Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΑΙΜΟΡΡΑΓΟΥΝ

Μέρες πολύχρωμες εναπιτίθενται εδώ
καθώς στη γύμνια τους βουρκώνουνε οι πέτρες.
Στο δάκρυ του Ρωμιού
κι΄ οι πεθυμιές ωχρές.
Ροδιές, ελιές και πλάτανοι
η γη πούτανε η γης μας.
Τώρα το τέλος στάζει αναλαμπή
τα  φύλλα αιμορραγούν
(θυμάμαι του θέρους εκείνη τη ζωή)
καθώς μες τα κυκλώπεια τείχη η ταφή μας.






πίνακας ζωγραφικής: 
κάτι πληγωμένες καρδιές
Γιώργος Μικάλεφ 2010

ΣΤΕΡΕΨΑΝΕ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ

Στερέψανε τα δάκρυα στερέψανε κι οι λέξεις
'Ηλιε εσύ της λευτεριάς πότε θα ξαναφέξεις

Να πέσουν τα οδοφράγματα όπου τους δρόμους κλείνουν
στα σπίτια μας π' αφήσαμε να πάμε δεν αφήνουν

Ο καημός μες στην καρδιά μαρμάρωσε στα χρόνια
μαζί με τίς ελπίδες μας που καρτερούν αιώνια

σαράντα χρόνια πέρασαν, σαράντα χρόνια στάζει
το αίμα μας απ την πληγή, στο στήθος το μαράζι

Στερέψανε τα δάκρυα και πια στεγνά τα μάτια
ειν ραγισμένες οι καρδιές και κείνες δυο κομμάτια

Όπως εσέ πατρίδα μου, που μοίρασαν στην μέση
κι άδικα σε καταπατεί το Τούρκικο το φέσι.

Οι δυνατοι δεν απαντούν στο 'αδικο σωπαίνουν
κι οι σκορπισμένοι πρόσφυγες ακόμα πριμένουν

Αναστενάζω σαν θωρώ τον πενταδάκτυλό μας
με το καρφί μες στην καρδιά στον τόπο τον δικό μας .

Στερέψανε τα δάκρυα κι ακόμα καρτερούμε
ελευθερη πατρίδα μου για να σε ξαναδούμε

Αμήν και πότες Κύπρος μας οι κάμποι να γιορτάσουν
οι κουρασμένες μας καρδιές τότε να ξαποστάσουν

… και μετά… ΣΙΓΗΣΕ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ / Στυλιανού Παυλίνα


 

Απόψε σίγησε ο ουρανός,

όλα τα αστέρια κοιμήθηκαν

με σιντεφένια  κουβερτούλα

σίγησαν κι αυτοί

ενωμένοι, αγκαλιασμένοι

όπως οι ψυχές τους το ποθούσαν

 

Τι κι αν τα χρόνια πέρασαν

Τι κι αν οι μέρες με τις ώρες κύλησαν

Αυτοί προχώρησαν…

Αναζήτησαν… ανταμώθηκαν και πάλι

 

Η ώρα που οι καρδιές ξανά αγκαλιάστηκαν

έφθασε ενώθηκαν… ένιωσαν…

 

Απόψε σίγησε ο ουρανός,

Τα χέρια ενώθηκαν ανέβηκαν ψηλά

όλα τ’ αστέρια αποκοιμήθηκαν χαμογελώντας στην νύχτα


και ο ένας αγκάλιασε τον άλλο τρυφερά

Μικροί Αγγελοι / Στυλιανού Παυλίνα



Μικροί Άγγελοι ανασαίνουνε παρέα
Ζωές παράλληλες, συνάμα διαφορετικές
Ή πάλι ίδιες γεμάτες έρωτα στη σελήνη

Ένα αγόρι με μια κιθάρα μελωδίας
μια ιστορία με ήχους μυρωδιές….
Μέσα σε μια παλάμη κλεισμένη η ευτυχία
μέσα σ’ ένα χάδι που κανακεύει και περνούν οι εποχές

