Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Μια νοσταλγία με ενώνει πάντα (μικρό απόσπασμα) /Σιακκαλή Μαρία



Σε κάθε φωλιά αφήνω ένα κομμάτι μου.

Για να έχω πάντα

 ένα λόγο να γυρίζω

και ένα λόγο για να φεύγω πάλι.

Μια εγώ και μια οι άλλοι με εξορίζουν


Σε κάθε φωλιά αφήνω ένα κομμάτι μου. / Για να έχω πάντα / ένα λόγο να γυρίζω / και ένα λόγο για να φεύγω πάλι. / Μια εγώ και μια οι άλλοι με εξορίζουν - See more at: http://www.philenews.com/el-gr/politismos-kritikes--gnomes/391/168765/dyo-nees-poiitries-mia-ek-kai-mia-tk-mazi#sthash.NAxDbV9o.dpuf
Σε κάθε φωλιά αφήνω ένα κομμάτι μου. / Για να έχω πάντα / ένα λόγο να γυρίζω / και ένα λόγο για να φεύγω πάλι. / Μια εγώ και μια οι άλλοι με εξορίζουν - See more at: http://www.philenews.com/el-gr/politismos-kritikes--gnomes/391/168765/dyo-nees-poiitries-mia-ek-kai-mia-tk-mazi#sthash.NAxDbV9o.dpuf
Σε κάθε φωλιά αφήνω ένα κομμάτι μου. / Για να έχω πάντα / ένα λόγο να γυρίζω / και ένα λόγο για να φεύγω πάλι. / Μια εγώ και μια οι άλλοι με εξορίζουν - See more at: http://www.philenews.com/el-gr/politismos-kritikes--gnomes/391/168765/dyo-nees-poiitries-mia-ek-kai-mia-tk-mazi#sthash.NAxDbV9o.dpuf
Σε κάθε φωλιά αφήνω ένα κομμάτι μου. / Για να έχω πάντα / ένα λόγο να γυρίζω / και ένα λόγο για να φεύγω πάλι. / Μια εγώ και μια οι άλλοι με εξορίζουν - See more at: http://www.philenews.com/el-gr/politismos-kritikes--gnomes/391/168765/dyo-nees-poiitries-mia-ek-kai-mia-tk-mazi#sthash.NAxDbV9o.dpuf

Μαρία Σιακαλλή (βιογραφικά στοιχεία)

Η Μαρία Σιακαλλή γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1980. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Τουρκικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου και έχει ολοκληρώσει τις Μεταπτυχιακές τις σπουδές στην Κωνσταντινούπολη στον τομέα των Πολιτιστικών Σπουδών. Η έρευνά της εστιάζεται στη Λογοτεχνία και τον Φεμινισμό. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα Λογοτεχνικά περιοδικά στην Κύπρο και την Ελλάδα.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ


 


Φθινοπώρου ιαχή το τέλος

Σ΄ ανοιχτό παράθυρο η ζωή

Ν΄ ακούει τις φωνές του πριν

Να γεύεται το θρήνο

Παραμύθι αιώνιο το σώμα

Τα γερασμένα μάτια στο θολό

Στο λήθαργο η νιότη

Ανεβαίνουμε τις σκάλες σκυθρωπά

Δρόμοι οι γέφυρες στοργής

Κι όλα μαζί αλιεύουνε

Την ιστορία του έρωτά μας.

Τώρα που φτάσαμε στο τέρμα

Η Ιθάκη μας προσμένει

Με τους λευκούς Ιθαγενείς

Με τις ψυχές, τα κάνιστρα, τα ρόδα

Αρώματα και γιασεμιά

Εσύ κι εγώ στον Ίλιγγο του Φθινοπώρου

Γέμισε η γης το όνειρο

Μέσ΄ την ονειροπόληση του κάστρου

Ο Στέφανος, η Εύη, τα παιδιά

Κι η συνακολουθία των πατέρων

Σπορά του κάμπου η απαντοχή

Το αίμα μεσ΄  στη μνήμη 

Που έρχεται σα σύννεφο Θεού

Καθώς Βυζαντινό του Αη Νικόλα.

Μορφές, πανάρχαια κυκλάμινα οι θύμησες

Σε κύλημα του χρόνου

Σε γερανούς της μουσικής

Σε φθόγγους που βυζαίνουν

Στη μνήμη του θεσπέσιου

Συμπόσιο κρασιού.

