Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2025

ΟΙ ΛΕΜΟΝΙΕΣ ΣΟΥ Θ’ ΑΝΘΙΣΟΥΝ ΚΑΙ ΠΑΛΙ / Κατσώνη Αναστασία


Λάπηθος, ανθισμένο λουλούδι
στην πανέμορφη γη του Πράξανδρου!
Ακονίζουν ακόμα τα μαχαίρια
οι Λαπηθιώτες τεχνίτες σου.
Πλάθουν ακόμα τον πηλό
οι δικοί σου αγγειοπλάστες,
καθώς έμαθαν από πάππου προς πάππου
γενιά με γενιά…

Τα υφαντά σου, ζωγραφιές, θυμητάρια
κεντημένα από χέρια γυναικών
που τις γέννησες,
στέλνουν ακόμα το μήνυμα της παράδοσης
που ποτέ δεν προδώσαμε.

Τα κυκλάμινα ανθίζουν ακόμα
στις παρυφές του σκλαβωμένου Πενταδάκτυλου,
απείραχτα κι ανέγγιχτα απ’ τον χρόνο
κι απ’ του ξένου βαρβάρου το κούρσεμα,
φυλακές της δικής μας άνοιξης
που για χρόνια προσμένουμε
κι όπου να’ ναι θε να ’ρθει.

Οι λεμονιές σου θ’ ανθίσουν και πάλι
σκορπώντας απλόχερα μυρωδιές
που μεθούν την ψυχή
και μεστώνουν τον πόθο
για τον γυρισμό…

Αναστασία Κατσώνη

Βούττημα ήλιου / Καρακόκκινος Ανδρέας

 


Βούττημα ήλιου
στη θάλασσα που μας γέννησε
ένα χάδι τρυφερό
στους δρόμους που μας μεγάλωσαν
με τ’ άρωμα της λεμονιάς.

Βούττημα ήλιου
σ’ ένα ταξίδι της ψυχής
ν απλώσουμε το δάκρυ μας
από του Μόρφου στην Πεντάγια
κι απ’ το Ξερό στο θέατρο των Σόλων.

Βούττημα ήλιου
σε χαραγμένες μνήμες του Ιούλη
σε όνειρα που άλλαξαν διαδρομή
σε μισογκρεμισμένα σπίτια
που είναι εκεί και μας προσμένουν.

Α. Καρακόκκινος

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΞΕΡΟΥ / Ποδηναράς Γιάννης


Σπίτια χαμηλοτάβανα σειρά
περίμεναν τη δειλινή σκιά μας
να χαμογελάσει στα οπλισμένα τόξα
της κρυφής χαράς των κοριτσιών.
Κι οι ματιές τους πιο πάνω από τη θάλασσα
πάντα αφρισμένες
να σημαδεύουν το χλωρό μας θόλο
πάντα σαΐτες βουτηγμένες στο μύχιο χρόνο
τον κομμένο στα δυο
τον κλεμμένο ιστό της αδέξιας ορμής μας.
Οι πινελιές που χάραξε το φως των χειλιών τους
αυλάκωσαν το μέτωπο μας
να ταξιδέψουν τα λιγνά τους σώματα
κι οι ψυχές που έμειναν πίσω
ξωτικά της πλανόδιας πεθυμιάς.
Στοιχειά των ανέμων
που γδέρνουν το μετέωρο τραγούδι μας.
Μα νιώσαμε τη θάλασσα στον τριγμό της ήβης
ν’ ανοίγει διάπλατα
τα πέταλα των απολιθωμένων πόθων

Γιάννης Ποδηναράς

ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ / Μαρίνα Αρμεύτη


Την παραμονή ήθελε να δει το σπίτι της.
Την πήραν απ’ το χέρι
Την πέρασαν απ’ όλα τα δωμάτια
Εκατό τετραγωνικά στον δεύτερο όροφο
Κάρφωσε το βλέμμα της στις φωτογραφίες
Στα διπλωμένα ρούχα και στα μπιμπελό
«Δεν θέλω να πεθάνω», είπε
«Θέλω να μείνω στο σπίτι μου»
Το πρώτο της σπίτι ήταν στη Μόρφου
Ξυπνούσε απ’ τον μυρισμένο ύπνο της
Δέκα χιλιάδες τετραγωνικά ανθό
Ύστερα, πέσαν πυροβολισμοί στο σαλόνι
Έφυγαν με το παιδί
Το μικρό ποδηλατάκι του στέκει στην αυλή ακόμη
Κάτι αδικαίωτες πεταλιές φορτωμένο
«Θέλω να μείνω στο σπίτι μου», είπε
Μα έφυγε.


ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ / Μιχάλης Γεωργιάδης

 

( που βρήκα πεταγμένες στον
γυναικωνίτη της Αγίας Παρασκευής)

Σαν παιδιά φοβισμένα,
Κρυμμένα εκεί πάνω
στο γυναικωνίτη της Αγίας Παρασκευής,
μέχρι να περάσει η μπόρα,
μέχρι να ανοίξει ο καιρός.


Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2024

ΓΙΑ ΠΟΙΑΝ ΑΡΕΤΗ / Κορφιώτη Παναγιωτίδου Βέρα

 


Καθημερινοί άνθρωποι
επιεικώς ενάρετοι
περίπου όπως εμείς
εμφανιζόμενοι έως και αφελείς
όπου δει
μετρίως άκακοι
διακηρύσσουν μετά πεποιθήσεως
και στεντόρειας φωνής
«ή αρετή δεν έχει τιμή»

Ο πλούσιος
εν τω μεταξύ
συγκατανεύει υποκριτικά
ενώ υπομειδιά
είναι ο μόνος που ξεύρει
τί κατόρθωσαν τα λεφτά
να του προσκομίσουν
από την αγορά

 

ΕΝΣΤΙΚΤΩΔΩΣ / Κορφιώτη Παναγιωτίδου Βέρα

 


Ανέκαθεν
ο άνθρωπος πλασμένος
από το πλήρες και το κενό
ενστικτωδώς
στρέφεται προς το φώς
αναζητά το ιδεώδες
ειδύλλιο
στρέφεται αιώνια
προς τον ‘Ήλιο

ΑΡΑΓΕ… / Κορφιώτη Παναγιωτίδου Βέρα

 


Πόσο μεγάλο
να ήταν
το θάμβος
στου Πυθαγόρα το βλέμμα
όταν διαπίστωνε το δεσμό
όταν ανακάλυπτε
όταν αναγνώριζε
επιστήμη και μυστικισμός
να είναι ένα

Πυθαγόρας / Κορφιώτη Παναγιωτίδου Βέρα

 


Αυτός, ο ιδιόμορφος άνδρας
ως εξίσου ωραίος με τον θεό που λατρεύει
παράστημα θαλερό και συγκρατημένο συγχρόνως
«μηδέν άγαν»

Προσωπικότητα που αδιάλειπτα υπερέχει
ευνοούμενου από τη μοίρα
ντυμένος στα λευκά όπως κάθε μυημένος
ο χρησμός των Δελφών απέκρυβε ένα πεπρωμένο
«θείος δαίμων»

Σ’ αυτόν δώρισαν οι Θεοί τόλμη
εκπληκτικά δεινή
στις μεταρσιωμένες συμφωνίες των σφαιρών
των κινουμένων γύρω αστέρων
επικεντρώνει την προσοχή
κι οριοθετεί τις σχέσεις των συνηχήσεων

Εναπόκειται να μην απογοητεύσει τους αθανάτους

Σε παρακινδυνευμένα μονοπάτια ταξιδευτής
πλόες όπου και το πνεύμα συνάμα
περιπλανήσεις έως το ακρότατο
θα συναντήσει μυστικούς, σοφούς αφανείς
έχουν επαφή με το Αόρατο

Μυστηριώδης γύρω του αύρα
ίδιον γνώρισμα καθοδηγητών
μεταφέρει ήρεμο βαθύ ενθουσιασμό
χωρίς αυτό οι άνθρωποι
δεν θα είναι άξιοι να επωφεληθούν

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2024

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΒΡΟΧΗΣ / Χατζήπαπα Βασίλκα

 



Νοστάλγησα τη βροχή
Και την υγρή σκιά της.
Τον αέρα που φωτίζει.
Της βαλανιδιάς την ευωδιά
και των κουκουναριών.
Το φως που
από τα φύλλα
της λεύκης κυλά.
Τις σταγόνες στο μέτωπο
που κουβαλούν της λήθης δροσιά.
Την πάχνη του φθινοπώρου νοσταλγώ
την ανάσα του παγωμένου λιβαδιού.
Τη νοσταλγώ και την προσμένω.
Εκείνη τη βροχή.

