριβικ`ιασμέν η Τουρκού σ`κ`υφτή
θωρεί π αππέσω που το καφάσιν
κ` η ρκά χαρούμενη κ`αι βκιαστή
έρκετουν έσσω της ‘σκομαχώντα.
Πέμπει τες κλάβες ευτύς βουρώντα
κ`αι πάν κι εφέραν της την κοντά της.
Κ` είδαν πως ένεψεν την κ`υράν
κ` ευτύς εφύασιν π’ ομπροστά της
κ` αρκέφκ’ η ρκά γεμάτη χαράν:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου