Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2018

Λογγίνος Παναγή (βιογραφικά στοιχεία)

O Λογγίνος Παναγή γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1970. Σπούδασε δημοσιογραφία και σκηνοθεσία. Έχει σκηνοθετήσει τρεις ταινίες μικρού μήκους και θεατρικά έργα. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο

έργα του: Δώδεκα καλοκαίρια και άλλα ποιήματα

[Μα είμαι εγώ] / Λογγίνος Παναγή

Μα είμαι εγώ;
Μα θα σπάσουν τα σύννεφα
Θα εκρήγνυνται θάλασσες
Θα ανάψουν οι κήποι
Σα να φεύγει από πάνω μου
Το κόκκινο πουλί στεναγμός
Είναι η ψυχή μου που γεννάει τον κύκνο

[Κάθε φορά ] / Λογγίνος Παναγή

....Κάθε φορά που σε φιλώ ο κόσμος αυτός ξυπνά και
ανασυντίθεται μέσα από τα κόκαλά του
Και υψώνεται για να υμνήσει μαζί με τα αναφιλητά της νύχτας
Όλα υπάρχουν για μια αιτία σκέφτομαι
Όταν σε βλέπω να σπαράζεις μακριά και μέσα μου ......

Είμαστε ξένοι στον κόσμο οι πιο κοντινοί μας ήταν εκείνοι που
μάκρυναν το δρόμο
που έμελλε να βαδίσουμε.....

Το χάλκινο δάκρυ / Λογγίνος Παναγή


Πάνω στο τραπέζι είναι ένα χάλκινο δάκρυ
Ο τεχνίτης είναι κάτω από το τραπέζι
Βαθύς αργός ποταμός ανασαίνει
Κάτω από το γέροντα μεταλλουργό
Και πιο πέρα από τον ποταμό
Το μέγα κήτος περιμένει
Μα αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά
Στο χάλκινο δάκρυ
Επάνω σε κάτι σαν γυαλί
Διαθλάται ακόμη ο ουρανός
Και η πρώτη στεγνή θάλασσα
Φέρνει πίσω τα νερά της
Και σα να τραγουδάνε μακριά τα θηρία
Γι’ αυτό ο γέροντας χορεύει
Επάνω στο τραπέζι
Στο αυτί του οι ήχοι των μετάλλων
Έχουν αναστήσει όλους τους νεκρούς
Που χρόνια κείτονταν
Κάτω από το τραπέζι



από την συλλογή : δώδεκα καλοκαίρια και άλλα ποιήματα

Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

Μνήμες που επιστρέφουν: Ποιητική Συλλογή του Θεοκλή Κουγιάλη από τις εκδόσεις Αρμίδα το έτος 2014

Όσο η καρδιά χτυπά 
 κυκλοφορεί μες τα νερά της νύχτας 
που μας θυμίζει το αλακάτι του περιβολιού 
και τα αλώνια που ίσως είναι μαρμαρένια 
...». 

(σελ. 10)

***

Είναι ο δροσερός αέρας που χαιρετά 
το φως του δειλινού μέσα στη μεγαλοπρέπεια 
των κάστρων με τους πύργους 
 και τις ερειπωμένες πόρτες και παράθυρα. 
Και είναι αργά το βράδυ για να χαρείς
το αργό περπάτημα του απογεύματος 
πλάι σ’ έναν ξανθό ιππότη που καλπάζει 
μες τα βάθη των αιώνων 
και μες τα χρώματα μιας φεγγαρόλουστης βραδιάς με παραμύθια και όνειρα». 

(σελ. 12)

***

«Είναι ο χρόνος που έρχεται 
σαν δροσερός αέρας 
μ’ ένα ωραίο χαμόγελο και βλέμμα αθώο 
μια μέρα μεσημέρι κοντά 
σε παιδικά χαμόγελα 
κι ήρθε η ώρα για τη σιωπή της νύχτας 
τη μονότονη αναχώρηση 
με τους λυγμούς ενός γέροντα 
για όσα τραύματα μας άφησε ο χρόνος που μας φεύγει». 

