Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020

Κουμέττος Κατσιολούδης : Δε θα μας πλήγωνε, που δεν έχουμε φτερά, αν δεν υπήρχε ο ουρανός........ να μας το υπενθυμίζει.......






[...]
- Πώς έμαθα να μετρώ;
Μετρούσα της μάνας μου.........
τα 1974 δάκρυα•
ξανά..... και ξανά..


**
Λοιπόν,
ας το ξεκαθαρίσουμε κι αυτό.
Δυο θρησκείες υπάρχουν στον κόσμο....
οι Καλοί άνθρωποι
κι οι Κακοί άνθρωποι...


**
Πλέον, ούτε τα ρόπαλα,
ούτε τα ξίφη....
ούτε κι οι δαυλοί βοηθούν, Μαρία•
η Λερναία Ύδρα
γεννοβολάει..........
-ακατάπαυστα- κεφάλια..


[Οι ηλίθιοι ] / Κουμέττος Κατσιολούδης

Οι ηλίθιοι
δεν αλλάζουν κατεύθυνση.
Θα σε ποδοπατήσουν.
Θα θελήσουν να περάσουν
με το ζόρι από πάνω σου.
Αγνοούν.......
πως είσαι...... νάρκη.

[Εδώ και λίγες μέρες] / Κουμέττος Κατσιολούδης

Εδώ και λίγες μέρες,
τo βράδυ... πριν να κοιμηθεί,
βγάζει τα μάτια του
και τα βάζει, δίπλα, στο κομοδίνο
―κουράστηκε, βλέπετε......
να βλέπει.........
απραγματοποίητα όνειρα!

[Το θέμα........] / Κουμέττος Κατσιολούδης

Το θέμα........
δεν είναι, μόνο, το βάθος μας,
αλλά κι η διαύγεια των νερών μας.
Διότι οι ομορφότερες ψυχές,
μπορεί μεν.......
να κατοικούν στα μεγαλύτερα βάθη,
αλλά τις βλέπεις
κι από την επιφάνεια.....

Τα δέντρα κι οι ποιητές/ Ειρήνη Ανδρέου


Τα δέντρα κι οι ποιητές πεθαίνουν όρθια.
Οσοι άνεμοι , μπόρες και καταιγίδες κι αν
τα δέρνουν....
Στον Πρωταρά κάτω από το ξωκλήσι
του προφήτη Ηλία ήταν δύο δέντρα δίπλα δίπλα.
Τόσο φουντωτά κι επιβλητικά
που εμπόδιζαν την θέα στα απέναντι εξοχικά.
Ξαφνικά ξεράθηκαν.
Ο κηπουρός είπε
πως τρύπησαν τον κορμό τους
και σταξανε μέσα φαρμάκι..
Εστω και χωρίς φύλλα
εξακολουθούσαν να στέκονται περήφανα.
Η θέα ελευθερώθηκε κάπως...
Φαινόταν ο επιβλητικός φωτισμένος βράχος
όπου ήταν κτισμένο το εκκλησάκι ...
Όχι πολύ γιατί την εμπόδιζαν
τα γυμνα κλαδιά..
Όμως κι έτσι φάνταζαν πολύ όμορφα ειδικά το βράδυ .
Σαν γυμνές λεηλατημένες ψυχές που με πείσμα στέκονταν
αγέρωχες έστω και φαρμακωμένες.
Τα θαύμαζα, κάποιους μου θύμιζαν...
Μια μέρα ήρθε ενα φορτηγό με δυο εργάτες
κι άρχισαν να πριονίζουν τις ψυχές, συγγνώμη τα δέντρα. Μέχρι που πέσαν καταγής. Κι έτσι γίναν κούτσουρα
για να ζεσταίνουν τους ανθρώπους που τα φαρμάκωσαν......

