Πέμπτη 11 Αυγούστου 2022

Επινίκια / Μαντά Λαζάρου Ευφροσύνη


Και λησμονήθηκαν όλοι οι πόνοι
Ανθίζουν μόνο τα επινίκια κλωνάρια των νέων
Που στα χέρια βαστώντας κινούν ζωηρά
Μες στον γαλήνιο ύπνο του τραγούδια
Ευλογητός εστίν ο θάνατος
Ευλογητός, ευλογητός ο Έρως.
( Από την ποιητική συλλογή "Ερωτόπληκτος Γραμματικός" )

H ΓΑΒΑΘΑ / Κωνσταντίνου Δέσποινα


Της Παρασκευής ο εσπερινός
ψηλαφούσε κεκοιμημένη αθανασία
κεντημένη στους σήμαντρου τους παλμούς
κι η γυναίκα έβγαζε τη γαβάθα
σ’ένα του Αιγαίου πεζοδρόμιο
αντίκρυ στ’ Αγιονόρος.
Ρεβίθια αχνιστά ξενοδοχούσε η γαβάθα
ζεστοκούλουρο κι ένα κανάτι στο πλάι
καλοτύχισμα των αστεριών
π’ αποχαιρέτησαν της φθοράς τις παλινδρομήσεις
φίλεμα τ’ άδειου αδελφού
ζητιάνου των ανέμων.
Ήρθε μια Παρασκευή
γαβάθα ορφανεμένη
λυχνάρι που ‘σβησε η γυναίκα
ψυχή λευκόφτερη πια
ενορχήστρωνε στις δόσεις της αγάπης προσευχές
κι έκανε τη βροχή αρτηρίες υδάτων
στο κανάτι να μαζεύoυν τους αέρηδες
τ΄ αρτύματα να εξαχνώνουν
που ‘βαζαν στην κατσαρόλα
νεράιδες των τέμπλων
κι αρχάγγελους να ρίχνουν προσκλητήρια
στα κανάλια της ανάγκης
φίλος, διαβάτης, μα κι εχθρός
να φάει, να ξαποστάσει.
ΔΚ2020
Συμμετοχή στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης με θέμα την ανθρωπιά, στη μνήμη π.Γεωργίου Διαμαντοπούλου,ποιητή-εκπαιδευτικού(Θάσος,Ελλάδα)

Συμφορά / Κολοσιάτου Φροσούλα

 

Όταν χαράζει στο Αιγαίο
Ο κρότος του νερού τινάζεται
Φυσάει δυνατός πουνέντες
Όμως ο πνιγμός καταλήγει αθέατος
Οριοθετεί τα κύματα
Βαθύφωνη η μέρα υποκλίνεται
Αποσυντονίζει ο καιρός
Και ο κραδασμός της νύχτας τεμαχίζει
Μέσα σε λαβύρινθους υγρούς
Πέτρωσαν οι υπόγειες στοές
Και ο θάνατος

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΦΥΓΕΙ / Γαλανού Αλεξάνδρα


Πώς να γράψεις ένα ποίημα
για τους πρόσφυγες
εσύ
που σε τυλίγει η θαλπωρή
και προσπαθείς να νιώσεις
το κρύο της ψυχής
του κοριτσιού εκείνου
που δεν ήθελε να φύγει;
Ύστερα είναι και τα μάτια της
που πάγωσαν τη στιγμή
της εγκατάλειψης.
Είναι το βλέμμα της
που γυρεύει την κούκλα
που έμεινε ορφανή,
το σπασμένο ποδήλατο
στην αυλή
κι εκείνο το αγόρι
που της έστειλε φιλί
και ίσως ακόμη να την αναζητεί
ανάμεσα στα παραπήγματα,
στα χάρτινα σκέπαστρα
και τις πολύχρωμες μπουγάδες
στον αέρα.
Ξημέρωσε πάλι η μέρα
κι όμως
το κορίτσι που δεν ήθελε να φύγει
περιμένει το σκοτάδι
την ώρα που τ’ άστρα
θα μπουν στα όνειρα της,
να φωτίσουν το αύριο
και να φτιάξουν τον κόσμο
όπως πριν…
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΓΑΛΑΝΟΥ
«Στο πουθενά στο μέχρι πότε και το γιατί».