8η ημέρα του Δεκέμβρη μητέρα

Στο σκαλιστήρι της γιαγιάς

Ο έρωτας κι η Αφροδίτη

Του Φθινοπώρου  η μορφή

Κιτρινωπό αγίου

Που ανασαίνει το κερί

Στο φεγγαρόφωτο του μύθου.

 

18 Μαρτίου 2012

Σημείωση : Παραλλαγή πάνω στο Φθινόπωρο του Π.Τσαικόφσκυ.

 

Εδώ θα πρέπει να ζητήσουμε την επιείκεια του ποιητή καθώς το πρωτότυπο κείμενο που μας παραδόθηκε ήταν γραμμένο με κεφαλαία γράμματα και εμείς το μεταφέραμε με …μικρά!

Γίγνεσθαι




ΤΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑ ΖΥΜΠΟΥΛΑΚΗ

ΠΡΩΤΟΤΟΚΟΥ ΥΙΟΥ ΜΟΥ


Του έρωτα ο σπόρος Γίγνεσθαι

η μυρωδιά αγάπη

μα η ψυχή της νιότης όνειρο

της Γέννησης η Μέρα.

Χρονιά του 1964

Αυγή Σαββάτου μέρα

μα της γυναίκας η σπορά

της Αμμοχώστου κύμα.

Τα μάτια είναι πράσινα

και η μορφή του Ορφέας

η μουσική του Όλυμπος

του Δία η βοσκή.

 Ένας θεός μεσ΄ την καρδιά

λυγίζει την κιθάρα

Μετράει τα κύτταρα ο νιός

και η επιστροφή Λυχνάρι.

 Ένα το φέγγος της αυγής

ένα και το θυμάρι

θρουμπί της Κύπρου ευλογιά

θρουμπί της Αιγιαλούσας κόρης

των Αχαιών ακτή πρωτεύουσα

μα η γέννηση σε μνήμη

Απόστολε Ανδρέα μου Γραικέ

ακούς των λύκων υλακές

μα στο καμπαναριό σου ο ύμνος προσευχή

του Αγίου Κενδέα ρήση.

Ευλογημένος Συ ο γιαλός

Ευλογημένος Συ κι ο Ποσειδώνας.

Η Ευρυδίκη έτεκεν Υιόν

στην αρμονία της φύσης.

Κτυπάει το σήμαντρο η Φοινικιά

κι οδοιπορούν οι γλάροι.

 Της Αμμοχώστου οι Αλυκές

της Λάρνακας ανθοί.

Πορτοκαλιά, Λεμονανθοί Ιστόρημα αγάπης

καθώς του Κάστρου η  Βενετιά

μεθάει στο εικονοστάσι

Στου Πεδουλά ο δύοσμος

σε πράσινο ψυχής.


ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΖΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ
Ώρα 1:15 μ.μ

26 Μαίου 2009

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Στίχος

«Γι’ αυτή την πόρτα
                δεν μπορούμε να μιλάμε
                μην ξυπνήσουμε όσους περπατούν
                σαν υπνοβάτες μες στον ύπνο μας».

τα πηγάδια της Ιστορίας (απόσπασμα)

«...Τα πηγάδια μας
πολλών χιλιάδων χρόνων
τα μπαζώσαμε
με κουφάρια εχθρών
ανεπάρκειες
και βλακεία.
Τώρα αφυδατωμένοι
ρακένδυτοι
χωρίς δυνάμεις
προχωράμε
ασθμαίνοντας
κι αυτάρεσκα
στο μέλλον»
*****
«Έλα, μη καθυστερείς,
εξαντλείται ο χρόνος
εξαντλείται γενικώς
σέρνοντάς μας από το χέρι
μας εξαντλεί.
Όλα πωλούνται δύο σε ένα
κι αυτός ο κερατάς
σε δέκα, είκοσι
και βάλε.»

*****

Η ομορφιά δεν ξεφεύγει από την ασχήμια
και τη σήψη
μένει όμως σκέψη αισθησιακή μες τον αέρα
……
ανασεμιά σε στίχο
να τη οσμίζονται οι ειδήμονες οι τολμηροί
κι οι εμποδισμένοι

*****

‘Να θυμάσαι τα όνειρα
να τα ξεχωρίζεις
από τοπία και γυναίκες
όπου πέρασες
αλαφιασμένο ζαρκάδι
τα σώματα που άγγιξες
κι αυτά που δεν άγγιξες
έχουν ένα σύνορο
έξω από τον ύπνο’


*****


Τώρα που έκλεισε, είπε
οριστικά το παράθυρο
στην άπλα του πράσινου
το μονοπάτι
που μας ροβολούσε στην ευτυχία
με τα σμηγματικά υγρά του
πάχνη του αχαλίνωτου
απομένει μόνο η σύνεση
η αλλόκοτη σύνεση του θανάτου.