Κάπου μακριά μοσχοβολάει η αγάπη
λούζεται απ’ τον ήλιο, στα καθάρια τα νερά
έτσι αγαπάει κι ονομάζεται η ΑΓΑΠΗ
ζωντανεύει μέσα από του ονείρου τα φτερά

Ένα κορίτσι που χορεύει ως τ’ αστέρια
τρυφερά.. ευάλωτα… τρωτά
Κι αν ποτέ της τρέξει ξυπόλητη μια Λένη
μέχρι την παραλία κολυμπώντας στα κρυστάλλινα νερά
κι αν το χρυσό κουρέλι πέσει απ’ τα σκουρόχρωμα μαλλιά της
Οι μικροί άγγελοι θα το μαζέψουνε
μ’ αγάπη προτού χαθεί
και χαθεί μ’ αυτούς ο έρωτας και η χαρά


Μ’ ένα φτερό / Στυλιανού Παυλίνα


Έφτιαξα τον κόσμο μου θαρρώ
βάζοντας χρώματα από της φύσης τον χορό
και μ’ ένα νέο χάρτινο φτερό
θα ανέβω ψηλά στον ουρανό

Φοράω φόρεμα χρωματιστό
κλεμμένο απ’ του ουράνιου τόξου το φτερό
και θα πετάξω στου’ ρανού  την αγκαλιά
χορεύοντας γύρω απ’ τα αστέρια, μαγικά

Πάνω που πλέον είχα κουραστεί
να κοιτάω τον άδειο ουρανό μες στη σιωπή
γέμισε ξαφνικά με μουσική
και με αστέρια να χορεύουν σε βροχή

Θα κλέψω το χρώμα του’ ρανού
και την λάμψη του μικρού του αστεριού
θα βάλω λίγο χρώμα σύννεφου
και θα ανέβω σε σένα….. κοντά σε σένα…

 Θα φτιάξω ένα χάρτινο φτερό
και το φεγγάρι θα του ζωγραφίσω σε αυτό
να πάρει λάμψη απ’ αυτό
και να ξεκινήσει το ταξίδι του ψηλά στον ουρανό
και θα ανέβω σε σένα…. κοντά σε σένα…

Κι όπως θα βλέπω τ’ αστέρια εκεί ψηλά
κι η γη θα έχει μια παράξενη φωτιά
θα χορέψω με το φως του ουρανού
και θα’ μαι δίπλα σε σένα…. κοντά σε σένα…


ΜΗ / Στυλιανού Παυλίνα




Μη με ψάξεις...
δεν θα με βρεις
γιατί απλά δεν με βλέπεις
είμαι αγέρας, ένα φευγαλέο φύσημα
στο πίσω μέρος του μυαλού σου
και αφού το ζήτησες χάθηκα
και όταν με  ζητήσεις πάλι  χαμένη θα’ μαι

Ήμουν εκεί και εσύ μου έκλεισες τις κουρτίνες
φοβήθηκες λέει να δεις κατάμουτρα την αλήθεια
λες και εγώ θα την έλεγα ποτέ,
λες και θα πρόδιδα το μυστικό σου
κι ας μην το κατάλαβες ποτέ πως ήμουν απλώς αγέρας προστασίας
Μην μου κλάψεις, άσε έμενα να κλάψω και για  τους δυο μας
γιατί σαν αγέρας και κάποτε η συνείδηση σου,
φύλλα της ψυχής σου
σε ένιωσα, σε κατάλαβα
Μα θέλησες να  ζεις στην αμαρτία σου
πετώντας την δική μου αέρινη προστασία

Και εγώ ...  μένω αγέρας
να μπαίνω στο κορμί σου
Μη με βλάψεις, δεν σε έβλαψα ποτέ
το αντίθετο κι ας μην το έχεις καταλάβει ποτέ