Λουκαΐδη Ειρήνη

 Συγγραφές- Ποιήτρια

Λάρνακα / Χαγιάννης Βάσος

 
Σε παίρνει ο ήλιος αγκαλιά
Μόλις γλυκοροδίσει
Και σε γιομίζει με φιλιά
Μέχρι να πάει στη δύση.
Μοιάζεις βασίλισσα σωστή
Αρχοντοπούλα κόρη
Κι ο μπάτης έχει ανοιχτή
Για χάρη σου την πλώρη.
Το κύμα παιχνιδιάρικα
Την αμμουδιά δροσίζει
Κι ο φλοίσβος ασταμάτητα
Σε γλυκονανουρίζει.
Τις φεγγαρόλουστες βραδιές
Είσαι παραμυθένια
Και λάμπεις στη Μεσόγειο
Σαν κάτασπρη γαρδένια.
Αγιόκλημα και γιασεμί
Στολίζουν τις αυλές σου
Κι όλο τραγούδια και χάρες
Περνούν οι Κυριακές σου.
Σκλαβώνεις με τις χάρες σου
Τις τόσες ομορφιές σου
Θυμίζεις λάγνα ανατολή
Μ’ αυτές τις φοινικιές σου.
Αρχοντική καταγωγή
Σου δίνει η Ιστορία
Και μια βαριά κληρονομιά
Στου χρόνου την πορεία.
Όπου και να ’μαι Λάρνακα
Κοντά σου θα γυρίσω
Και τη στερνή μου την πνοή
Σε σένα θε ν’ αφήσω.

Άτιτλο / Χρ Χαραλάμπους

 

Μας περιβάλλουν κόλακες και τυρράνοι
αμέτρητοι δαίμονες,όντα τοξικά
κι όμως εμείς επιμένουμε
σε ένα όμορφο αύριο ελπίζουμε
Λαχταρούμε το πιοτό της γαλήνης
το νέκταρ μιας ενάρετης ζωής
να ξεδιψάσουμε χωρίς έγνοιες
αποκηρύσσοντας κάθε είδους αμαρτία