*****

“Αροδάφνες στον αυτοκινητόδρομο”

“Ευτυχώς, αροδάφνη,
ευδοκιμείς ακόμη στα μέρη μας,
τα ξηρικά
στην πέτρα
τον ασβεστόλιθο
το σεληνιακό τοπίο της ψυχής


μέσα στη σκόνη των ερήμων μας
τη χαρμολύπη του καλοκαιριού
βγαίνεις στους δρόμους
με το ροζ φουστάνι
το άσπρο νυφικό
χορεύοντας


ατίθαση προκλητική
η τρίτη, η καλλύττερη λαλούν σε Ροδαφνούσα


και τώρα λοιδορείς με χρώματα
τη μέσα σκοτεινιά μας συνδαυλίζοντας ό,τι απέμεινε
με σπινθήρα ακροτελεύτιο
βαθιά
στο νεκρωμένο εγώ μας.


Όμως αργήσαμε πολύ:
άνου να πάμεν, Ροδαφνού, τζ’ αφταίννει το καμίνιν…

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

προσευχή / Τεύκρος Ανθίας

Ελέησόν με, άγιε Σατάν, το βράδι αυτό,
κι άκουσε, αν θέλεις, της κοιλιάς μου το γουργουρητό.
Κλαρίνα, πίπιζες, ταμπούρλα, τα έντερά μου,
μια χλαλοή, ένα πανηγύρι διοργανώνουν.
Σαν εφιάλτες οι αναμνήσεις με κυκλώνουν,
γελούν, σα μέγαιρες, τριγύρω τα όνειρά μου...

Άνθρωπος ήμουνα κ΄ εγώ κάποια φορά
κ΄ έγινα ζώο, απ΄ των πραγμάτων τη φορά.
Ναι, κάποιο χτήνος, με τα πόδια του δεμένα,
που δε μπορεί μες το λειβάδι να βοσκήσει,
δεν ημπορεί τ΄ αφεντικό του να κλωτσήσει,
γιατί το σφίγγουν οι αλυσίδες του, ωιμένα!

Κόλαση γύρω μου η ζωή με τυραννεί,
πνίγοντας κάθε βογγητό μου και φωνή.
Μα, ως τόσο, κάτι περιμένω, που όταν φτάσει,
μέσα στο φως, μες τη χαρά θα ξεχυθώ,
μια νέα αυγή, μια μέρα ολόφωτη θα ιδώ.

Κάθε μου δάκρυ, που απ΄ τα μάτια μου έχει στάξει,
φωτιά θα γίνει, που ό,τι με σφίγγει θα ρημάξει.
Γαλάζια η νύχτα θα χορεύει ολόγυρά μου,
λαμπρά τ΄ αστέρια θα οργιάζουν μες το φως.
Άγιε Σατάν, τώρα που γέρασε ο Θεός,
οδήγει, Εσύ, οδήγει, Εσύ, τα βήματά μου.-

Από τη συλλογή ‘Αγιε Σατάν ελέησόν με

αντιθέσεις / Τεύκρος Ανθίας

Είναι μιαν ώρα, μια στιγμή, που με κυκλώνουνε οι λυγμοί,

και πάω να κλάψω δυνατά, να λυτρωθώ απ΄ τα βάσανα,

σ΄ αυτή την όμορφη βραδιά, να κλάψω για όλα τα παιδιά

που μες τους δρόμους τριγυρνούν, απόκληρα, πεντάρφανα.



Ιδού! ο μικρός μας Θοδωρής κι ο πιο μεγάλος ο Ριρής,

στο πεζοδρόμι κάθουνται, χαζεύουν και καπνίζουνε,

πιο πέρα ο Φάνης κι ο Τοτός, που τους παιδεύει ο πυρετός,

βρωμολογούν και βλαστημούν, γελούνε και δακρύζουνε.



Και κάποιος μορφινομανής, γιος της μαντάμας της Φανής,

– σκιάχτρο και φάντασμα χλωμό, σαράβαλο κ΄ ερείπιο –

περνάει μπροστά τους σιωπηλά, τους αντικρύζει και γελά,

με τ΄ άθλιο παντελόνι του και το πουκάμισο το τρύπιο.