Και εγώ … είμαι αγέρας
όσο κι αν θες δεν θα μπορέσεις να με διώχνεις
γιατί θα πηγαινοέρχομαι
Ξέρω πως θα τα καταφέρεις όπως νομίζω πως τα  κατάφερα  και εγώ


Δες… σε έκλεισα για πάντα μες στα λόγια μου

ΚΕΡΥΝΕΙΑ



Νύφη σε κράζουν του βοριά
Νύφης η ομορφιά σου
Τα κάστρα σου και τα βουνά
είν η ταυτότητά σου

Κερύνεια η ημισέληνος
όσο κι αν σε βιάσει
Πάλι θα 'ρθεί πανσέληνος
κι η λευτεριά θα φτάσει

Τις πέτρες να σηκώσουνε
κουρσάροι δεν μπορούνε
ούτε και να σ' αλλάξουνε
όσο κι αν προσπαθούνε

Είναι οι ρίζες σου βαθιές
από τ ' αρχαία χρόνια
Πάντοτε θαν Ελληνικές
αθάνατες αιώνια .

Κι αν τώρα σε καταπατεί
Τ' αγαρηνού ποδάρι
Έχεις καρδιά Ελληνική
ποτέ δεν θα την πάρει

Όσο αυτός κι αν προσπαθεί
κοντά σου να ριζώσει
θα ρθει και πάλι η στιγμή
πίσω για να σε δώσει.

Κείνη την μέρα καρτερεί
κι η προσφυγιά μαζί σου
που η καμπάνα θα ηχεί
μαζί με την φωνή σου

να κελαϊδούνε τα πουλιά
την λευτεριά σου πάλι
να σε σκεπάσει η ζεστασιά

της μάνας σου η αγκάλη

Σάββατο 19 Ιουλίου 2014

Ο ΤΙΤΛΟΣ / Σταυρίδης Στέφανος

Με κεφαλαία γράµµατα
ηγείται των λέξεων και τις καθοδηγεί.

Όµως οι λέξεις πιάνονται χέρι χέρι
και οι στίχοι
τραβούν στα τυφλά

τον δικό τους δρόµο της λιποταξίας.

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

[Δε γίνουνται σήμερα αυτά τα πράγματα, Γρηγόρη]* / Μόντης Κώστας


Δε γίνουνται σήμερα αυτά τα πράγματα, Γρηγόρη.
Αυτά τα παράτησε ο κόσμος
χιλιάδες χρόνια τώρα
και τ᾽ αφυδάτωσε και τα ταρίχεψε
και τα ᾽κανε παραμύθια
για τ᾽ αναγνωστικά των παιδιών,
γιατί αρέσουν στα παιδιά οι Θερμοπύλες
με τους χτενισμένους Σπαρτιάτες
και τα “υπό σκιάν” και τα “μολών λαβέ”.
Δεν τα ᾽βαναν για να τα επαναλαμβάνουμε.
Έπειτα πώς έρχεσαι
ύστερα από δυόμιση χιλιάδες χρόνια να διεκδικήσεις;
Σκέφτηκες τον αριθμό;
Δυόμιση χιλιάδες χρόνια δεν υπήρχε αντίρρηση,
δυόμιση χιλιάδες χρόνια
είχαν κάνει κατοχή το παραμύθι οι άνθρωποι.
Δεν μπορείς εσύ τώρα να λες όχι.



*Γρηγόρης Αυξεντίου

Η Ανεράδα / Μιχαηλίδης Βασίλης

Στην χώραν π' αναγιώθηκα
τζιαί 'κόμα αναγιώννουμουν
τζι' άρτζιεψα νάκκον να λαχτώ
τότες εξηφοήθηκα
τα ζώθκια τζ' εν εχώννουμουν
τζ' εξέβηκα να δκιανεφτώ.

Σε μιάν ποταμοδκιάβασην
μιάν λυερήν εσσιάστηκα
νείεν καεί η σταλαμή!
Ούλα τ' αρνίν εις τον τσοκκόν
ο άχαρος επιάστηκα
αντάν πιαστεί μες στην νομήν.