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022

Στέφανος Ζυμπουλάκης Μια ποιητική φωνή της Αμμοχώστου



Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις μήτε επιπρόσθετες εύφημες μνείες για τη διαχρονική  πορεία του Στέφανου Ζυμπουλάκη μέσα από τα σκοτεινά ή φωτεινά μονοπάτια και τους δύσκαμπτους ανηφορικούς δρόμους της ποίησης. Ο φίλος Αμμοχωστιανός ποιητής έχει διανύσει τις αποστάσεις τους με μακρόπνοη αντοχή μαραθωνοδρόμου, άλλοτε ασθμαίνοντας εναγωνίως και άλλοτε επωδύνως προστρέχοντας σε «Αναζητήματα» και «Λευκές αϋπνίες» είτε μεταπλάθοντας και ανασυνθέτοντας τον ποιητικό του ιστό με τα επιδέξια σύνεργα και τους προσωπικούς έντεχνους τρόπους των «Μεταβολισμών» του, για να θυμηθούμε τις τρεις πρώτες ομώνυμες ποιητικές του συλλογές, εκδομένες στην Αμμόχωστο το 1965, 1967  και 1970 αντίστοιχα.
Μερικά από τα ποιήματα εκείνα σίγουρα θα τα έγραφε «εν φαντασία και λόγω», καθισμένος στον δικό του πάγκο, απέναντι από το γυάλινο κουβούκλιο του υπεύθυνου της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αμμοχώστου και σπουδαίου μας λογοτέχνη  Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη, του αιωνίως βυθισμένου μέσα στα χαρτιά του. Αναπολώ με ακατανίκητη νοσταλγία και τους δυο και τον νεαρό τότε βιβλιοθηκονόμο Στέφανο με απέραντη ευγνωμοσύνη, καθώς ολοπρόθυμος μού κατέβαζε  από τα ράφια βιβλία και τόμους, για να μελετήσω επί τόπου. Τον ευχαριστώ ακόμα, που μου ξαναθύμισε σε τέσσερα επιγραμματικά του ποιήματα τους αντίστοιχους εικαστικούς θησαυρούς του Χριστόφορου Σάββα, του Τηλέμαχου Κάνθου, του Αδαμάντιου Διαμαντή και του Γ. Πολ. Γεωργίου, που κοσμούσαν με μιαν πλειάδα αξιόλογων έργων τη σημαντική πινακοθήκη της πόλης μας, στον επάνω όροφο της Βιβλιοθήκης.    
Περιδιαβάζοντας ξανά με αγάπη και περισσό ενδιαφέρον τα πρωτοφανέρωτα εκείνα γεννήματα της πηγαίας έμπνευσης και του χαρισματικού «ηδυσμένου» του λόγου, αποφαίνομαι ανεπιφύλακτα πως η παλαιότερη σοδειά ήταν καλή και υποσχόταν μιαν πλουσιότερη συγκομιδή από ακόμα πιο μεστωμένους καρπούς. Εκτός από τη συγκροτημένη μελέτη του για τον ομότεχνό του Παύλο Μεράνο το 1971 και τα πολυγραφημένα τετράτομα «Ανθολόγια Λογοτεχνικής Κριτικής», παίρνοντας τη στράτα της προσφυγιάς, για να τον υιοθετήσει, καθώς λέει ο ίδιος, η άλλη αγαπημένη πόλη του Ζήνωνα, ο αμητός εμπλουτίστηκε με έξι επιπλέον βιβλία ποίησης: «Ποιήματα» (1975), «Ιστόρημα» (1993), «Χειρ Κυρίου» (1994), «Ερωτικά της Εύης» (1996), «Λούλλα Γιάγκου Ρώσσου» (1997) και «Της πίκρας μου βιολί» (2000). Όλα διαποτισμένα με τα νάματα ενός υπερεκχειλίζοντος λεπταίσθητου ψυχισμού, που αναδύονται από τα βάθη μιας συγκινημένης σκέψης ή μιας στοχαστικής συγκίνησης, για να παραπέμψουμε κατά παράφραση στη γενική αποτίμηση του αείμνηστου Χριστόδουλου Παπαχρυσοστόμου, που είχε προλογίσει τη δεύτερη ποιητική του συλλογή.
Μέσα από τις πολλαπλές αναγνώσεις πρόσληψης της ποίησης και της ποιητικής του Ζυμπουλάκη και πίσω από τη λυρική σκηνογραφία της περιγραφικής αφήγησης ή της αφηγηματικής εξιστόρησης των ευφάνταστων ποιητικών του συλλήψεων και των ορμέμφυτων ενοραματικών του δρώμενων αποκρυπτογραφούμε τους αλληγορικούς συμβολισμούς στο παλίμψηστο της διαστρωμάτωσής τους: η υπαρξιακή αγωνία, που κορυφώνεται με ρυθμούς κρετσιέντο στη σφαδάζουσα καθημερινή έγνοια για τον άνθρωπο και την τραγική του μοίρα σε έναν κόσμο αβέβαιου μέλλοντος και συνεχών ανατροπών, η φιλοσοφική ενατένιση της ζωής και η αεικίνητη αναζήτηση του νοήματός της στη διαιώνιση τής μετά θάνατον αθανασίας της μέσα από μια βαθιά θρησκευτικότητα ενσυνείδητης χριστιανικής