Σάββατο 25 Μαΐου 2019

ΣΚΗΝΗ ΔΩΜΑΤΙΟΥ / Κώστας Ρεούσης


Η κουρτίνα του μπάνιου
Έγνεψε του ψηφιδωτού αστερία
Απ’ τ’ ανατολικό του ύπνου
Να βλεφαριάσει το ξεπαρθένεμα
Της αγριοτριανταφυλλιάς
Καθώς συνουσιάζονταν
Στο βορεινό βλέμμα του φοίνικα
Με την ανακατωσούρα των μποφόρ
Την αγριότητα του ξεμαλλιάσματος
Ενός νεκρού Απρίλη
Κώστας Ρεούσης - Ξεκούρδιστος Λυγμός

ΜΕΛΕΤΗ ΠΡΟΣΩΠΟΥ / Τιμοθέου Ανδρέας


Μικρή απ’ το παράθυρό σου,
σε χειροκρότησαν.
Σ΄ άκουσαν στο ραδιόφωνο πρώτη φορά
σε χειροκρότησαν.
Μέσα στους πρώτους φόβους σου
οι δάσκαλοί σου
σε χειροκρότησαν.
Περνούσε ο καιρός, τα χέρια πλήθαιναν
χωρίς σταματημό
κι όλου του κόσμου τα θέατρα
σε χειροκρότησαν.
Δοξαζόσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Μεταμορφώσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Ερωτευόσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Έχανες τη φωνή σου κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Βυθιζόσουν μες στην κατάθλιψη κι ο κόσμος χειροκροτούσε
Κηδευόσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Μα εγώ που δεν είχα δυο χέρια στα χρόνια σου
να γίνω κρότος στον κόσμο που τότε ζούσες
μαθητεύω σ’ άλλη χρήση των χεριών,
ευλαβικός συλλέκτης του προσώπου σου
τολμώ να σε αγγίζω.

Και τώρα; / Λαμπής Γιάννος

Και τώρα; 
μόνο μια αναμονή, μια ατέρμονη, κρύα αναμονή,
καρτερώ κοιτάζοντας απέναντι
χωρίς να ξέρω τι περιμένω να δω,
ο ήλιος κρύβεται πίσω από πρόσωπα
που χωρίς να ξέρουν γιατί, χαμογελούν,
οι λέξεις χάνονται στα στόματα ανθρώπων
που πλέον δεν μιλούν μεταξύ τους.
Και τώρα;
τι καρτερώ;
ευνουχισμένος πλέον από μια απέραντη σιγή,
εξαπατημένος ακόμα και από τον ίδιο τον Θεό μου
χαζεύω απέναντι, χωρίς να ξέρω το γιατί,
ο κόσμος με προσπερνά αδιάφορα
κι όλα, εικόνες, μουρμουρητά και μυρωδιές
ρέουν ακατάπαυστα προς τα μέσα μου
και με πλημμυρίζουν με ένα αβάσταχτο βάρος
που ανεβοκατεβαίνει συνέχεια
απ’ την κοιλιά, στον λαιμό
Και τώρα;
απλά παρακαλώ,
όσα μου χάρισες, όσα μου πήρες,
σκόρπισε τα σε μέρη γνώριμα
σκόρπισε τα σε τόπους που πηγαίναμε μαζί,
έτσι, για να έχω να περιμένω
πως θα σε συναντήσω έστω ακόμα μια φορά.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΟΥ / Δώρος Λοΐζου


Θα ρίξω τα μαλλιά μου πίσω
θα φορέσω το πρόσωπο ανάποδα
θα βγω στους δρόμους στις πλατέες
με ντουφέκια, φωνές, με συνθήματα
Να ρεζιλέψω τους οπαδούς του συρματοπλέγματος
Να βάλω φωτιά στην Πρεσβεία του Θανάτου
Θα ρθούν οι γνωστικοί να μου βάλουν τρικλοποδιά,
γιατί τους διώχνω τους πελάτες από τα μαγαζιά
Θα ρθούν οι «ειδικοί αστυνομικοί» να μου σπάσουν τα πλευρά,
γιατί βάζω οργή και φωτιά στα παιδιά
Θα ρθούν οι κόκκινοι να μου κοκκινίσουν το μούτρο,
γιατί είμαι πιο κόκκινος απ’ αυτούς
Θα ρθούν οι λευκοί να μου μαυρίσουν το μάτι,
γιατί είμαι πιο λευκός απ’ αυτούς
Θα ρθούν οι φωτισμένοι να μου αλλάξουν τα φώτα,
γιατί είμαι πιο φωτισμένος απ’ αυτούς
Θα ρθούν
οι γελοίοι, οι σοβαροί
Οι ανατολικοί, οι δυτικοί
Οι προτεστάντες, οι καθολικοί
Οι δικοί, οι οχτροί
Οι διαόλοι, οι θεοί
Τελοσπάντων όλοι, εκείνοι κι αυτοί
που παίρνουν τη ζωή σαν καπρίτσιο της στιγμής
Μα εγώ θα ξαναρίξω τα μαλλιά μου πίσω
θα ξαναφορέσω το ματωμένο πρόσωπο ανάποδα
θα βγω στους δρόμους στις πλατέες
με ντουφέκια, φωνές, με συνθήματα
Να διεκδικήσω Ψωμί και Ελευθερία

