Πέμπτη 2 Μαρτίου 2017

το δάκρυ / Παγιάση - Κατσούρη Ντίνα

Δεν θα αφήσω
να πέσει αυτό το δάκρυ.
Δεν πρέπει
να πέσει αυτό το δάκρυ.
Θα το κανακέψω
θα του τάξω λαγούς με πετραχήλια
θα του υποσχεθώ τα μύρια όσα
φτάνει να συγκρατηθεί
να αφήσει τους παραλογισμούς
και τις υστερίες.
Μα τέλος πάντων
ένα δάκρυ θα πρέπει να έχει
και λίγη αξιοπρέπεια.

Η άλλη όψη του ποδοσφαίρου / Παγιάση - Κατσούρη Ντίνα


Δεν το μετάνιωσε ποτέ
Ο Ερίκ Καντονά
που προπηλάκισε έτσι
τον αναιδή οπαδό
με τις ρατσιστικές προθέσεις.
Μα ούτε και ο Ζινεντίν Ζιντάν
για την κουτουλιά
που έδωσε στον Ματεράτσι
για τα αήθη υπονοούμενα.
Μέσα όμως
από αυτήν τη σκληράδα
ξεπήδησε κατά έναν περίεργο τρόπο
μια απίστευτη
και ανεπανάληπτη ευαισθησία
που δεν θα υποπτευόσουν
σε καμιά περίπτωση
πως κρυβόταν
πίσω από μια πάσα,
ένα χατ τρικ και ένα πέναλτι.

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2017

Αθηνά Τέμβριου (βιογραφικό)

Η Αθηνά Τέμβριου έκανε σπουδές στα Λογιστικά στο Λονδίνο και κατόπι σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία και Γλώσσα στο State University of New York at Stony Brook στις Η.Π.Α. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο University of Sussex στο Ηνωμένο Βασίλειο, με κύριο θέμα τη λογοτεχνία της αγγλικής και της ιταλικής αναγέννησης. Είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών Κύπρου, μέλος του ΠΕΝ, του Συνδέσμου Ηνωμένων Εθνών Κύπρου και του Συνδέσμου Χαρισματικών Παιδιών Κύπρου. Ποιήματα της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές, Της Πατρίδας και της Νιότης (1997), Μετάβαση (2009). και Ανάμεσα στους Ήχους. Έχει διακριθεί σε διαγωνισμούς ποίησης και ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά και στα Γερμανικά. Είναι καθηγήτρια Αγγλικής Λογοτεχνίας και Γλώσσας σε ιδιωτικό σχολείο Μέσης Εκπαίδευσης. Επίσης έχει αρθρογραφήσει ως δημοσιογράφος και ασχολείται με μετάφραση λογοτεχνίας. 


Βραδινή ‘λεπτομέρεια’ / Τέμβριου Αθηνά


Ανάμεσα στα μπαράκια,
τη μουσική, τον θόρυβο
και τα περίεργα μάτια,
ο Μορφέας στο στενό πεζοδρόμιο
καθιστά τους περαστικούς
παρείσακτους. Μια γριά
τυλιγμένη στις φθαρμένες
κουβέρτες μιας εποχής
παραμένει ατάραχη, γραφική.
Θα σκόνταψε κάπου ανάμεσα
στα σοκάκια του κόσμου και στης
νιότης το ξεχασμένο πέρασμα.
Τώρα, δίχως τον φόβο του “φαίνεσθε”,
του τέλους και της ανάγκης,
ενδίδει στα κλειστά βλέφαρα της σιωπής,
αγνοώντας το παλιό σπίτι
με τα ξύλινα, σφαλισμένα παράθυρα,
και τις γκρίζες σκιές π’ αδείλιαστα κυματίζουν
σαν φαντάσματα στο βυθό των ονείρων.
Γνωρίζει καλά, πως η πόλη δρασκελά
το κατώφλι της, κάθε βράδυ,
και πως κάποιες ρομαντικές ψυχές
νιώθουν πως απλά κλείδωσε
μες στο έρημο σπίτι την ξάγρυπνη μοναξιά της.

Ποθητές πατρίδες / Νίκος Βραχίμης


Θα ’ρτει μια μέρα
να μας γιατρέψει
τις αγιάτρευτες πληγές,
μια μέρα θα ’ρτει
κάποια καινούργι’ αγάπη
Με δάκρυα πολλά θα μας ξεπλύνει
και θα μας φέρει
της μετάνοιας τον εξαγνισμό.
Ποθητή πατρίδα!
Εκεί κατοικεί
από καταβολής κόσμου
ο Θεός μου,
και το ρημαγμένο καράβι
της ανταρσίας
άνοιξε τα καινούργια του
τότε πανιά
για τα ευλογημέν’ ακρογιάλια σου.