(σελ. 18)

***

«Ευλογημένος να είναι ο δρόμος μας 
βαθιά μέσα στη νύχτα των αγγέλων  
με το στερέωμα γεμάτο αστέρια 
ευλογημένο και το πέταγμα των πουλιών 
που κελαηδούν 
και αγάλλονται τα σύμπαντα…». 

(σελ. 20)


Κουγιαλής Θεοκλής (βιογραφικα στοιχεία)

Γεννήθηκε στο χωριό Δευτερά της επαρχίας Λευκωσίας το 1936 και απεβίωσε το 2017. Αποφοίτησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο και το Διδασκαλικό Κολλέγιο. Συνέχισε τις σπουδές του στις ΗΠΑ από όπου πήρε τους τίτλους Bachelor of Arts και Master of Science στα παιδαγωγικά. Μετεκπαιδεύτηκε στο Institute of Education του πανεπιστημίου του Λονδίνου. Υπηρέτησε την εκπαίδευση της Κύπρου από διάφορες θέσεις.

 Εξέδωσε τις ακόλουθες ποιητικές συλλογές:

1
Μολυβιές στο περιθώριο.
1959
2
Τα Τελευταία μου.
1964
3
Αλλ’ ίσως όχι.
1968
4
Μυστικά Φορτία.
1971
5
Η Επιστροφή.
1976
6
Μυθολόγιον.
1981
7
Εικονίσματα.
1986
8
Η δική μου Δευτερά.
1989
9
Της Αερούσας.
1996
10
Εγκώμιον.
2000
11
Άνθρωπος στην Ομίχλη.
2004

(Οι ποιητικές του συλλογές «Μυστικά Φορτία» και «Μυθολόγιον» τιμήθηκαν με Κρατικό Βραβείο).


 Το 1994 κυκλοφόρησε συγκεντρωτικός τόμος με τις οχτώ πρώτες συλλογές του με το γενικό τίτλο «Τριάντα Χρόνια Ποίηση 1959 – 1989»
Το 1980 εξέδωσε με δυο συνεργάτες του την «Ανθολογία Κυπριακής Ποίησης για Σχολική Χρήση».

Κυκλοφόρησαν επίσης μέσω των εκδόσεων του Κυπριακού ΠΕΝ τα ακόλουθα βιβλία του στα Αγγλικά:


1
Contemporary Cypriot Poetry, An Anthology.
1981
2
27 Centuries of Cypriot Poetry, An Anthology and Brief Introduction.
1983

Το 1994 το ΠΕΝ Κύπρου εξέδωσε στη σειρά «Λογοτεχνικά Πορτρέτα» μια μονογραφία για το έργο του μαζί με ανθολόγηση της ποίησής του στ’ Αγγλικά.

Το 1999 το Ινστιτούτο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Γαλλίας Νανσί
(Institut dEdutes Neo-Helleniques) εξέδωσε σε δίγλωσση έκδοση (Ελληνικά – Γαλλικά) μιαν εκτεταμένη ανθολόγηση από τις οχτώ πρώτες ποιητικές του συλλογές με τίτλο «30 Ans de Poesie».


ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ: http://magazine.apopsi.com.cy/2008/07/294

και: http://www.newsbomb.gr/kypros/story/849991/thlipsi-pethane-o-poiitis-theoklis-koygialis

και: https://www.dikaiologitika.gr/eidhseis/kosmos/188870/pethane-o-kyprios-poiitis-theoklis-kougialis

Παύλος Κριναίος (Χαρίλαος Νεοφύτου Μιχαηλίδης) (βιογραφία)