πίστης. Πέρα από την αδελφική αγάπη για τον άνθρωπο στα σταυροδρόμια μιας συμπαντικής φιλίας, τον έρωτα της φύσης και τη λατρεία της αιώνιας γυναίκας στα πρόσωπα της συζύγου και της μητέρας του, είναι οι αλγεινές μνήμες της προδομένης και τουρκοπατημένης πατρίδας μαζί με τον αθεράπευτο νόστο για τη γενέθλια πολυφίλητη πόλη του. «Οι κραδασμοί της καρδιάς του συμφωνούν κι εναρμονίζονται με το κύλημα της ύπαρξης σε μια γη γεμάτη ιστορία», είχε γράψει κάποτε ο G. H. Aufrère για τα νεανικά ποιητικά του πετάγματα. Από τότε έως σήμερα αφουγκραζόμαστε τους εγκάρδιους εκείνους αναπαλμούς και τους νοηματισμένους κραδασμούς να σμίγουν με τις κραδαίνουσες χορδές του βιολιού του σ’ όλες τις μείζονες, τις ελάσσονες και τις χρωματικές κλίμακες της δικής του εναρμόνιας αντιστικτικής σύνθεσης, για να μιλήσουμε μεταφορικά με μουσικούς όρους, καθώς ταιριάζει ισάξια στον δημιουργό των ποιητικών φθόγγων και των μουσικών ήχων. Γιατί, ακριβώς, σε τούτο το ευτυχισμένο συνταίριασμα πάτησε και ρίζωσε η ποίηση του Στέφανου Ζυμπουλάκη κι έδωσε απ’ τα νιοβλάσταρα εύοσμα άνθη και εύχυμους καρπούς παρά τους άγριους ανέμους και τους σκληρούς άνυδρους καιρούς, που πλάκωσαν τους λειμώνες της ποιητικής του ψυχής. Δεν είναι τυχαίο που ολόκληρες ποιητικές του συλλογές μεταφράστηκαν, σημαντικοί άνθρωποι μίλησαν για την ποίησή του και ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί. Μήτε είναι συγκυριακοί οι τίτλοι αφενός της τελευταίας εκδομένης ποιητικής του συλλογής και αφετέρου σε επί μέρους ποιήματα στο «Ιστόρημα», που αφιερώνει στον Νταλάρα, για να αναφερθούμε μόνο σε ορισμένες ενδεικτικές επισημάνσεις: «Fortissimo», «Toccata», «Παραλλαγές», «Τόνοι», «Prelude».                        
Ωστόσο, στο παρόν σημείωμα, μέρες που έρχονται του σαραντάχρονου αποχωρισμού του ποιητή από τη θαλασσοφίλητή του πόλη, επιλέγουμε να μοιραστούμε μαζί του κάποιους σημαδιακούς στίχους από τα «Αμμοχωστιανά» του ποιήματα, που απηχούν προφητικές-προορατικές φωνές για όσα γράφτηκαν πριν την εισβολή, αλλά και εξομολογητικούς τόνους τού ακαταλάγιαστου πόθου του για επιστροφή όλα τούτα τα δίσεκτα χρόνια του ξεριζωμού. Ως άλλος μάντης κακών με σπαραγμό προλέγει στο ποίημά του «Η πόλη» από τα «Αναζητήματα»: «Η πόλη / πάνω / απ’ τα ανήθικα / τ’ ατόρνευτα / της πλάκας μέρη / πλανιέται / σαν αράχνη / [...] / Τα συρματοπλέγματα / σαν σύνορα / στον τονοδότη / του πενταγράμμου / αποπαίρνουν / τις αλαλιασμένες φωνές / των night Clubs / να προδώσουνε / την ΠΟΛΗ». Στη δεύτερη ενότητα της συλλογής «Χειρ Κυρίου» ανασταίνουμε μέσα από τις «Συνομιλίες της Αμμοχώστου» την προδομένη νεκρή μας πόλη: «Της Φαμακούστας τις ομώνυμες φωνές / τις παίρνει τ’ ακρογιάλι / οδυνηρά χτυπάει το φάντασμα / μα κείνη ανασαίνει». Η Ιστορία, η μνήμη, η προσμονή και η πίστη του γυρισμού αναπηδούν μέσα από το πρόσφατό του ποίημα «Ανθός Πορτοκαλιάς», που απάγγειλε μεταξύ άλλων στις 27 Ιουνίου στην εκδήλωση «Μνήμες Αμμοχώστου 40 χρόνια νοσταλγίας» του Σωματείου Νέα Σαλαμίνα. Παραθέτουμε τους πρώτους στίχους, που μας ταξιδεύουν με πονεμένες νοσταλγικές θύμησες στα πιο εμβληματικά σημεία της αγαπημένης μας πόλης: «Ανθός πορτοκαλιάς η Αμμόχωστος / ανθός επιστροφής / με του Ακταίου τα όνειρα / στη μνήμη του Φαλήρου. / Θα ξανάρθω αγαπημένη, θα ξανάρθω / στη Σαλαμίνια γη μου / με τις ευχές της προσευχής / με την αγάπη του κεριού / με το φτερούγισμα τ’ Άη Νικόλα. / Μες στα καντούνια του Σταυρού / τ’ αηδόνι ανασαίνει. / Αηδόνισμα ρυθμού / Ελληνικό Γυμνάσιο, / Λύκειο Ελληνίδων / καθώς αηδόνια της πορτοκαλιάς / τραγούδι επιστροφής να σιγομουρμουρίζουν».