Οι μικρές κερκόπορτες / Γκόγκας Δημήτριος


Λένε πως οι ποιητές πριν ανοίξουν οι πύλες του κάτω κόσμου,
χτυπούν για τελευταία φορά το παραθύρι της ζωής.
Εμφανίζεται ο πλούσιος κλειδοκράτορας παραμερίζοντας τις κουρτίνες
λέγοντας με στόμφο: Φύγετε- φύγετε από δω.
Σε σας, δεν πρέπει επιστροφή, αρκετές αλήθειες είπατε.
Ξιπάζετε ο κόσμος και φοβάται.
Είναι ασφαλής ο κόσμος του ψεύδους και της υποκρισίας
Αρκετά.
Κι στο μετά, περίλυποι οι ποιητές, θα ανοίξουν και πάλι το κιτάπι
Θα γλύψουν την άκρη του μολυβιού
κι η στοιχειωμένη γλώσσα, ατσάκιστο πολυβολείο
θα γράψει πως δεν χωρά η αλήθεια στο ψέμα
θα σαρώσει τον απύθμενο ουρανό και τα αβαθή της θάλασσας
ψάχνοντας τις μικρές εκείνες κερκόπορτες
όπου αμούστακα πολεμούν με λέξεις ξίφη
κι οι ενήλικες αναχωρούν
καταπίνοντάς τις κρυφές πικρές αλήθειες

Πέμπτη 16 Μαΐου 2019

ΡΑΔΑ: Ποιητική Συλλογή του Κυριάκου Ολυμπίου εκδοθείσα το έτος 2006




ΛΙΜΑΝΙΑ


Στα πελάγη
και στις θάλασσες μου 'λεγες,
θυμάμαι
«όταν θα 'χουμε νετάρει
καπετάνιε μου»
Μεσάνυχτα.
Νέκρωσε πάλι το καράβι.
Σαγήνη στην οργιασμένη μου ψυχή.

Μα γιατί να μοιάζουν, έτσι τα λιμάνια δηλαδή;



ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ


Σ' αυτή τη θάλασσα
δεν υπάρχει ήλιος
δεν υπάρχει φως
δεν υπάρχει ορίζοντας
δεν υπάρχει ουρανός.

Σ' αυτή τη θάλασσα
υπάρχει μόνο ο άνεμος
και τ' άγρια κύματα,
συννεφιά
και βαρύ σκοτάδι.

Σ' αυτή τη θάλασσα
υπάρχουμε εμείς
οι ναυτικοί!!!

ΓΙΑ ΠΑΛΙΟΣΙΔΕΡΑ

 

Απ' τα πελάη έρχεται
και για το μώλο πάει,
θλιμμένο.

«Γέρικο, γκρίζο κάραβο,
γιατί έχεις βλέμμα μάκρο
και αδειανό;
κομοδέσιο ρυτιδιασμένο
και χλωμό;»

«Εκεί στο διαλυτήριο μου δίνουνε
τριάντα χρόνια ευχαριστώ».
Κι' αλλάζοντας την τελευταία του πορεία
πλέει γι' αυτό,
κλαίει γι' αυτό.



ΣΚΟΤΑΔΙ


Σκουριασμένα καράβια μέσα σε αφιλόξενες
θάλασσες με σκυφτούς ανθρώπους μέσα,
που 'χουνε πονεμένες ψυχές, ξεχασμένες.

Και ο ουρανός,
μουντός κι' αυτός,
θειάφι να ρίχνει, αντί βροχή,
θέλοντας να τα κάψει όλα,
να τα κάνει στάχτη.

Θεέ μου,
πόση καταχνιά και βαρύ σκοτάδι υπάρχει στο
φωτεινό μας κόσμο.


