Πέμπτη 16 Αυγούστου 2018

[Για τουν την θέσην που κρατώ] / Μιχαηλίδης Βασίλης

Για τουν την θέσην που κρατώ, για τουν την υστερκάν μου,
για κείν’ τα πρώτα κάλλη μου, την πρώτην ομορφκιάν μου,
πολλοί με πεθυμήσασιν, πολλοί με ρεσιστήκαν,
και ’που την Δύσην πάνω μου πολλοί ποταυριστήκαν.
Αρπάσσαν με κ’ επαίζαν με ’πό ’ναν εις άλλον χέριν.
Τούτ’ η καρδκιά τα δκιάβασεν, ένας Θεός τα ξέρει.
Που μέσα στους νεκατωμούς που γένονταν στην Δύσην,
που μέσα σ’ κείν’ τες τάραξες που δεν είχασιν στήσην,
όπκοιοι εποτυλίουνταν ανέμοι κ’ εφυσούσαν,
έρκουνταν ούλοι πάνω μου εμέν και ’ποκομπούσαν.

Ήμουν δα μέσα κ’ έπιννα την πίκραν κάθε βρύσης,
η πέτρα που φακκούσασιν τα κύμματα της Δύσης.
Το πέζεμαν των δκιαβατών, το στάμαν τους πολέμους·
ήμουν δεντρόν που στέκεται στο ρέμαν τους ανέμους.
Κι όσοι κι αν ήρταν πάνω μου ανέμοι κι αν εδώσαν,
ήτουν οι ρίζες μου βαθκιά και δεν με ξηριζώσαν.
Ερίψασιν τα φύλλα μου, ερίψαν τους αθθούς μου·
εκαταφατσελλώσαν με κ’ εκάψαν τους πολούς μου·
εσείσαν με κ’ εκλίναν με κ’ εκόψαν τα κλωνιά μου,
μ’ αππέσσω στέκεται γερή η ρίζα κ’ η καρδκιά μου.

[Κανέναν φόοον δεν έχω από τους Κυπριώτες] / Μιχαηλίδης Βασίλης

«Κανέναν φόοον δεν έχω από τους Κυπριώτες.
Θωρούν εις την Καραμανιάν πως η Τουρκιά ’ν λιμπούριν,
τέλεια κοντά π’ ακούουνται κ’ οι σκύλλ’ αντάν να ’λάξουν·
με μιαν σφυρκάν πετάσσουνται ’ποδώθθ’ έναν λιγγούριν
κι ούλους μέσα σε μιαν ώραν μπορούν να τους-ι σφάξουν.

Απού την άλλην έχουσιν κοντά τους το Μισίριν.
Αν πεις καράβκια; δεν έχουν, έν’ του αλέτρ’ αθρώποι.
[...]
Δα κάτω τούτοι έν’ πολλά, πολλά ξωμακρισμένοι,
περνούν μηνάδες κ’ εν έχουν χαπάριν ’που τα ξένα
και θέμι έν’ ’που την Τουρκιάν στενά τριυρκασμένοι.
Δα κάτω τούτ’ έν’ σαν τ’ αρνιά πών’ χώρκα μαντρισμένα.

Η κατάρα του ποιητή / Ειρήνη Ανδρέου



Κατάρα έχει ο ποιητής να ψάχνει χίλιους τρόπους
να μετατρέψει μάχεται, τα τέρατα σ΄ ανθρώπους.
Σε μια γωνιά μονάχος του με ξίφος το στυλό του
μ' αυτό ματώνει μοναχά το στήθος το δικό του.





Γδέρνει χαρτί, γδέρνει ψυχή ,αναπαμό δεν βρίσκει
μες στο σκοτάδι ψάχνει φως, ψάχνει την Θεία δίκη.
Πείτε μου που' ναι ο Θεός , τι φταίνε τα παιδάκια
και λεν πως τα αγάπησε, τα θέλει γι' αγγελάκια ;