Στέφανος Ζυμπουλάκης: Η Αμμόχωστος με γέννησε, αλλά με υιοθέτησε η Λάρνακα....

Με την φράση αυτή τελείωσε την αντιφώνησή του ο Ποιητής και Μουσικός Στέφανος Ζυμπουλάκης στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Λάρνακας την Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2017 και ώρα 19:30. Ο Κόσμος αρκετός. Φίλοι, γνωστοί, εκπρόσωποι των γραμμάτων και της Πολιτικής σκηνής της Αμμοχώστου και της Λάρνακας έδωσαν το παρόν για να τιμήσουν με την παρουσία τους τον Μουσικό, Ποιητή, που χαρακτηρίστηκε ως ο πατέρας της Κιθάρας στην Κύπρο και γράφτηκε πως άλλαξε τους μουσικούς της δρόμους.

Η Εκδήλωση συνδιοργανώθηκε από τον Δήμο Λάρνακας, την Επαρχιακή Επιτροπή Λάρνακας- Αμμοχώστου του ΚΥ.ΣΕ.Μ (Κυπριακό Κέντρο Μελετών) και το Ίδρυμα Χριστίνας Α. Αποστόλου.

Την εκδήλωση άνοιξε ο Πρόεδρος της Επαρχιακής Επιτροπής Λάρνακας- Αμμοχώστου του ΚΥ.ΣΕ.Μ κος Ανδρέας Μορφίτης, ο οποίος προσφωνώντας τον τιμώμενο, εξήρε την προσωπικότητά του και την προσφορά του στην μουσική και στην ποίηση. Στο ίδιο μήκος κύματος ήσαν και οι μικροί χαιρετισμοί τόσο του Δημάρχου Λάρνακας κ Ανδρέα Βύρα, όσο και του Προέδρου του Ιδρύματος Χριστίνας Α. Αποστόλου κ Λάκη Αποστόλου. Ακολούθησε ολιγόλεπτη ταινία για την ζωή και το έργο του Στέφανου Ζυμπουλάκη. Την σκυτάλη πήραν οι κ. Κώστας Κατσώνης και Λούης Περεντός. Ο κ Κώστας Κατσώνης επικεντρώθηκε στο Ποιητικό Έργο του κ Ζυμπουλάκη, αναλύοντας τις Ποιητικές Συλλογές και διαβάζοντας χαρακτηριστικά αποσπάσματα από ποιήματα του. Αντίθετα ο κος Λούης Περεντός, σε μια διαφορετική ομιλία από τα συνήθη, μας παρουσίασε άγνωστες πτυχές της σχέσης του με τον ποιητή και έφερε στο φως γεγονότα και περιστατικά, που φώτισαν τη ζωή, το έργο αλλά και τον χαρακτήρα του Ποιητή και Μουσικού.