Αντάν με είδεν έφεξεν
τζι ο νους μου εφεντζιάστηκεν
τζ' εφάνην κόσμος φωτερός.
Αντάν μου χαμογέλασεν
παράδεισος επλάστηκεν
ομπρός μου τζ' έμεινα ξερός.

Ευτύς το πας μου έχασα
τον κόσμον ελησμόνησα
τζ' έμεινα χάσκοντα βριχτός.
Είπεν μου: "έλα κλούθα μου"
Τζιαί που καρκιάς επόνησα
τζ' εκλούθησά της ο χαντός.

Λαόνια, κάμπους τζιαί βουνά
αντάμα εδκιαβήκαμεν
γεμάτ' αθθούς τζ' αγκαθερρά
η στράτα δεν ετέλειωννεν
τζιαί δεν εποσταθήκαμεν
ήτουν για λλόου μας χαρά.

Ετρεμεν μεν τζιαί χάσει με
τζ' έτρεμα μεν τζιαί χάσω την
τζιαί μεν της πω τζιαί μεν μου πει
εδίψουν την εκαύκουμουν
τζ' έτρεμα μεν τζιαί πκιάσω την
τζιαί γίνουμεν τζ΄οι δκυό 'στραπή.

Υστερα σγοιάν παράδεισον
εναν βουνόν εφτάσαμεν
ισια με τα 'ψη τ' ουρανού.
Τζει πάνω τζει εκλάψαμεν
αντάμα τζ' εγελάσαμεν
μέσα στους μούσκους του βουνού.

Λαλεί μ' αν είσαι πέρκαλλος
τώρα πιόν μείνε δίχως μου
αν σου αρέσκ' έτσι ζωή
τζιαί ξαπολά 'ναν χάχχανον
ίσια 'νωσα το στήθος μου
πως αλλονάκκον να ραεί.

Είπεν τζ' εγίνην άφαντη
εφτύς π' ομπρός μο' χάθηκεν
σγοιάν άνεμος περαστικός.
Εράην η καρτούλλα μου
ευτύς ο νους μο' στάθηκεν
τζ' είμαι που τότες ξηστηκός.

Οι πλήξες που με τρώασιν
ακόμα 'ν' αφανέρωτες
τζ' εις τα πουλιά που τζηλαδούν
εσιει που τότες όπου δω
τες ανεράδες τρέμω τες


τζιαί πογυρίζω μεν με δουν.

Μιχαλάκης Φραγκίσκου (βιογραφικά στοιχεία)

Ο κ Μιχαλάκης Φραγκίσκου  κατάγεται από την Κοινότητα Κορμαρίτη. Παντρεμένος με την κα Λετίτσια Σάρρου . Η ποίησή του είναι γνωστή  στην ευρύτερη περιοχή. 
Το 2005 εκδίδει το έργο: Σαν το τζιερίν τ' αφτούμενον...

Τα Μαρωνίτικα χωρκά / Φραγκίσκου Μιχαλάκης





 Οσα τζιάν γράψω ποιήματα
 ποττέ μου δεν βαρκούμαι
 Βάλλω τους στοίχους στη σειρά
 οιώθω που μέσα μου χαρά
 τζι' έτσι ευχαριστιούμαι.


 Για τα δικά μας τα χωρκά
 ποήμαν άμα γράψω
 λαλώ σας το με την καρκιάν
 αφταίνει μέσα μου φωθκιά
 τζι έρκεται μου να κλάψω.