Ο ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Β΄Βραβείο στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό 
του ΕΠΟΚ (Ελληνικός Πολιτιστικός Όμιλος Κυπρίων)  


Ήταν δεκαοχτώ χρονών κι είχε μια έφεση στα γράμματα.
Κι όμως, δεν έγραψε ούτε ένα στίχο, κρατώντας το τουφέκι του.
Ήταν στίχος και κείνο, μονάχα πιο πικρός.
Τραγούδι μέσα στους άλλους ήχους του υμνημένου Ιούλη.
Χαμένο στο ρίγος του πολέμου, Χαμένος και αυτός.
Όχι περισσότερο από ένα κίτρινο φύλλο θλιμμένου Φθινοπώρου.
Ήταν δεκαοχτώ χρονών κι όπως φάνηκε αμνός στον Γολγοθά,
έτσι και χάθηκε. Σαν αμνός που φάνηκε στο Γολγοθά,
με τη καρδιά του πλημμύρα των ανθρώπων.
Άσπρος σαν σύννεφο πάνω στον αγέρα. Τον πήρανε, κάπου βαθειά στης Ανατολής,
Κει που το χώμα ρουφάει το χώμα. Το στραγγίζει.
Διαδόθηκε ότι ζούσε. Μονάχα αυτός γνώριζε, πως πέθανε.
Το αίμα του βάφει κόκκινα τα κυπαρίσσια στα ξένα χώματα.
 Μέσα στον τρόμο, καβάλα στη ανδρική ανατριχίλα.
Ο ήλιος του καρφώθηκε στο πρωινό. Ακίνητος για χρόνια.
Τα χρόνια με τι βαραίνουν; Με πόνο, με δάκρυ, μ΄ ελπίδα;
Σ΄ ένα πελώριο κλουβί. Εκεί χάθηκε. Δεν ήταν ποιητής ψέλλιζε.
Μουσκεμένος έσβηνε σιγά, σιγά, όπως η θράκα της Άνοιξης.
 Μασώντας τους στίχους του, ίσα στον Πενταδάκτυλο, ίσα στον Όλυμπο.
Τόσο ψηλός που ήταν. Και την ανάσα του που ΄γινε καπνός και μύριζε λιβάνι .
Ποιος θα τη μοσχομύριζε; Η αδελφή, η μάνα, η πικρή αγαπημένη.
Απογοήτευση στα έγκατα. Οι ρίζες αναταράσσονται.
Ήτανε δεκαοχτώ χρονών. Ήτανε ποιητής.
«Δεν είμαι ποιητής. Δεν είμαι ποιητής» Επαναλάμβανε ως το μαστίγιο καψάλιζε το δέρμα
Εγώ όμως ήξερα : «Ποιήματα δεν έγραψε πλην αυτά της αγάπης και της Ειρήνης»
Είναι αγνοούμενος Ποιητής. Αρνείται, γιατί φοβάται.
Θέλω τη μάνα μου. Να βλέπω ένα λυχνάρι στα μάτια της.
Θέλω ένα μνήμα. Τη σιγουριά του θανάτου. Να έχω μια σκέπη χώμα.
Να ξέρει η μάνα μου, να γνωρίζουν τ΄ αδέλφια μου οι ποιητές.
Το δάκρυ τους στη γη μας τι ποτίζει; Οράματα και στίχους.

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

Είσαι τρανταφυλλιά / Συμεού Λ. Ζαχαρίας

Είσαι τρανταφυλλιά του Μά’ με τα τραντάφυλλά σου 
τζιαι μου ’χεις κάψει την καρτιάν που μπλέχτηκα μιτά σου

Τα νιάτα δεν τα χόρτασα / Ζαχαρίας Λ. Συμεού

Τα νιάτα δεν τα χόρτασα, τα γεραδκιά με φτάσαν 
τζι έχω τζιεγκιές πά’ στο κορμίν, καταπαντού με σκάσαν. 
Σαν τα λουλούδκια μοιάζουμεν όπως την ανεμώνα 
π’ ανθίζει μες στην άνοιξη, μα δεν φτάννει σιειμώναν. 

Ετσά προχτές γεννήθηκα, σήμερα είμαι γέρος. 
Σαν το σιτάριν μέστωσα όταν κοντέψει θέρος. 
Έτσι είναι ο άδρωπος, έν’ ’λλίη η ζωή του. 
Προτού τα νιάτα του χαρεί ξεβαίννει η ψυσιή του. 


Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

Μόρφου 1997 / Γιάννης Ποδιναράς



Δρόμοι στενοί
και πόρτες ανοιχτές.
Περνούσαμε γιασεμί τ' απόγευμα
–χαϊμαλιά της πρώτης αγάπης–
Αλυσίδες απλώναμε
τις ευωδιές των παθών
στις διαδρομές των υγρών ονείρων
και χτίζαμε τα θεμέλιά μας
στα ριζωμένα στη γη
λευκά αγγίγματα
της πρώτης και ανεξίτηλης γεύσης.

Από τη Ποιητική Συλλογή: Φαράγγια των Αγγέλων (2008)

Ποδιναράς Γιάννης (μικρό βιογραφικό σημείωμα)

Γεννήθηκε το 1951 στη Μόρφου της Κύπρου, όπου και έζησε μέχρι την τουρκική εισβολή. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στην Αθήνα και αγγλική φιλολογία στη Θεσσαλονίκη. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στα παιδαγωγικά στη Μεγάλη Βρετανία. Δίδαξε σε σχολεία μέσης εκπαίδευσης στην Κύπρο.