Στο μικρό καλλιτεχνικό πρόγραμμα, η σύζυγος του, Εύη Ζυμπουλάκη στο πιάνο και ο κος Δημήτρης Οικονόμου ο οποίος μαθήτευσε δίπλα του, έπαιξαν έργο του Vivaldi  ενώ ο Στέφανος Ζυμπουλάκης στο βιολί, μαζί με τον Κιθαρίστα Δημήτρη Ρεγγίνο, απέδωσαν αγνώστου πατρότητας έργο του 19ου αιώνα, αφιερωμένο στην αγάπη.

Συγκινητική η στιγμή κατά την οποία ο Ποιητής απαγγέλλει με τον δικό του μοναδικό τρόπο, τρία ποιήματα, επιμελώς διαλεγμένα και αφιερωμένα στην Χριστίνα Αποστόλου, και τις αγαπημένες του πόλεις Αμμόχωστο και Λάρνακα.

Η βραδιά έκλεισε με την απονομή τιμητικής πλακέτας στον Μουσικό και Ποιητή από τον Δήμαρχο της Πόλης.

Στέφανος Ζυμπουλάκης (βιογραφικό σημείωμα)

Ο Στέφανος Ζυμπουλάκης γεννήθηκε το 1941 στην Αμμόχωστο και απεβίωσε το 2019 (8 Αυγ 2019) Αποφοίτησε από την Ανώτερη Εμπορική Σχολή της Αμμοχώστου και στην συνέχεια σπουδάζει μουσική (θεωρητικά, Κιθάρα και βιολί) στο Ελληνικό Ωδείο Αθηνών. Ολοκληρώνει τις σπουδές του στην Αγγλία και πιο συγκεκριμένα στο σχέδιο στο  Bennet College  του  Selfield.
Η πρώτη του εμφάνιση εντοπίζεται την 18η Μαρτίου 1954, σε εκδήλωση της 2ης Συναυλίας του Καλλιτεχνικού Ομίλου Εργαζομένων Αμμοχώστου. 11 χρόνια αργότερα, την 9η Απριλίου 1965, συμμετέχει στο Κουαρτέτο Εγχόρδων Αμμοχώστου και ερμηνεύει του Επτά λόγους του Χριστού από το Σταυρό του Haydn.
Μαζί με τον Ανδρέα Χαραλάμπους ιδρύει την Ορχήστρα Εγχόρδων Αμμοχώστου όπου παίζει ως 1ο βιολί.
Δάσκαλος για περισσότερα από 12 χρόνια στο Λύκειο Ελληνίδων Αμμοχώστου, ενώ δραστηριοποιείται συμμετέχοντας στην Ορχήστρα εγχόρδων του ΡΙΚ και της Λυρικής Σκηνής Κύπρου. Εργάζεται στην Δημοτική Βιβλιοθήκη της Πόλης.

Το 1974, η Τουρκική Εισβολή, τον αναγκάζει ως πρόσφυγας πλέον να ζήσει και να εργαστεί στην πόλη της Λάρνακας.

Ιδρύει μαζί με τον Ανδρέα Ευρυβιάδη το Σύνδεσμο Φίλων Κλασσικής Μουσικής Λάρνακας - Αμμοχώστου και το Τρίο Κουαρτέτο Σαλίνες αποτελούμενο από:


  • τον ίδιο το Στέφανο Ζυμπουλάκη  1ο βιολί

  • Ανδρέα Ευρυβιάδη 2ο βιολί
  • Patrick Pinches 3o βιολί/ βιόλα

  • Εύη Ζυμπουλάκη πιάνο

Η συμμετοχή του στη καλλιτεχνική κίνηση της πόλης δίνει τεράστια ώθηση στα πολιτιστικά δρώμενα της Λάρνακας. Παράλληλα διδάσκει βιολί και κιθάρα και ορισμένοι από τους μαθητές του διαπρέπουν ως τις μέρες μας.