Ο Παύλος Κριναίος (Χαρίλαος Νεοφύτου Μιχαηλίδης), γεννήθηκε στην Πάφο το στις 17 Ιουνίου 1902  και πέθανε στην Αθήνα το 1986. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής υπέστη διώξεις τόσο  από τις ιταλικές όσο και από τις γερμανικές αρχές. Εμφανίστηκε στα γράμ­ματα δημοσιεύοντας κείμενα και ποιήματα στην εφημερίδα «Πάφος» το 1921, και λίγο αργότερα στην εφημερίδα της Λεμεσού «Αλήθεια».
Στην Αθήνα φοίτησε για τρία χρόνια στη Φιλοσοφική Σχολή και στην συνέχεια αναγκάστηκε να εργάζεται σε διάφορες δουλειές και αργότερα στην αθλητική δημοσιογραφία, προκειμένου να εξασφαλίσει τα προς ζην.  Δημοσιεύει τα πρώτα ώριμα έργα του στη «Νέα Εστία» του Γρηγόρη Ξενόπουλου.
Εργάστηκε ως συντάκτης της εφημερίδας «Βραδυ­νή» για αρκετά χρόνια.
 
Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές:

«Φρυγικοί αυλοί» (1932),
«Μωσαϊκά και επιγράμματα» (1934)
«Τετράδια των αγγέλων» (1970)
«Το χρυσό δισκοπότηρο» (1972)
«Το μανουάλι με τα 63 κεριά» (1974) και άλλα.

Εξέδωσε, επίσης, δύο ποιητικές συλλογές για παιδιά, οι οποίες και βραβεύτηκαν.


περισσότερα: http://krinaios.eu/?page_id=35
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%85%CE%B6%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7:%CE%A0%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82

Χάι- Κάι (απόσπασμα) / Κριναίος Παύλος


«Ολιόγομο φεγγάρι»

Σαν ασημένιο ένα φλουρί
που στον λαιμό της το φορεί
και καμαρών’ η νύχτα.


«Μέρες»

Χάντρες στου Χρόνου τ’ ασκητή
το κομπολόι, που στη σιγή
της μοναξιάς του παίζει.


«Γαλαξίας»

Σαν καταρράχτης γιασεμιών
που σπάει στον άνθινο γιαλό
των Ηλυσίων, και των ψυχών.


«Παπαρούνες στα στάχυα»

Στο χρυσοπέλαο των σταχυών
σα σημαδούρες πορφυρές,
κι οι πεταλούδες βάρκες.

Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017

Τα νύχια του κόκορα: Ποιητική Συλλογή του Γιώργου Καλοζώη/ Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013