Συνοχηδόν / Τυρίμου Γ. Ελένη



Τώρα το σπίτι μας γυμνό
η απουσία βασιλεύει,
η σφραγίδα της σιωπής
είναι ταφόπετρα στην πόρτα μας.
Η μάνα μας δεν περιμένει το σπλάχνο της,
ο πατέρας δεν θα σε ορμηνέψει
έφυγαν για το μεγάλο ταξίδι...
Μα εσύ! ανθίζεις
έξω στην αυλή μας,
κάθε μέρα ανατέλλεις
με το άπιαστο φώς
τις νύχτες μιλάς
με τα άστρα
τους δείχνεις τις αιώνιες πια πληγές σου,
τα ματωμένα σου ρούχα,
τις σφαίρες που σταμάτησαν την ζέστη αναπνοή σου,
τα βελούδινα όνειρα σου,
γνέφεις στο ματωμένο φεγγάρι μην ξεπορτίσει στο άπειρο.
Σφιγμένη ή έφοιβη ψυχή σου
καλείς τα γοργά σύννεφα μην φύγουν
και φανεί η σκιά σου, έτσι όπως τότε σε εκείνες τις μαύρες μέρες του σκότους, της ανελέητης φωτιάς,
του λυσασμένου αδησόπιτου φονικού, μέσα από τους καπνούς,
να μετράς λεπτό προς λεπτό τον πληρωμένο θάνατο
την ώρα των λέξεων,
να τρέμεις στην αγωνία του φόβου του τέλους.
Τώρα στο σπίτι μας φωλιάζουν οι γλυκόπικρες αναμνήσεις εκεί ακάθεκτες.
Πότε το μακρόσυρτο μυρολόι
και πότε ο απόηχος του γέλιου της χαράς και της ζωής.
Η μυρωδιά απτό ιδρώτα του πατέρα,
το ζεστό γλυκό ψωμί της μάνας μας.
Η παγωνιά δεν πέρασε από καμιά χαραμάδα
ουτε την ψυχή
ούτε! στην καρδιά
Η σφραγίδα της σιωπής δεν νέκρωσε τα κύτταρα
την μνήμη, τους νοέρους παλμούς.
Ακούω τις φωνές μέσα από την παγωμένη ταφόπετρα του χρόνου
σε κάθε γωνιά του σπιτιού μας,
στο ξέραμένο μας κήπο
σε κάθε ακτίδα φωτός.
Το σπίτι μας τόσο φτωχό,
Μα τόσο πλούσιο!
Η ταφόπετρα ανθίζει
δεσπόζει τη ζωή πέρα από το θάνατο,
ένας διαχρονικός όρος μετρητής του άπειρου...

Μην υψώνεις το χέρι / ΔΕΣΠΩ ΠΗΛΑΒΑΚΗ

Μην υψώνεις το χέρι
απειλητικά ζωή
γιατί δεν σε φοβάμαι
Δεν τρομάζεις πια
τα χρόνια που μούταξε ο Θεός
Όσοι νικήθηκαν
έγιναν σύννεφα στον ουρανό
που βρέχει δάκρυα
σε όσους μείναν
Ανοικτούς λογαριασμούς
διατηρούσα ζωή
για το άδικο που έπνιξε
τα όμορφα χρόνια μου
Και βγαίνουν νικητές
της ψυχής μου οι ρίζες
της καρδιάς μου οι παλμοί
Του παιδιού μου τα παιδιά
αγκαλιάζουν σφικτά
το κουρασμένο κορμί μου
και διοχετεύεται η αγάπη τους
μέσα στο είναι μου
Κι αυτό είναι η νίκη μου