Και μες τη σάλαν η κυρά, πλημμυρισμένη από χαρά,

παίζει Μπετόβεν και Σοπέν, πιανίσσιμο και φόρτε,

μερακλωμένη τραγουδά κ΄ έχει στο πλάι το λαδά,

που προσπαθεί πολύ κουτά να της σερβίρει κόρτε.-

Συλλογή Τα σφυρίγματα του αλήτη

το ιστιοφόρο / Τεύκρος Ανθίας

Σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε, στον πόνο μας πιστοί,
– ξένοι, που νοσταλγήσανε πατρίδα όλη τη γη –
κάποια αγωνία μάς έδερνεν από το βράδι ως την αυγή,
πως το κουράγιο μας γοργά σαν κύμα θα σβυστεί,
σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε, στον πόνο μας πιστοί. 

Νύχτα ήταν τρισκότεινη, δίχως μια λάμψη έστω μικρή,
κ΄ είχε η ζωή μας αιστανθεί μεγάλο απαυδημό·
κ΄ είχε η καρδιά μας σφαλιχτό, σα φυλαχτό της τον καημό
και λέγαμε στενάζοντας : «Πότε θα φτάσουμε αντικρύ;»
Νύχτα ήταν τρισκότεινη, δίχως μια λάμψη έστω μικρή.

Μα, ως τόσο, κι αν γινήκανε κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά,
και το ιστιοφόρο μας επνίγη στο βυθό,
-ν- η τρικυμία εδιάβηκε –γιατί να λυπηθώ;–
και να! που φτάσαμε γεροί σε φως κι απανεμιά,
κι ας μείνανε στο πέλαγο κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά. 

Δω πέρα θα ησυχάσουμε, συντρόφοι, τώρα μια στιγμή,
κ΄ ύστερα πια θα φτιάξουμε καράβι πιο γερό,
να μην τρομάζει κύματα βαριά κ΄ ενάντιο καιρό,
γιατί η ψυχή μας το ποθεί πάντα να πελαγοδρομεί,
προς νέες χαρές, νέους καημούς, προς νέους ωκεανούς.-

Από τη συλλογή ‘Αγιε Σατάν ελέησόν με,

Αλητισμός / Τεύκρος Ανθίας

«Τι τρομερός, τι τρομερός,
πούναι κι αυτός ο αλητισμός!»

Τέτια μιλώ, παραμιλώ,
την κάθε μέρα και γελώ
με τον ανόητο εαυτό μου,
πόχει πιστέψει στη ζωή και την ερμιά του κόσμου.





«Σήμερις έχουμε ψωμί,
κι αν δεν υπάρχει, θα βρεθεί!»

Με τέτια σκέψη τριγυρνώ
εδώ κι εκεί κι όλο περνώ
πάντα μες τ΄ όνειρο, στην πλάνη,
και το κουφάρι μου γερνά, κοντεύει να πεθάνει.





«Κάποιαν αγάπη καρτερώ

και θάρθει σύντομα, θαρρώ».



Φτωχή καρδιά, καρδιά τρελή,

πόχεις πεποίθηση πολλή

στα μαδημένα τα φτερά σου,
είν΄ ο αγέρας δυνατός κι ανάλαφρη η χαρά σου.





«Δεν ήρθε απόψε. Τι μ΄ αυτό;

Στη μοναξιά θ΄ αναπαυτώ».



Ίσως και νάρθει την αυγή,

εδώ στον πάγκο να με βρει,

μ΄ ένα φιλί να με ξυπνήσει.
Τάχα γιατί ν΄ απελπιστώ κι αν λίγο ακόμη αργήσει;





«Ω τι γλυκός, ω τι γλυκός,

πούναι κι αυτός ο αλητισμός!»



Τέτιον επίλογο θα πω,

σα μια νυχτιά θα κοιμηθώ

στον ουρανό από κάτου
και θ΄ απλωθεί τριγύρω μου το σκότος του θανάτου.-





Συλλογή Τα σφυρίγματα του αλήτη,

Δύο στίχοι της Έλενα Τουμαζή – Ρεμπελίνα

«Εκεί σε αρπάζει ύπουλα
                Μες στο ηδύτερο όνειρο


============================

                «Το κορμί της
                κρατά ζεστό
                τον αρχέγονο λώρο
                του ονείρου».