Η ΑΜΟΙΒΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ

Ήταν ο ουρανός και η γη μου
 αυτή με έμαθε να καλλιεργώ το κριθάρι
 να μαντρώνω τα ζώα και την οργή μου
 εξαιτίας της έμαθα να δουλεύω την πέτρα κι αργότερα τον πηλό
 έφτιαξα γαλακτοδοχεία πίθους αγγεία με πλαστικά σχήματα για τελετουργίες
 για να την προστατέψω από τα άγρια ζώα
 τους άγριους ανθρώπους τα άγρια πνεύματα έφτιαξα τείχη
 σκεφτόμουν πάντα το μέλλον
 εκείνη μου είπε να συγκεντρωθώ στο παρόν στο μεγάλωμα των παιδιών
 κι ότι για τα υπόλοιπα υπάρχουν οι δεήσεις και οι προσευχές οι καθημερινές
 επείγουσες ασχολίες μεταθέτουν τέτοιου είδους ερωτήματα και φοβίες
 ήταν ο ουρανός μου αλλά μου είπε ότι η γη είναι σημαντικότερη
 ο ουρανός δεν παράγει τίποτα κι ότι ακόμη και τα πουλιά
 κατεβαίνουν στη γη για να φαν και να πιουν
 τότε της είπα για τους αστερισμούς που βοηθούν
 τους άντρες κυνηγούς να επιστρέψουν στα σπίτια τους
 μου είπε πως ο άνθρωπος έχει λαιμό για να μπορεί να σκύβει
 μαλώσαμε γιατί της είπα ότι ο άνθρωπος έχει λαιμό
 για να σηκώνει ψηλά το κεφάλι για να ανυψώνεται
 μου είπε πως γι’ αυτή τη δουλειά υπάρχουν οι ιερείς
 της είπα πως έτσι κατασκευάζεται η εξουσία
 ανάμεσα σ’ αυτούς που ξέρουν και σε όσους δεν ξέρουν
 μου είπε να επωφεληθώ από το γυμνό της κορμί
 τα μαλλιά της έφταναν μέχρι τα γόνατα
 πλούσια μαλλιά και οδοντοστοιχίες άσπρες μου θύμιζαν
 όταν πρωτοείδα τ’ αστραφτερά κόκαλα του βουβαλιού
 με έμαθε να οργώνω να λατρεύω την καρποφόρα γη
 σιγά σιγά εγκατέλειψα τα πολυήμερα ταξίδια
 είχα ό,τι έπρεπε να έχω μέσα στις αποθήκες μου
 έμαθα να ψήνω το κρέας
 έμαθα να μην πηγαίνω με όποια γυναίκα θέλω
 έγινα πολιτισμένος κι εντούτοις
 όταν δε με έβλεπε κοίταγα τον ουρανό
 γιατί καταγόμαστε από τα άστρα κι από τη λάμψη της αστραπής
 κι από κάτι ανείπωτο που όσο κι αν προσπαθήσεις
 είναι αμίλητο και άγραφο
 και δε φτάνουν για να το ορίσεις ούτε τα νιάτα
ούτε τα γεράματα
ούτε μια ολόκληρη γεμάτη ζωή

Η κλίση του ρήματος: Ποιητική Συλλογή του Γιώργου Καλοζώη / Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2009