παρακαταθήκη καρδιάς / Ονουφρίου Περικλέους Αντριάνα


Γιε μου
Στερεύουν τα αισθήματα.
Καταρρέουν σαν πύργοι στην άμμο.
Οι καιροί αλλάζουν συνεχώς.
Άνθρωποι διέρχονται τις στράτες,
διαβάτες του μεσονυκτίου,
και χάνονται στο βάθος.
Αλλά εγώ ειμ έδω, ακοίμητος
φρουρός της καρδιάς σου.
Μην εκθέτεις τα όνειρά σε
γκαλερί αλήθειας. Τ αγοράζουν
με κάλπικο νόμισμα κι εσύ μένεις
μόνος να γλύφεις πληγές σαν
κακοποιημένο σκυλί.
Εγώ θα στέκω αθέατη στο πλάι σου.
Αλλά κι αν φύγω, ερήμην μου, έχω
καταθέσει την ψυχή μου στον
λογαριασμό της σκέψη σου. Να τραβάς
συμβουλές και ελπίδα, υλικά ονείρων,
και θάρρος. Μην γονατίσεις, κι αν συμβεί
σήκω αμέσως. Να θυμηθείς το βλέμμα μου
όταν λέω σ αγαπώ, το χάδι μου όταν
σφαδάζεις απ τον πόνο, την αγκαλιά μου
όταν βασίλευει ο ήλιος στην καρδιά σου.
Ξέρεις, στα λάθη σου θα δίνω πιότερη
αγάπη σαν χέρι για να σηκωθείς.
Και πότε πότε να πίνεις κι ένα ποτηράκι
μαζί μου. Έτσι για να κοινωνούμε αγάπη
και να τραγουδάμε την ζωή να μην στεγνώσει.

ΛΑΠΗΘΟΣ ΜΟΥ / Μαρίνα Τακκίδη


Λάπηθος μου δέν είχα την τιμή
ποτέ νασε γνωρίσω
όμως και όπως άκουσα είσε πανέμωρφη δέν πάεις πάρα πίσω
θάθελα να σε επησκευτώ
μά τώρα δέν έχω ποδια
αλλά είναι και πολύ αργά γιά τέτοια επισόδια Λάπηθος μου
Σου έυχομε σύντομα
όλα νά τά λήσου
καί τα παιδιά σου Λάπηθος μου κοντά σου να γυρίσουν
η ξενητειά μας τσάκκισε
σαράντα έξει χρόνια
θέλουμε τους τόπους μας καί τρώει μας η ένια
όλοι εμείς οι πρόσφηγες
ζούμε τόν είδιον πόνο
καί καρτερούμε την στιγμή του γυρισμού μας μόνο
Ζήσαμε πίκρες πάρα πολλές
Εμείς γιά τά χωριά μας
και εέυχομε να γυρίσουμε να πνάση καί η καρδιά μα

ο κάθενας τό σπίτι του
τό πάτρογωνικό του
εκεί όπου γεννήθηκε το ξέρει το΄ είναι τό δικόν του
Τόν τούρκο πιός τον κάλεσε
νάρτη να τα αρπάξη
καί τώρα μας χουμίζετε ρίζητα και γιατί λέει είναι δικά του?
η μάνα του του τ'αδωσε
ή που τον δικόν του κύρη
καί σήμερα χουμίζετε πως είναι καί νοικοκύρης
ούλλα τούτα που λαλή
όλα είναι δικά μας
ποτέ δέν ηταν τούρκικα από τα παππογεννηκά δικά μας
καί η πέτρες μας γνωρίζουνε
ακόμα και τες πατιές μας
άν τες ρωτήσουν θά τους το πούσει ειναι καθαρα δικές μας
καί είναι η πατιές μας