Μόνο σαν έρθει το κακό στην πόρτα μας νοούμε
γιατί τα ξένα τα παιδιά γρήγορα τα ξεχνούμε.
Τα δύστυχα σαν ξεψυχούν τον ουρανό κοιτάζουν
Θεό δεν βλέπουν πουθενά, όσο και αν τον κράζουν.
Τ΄ακούει μόνο ο ποιητής κι η οργή του είναι μεγάλη
π΄ αντί αγάπη να' χουνε έχουν του Χάρου αγκάλη.
Στα μαύρα τα μεσάνυχτα αρπάζει το στυλό του
και κυνηγά τα τέρατα, σαν φταίξιμο δικό του.
Αν και το ξέρει μέσα του πως είναι ουτοπία,
Λερναίες Υδρες μάχεται και δίποδα θηρία,
θαρρεί πως με την ποίηση ο κόσμος θα σωθεί
κι αν όχι, το' χει τάξιμο μαζί του να χαθεί.

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2018

Ιστορία / Τέμβριου Αθηνά


Κάποιες ψυχές είναι τυφλές
σαν πόρτες σφαλισμένες πολλές ζωές,
ατσάλι σφυρηλατημένο
στων θεών την αρχαία φωτιά.
Ήφαιστε για αυτό κουτσαίνεις
στα άδυτα του χρόνου δίχως αγάπη.
Κάποιες ψυχές τρομάζουν σαν δεν βλέπουν
την σκιά να μεγεθύνει την ύπαρξη τους
στης ψευδαίσθησης τους ατέρμονους δρόμους.
Άνθρωπε για αυτό δεν ταξιδεύεις
με την αγάπη συνοδοιπόρο.
Ορφάνεψε το φως μέσα στο σκότος σου.
Κάποιες ψυχές τον λόγο ξεγελούν
αμφισβητώντας την ιστορία,
ανολοκλήρωτες, επαναλαμβανόμενες. Κι η λεπτομέρεια
κρυμμένη σε κάποιες γραμμές που τις κούρασαν.
Θεέ ενεφύσησες εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής
για να πράξει, για τα παιδιά των παιδιών του.
Κάποιες ψυχές συνήθισαν την θυσία στον βράχο·
Δεδομένη η φωτιά τρεμοσβήνει στα ανθρώπινα μανουάλια
μέχρι ο αγέρας να την εξυψώσει με τον λυγμό του αθώου.
Ορφέα, Προμηθέα, Χριστέ καρτερεί ο ποιητής να ανατείλει ο ήλιος,
να καρπίσει η γης, να ξεχειλίσει η θάλασσα,
να γεννήσει ξανά ο άνθρωπος την Αγάπη. 


(Ήλιος και Άνεμος, Α. Τέμβριου)

Πριν γνωρίσω εσένα αγάπη μου / Λαμπής Γιάννος

Πριν γνωρίσω εσένα αγάπη μου
δεν ήξερα τι φοβόμουν περισσότερο,
την ζωή ή τον θάνατο;
Μα όταν ήρθες εσύ
ανάσανε η ψυχή μου,
μ’ έμαθες ν’ αγαπάω και τα δύο,
χωρίς πολλές κουβέντες, χωρίς οιμωγές
παρά μόνον με απλά πράγματα
όπως μια γλυκιά κουβέντα, ένα σφίξιμο στο χέρι,
ένα ηλιοβασίλεμα, μια ξαφνική βροχή ή ένα φιλί
κι αυτά μόνον ήταν αρκετά για να μου αλλάξουν όλο τον κόσμο
και να μάθω πως αυτοί που αγαπούν, ζουν μονάχα
όταν πεθάνουν κι αναστηθούν ξανά
μέσα στην αγκαλιά της γυναίκας που λατρεύουν

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ / Πανάγου Μαρούλλα


Τι κι αν μια πόρτα έκλεισε
Τι κι αν αυτί δεν στάθηκε
να ακροαστεί τον μονόλογό σου .
Γράψε “τέλος” και μην περιμένεις .
Μια άλλη πόρτα σε προσκαλεί
να διαβείς το κατώφλι
Καρτερεί με το χαμόγελο
ν' αγκαλιάσει τον ερχομό σου .
Ποτέ μην διακονεύεις
τα ψιχουλα αγάπης που σου πετάξανε
Αγκάλιασε την ολοκληρωμένη ευτυχία
που σε προσμένει
στο στρωμένο τραπέζι
της ανταπόκρισης.