ΤΟ ΑΡΡΩΣΤΟ ΓΚΝΟΥ
Μνήμη Β.Ρ.
Ο θάνατος πέρασε το πρόσωπο
της μάνας της με αστάρι
η τρυφερή της κόρη δεν
είδε τίποτα
δεν ήθελε να βλέπει και
πίστευε πως θα μπορούσαν
χίλια άτομα αν προσεύχονταν
για τη μάνα της να την
κάνουν καλά
χίλια άτομα αν έβρισκε
κι είχε αρχίσει να ψάχνει
Δεύτερο χέρι κάτασπρης βαφής
πέρασε ο Ανέκφραστος τη μάνα της
και πάλι η κόρη δεν είδε τίποτα
μόνο που τώρα άρχισε
να μετρά αριθμούς από το
ένα μέχρι το εκατό
πολλές φορές την ημέρα
και να στοιχίζει τα παπούτσια
της το δεξί λίγο πιο
μπροστά από το αριστερό
όλα τα παπούτσια μέσα στο
σπίτι
κι ακόμη τα τρόφιμα
μες στα ντουλάπια της κουζίνας
τα βαζάκια με τις
μαρμελάδες και τα τουρσιά
τέλεια τοποθετημένα το
ένα πάνω στο άλλο
τίποτα να μην προεξέχει
τίποτα να μην περισσεύει απ’
τη ζωή
ρούχα βιβλία έπιπλα
ύψωνε στοίχιζε απολύμαινε
βερνίκι χλωρίνη και σαπούνι
οινόπνευμα μύριζε όλο το σπίτι
άδικος κόπος
καμιά τάξη καμιά του
κόσμου ετούτου καθαριότητα
καμιά της ζωής επιμέλεια
καμιά προσευχή δεν μπορεί
κανένα χάδι
να βοηθήσει το άρρωστο γκνου
που έρχεται από πολύ μακριά
ακολουθώντας τις οσμές των
προηγουμένων
αποκαμωμένο ισχνό
κολύμπησε το τελευταίο κολύμπι
σχεδόν παρασύρθηκε απ’ το μεγάλο
ποτάμι και τώρα μόλις που
στέκεται μέσα στην υδάτινη γούβα
καθώς η λασπωμένη όχθη γλιστρά
και δεν μπορεί να σκαρφαλώσει
δε θέλει πια να σκαρφαλώσει
βαριανασαίνει
με πρησμένη κοιλιά μέχρι
τα στήθη από ασκίτη
και ασιτία
μένει εκεί μετά από
τόσα χρόνια πάλης με
τα στοιχεία μετά από
τόσα χρόνια κούρασης με
γιατρούς και θαλάμους
με μια ζωή που ποτέ
δεν ήταν αυτή που ήθελε
με μια ζωή που όποια κι
αν ήταν θα ’θελε να ’ναι
μια άλλη να την αλλάξει
αλλά είναι αργά
πηχτές σκιές πλησιάζουν
ας πούμε οι ύαινες που ήταν
μέχρι πριν από λίγο αθέατες
σαν να ήταν πάντα εδώ
τριγύρω
σαν να μην έφυγαν ποτέ από δω
σαν να ήταν η φλόγα
της ενσωματωμένης ψυχής που
τις έδιωχνε
Πουθενά δεν μπορώ να δω πια
κάτι το ανθρώπινο
Η ΚΟΛΥΜΒΗΘΡΑ
Άνεμοι υστερόβουλοι ήρθαν
και σκόρπισαν ένα ντοσιέ
γεμάτο χαρτιά το ιστορικό της
το ιστορικό της που υπήρχε
ανέκαθεν
όρμησε εναντίον της ο ξιφήρης
καρκίνος
σ’ αυτήν που ήταν ένα μαξιλάρι
γεμάτο πούπουλα χήνας
Άνεμοι τώρα πετούν και
στριμώχνουν μέσα στις λάσπες
εκείνο που εκείνη ήταν
ένα μαξιλάρι για ν’ ακουμπήσουν
το μάγουλο οι τέλεια απελπισμένοι
εκείνη τους τοποθετούσε σε ύπτια
θέση κι ύστερα τους κτέριζε
με γαρδένιες και σέπαλα
τους γιατροπόρευε με λάδι
σημύδας κι ευκαλύπτου τους
καλαφάτιζε τις ρωγμές τους κι
ύστερα σε μια λεκάνη προσομοίωση
του απέραντου κόσμου
τους έβαζε να πλεύσουν κι
ήταν προσεχτική μαζί τους
τα χέρια της με τα μανίκια
σηκωμένα πιο πάνω απ’ τους
αγκώνες καιροφυλακτούσαν
ήταν η γάστρα τους που την
ανησυχούσε η ίσαλος
τα ρωγμώδη πηδάλια
κι ακόμη το ασταθές φορτίο
μερόνυχτα βασανιζόταν
κι ωραία χαιρόταν απ’ τις
ανταποκρίσεις εκείνων που
επανορθωμένοι δειλά δειλά
ακουμπούσαν στο νερό
και πάγαιναν
οι πιο τολμητίες ή οραματιστές
εις τα μακρύτερα μέρη
εκεί που υπάρχουν οι κυνοκέφαλοι
κι οι άνθρωποι με τις χαίτες
και τις ουρές
φεγγάρια ανέβηκαν και κατέβηκαν
και κάποιοι απ’ αυτούς
χάθηκαν άλλοι
μεταμορφώθηκαν πάρωρα εις την
άγρια χαίνουσα ύλη
εκείνη προσπάθησε την πιο απίστευτη
προσπάθεια
εκείνη έκαμε ό,τι ήταν δυνατόν
ό,τι δεν είναι δυνατόν
δεν ανήκει στον άνθρωπο
αλλά σ’ ένα άλλο ον για το
οποίο πολλά μπορούν να ειπωθούν
και τίποτε απολύτως