ΙΟΥΛΙΟΣ ΜΗΝΑΣ / Νικηφόρου- Θεοκλή Αντρούλλα



Ιούλιος μήνας,φεύγει ξαναγυρνάει,
πάντα με μαύρη ,ολόμαυρη φορεσιά φοράει.
Σαράνταέξι χρόνια,πηγαινοέρχεται,
κι είναι πολύ θλιμμένος,
σαράνταέξι χρόνια καί πάντα είναι κλαμένος.
Το βάρος πού φορτώθηκε,ασήκωτο φορτίο,
αγκάθινο τό στέφανο ,φοράει στό κρανίο.
Με ανεξίτηλη μαύρη μελανιά,είναι στιγματισμένος,
κι αυτός ,όπως ο Πενταδάκτυλος,ύπουλα προδομένος.
Ο χρόνος 1974 μάζεψε τα δώδεκα παιδιά του,
καί μοίρασε τού καθενός ,τα τραπουλόχαρτα του.
Στούς δέκα έπεσε χαρτί με χρώματα κι ελπίδες,
Ιούλιο και Αύγουστο χαρτί μαύρο,κατάμαυρο,
σημάδι πού προμήνυε ,φρίκη ,πόνο καί μαύρες καταιγίδες.
Μαύρο χαρτί ήταν τό μερτικό τους,
καί έτσι άρχισε καί τό μαρτύριο τους.
Στά μάτια τους τα δάκρυα,χρόνια πολλά αναβλύζουν,
τόν πόνο τόν αγιάτρευτο,καθημερινά ποτίζουν.
Τίς ξηραμένες τις πληγές,που ο χρόνος δεν τις κλείνει,
σάν έρχεται ο Ιούλιος ,άπ´τή αρχή τις ξύνει.
Μαύρες φιγούρες,πένθιμες με βήματα βαριά,
σέρνονται ώς τά μνήματα,να βρούν παρηγοριά.
Βουβό κι αμίλητο τό καλωσόρισμα του,
γιατί φέρνει στή μνήμη μας,τή σκοτεινή θωριά του.
Μαύρο βαρύ καί πένθιμο τό καλωσόρισμα του,
γιατί φέρνει στήν μνήμη μας,τή φρίκη τού θανάτου.
Πίσω από το συρματόπλεγμα,πισθάγκωνα δεμένος,
ανήμπορος να προσπαθεί,τα μάγια του να λύσει,
μα είναι δύσκολο πολύ,όσο κι αν προσπαθήσει.
Κόμπος αξεδιάλυτος,με δύσκολη πορεία,
κρατάει χρόνια αρκετά καί γράφει ιστορία.
Σαράνταέξι χρόνια πέρασαν,
κι όμως οι μνήμες άσβεστες,
βαθειά είναι χαραγμένες,
κι αυτές οι μέρες πιό πολύ,
είναι πολύ θλιμμένες.

ΣΚΕΨΗ / Μαρούλλα Πανάγου


Σκέψη μου αχαλίνωτη πιο πέρα απ' τα επίγεια
Αγέρας που φτεροπετά σ' άστρων τα κηροπήγια
Σε λουλουδιού το πέταλο και σε πουλιού φτερό
σε κυμματένια θάλασσα και δαντελένιο αφρό
Ύμνος εσύ του έρωτα π' απόκριση γυρεύει
και των πουλιών τ'αρμονικό ζευγάρωμα, ζηλεύει .
Δεν είσ' εσύ του γήινου πρόσκαιρου παραδείσου
Βαθιά αχανής είσαι ψυχή σε βάθος μιας αβύσσου
ποιος θα μπορεί το βάθος σου να βρεί να ξεδιαλύνει
Κι από το κρυπτογράφημα να βγει χλωμή η σελήνη.
Γλύπτης που με την σμίλη σου την προτομή λαξεύεις
της μοναξιάς συντρόφισσα, το τέλειο σαν γυρεύεις .
Σκέψη τρελά φτεροπετάς, σε οριζόντων βάθος
ασύνορη δεν κλείνεσε, συνεπαρμένο πάθος
Ατέρμονη δημιουργός και πάντα πρωτοπόρος
ήλιος! δεν φυλακίζεσαι και φυτεμένος σπόρος
Κι απ' την σπορά βγαίνει ανθός , η γύρη ξεχειλίζει
Σκέψη που μέλισσα τρυγά τ'άνθη σαν τριγυρίζει .