Ποιητικές συλλογές:

«Ένα Πράσινο Θολό», Λευκωσία, 1996
«Φαράγγια των Αγγέλων», Λευκωσία, 2008


Σχετικά με τον Ποιητή μπορείτε να διαβάσετε και στις σελίδες: http://www.palmografos.com/permalink/10223.html

και http://www.ellinikipoiisi.com/poetry/%CE%BF-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%82-%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B5%CE%B9-%CE%BF-%CE%B1/

Αναχώρηση / Ποδιναράς Γιάννης

Διάλεξες τη γαλήνη του κάστρου
στα κελιά της ερημίας και του κενού.
Δίχως απόγνωση.
Χωρίς δεκανίκια τις καρδιές των άλλων.
Οι ασάλευτες πέτρες
φρουροί της καρδιάς
που δεν κουβαλεί την πίκρα της ματαιότητας.
Στίγμα ζωής η μνήμη των ανθρώπων
που έμειναν στα κράσπεδα της αγάπης
να μαρτυρούν τη λιτανεία της θυσίας.

Οι νύχτες της σιγής
έκρυψαν βαθιά στα σπλάχνα σου
το εξαγνισμένο αίμα
που κοινωνεί μυστικά
το ρίγος και τη δόξα της αθωότητας.

Ταξίδια... / Ποδιναράς Γιάννης



Περάσαμε τη ζωή μας ταξιδεύοντας
στους λερούς δρόμους του Μπρούκλιν.
Παίξαμε, εκ του ασφαλούς,
διασχίζοντας το Σέντραλ Παρκ,
ανατριχιάζοντας σε κάθε κίνηση σκιών των απεγνωσμένων.

Χαζέψαμε την αγωνία
των βετεράνων του Βιετνάμ
που έκοβαν στα δυο,
με ειδικά μαχαίρια,
την ψυχή τους.

Κρατήσαμε συντροφιά
στους μοναχικούς καβαλάρηδες
και ψάλλαμε δυνατά
στις εκκλησίες των νέγρων.
...

Όταν άναβαν τα φώτα,
αναγνωρίζαμε τους ίδιους ίσκιους
στα πρόσωπα των ανθρώπων
που κάθε βράδυ παίρναν το ίδιο τραίνο,
την ίδια ώρα, κι από τον ίδιο πάντα σταθμό.
Το τραίνο που δεν ακολουθούσε
ποτέ το ίδιο δρομολόγιο
και δεν γνώριζες
τους ενδιάμεσους σταθμούς,
ούτε το τέρμα.

Κι όταν ξανάσβηναν τα φώτα,
πάλι ταξίδια.
Ταξίδια που δεν έγιναν,
κι όμως υπήρξαν.

Συνάντηση / Ποδιναράς Γιάννης

Στα πράσινα λιβάδια
το πρώτο τίναγμα της φτερούγας
μίλησε με το άστρο
που αγρυπνούσε και περίμενε
τη σοδειά της ριζωμένης στο χώμα καρδιάς.

Μαντατοφόρος η μοίρα των πουλιών
ζωγράφισε τ' ονειρεμένο ταξίδι
απ' τους ρόζους της γης
ως τις παρυφές του φεγγαριού.

Και το μήνυμα πήγε διάτρητο
απ' τις πληγές των ανθρώπων
ν' απαλύνει το λευκό των άστρων
και ν' αφήσει το βάρος της λάσπης
μετέωρο στους γαλαξίες.

Παλιός επισκέπτης / Ποδιναράς Γιάννης

Πήρα το δρόμο μετά από καιρό
περπατώντας στην ίδια άκρη.
Θωπεύοντας αγάλματα
που βάραιναν την ψυχή μου όλα τα χρόνια.
Ξεδιπλώνοντας την πελώρια αιχμή των πρώτων σκιών.
Κοιτάζοντας ξανά τους ίδιους δρόμους
Ακούγοντας τους ίδιους ήχους
που μαρμάρωναν παιδί την καρδιά μου.
Ίδιες εικόνες.
Ίδιοι δρόμοι μ' αλλαγμένα τα προσωπεία.
Ρόλοι άγνωστοι χωρίς το δικό μου ταξίδι.
Απλώνω το χέρι να ψηλαφίσω τα σημάδια στα πρόσωπα.
Παλιός επισκέπτης αμετανόητος
ν' αναιρώ τη φυγή.

Κάθαρση / Ποδιναράς Γιάννης


Χαμένα μυρμήγκια
κυνηγούν τη λήξη των συμβολαίων.
Γερνούν τα σώματα.
Σταφιδιάζουν οι πνοές των ιερών ανέμων.
Κτίζουν οπές στη γη
και θερμοκήπια στους ουρανούς.
Τρέχουν τρελοί
να προλάβουν τη λήξη των ονείρων
στην άνυδρη χώρα.

Μα ο μικρός βροχοποιός
αψήφησε τους φύλακες.
Έβγαλε τη μάσκα
κι είδαμε γυμνό κι ελεύθερο
το πρόσωπό μας
να φέγγει αρυτίδωτο
στα σκοτάδια.