ΟΙ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΕΣ / Καλοζώης Γιώργος


Όσο διαπραγματεύονται οι
διαπραγματευτές
όσο ασθμαίνουν τα τρένα
όσο κορυφώνονται τα αεροπλάνα
και χλιμιντρίζουν τα άλογα που
σέρνουν τα τροχήλατα κάρα
θα ψάχνω να βρω τη
μεγεθυσμένη με τον φακό τον
παιδικό την απώλεια
χίλιες γλώσσες με χίλια
διαφορετικά αλφάβητα
χίλιες λογοτεχνίες αδύνατον
να την προσδιορίσουν
είναι μόνο τα λεπτά που
χάνονται σκεπτόμουν
κατεβαίνοντας το μεγάλο ποτάμι;
Κι η ροή πού καταλήγει;
Κι η πηγή αφού δεν υπάρχει
μια αλλά πολλές ποιος μπορεί
να δει τον κόσμο στο σύνολο
να ενώσει τα χιλιάδες κομμάτια;
Ίσως ο μοναχός στο
σκοτεινό καθολικό που υπερίπταται
ελαφρά του εδάφους
δοξάζοντας το δοξασμένο
κι εντούτοις κλείνει το στόμα
μπροστά στο υπέροχα άλεκτο
κι ο άλλος που είδε να
γιατρεύεται προσκυνώντας γιατί να
αρνηθεί το νόμο της αιτιότητας
πιθανολογώντας τη σύμπτωση
αυτά συμβαίνουν ενώ κυλά
ο κόσμος κι οι κόσμοι
κι αυτός που παράγει
είναι θεατής σ’ έναν αγώνα
όπου αθλείται το μάταιο

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ / Καλοζώης Γιώργος


Παλιά ήμουν
στα κανόνια υπεύθυνος
για τις βολές και τις μπάλες
βυθίστηκαν πολλά καράβια
στους καιρούς μου κατάρτια
έσπαγαν ωσάν κλαράκια
άνθρωποι έκρωζαν από τον
πόνο
πολέμησα για κάτι παραπάνω
από τον πόλεμο και την ιδέα
του πολέμου για κάτι πιο
αφηρημένο κι από τα
αφηρημένα ουσιαστικά
πολέμησα για τη χίμαιρα
την ουτοπία πάντα βλέποντας
μέσα από το μονοκυάλι τη
γη των Μακάρων να πλησιάζει
και πάντα να απομακρύνεται
Έφτασα πιο πέρα από τις
στήλες του Ηρακλή και
ποτέ δεν τα κατάφερα να
γίνω κάτι άλλο από αυτό
που ήμουν όπως δεν μπορεί
να περπατήσει ή να ντυθεί
το πιο επιδέξιο ψάρι
ανακάτεψα τους ωκεανούς
ανακάτεψα τα στομάχια των
συντρόφων μου ανεβαίνοντας
και κατεβαίνοντας τους
αφρούς των κυμάτων
τους αφρούς του στόματός μου
πολέμησα και με τα τέρατα
–κι αποδείχτηκα τερατώδης–
το καλαμάρι και το χταπόδι
και τη σουπιά το ένα τους
χιλιοστό το βλέπετε πάνω
στο τραπέζι σας καθώς τρώτε
και κάθε μάχη είχε για τέλος
της την αρχή μιας άλλης
και δεν κουράστηκα όπως
είθισται οι βροτοί
Παλιά ήμασταν λες
χυμένοι μέσα σε ειδικά
καλούπια καμωμένοι από
χαλκό και από ορείχαλκο
ξέραμε τα μέταλλα και τις
ιδιότητές τους
σκληροί σχεδόν όσο κι αυτά
Παλιά ήμουν στις μπάλες
και στα κανόνια
κραδαίναμε πάλες χαντζάρες
ματσέτες και αρκεβούζια
μαχαίρια ακόνισαν φωνητικές
χορδές
μαχαίρια χάραξαν ανεξίτηλα
τατουάζ
τόσο αντιστέκεται η σάρκα
στο μαχαίρι όσο και το
αφράτο ψωμί
όλα τα κάναμε όμως δε
φάγαμε τους εχθρούς μας
όχι γιατί ξέραμε την ασθένεια
μπέρι μπέρι
αλλά επειδή μέσα στο νου μας
και τη θολούρα του νομίζαμε
πως ανοίγαμε τον φεγγίτη
ενός άλλου καλύτερου κόσμου
Τώρα σχεδόν ξεμπέρδεψα
με καθετί το ανθρώπινο
εμπρός μου απλώνονται
τα λαγκάδια των γηρατειών
τα ήσυχα χωριά και οι φάρμες
και πάλι όμως ο πόλεμος
για τη χάραξη των ορίων
κι η βουλιμία για προσωπική
ιδιοκτησία πάντα παρούσα
κι οι ναοί
με τις ψαλμωδίες που ζητούν
κάτι πιο πνευματικό αλλά δεν
το διαθέτει ο άνθρωπος
Θα αυξηθούν στο μέλλον
οι ναοί και οι δοσοληψίες
κάποιοι θα θέλουν να δώσουν
και κάποιοι να πάρουν
διάλεξε από τώρα τους φίλους
σου
με ποιους θα συμπαραταχτείς
δε θα υπάρχουν στο μέλλον
φράχτες ανοιχτοί όπου ήσυχα
θα κοιμούνται και θα τρων
τα μεγάλα διλήμματα
διάλεξε από τώρα από ποια
πλευρά του κανονιού θα είσαι
και μάθε να μην αναβάλλεις
κι από τις δυο μεριές
ωσάν παλιά φωτογραφία
απεικονίζεται το ζεύγος
ο εξευτελισμός από τη μια
και δίπλα του η αναλγησία
Παλιά ήμουν στα κανόνια
τώρα κάνω άλλα πράγματα
σε λίγο θα βράσω τα χόρτα
και τις πατάτες θα τα
σερβίρω σε μεγάλες γαβάθες
με λάδι αλάτι θαλασσινό
και με ψιλοκομμένο
μαϊντανό
Το παρελθόν μου όπως το
έγραψα
δε θα το ζήσω ξανά