Δώσε ----------- / Τσιαήλης Ρ. Χρίστος


Αν τα πολλά που είχες παλιά τα έχεις χάσει
Κι αισθάνεσαι βαθιά η στέρηση πώς μοιάζει
-δώσε-
Αν η καρδιά σου ματώνει συχνά
Από συμβάντα ασήμαντα, μικρά
-δώσε-
Παίρνεις ηλιοβασίλεμα τ' απόγιομα
Κι έχεις το φως περίσσιο
-δώσε-
Αν οι πολιτικοί σου μίκραναν τη μέρα
κι οι κροίσοι σου μασάνε τον αέρα
-δώσε-
Σού 'κανε η θάλασσα τη χάρη
Και στον ορμίσκο σου μύρια φρούτα αλμυρά
-δώσε-
Μυρίζουν στον κήπο σου θεσπέσια άνθη
Σαν άγιος επιτάφιος, σαν παραδείσου πύλη
-δώσε-
Σε Μήδα αφού μετενσαρκώθης
Τριγύρω σου χρυσό το σύμπαν κλώθεις
κι ας ήσουν το πρωί ένα άφραγκο ρεμάλι
-δώσε-
Ζεις κρυμμένος σε μια πόλη μικρή
Κι αρνείσαι το εισιτήριο της φυγής
Για να είσαι ο μέγας νάνος
-δώσε-
Μα ακόμη κι εσύ ο ίδιος αν χρειάζεσαι
μια χείρα βοήθειας
και απ' άγνωστα χέρια μια αγκαλιά
-δώσε-
σε έχει ρίξει κάτω η αρρώστια
κι έχει ο δρόμος σου μικράνει
Και η ανησυχία σου αβάσταχτη
-δώσε-
[τότε τα πλείστα θα πάρεις εσύ]
Ακόμη κι εκείνοι
που χωρίς μοίρα
Χωρίς ελπίδα μισή
Στου δρόμου το έρμα που σέρνονται
Στου γκρεμού το χείλος κρεμάμενοι
Αλλάζουν για πάντα
Αν εσύ τους κοιτάξεις στα μάτια
Και πεις
"Ιδού το υστέρημά μου - πάρε κι εσύ".
Χ.Ρ. Τσιαήλης

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΣΚΛΑΒΟΣ ΠΙΑ / Παλληκαρίδης Ευαγόρας


"- Τη σκλαβιά τη βαρέθηκα,
Μάνα, κλέφτης θα γίνω.
Της σκλαβιάς δηλητήριο,
Μάνα, ως πότε θα πίνω;"
~
Κι αφού πρώτα εφίλησα
τη γλυκειά μου μανούλα,
τον ανήφορο τράβηξα
στου βουνού την κορφούλα.
~
Κι εκεί πάνω σαν βρέθηκα,
με χαρά στην καρδιά,
με λαχτάρα εφώναξα:
"-Σκλάβος δεν είμαι πια!"

ΣΑΝ ΕΛΛΗΝΑΣ / Παλληκαρίδης Ευαγόρας


Του Έλληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει.
Για να τον σπάσει πολεμά,
σε πόλεις κάμπους και βουνά,
χειμώνα, καλοκαίρι.
Έτσι κι εγώ σαν Έλληνας ζυγόν δεν υποφέρω
γι' αυτό με τ' άλλα τα παιδιά ξεκίνησα,
τη λευτεριά στην Κύπρο μας να φέρω.

Τρίτη 14 Αυγούστου 2018

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ / Παλληκαρίδης Ευαγόρας


Σκλαβωμένη μου Κύπρος, λατρευτή μου πατρίδα
που δεμένη στενάζεις με βαριάν αλυσίδα.
Τα δεσμά τα βαριά σου σε λιγάκι θα σπάσεις
και στης μάνας Ελλάδας την αγκάλη θα φτάσεις.
Της σκλαβιάς η φουρτούνα ολοένα σε δέρνει
και τη νίκη ζητάει και γιαλός και στεριά.
Όμως νάτην, η νίκη με χαμόγελο φέρνει
σαν σε όνειρο μέσα τη γλυκιά Λευτεριά
στο κεφάλι σου, Κύπρος, με χαρά στο φορεί.

H ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ / Παλληκαρίδης Ευαγόρας


Είναι μια χώρα
μόνη ελπίδα μου
ειν' η πατρίδα μου.
Κι' αν εσκλαβώθηκε
δε μένει σκλάβα,
γιατί σαν λάβα
ανακατώθηκε.