Το 2000 ιδρύει και διευθύνει με επιτυχία την Παιδική Ορχήστρα Εγχόρδων Λάρνακας - Αμμοχώστου η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε  Ορχήστρα Εγχόρδων Νέων Ίδρυμα Χριστίνας Αποστόλου. Η Ορχήστρα αυτή προσφέρει σημαντικό καλλιτεχνικό έργο.

Η Μουσική όμως δεν είναι η μοναδική αγάπη και πάθος του Στέφανου Ζυμπουλάκη. Γράφει ποίηση, συνεργάζεται με τα περιοδικά Κύκλος και Μόρφωσις και τα ποιήματά του, έχουν έντονο το στοιχείο της αγάπης του για την Αμμόχωστο και την ζωή. 


   Έργα του Στέφανου Ζυμπουλάκη:

  1. Αναζητήματα (Ποιήματα), 1965

  2. Λευκές Αϋπνίες, 1967

  3. Μεταβολισμοί, 1970

  4. Παύλος Μεράνος (Μελέτη), 1971

  5. Ποιήματα, 1975

  6. Ανθολόγιο Λογοτεχνικής Κριτικής (Κριτική), 1980,81,84,87

  7. Ιστόρημα (Ποιήματα), 1993

  8. Χειρ Κυρίου, 1994

  9. Ερωτικά της Εύης, 1996

  10. Λούλα Γιάγκου Ρώσσου, 1997

  11. Της Πίκρας Μου Βιολί,  2000


πηγές:

  • Σύντομη Παρουσίαση του Στέφανου Ζυμπουλάκη στη Γιορτή των Γραμμάτων που έγινε προς τιμήν του στις 28 Ιαν 2011 από το βοηθό Διευθυντή Κο Πέτρο Λοιζίδη

  • Βιογραφικό Σημείωμα του Στέφανου Ζυμπουλάκη από τον Κο Ευαγόρα Καραγιώργη

  • Ιστοσελίδα: http://www.kypriwnerga.com



Έγραψαν και είπανε  για τον Στέφανο Ζυμπουλάκη

Ανδρέας Χαραλάμπους Μουσουργός, Καθηγητής Ευρωπαικού Πανεπιστημίου Κύπρου:


 «…………….Ο Στέφανος Ζυμπουλάκης, έχει προσφέρει πολλά. Πάρα πολλά. Ένας ικανός δάσκαλος, παιδαγωγός που τον έζησα χρόνια. Υπήρξε για μένα ένα κύτταρο και μόριο επηρεασμού στα όνειρα και τις επιδιώξεις μου. …………..Η πολιτεία του χρωστά πολλά. Αποτελεί πυλώνα πάνω στον οποίο θα στηριχθεί η πολιτιστική άνοδος του τόπου. Ο Στέφανος είναι ένα λουλούδι που στολίζει την Κύπρο μας και την καρδιά του τόπου. ……….»


Μάριος Παύλου Δάσκαλος Μουσικής: « ……………..Η μεγάλη συνεισφορά του Στέφανου Ζυμπουλάκη δεν περιορίζεται στην τεχνική πλευρά του οργάνου της Κλασσικής Κιθάρας, αλλά επεκτείνεται στην μετάδοση, σε όλους τους μαθητές του της αγάπης και το πάθος του για την μουσική.»

Ζωή Παισάνου Μάρκου Καθηγήτρια Κιθάρας: «……..Έχει μια μεταδοτικότητα και μια απέραντη αγάπη και αφοσίωση γι αυτό που κάνει που δεν θα μπορούσε να μην σου την μεταφέρει…»

Φωτεινή Εφφέ Δασκάλα Μουσικής : «……………Η αγάπη του για την ποίηση και το μεγάλο του πάθος για την μουσική τον έκαναν να ξεχωρίζει και να μεγαλουργεί. Είναι ένας άνθρωπος προικισμένος με λεπτότητα και πλούσιο συναισθηματικό κόσμο. Αγαπά την πατρίδα του και πολλές φορές υμνεί μέσα από τα έργα του την αγαπημένη του πόλη, την Αμμόχωστο. Αυτό όμως που τον κάνει να ξεχωρίζει είναι η απλότητα και η ανθρωπιά του……..»