η κολυμβήθρα / Καλοζώης Γιώργος

Άνεμοι υστερόβουλοι ήρθαν
και σκόρπισαν ένα ντοσιέ
γεμάτο χαρτιά το ιστορικό της
το ιστορικό της που υπήρχε
ανέκαθεν
όρμησε εναντίον της ο ξιφήρης
καρκίνος
σ’ αυτήν που ήταν ένα μαξιλάρι
γεμάτο πούπουλα χήνας
Άνεμοι τώρα πετούν και
στριμώχνουν μέσα στις λάσπες
εκείνο που εκείνη ήταν
ένα μαξιλάρι για ν’ ακουμπήσουν
το μάγουλο οι τέλεια απελπισμένοι
εκείνη τους τοποθετούσε σε ύπτια
θέση κι ύστερα τους κτέριζε
με γαρδένιες και σέπαλα
τους γιατροπόρευε με λάδι
σημύδας κι ευκαλύπτου τους
καλαφάτιζε τις ρωγμές τους κι
ύστερα σε μια λεκάνη προσομοίωση
του απέραντου κόσμου
τους έβαζε να πλεύσουν κι
ήταν προσεχτική μαζί τους
τα χέρια της με τα μανίκια
σηκωμένα πιο πάνω απ’ τους
αγκώνες καιροφυλακτούσαν
ήταν η γάστρα τους που την
ανησυχούσε η ίσαλος
τα ρωγμώδη πηδάλια
κι ακόμη το ασταθές φορτίο
μερόνυχτα βασανιζόταν
κι ωραία χαιρόταν απ’ τις
ανταποκρίσεις εκείνων που
επανορθωμένοι δειλά δειλά
ακουμπούσαν στο νερό
και πάγαιναν
οι πιο τολμητίες ή οραματιστές
εις τα μακρύτερα μέρη
εκεί που υπάρχουν οι κυνοκέφαλοι
κι οι άνθρωποι με τις χαίτες
και τις ουρές
φεγγάρια ανέβηκαν και κατέβηκαν
και κάποιοι απ’ αυτούς
χάθηκαν άλλοι
μεταμορφώθηκαν πάρωρα εις την
άγρια χαίνουσα ύλη
εκείνη προσπάθησε την πιο απίστευτη
προσπάθεια
εκείνη έκαμε ό,τι ήταν δυνατόν
ό,τι δεν είναι δυνατόν
δεν ανήκει στον άνθρωπο
αλλά σ’ ένα άλλο ον για το
οποίο πολλά μπορούν να ειπωθούν
και τίποτε απολύτως