ΣΤ' ΑΠΑΝΕΜΑ


Στο κενό που άφησε
η αγάπη η άπιαστη,
καταφύγιο σου η θάλασσα
που άνεμος τρεμουλιάζει
πάνω της,
συντροφιά σου
τα ψαροπούλια και τα απόνερα,
το πνιχτό βουητό της.

Πονεμένες ματιές
στα κάτωχρα πρόσωπα
τα ρυτιδιασμένα.

Η τσιμινιέρα
με την αλλόκοτη ομορφιά
στ' απάνεμα
να σε περιμένει.

ΣΕ ΞΕΝΟ ΛΙΜΑΝΙ / Ολυμπίου Κυριάκος


Χειμερινές καταιγίδες,
οι χαμένες ελπίδες
τα μεγάλα καράβια,
που προσάραξαν στην καμένη γη.
Σιωπηλό σεργιάνι,
στο έρημο λιμάνι,
τα ζευγαράκια αμίλητα,
πιασμένα χέρι-χέρι.
Η ματιά που χάθηκε,
στο ουράνιο τόξο,
στην απεραντοσύνη του κόσμου,
του κόσμου του μικρού.
Αλάργα το μυαλό,
που βούλιαξε σαν γέρικο καράβι,
μέσα στις θάλασσες,
στ’ απέραντο, της χαμένης μου ψυχής.

Κυριάκος Ολυμπίου (μικρή αναφορά)

Βιογραφικό

Ο Κυριάκος Ολυμπίου γεννήθηκε στην Λάρνακα το 1963. Έχει αποφοιτήσει από τη Σχολή Εμπορικού Ναυτικού Ασπροπύργου. Αργότερα εργάστηκε για 20 χρόνια ως εκπαιδευτής σε ιδιωτική ναυτική σχολή. Από το 2016 ανέλαβε τη διεύθυνση των ναυτικών σπουδών της Ναυτικής Ακαδημίας Κύπρου. Είναι μέλος του πολιτιστικού ομίλου ‘Άρτιον Λάρνακος’ και του διαδικτυακού πολιτιστικού ομίλου ‘Βασίλης Μιχαηλίδης΄ με έδρα τη Λεμεσό. Στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από τον μουσικοσυνθέτη Δημήτρη Χιονά.
Εργογραφία
Η ράδα, αυτοέκδοση 2006
Της βάρδιας σκέψεις, Εκδόσεις Αιγαίον, 2012
Ελλήνων παρακαταθήκες, Εκδόσεις Αιγαίον 2013
Ένας Κρητικός στην Κύπρο του '74, Εκδόσεις Αιγαίον 2013

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΥ ΜΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ : Από την Ποιητική Συλλογή του Κυριάκου Ολυμπίου : Της Βάρδιας Σκέψεις



Αναμονές, αφίξεις, ανοιχτές αγκαλιές, αναχωρήσεις κι μια ελπίδα ζωογόνος,
μονάχος τις νύχτες, προβάλλοντας συνέχεια ένα ανύπαρκτο ‘εγώ’,
για να μπορέσω να ξεδιπλώσω τις ευαισθησίες μου,
αλλά πως, και από ποιον να ζητήσω βοήθεια?
Χάθηκα στου ήλιου το φως,
δεν μπόρεσα να βρω τον εαυτό μου!

Χρόνια αυτή η ζωή. Χρόνια ολόκληρα, μια ζωή,
αμετανόητοι αγαπητικοί αυτών των καιρών,
ταξιδεύουνε, αναζητώντας τις μακρινές γειτονιές των κόσμων.                   
 
Οι ναυτικοί που έχουν ένα αλλιώτικο χαμόγελο,
χαμόγελο ψυχρό και βαθειά λυπημένο!
γιατί έζησαν τη μοναξιά ανάμεσα σε ανθρώπους, 
γιατί αγάπησαν ότι φοβόνταν περισσότερο, τη θάλασσα,
γιατί ο κίνδυνος στη θάλασσα σε αδερφώνει
Έτσι. Ώσπου να καταλαγιάσει η μπόρα.
 
Σε όλα τα μέρη της γης, τα λιμάνια ίδια
Tώρα, με τη φωνή αργή, μέσα στην κούραση,
κι από τα χρώματα του ονείρου μου ταξιδευτής για μια ελπίδα...
…Όταν φτάσεις στη σιωπή, τότε θα ξέρεις!  
 