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2022

Αύγουστος / Α. Τέμβριου


Δέσαμε τη ψυχή μας
σε προκυμαία ανάμεσα
σε πλοία που δεν σάλπαραν
κι ο Αύγουστος σιγοκαίει τις
σκέψεις σαν δραπετεύουν
κάθε φορά π’ αγναντεύουμε
το βαθύ γαλάζιο.
Μα προφθάνει η ζωή σαν αφρισμένο
κύμα, απρόσμενα και λιτά,
με την δροσιά των θεών,
την αρχαία γνώση και το λίγο φως
π’ απόμεινε μέσα στους πόρους μας,
να μας ταξιδέψει.

Α. Τέμβριου , Ήλιος και Άνεμος

ΟΙ ΧΑΡΤΑΕΤΟΙ / Οικονομίδης Λεωνίδας


Έμειναν,

οι χαρταετοί της νιότης

κρεμασμένοι

στ’ άκαμπτα καλώδια

της κένωσης

εκεί να χάσκουν

κατά τον ήλιο

Κι έτσι,

θρυμματισμένοι

σ’ άχαρους χρόνους

εκλιπαρώντας

για λίγο φως

νοστάλγησαν

την χαμένη αθωότητα

Mνήμες / Πενταράς Νίκος

 Κάθε φορά που διαβάζω τα πεντάγραμμα της μνήμης
ανακαλύπτω κάτι ξεθωριασμένους φθόγγους
που έχουν τη δύναμη ακόμα να μ' ανεβάζουν
μια νότα καρδιάς πιο πάνω απ' το σύμπαν
σημάδι πως κάποτε διαβήκαν από μέσα μου
μελωδίες πολύ βαθιά οικείες κι αλληλέγγυες.
Mνήμες - (από την ποιητική συλλογή "ΣΕ ΦΟΝΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ", 2015)

Δακρυσμένο φεγγάρι / Άθως Χατζηματθαιου


Πως καταντήσαμε αδελφέ μου
Σ' αυτή την κοινωνια Θεέ μου
Αντί η αγάπη να ανθίζει
Στο μίσος πια η γη γυρίζει.
Μαύρο πυκνό γύρω σκοτάδι
Πνήγει το κάθε αγάπης χάδι
Και το φεγγάρι δακρυσμένο
Στενάζει παραπονεμένο.
Αντί φιλιά τώρα μαχαιριά
Γεράκια αντί για περιστέρια
Σκεπάζουν το γλυκό γαλάζιο
Κι εγώ αδιάφορα κοιτάζω.
Έγινε πια η ζωή κουρέλι
Πίκρο απ' τα χείλη στάζει μέλι
Και το χαμόγελο βουλιάζει
Εκει που το άδικο προστάζει.

Παραμονή / Βίκτωρος Αλεξία


Τα έντερα χτυπούσαν αστραπές στο στομάχι,
η καρδιά χτυπούσε στο μυαλό, ένα παιδί έκλεγε
έξω από την πόρτα και λυγούσε η απουσία του.
Ήμουν αμέτοχη στη νύχτα,
μνήμες μορφών που εγκατέλειψαν ή προχώρησαν,
όλα σαν πνιγηρά από την τετράγωνη συμπλήρωσή των έως το μέλλον,
ο λαιμός μου έσταζε ανεπιτήδευτα τον κρότο
και η μακρύτερη ζωή με κατέκλυζε,
όπως ακριβώς στην εφηβεία.
Μόνο που τώρα,
οι πόρτες ξέρουν να σιωπούν,
οι πύλες ξέρουν να κρυφακούνε,
μπορούν να ξενυχτάνε ερεθισμένα τα χέρια και τα πέλματα,
μπορούν πέταλα να ρίξουν με δύναμη στην ορχήστρα των τυφλών
επιστροφών,
μονάχα δεν ξέρουν,
μονάχα δεν ξέρω την παραμονή του θανάτου να χειρίζομαι.