Το άρρωστο Γκνου / Καλοζώης Γιώργος

Μνήμη Β.Ρ.
 
Ο θάνατος πέρασε το πρόσωπο
της μάνας της με αστάρι
η τρυφερή της κόρη δεν
είδε τίποτα
δεν ήθελε να βλέπει και
πίστευε πως θα μπορούσαν
χίλια άτομα αν προσεύχονταν
για τη μάνα της να την
κάνουν καλά
χίλια άτομα αν έβρισκε
κι είχε αρχίσει να ψάχνει
Δεύτερο χέρι κάτασπρης βαφής
πέρασε ο Ανέκφραστος τη μάνα της
και πάλι η κόρη δεν είδε τίποτα
μόνο που τώρα άρχισε
να μετρά αριθμούς από το
ένα μέχρι το εκατό
πολλές φορές την ημέρα
και να στοιχίζει τα παπούτσια
της το δεξί λίγο πιο
μπροστά από το αριστερό
όλα τα παπούτσια μέσα στο
σπίτι
κι ακόμη τα τρόφιμα
μες στα ντουλάπια της κουζίνας
τα βαζάκια με τις
μαρμελάδες και τα τουρσιά
τέλεια τοποθετημένα το
ένα πάνω στο άλλο
τίποτα να μην προεξέχει
τίποτα να μην περισσεύει απ’
τη ζωή
ρούχα βιβλία έπιπλα
ύψωνε στοίχιζε απολύμαινε
βερνίκι χλωρίνη και σαπούνι
οινόπνευμα μύριζε όλο το σπίτι
άδικος κόπος
καμιά τάξη καμιά του
κόσμου ετούτου καθαριότητα
καμιά της ζωής επιμέλεια
καμιά προσευχή δεν μπορεί
κανένα χάδι
να βοηθήσει το άρρωστο γκνου
που έρχεται από πολύ μακριά
ακολουθώντας τις οσμές των
προηγουμένων
αποκαμωμένο ισχνό
κολύμπησε το τελευταίο κολύμπι
σχεδόν παρασύρθηκε απ’ το μεγάλο
ποτάμι και τώρα μόλις που
στέκεται μέσα στην υδάτινη γούβα
καθώς η λασπωμένη όχθη γλιστρά
και δεν μπορεί να σκαρφαλώσει
δε θέλει πια να σκαρφαλώσει
βαριανασαίνει
με πρησμένη κοιλιά μέχρι
τα στήθη από ασκίτη
και ασιτία
μένει εκεί μετά από
τόσα χρόνια πάλης με
τα στοιχεία μετά από
τόσα χρόνια κούρασης με
γιατρούς και θαλάμους
με μια ζωή που ποτέ
δεν ήταν αυτή που ήθελε
με μια ζωή που όποια κι
αν ήταν θα ’θελε να ’ναι
μια άλλη να την αλλάξει
αλλά είναι αργά
πηχτές σκιές πλησιάζουν
ας πούμε οι ύαινες που ήταν
μέχρι πριν από λίγο αθέατες
σαν να ήταν πάντα εδώ
τριγύρω
σαν να μην έφυγαν ποτέ από δω
σαν να ήταν η φλόγα
της ενσωματωμένης ψυχής που
τις έδιωχνε

Πουθενά δεν μπορώ να δω πια
κάτι το ανθρώπινο