Η Χιώτισσα (απόσπασμα) / Μιχαηλίδης Βασίλης

 εν Λεμεσώ, κατά το 1821


100

Κ`είν την ημέραν κ`αι κ`είν’ την ώραν
που γίνην πάλε τούν το κακόν
αρφός μου ήτουν έξω στην Χώραν
κ`ι ο κ`ύρης μούτουν εις το χωρκόν
κ` οι Τούρκ`οι έξω αρματωμένοι
εκαρτερούσαν τριβικ`ιασμένοι·
Εγιώ κ` η μάνα μου οι πικραμμένες
είχαμεν πάντα παραγ`γ`ελιάν
κ` ήμαστον έσσω ρωμανισμένες
προσκολισμένες εις την δουλειάν.

110

Εγιώνη επότιζα τα καβάκ`ια
κ` ήτουν το χώμαν πολλά σκλερόν
κ` είχαν κ`αι σύρπην πολλήν ταυλάκ`ια
κ`ι ούλλον κ` εστ’αλωνεν το νερόν·
κ` ήμουν βκιαστή κ`αι δισπιρκασμένη
κ` ήμουν δρωμένη κ`αι ποσταμένη·
η μάνα μώθεν να ξηντιλήση
του πιθαρκού τον καταστατόν
κ` επεριπκοιέτουν ν’ ανανακ`ινήση
νάκκον προζύμιν για ζυμωτόν.

120

Θεέ μου, μεν δώκης έτσι σόρταν!
κάλλιον το πλάσμαν να μέν πλαστή:
Ακούω μιάν πουμπουρκάν στην πόρταω
κ`αι ππέφτ η πόρτα χαμαί σωστή
κ`αι μ’έναν βρύχος κ` έναν χωχώιν
εδωκεν έσσω το Τουρκολόιν.
Εγιώ τιτσίρα, μεσοντυμένη,
που την πολλήν μου την αντροπήν
έμεινα μεσ στα δέντρα χωσμένη
κ` είχα τα μμάδκια μου σαν στραπήν.

130

Επεριπκοιούνταν να μπούν να σφάξουν
να μπούν ν αρπάξουσιν, κ`αι πριχού
που την αυλήν κόμα να δκιαλλάξουν
έμπην της πόρτας κατά λαχού
αρματωμένος ευτύς ο αρφός μου
κ`ι ούλλα που νάμπηκεν ο Θεός μου.
Λαλεί τους-Τούρκ`οι, σταθήτε πίσω·
αν ηδκιαλλάξετε ας`κ`ελλιάν
εν να βουττήσω να σας μελίσω·
κ`αι κ`είν επαίξαν μιάν πιστολιάν.

140

Ότι κ`ι ακούστην η πιστολιά τους
ευτύς σκουλλίζει τον ο θυμός
κ` επλατυδκιάστηκ`εν ομπροστά τους
κ` εγίνην κόκ`κ`ινος κ`αι χλωμός
κ`αι θαμπωμένος απού το γαίμαν
άρκ`εψεν πόλεμον κ` επολέμαν·
τάρματα πκιόν εστραφτοκοπούσαν,
επουμπουρίζαν οι πιστολιές
κ`αι τα κορμιά εκουτρουμπελλούσαν
κατακομμένα που τες ππαλιές.



.....................................




230

Κάμνω να κλάψουν ευτύς μανάες,
τον κόσμον κάμνω τον γερημιάν·
στήννω σου πύρκους με κ`εφαλάες,
στήννω σου κάστρα με τα κορμιά·
κάμνω σου θάλασσαν με το γαίμαν
ευτύς σ`αι βρίσκω πκοιός εν το θέμαν.
Κ`ι΄αν θέλης, σφάξε τον μανιχ`ή σου,
αν θέλης, κάψε τον ζωντανόν,
αν θέλης, μέλισ τον απατή σου,
ναύρης σιούρκασην κ`αι παμόν.