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΑΛΛΟ ΜΙΣΟ ΣΟΥ ΣΩΜΑ / Νικολάου Πολύβιος


Ἂς ἔλθει ἐπιτέλους
Εἰκόνα, μιᾶς στιγμῆς ἐκτύφλωση
Τὸ ἄλλο μισό, τὸ ζωντανό σου σῶμα
Καὶ καμιὰ ἂς μὴ μᾶς φέρει ἐλευθερία
῞Ο,τι πέρα ἀπὸ τὴν πληγὴ ποὺ μᾶς πλήγωσε
Ἐκεῖ νὰ μὴν τελειώνει ἡ λεκάνη σου
Ὅλο νὰ ξεδιπλώνεται κι ὅλο ν᾽ ἀνοίγει
Γοργόνα ὅλα γύρω νὰ μὲ τυλίγει

Πότε ἐπιτέλους θὰ φέρω τὰ πόδια μου;
Πότε θὰ σταματήσω
Νὰ μπαίνω καὶ νὰ βγαίνω σ᾽ ἕνα ὄνειρο
Ποὺ δὲν εἶναι δικό μου;

Ξέξασπρα μάτια, ξέξασπρα χείλη
Λευκὸ φῶς ἁπλωμένο στὰ στήθη
Πετρωμένοι καρποὶ παγωμένων χεριῶν
Τίποτε νὰ μὴ μπορῶ πιὰ νὰ μὴ βλέπω
Κι ὅλο νὰ σε γυρεύω
Κάτω ἀπὸ άναποδογυρισμένα μαλλιὰ
Οὔτ᾽ἕνα σημάδι προσώπου

ΜΟΝΑΞΙΑ ΣΕ ΔΙΠΛΟ ΚΡΕΒΒΑΤΙ / Πολύβιος Νικολάου


Νὰ μὴν ἀπομείνω μόνος
Νὰ μὴν ἀπομείνω ἔχοντας δίπλα μου
Αὐτὸ τὸ σαβανωμένο παρόραμα
Ποὺ τρυπώνει καὶ σὲ μάτια κλειστὰ
Τὴ γυρισμένη ἱδρωμένη πλάτη
Τὸ κουλούριασμα τῶν παγωμένων ποδιῶν
Τὰ σφιγμένα χέρια στὸ στῆθος
Τὸ ὁλόσωμο ἀναφιλητὸ

Τὸ φόβο τῆς ἄλλης μέρας

Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

ΤΖΙΥΠΡΟΣ ΜΟΥ ΦΚΙΟΡΟΝ ΜΟΥ / ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ


ΤΖΙΥΠΡΟΣ ΜΟΥ ΦΚΙΟΡΟΝ ΜΟΥ,
ΕΙΣΑΙ ΜΕΣ ΤΗΝ ΚΑΡΚΙΑΝ ΜΟΥ,
ΟΠΟΥ ΤΖΙ' ΑΝ ΠΑΩ ΤΖΙΑΙ ΓΥΡΝΩ ,
ΕΙΣΑΙ ΣΤΑ ΣΩΘΙΚΑ ΜΟΥ.

ΕΙΣΑΙ ΔΚΙΑΜΑΝΤΙ ΠΑΝ' ΣΤΗΝ ΓΗ,
ΕΙΣΑΙ ΧΡΥΣΟΣ ΤΖΙΑΙ ΛΑΔΙ,
ΤΖΙΑΙ ΟΥΛΛΟΙ ΑΖΟΥΛΕΥΚΟΥΝ ΣΟΥ,
ΤΖΙΑΙ ΤΑ ΚΑΛΑ ΠΑΙΝΕΥΚΟΥΝ ΣΟΥ,
ΤΖΙΑΙ ' ΧΟΥΝ ΣΕ ΓΙΑ ΚΑΜΑΡΙ

ΤΖΙΥΠΡΟΣ ΜΟΥ, ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΜΟΥ
ΦΚΙΟΡΟΝ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ
ΚΑΝΕΙ ΣΕ ΠΚΙΟΝ ΝΑ ΚΟΥΒΑΛΑΣ
ΣΤΑΥΡΟΝ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ

ΤΖΙΥΠΡΟΣ ΜΟΥ, ΧΡΥΣΑΦΕΝΗ ΜΟΥ,
ΜΕ ΤΑ ΚΑΛΑ ΠΑΙΔΚΙΑ ΣΟΥ
ΕΙΣΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΟΜΟΡΚΙΑ
ΤΗΣ ΑΔΡΩΠΙΑΣ ΠΑΡΗΟΡΚΑ
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΖΙΑΙ ΦΩΣ ΜΟΥ