Ερωτικό / Παλληκαρίδης Ευαγόρας

Καινούργιους έρωτες τώρα γνωρίζεις
και οι παλιοί λησμονιούνται, θαρρείς,
μα, όμως, φίλε μου, μόνο αν νομίζεις,
γιατί, στ’ αλήθεια, να ξεχάσεις δεν μπορείς.

Δε σβήνουν όλα, όσο κι αν κλάψεις,
δεν λησμονιούνται μέσ’ στην ζωή
κι αν, μέσ’ στη λήθη όλα τα θάψεις,
πάλι θα βγούνε κάποιο πρωί.

Ποτέ δε χάνονται μα πάντα ζούνε
κάποιοι παλιοί, της αγάπης, σκοποί
κι αν, πως λησμόνησες, τα χείλη πούνε,
άκουσε μόνο, η καρδιά τι θα σου μπει.

Δε σβήνουν όλα, όσο κι αν κλάψεις,
δεν λησμονιούνται μέσ’ στην ζωή
κι αν, μέσ’ στη λήθη όλα τα θάψεις,
πάλι θα βγούνε κάποιο πρωί.

Και που σε διώχνω, μη θυμώνεις / Παλληκαρίδης Ευαγόρας

Πικρό το δάκρυ απ’ τα μάτια μου κυλά
βουβά το "έχε γεια" να ψιθυρίσει
κι ό,τι γελούσε, έχει πάψει να γελά
αφού η μοίρα η πικρή θα μας χωρίσει.

Γι’ αυτό, μη θες κι εσύ να μείνεις,
στο κάθε τι πίκρα να δίνεις,
κάθε καημό να μεγαλώνεις
και που σε διώχνω, μη θυμώνεις.

Πατέρα μου / Παλληκαρίδης Ευαγόρας

Πατέρα μου, οι φυλακές απόψε με καλούνε,
τα σίδερά τους τα βαριά, τ’ ακούω που χτυπούν,
σαν, να με πνίξουν, θέλουνε και όλο με ζητούνε
και νιώθω κρύο, μοναξιά, εμένα να τρυπούν.

Μα γρήγορα θα βγω ξανά
για να σας ανταμώσω
και άλλους στίχους συντροφιά
και πάλι να σας δώσω.

Μην κλάψεις, ω, πατέρα μου, που πάω για ταξίδι
κι αν σε ρωτούν οι φίλοι μου, πού, τώρα, τριγυρνώ,
κρασί να δώσεις στους εχθρούς που με ποτίσαν ξύδι,
να πίνουν εις υγείαν μου, εμέ που τους κερνώ.

Κι εσείς, λουλούδια κόκκινα, που από τους κήπους κλέβω,
σας αποχαιρετώ γιατί στη φυλακή μισεύω,
γαρύφαλά μου ευωδιαστά, γεμίσετε τη γλάστρα
και στείλετέ μου ευωδιά τη νύχτα με τα άστρα.

Μα γρήγορα θα βγω ξανά
για να σας ανταμώσω
και άλλους στίχους συντροφιά
και πάλι να σας δώσω.


το ακούτε: https://www.youtube.com/watch?v=CiUvT2AaqQ4

Ποτέ δε θα πεθάνουμε / Παλληκαρίδης Ευαγόρας

Γιατί μαυρίζει ο ουρανός
κι ας είναι καλοκαίρι
Λες κι η αυγή κατάμαυρο
χαμπάρι θα μας φέρει

Και να, χτυπούνε πένθιμα
κάθε χωριού καμπάνες
Κλαίνε μαζί τρεις μάνες
μαζί τους κι όλη η γη

Κι είναι γλυκό το κλάμα τους
από χαρά λες κλαίνε
Λόγια Σουλιώτου λένε
στην πένθιμη σιγή

Ποτέ δε θα πεθάνουνε
όσοι πεθάναν σήμερα
Και της σκαλαβιάς τα σίδερα
θα σπάσουν κάποια μέρα

Και θ’ ακουστούν ελεύθερα
τραγούδια πέρα ως πέρα


το ακούτε: https://www.youtube.com/watch?v=Mr9GSV53RiA