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ / Χατζήπαπα Βασίλκα

 


Σαν με ξεβγάλει η ρουφήχτρα
σε κάποια φθινοπωρινή ακτή
με σώμα κατάκοπο
μάτια σβησμένα
δε θα ξαναβρώ δυνάμεις
να ριχτώ αντίθετα στο ρέμα.

Θα μείνω στην ακτή
το άλικο ρεμβάζοντας της δύσης
ενώ θα σβήνουν
άτακτα τα φώτα
στα βλέφαρα των οριζόντων.

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΛΕΞΗ / Χατζήπαπα Βασίλκα

 


Δεν αγάπησα όπως μπορούσα.
Δεν αγαπήθηκα όπως θα ‘θελα.
Δεν έχω βρει
τη μοναδική τη λέξη
τον ήχο τον μοναδικό
που ανθρώπους κι αισθήματα μερεύει.
Τη σκέψη τη μοναδική
που τον πυρήνα ξεκλειδώνει,
της ζωής.
Δεν έχω βρει
του αιώνιου τη διάφανη σφαίρα
που κάθε τι δικό μου
ζεστό, σπαταλημένο,
σε δάκρυ κρυστάλλινο μαζεύει.

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2024

Έλλη / Διονυσία Σούλα Βιολάρη


Με χώμα και νερό έπλασα την αγάπη μας .
Στου ήλιου την αναπνοή γεννήθηκες,
με μπλε ματόκλαδα
σ ελληνικά νησιά,
μέσα σε γλαυκούς αφρούς .
Σε ζύμωσα με
αγιασμένα χέρια.
Με αναφιλητά γέμισα τις μικρές χούφτες σου.
Σε φύλαξα στου
κόρφου μου τη ζεστασιά .
Σε παλιά ξάστερα φεγγάρια έπλεκα τα μεταξένια μαλλιά σου.
Κράτησα τη λάμψη σου σε λευκό κερί, δίπλα στο Άγιο φως.
Ποτέ
δε θα σε αρνηθώ,
ιέρισσά μου.

Το φως του ποιητή / Βιολάρη Διονυσία


Το εκτυφλωτικό φως του ποιητή,
ξεπρόβαλε και
ανέστησε μια λάβα ηφαιστείου μέσα
από το έρεβος .
Σκόρπισε τη
φεγγοβολιά του,
γράφοντας για τις ελεύθερες καρδιές,
για τα σπαθιά
που τρέμουν οι αγγελιοφόροι
του γαλάζιου
θόλου και
για τους Ήρωες,
που προτάσσουν τον θώρακά τους στη μάχη.
Χτυπά δυνατά το καμίνι της ποιητικής του φλόγας και δημιουργεί σε ελεύθερη πτώση τους αιώνιους
στίχους του.
Μυρώνει με ροδόσταμο τις ψυχές και
ζωγραφίζει
με άστρα
τον καμβά του,
σεργιανίζοντας
στις ρούγες, σβήνοντας το θυμίαμα που αναβλύζει από
το πάθος του για
γραφή.
Σμιλεύει τα σπλάχνα και τα κόκαλα του λόγου, αγγίζοντας το όχι
και το ναι.
Μιλάει χαμηλόφωνα με τον θεό
του έρωτα
στο σιωπητήριο κάλεσμα ,
τρυγώντας την αγάπη από τα μυρωμένα ρόδα
της ποίησης.
Ακουμπά λάγνα
τη λυγερή οπτασία των στιγμών ,
βαπτίζει
την έμπνευσή του
με μύρο
και της φορά μαλαματένιο σταυρό.