240

-Μούλλωσε, μεν μου πής παραπάνω·
δεν θέλω φόνους κ`αι μακ`ελλειά·
ακούω κ` έν μπορώ νανασάνω·
βρίξε πκιόν π’ε μου για τα παλιά.
Εμέναν άλλος εν ο καμός μου:
ζ`ούν οι γονιοί μου κ`αι ζ`ή κ`ι ο αρφός μου;
-Ο ένας, έν-ι-ξέρς, ο γονιός σου·
να πώ το ψέμαν είντα φελά;
όμως η μάνα σου κ`ι ο αρφός σου
ζ`ούσιν κ`ι οι δκυό τους κ` έν κ`αι καλά.

250

Τούτ η χανούμισσα η νιώτατη
ήτουν κλαμένη μεσ στα στενά,
που τον αγάν της ήτουν φευκάτη
κ`αι για να μεν μείνη να πεινά,
άησ την έσσω να ζ`ή μιτά μας,
νάν με τες άλλες σκλάβες κοντά μας.
Τότες ο Μπέης δειπνά κ`αι φεύκει
κ`αι πάει έσσω του Χατζ`αλά
κ`αι η χαρά του κ`εί περισσεύκει,
γιατ ήτουν φίλοι κ` οι δκυό πολλά.

260

-Τότες ρωτά η κ`υρά την ξένην
μισοκλαμένη κ`αι σιανά
πως την λαλούσιν κ`αι πόθθεν ένι
κ`αι πως ευρέθην μεσ στα στεν’α.
-Μεν μ αρωτάς, κ`υρά μου, κ` η καμένη
είμαι πολλές πίκρες ποτισμένη.
Είμαι νωστάρμαστη με τρείς άλλες
μ έναν κ` οι τέσσερεις ασκερλήν
κ` ελοοφέραμεν τες προάλλες
κ`αι το κακόν εγίνην πολλύν.

270

Εχ`ει που τότες καστιορούν με
κ`αι μέραν νύχταν ξητιμασιές·
ό,τι κ`αν τύχ`η κακολοούν με·
η φάκκα πάνω της Αϊς`ές.
Αννοιξα κ` εβκήκα γιάλι γιάλι
κ` έπκιασα στράταν κ`ι’ όπου με βκάλη.
Είμαι, χανούμγκατη, που την Χώραν
κ`αι που γενιάν κ`αι σόρταν καλήν·
που νείεν κάψ ο Θεός την ώραν
που εγεννιούμουν εις το σελλίν.

280

Ήρτεν η Πέφτη κ`αι, πρίν σιγράση,
τριβικ`ιασμέν η Τουρκού σ`κ`υφτή
θωρεί π αππέσω που το καφάσιν
κ` η ρκά χαρούμενη κ`αι βκιαστή
έρκετουν έσσω της ‘σκομαχώντα.
Πέμπει τες κλάβες ευτύς βουρώντα
κ`αι πάν κι εφέραν της την κοντά της.
Κ` είδαν πως ένεψεν την κ`υράν
κ` ευτύς εφύασιν π’ ομπροστά της
κ` αρκέφκ’ η ρκά γεμάτη χαράν:

ΕΒΕΝΙΝΗ ΜΟΡΦΗ



Ζωγραφίσανε τον έρωτα
στο ξωκκλήσι των θεών
κι΄  έφτιαξαν παρθένα τη γυναίκα.
Πέρασαν καιροί μες τα παραμύθια
κι΄ η ψυχή ανέτελλε κεχαριτωμένα.
Είδε και απόειδε θησυαρούς εβένινους,
στο βασίλειο της ποίησης
γύμνωσε την πέτρα.
Τώρατο Φθινόπωρο
σε διαφωνία ο ρυθμός της λήθης
και στην εγκατάλειψηη ζεστή μορφή.

ΒΑΣΙΛΗΑΣ ΑΗΔΟΝΙΟΣ





του Φείβου Σταυρίδη

Στο φαρμακείο την αυγή
και στην ομίχλη. 
Τα βράδυα αλλάζουν οι ρυθμοί 
                                 κι΄  οι γύπες φεύγουν
καθώς ο Βασιλιάς Αηδόνιος
μες την επίρροια της ποίησης

τον Όμηρο υμνεί.