Τραγούδα το χειμώνα, που σε έκανε να νιώσεις την Άνοιξη!
H ζωή εκεί έξω τρέχει με γκρίζα μαλλιά… 

Κυριακή 12 Μαΐου 2019

Σε κάποιο σκοτάδι της κόλασης / Χριστοδουλίδης Γιώργος



Κάθομαι γυμνός στο παγκάκι της κόλασης
και είναι νύχτα
όμως το σκοτάδι δεν μ αγγίζει.
Κάθομαι φωταγωγημένος από πυρσούς έκπτωτων αγγέλων
στο παγκάκι της κόλασης
επειδή μπορώ πια και να παίξω με τους δαίμονες
και να τους στριμώξω προσωρινά
μέχρι το σκοτάδι να σκεπάσει τα πάντα.

Είμαι γυμνός
αλλά στολισμένος ταυτόχρονα
-σαν επιτάφιος
και σχεδόν θαρραλέος
για κάποια λεπτά.

Τα ημερολόγια της αϋπνίας /Σταύρου Σταύρος

Οι Εκτορες μέσα μου αποχαιρετούν Ανδρομαχες,
σε λίγο θα σέρνονται στα χώματα
όπως οι μνήμες άμα τις διώχνεις ή
όπως τα όνειρα άμα δεν τα πιστεύεις ή
άμα τα πιστεύεις πολύ...

MANA MOY / Φωτιάδου Αρτεμίου Ελένη


Mάνα
Σε κρατάω ακόμα απ΄το χέρι
μέσα στο ράγισμα της νιότης 
Νήμα αόρατο
στα χτυποκάρδια ανάμεσα
γέρνει επάνω μας
σαν ανθισμένος κλώνος μυγδαλιάς
και μας γεμίζει αιώνια άνοιξη
Μάνα μου
Ξυπνώ πρωί, όλους τους χρόνους
ανασκουμπώνομαι πριν φύγει ο ήλιος
πλένω με την αγάπη σου τα πανωσέντονά μου
να’ χω κατάλευκα να σκέπω τα όνειρά μου
Mάνα μου εσύ
Αιώνιο πρόσωπο στους βράχους της ερήμου χαραγμένο
κοίταζες με δυο μάτια όαση τα ασταθή μου βήματα στην άμμο
Μάτια γεμάτα πράσινο ζωής, βρύσες που κελαρύζανε την έγνοια
με κράτησαν ολόρθο μέσα στην πείνα και τη δίψα του καιρού
Αχ, Μάνα
Μεγάλωσα, γερνάω
Ασπρομαλλιάζει η σκέψη και η έγνοια μου
Εσύ πάντα νέα
Αγάπη που δεν άγγιξαν ρυτίδες
βρέχεις μ΄αθάνατο νερό
θνησιγενείς μου στίχους
από το Άλφα ως το ΄Απειρο
από τη μάχη ως τον πόλεμο
Πάντα Εσύ, ασπίδα της ψυχής μου
Και τώρα, Μάνα
Κάθε που πέφτει νύχτα, γίνεσαι άστρο
Φως μου γεμάτο μουσική από νανούρισμα παλιό
«΄Αγια Μαρίνα τζιαι τζιυρά …»
Περνούν τα χρόνια
με δυο νότες καρφωμένες μες στις λέξεις μου
Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Το τελευταίο ταξίδι / Κωνσταντίνου Μάτσιου Κατερίνα


Τα δάκρυα που έχυσα
μάζεψα νύκτας τον γυαλό
Να πλύνω τις πληγές σου
που τόσο σ' αγαπώ
Αγάπη θα φορέσω
το φωτοστέφανο
Εσύ να ταξιδέψεις
ψηλά στον ουρανό
Λουλούδια θα στολίσω
αυτά που αγαπάς
Για να αποχαιρετήσω
θλίψεις μην κρατάς

Εκ βαθέων / Εύα Νεοκλέους


Στη μητέρα μου
Αν ήμουνα ποιητάρισσα
θα σε τραγουδούσα ολόγιομο φεγγάρι.
Θα τραγουδούσα
το βουβό σου κλάμα
την ώρα την ύστερη.
«Πότε θα ξανάρθεις», θα ρωτάς.
Και θ’ αφουγκράζεσαι
τις νύχτες αν πονώ.
Τις άπειρες χωρίς φεγγάρι νύχτες…
Θα ξανάρθω μάνα…
σίγουρα θα ξανάρθω.
Και θα ’μαι ίδια φως
σαν το φεγγάρι…

Ματαιότητα / Πενταράς Νίκος