Γιάννης Λεύκης (βιογραφικό)



Ο Γιάννης Λεύκης (πραγματικό όνομα Γιάννης Παπαγγέλου) γεννήθηκε στη Λάρνακα της Κύπρου. Οι γονείς τους φτωχοί άνθρωποι όπως και ο ίδιος καθ΄ όλη την διάρκεια της ζωής του.  Αποφοίτησε από το Εμπορικό Λύκειο της Λάρνακας (1917).  Από νεαρή ηλικία στράφηκε στην ποίηση και πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο της λογοτεχνίας με ένα δημοσίευμα στην κυπριακή εφημερίδα Ηχώ το 1915. Συνιδρυτής με τον Παναγιώτη Κτωρίδη του φιλολογικού περιοδικού της Λάρνακας Μούσα, του οποίου η κυκλοφορία απαγορεύτηκε από την αποικιακή κυβέρνηση της Κύπρου, και με τον Αιμίλιο Χουρμούζιο του περιοδικού Αβγή. Παράλληλα  συνεργάστηκε με τις εφημερίδες της Κύπρου Σάλπιγξ, Αλήθεια, Νέος Άνθρωπος, Ελευθερία και με τα περιοδικά Κυπριακά Γράμματα και Νέα Εποχή. Ασχολήθηκε επίσης  με το θέατρο ως σκηνοθέτης παραστάσεων Αρχαίου Δράματος στην Ιδιωτική Σχολή Λεμεσού. Εκτός από την ποίηση ασχολήθηκε και με λογοτεχνικές μεταφράσεις και μελέτες για τη νεοελληνική λογοτεχνία. 

 Ι.Ποίηση

• Στεναγμοί και πόθοι. Λεμεσός, 1935.
• Το τραγούδι των ξυπνημένων ανθρώπων και άλλα ποιήματα. Λεμεσός, 1963.
• Η τριλογία της ζωής και του θανάτου. Λεμεσός, 1967.

ΙΙ.Μελέτες

• Βασίλης Μιχαηλίδης, ο ποιητής της Κύπρου. Κύπρος, 1937.
• Πώς πρέπει να μελετηθεί η νεότερη Κυπριότικη Λογοτεχνία. Λεμεσός, 1966.
• Νερό χρειάζεται ο τόπος. Λεμεσός, 1966.
• Από αφορμή μια μελέτη του καθηγητή Ι.Συκουτρή. Λεμεσός, 1966.
• Οι Ρίζες. Λεμεσός, 1984.

ΙΙΙ. Μεταφράσεις

• Ξένα τραγούδια με τη δική μου φωνή. Λεμεσός, 1967.



πηγή: http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=505

Έβαψα το πρόσωπο / Λεύκης Γιάννης

Έβαψα το πρόσωπο
όλο, απ’ άκρη ώς άκρη,
κάτω από τη μάσκα μου
έκρυψα το δάκρυ,
και παλιάτσος ντύθηκα
για να κάνω αστεία,
μ’ άκουσα το κλάμα μου
σα βαθιά ειρωνεία.

Ηρωικό / Λεύκης Γιάννης




Μου ’πες: – Δεν έχω πια αντοχή. Τα χρόνια
έρχουνται και περνούν βασανισμένα.
Πείνες κι αρρώστιες μάς χτυπούν. Τα χιόνια
στιβάζουνται στην πόρτα μας ολοένα.

Του ήλιου χάδι πουθενά. Κλεισμένοι
σάμπως σε τάφο ζωντανοί, του κάκου
μαχόμαστε για μια αλλαγή. Βαραίνει
στο στήθος μας το πόδι σκληρού δράκου.

Κάποτες βέβαια θα ’ρθει. Το ξέρει
και το μαντεύει η καρδιά. Σα χάδι...
Μα τι ωφελεί, που εμείς θα ’μαστε γέροι
ή ίσκιοι μεσ’ στο ερεβικό σκοτάδι.

Και σ’ αποκρίθηκα: – Φριχτό να περιμένεις
κάτι που αργεί να ’ρθει και που πιστεύεις
πως θα σου φέρει μιας ζωής ευτυχισμένης
το ξαλάφρωμα που από παιδί γυρεύεις.

Όμως μην απελπίζεσαι. Κι αν μαύρο αίμα
και λάσπη στάζει απ’ το πολύπαθο κορμί σου,
μείνε γενναίος ώς το τέλος και πολέμα
για τ’ όνειρό σου ώς την ύστερη πνοή σου.

Κι αν μέλλεταί σου να χαθείς, προτού χαρούνε
τα μάτια σου τη νέα ζωή που προφητεύεις,
παρηγορήσου για τις νέες γενιές που θα βλογούνε
όσους πεθάναν για το ιδανικό που διαφεντεύεις