Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

ΠΙΡΟΓΑ


Περιπλέω τη σκέψη σου 
με μια μικρή πιρόγα 
καμωμένη από δέρμα ηλιοκαμένης νύχτας
Ξάπλωνε ώρες κάτω από το φως σου
κι αφηνότανε σε έναν απρόσμενα καλό καιρό
Προχωρώ με χτύπο παράξενο
από ανυπόμονη καρδιά
Τραβάω όρθια κουπί
να βλέπω όλο και μακρύτερα
στο πυκνό δάσος της αγάπης που σε κρύβει
Ακουμπώ για λίγο στις ακτές
αδειάζω το εμπόρευμα του έρωτα
το ανταλλάζω με εξωτικούς καρπούς από τα μάτια σου
και φεύγω πάλι για τη θάλασσά μου
γεμάτη από τη γη και το ύδωρ που παρέδωσες

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου



O χειμώνας έμπαινε με τα βαριά λευκά του βήματα μέσα στους δρόμους και μέσα στις ψυχές. Χτυπούσε κάνα δυο φορές την πόρτα τους κι άμα δεν έπαιρνε απάντηση, σαν διαρρήκτης παραβίαζε τον κόσμο τους κι αλώνιζε μέσα στα τελευταία ψίχουλα των αντιστάσεών τους. Καθότανε, ίδιος μουσαφίρης, δίχως πρόσκληση στα όνειρά τους και πεινασμένος καταβρόχθιζε ό, τι απέμεινε από την τελευταία επέλαση της λύπης. 

Η πτήση του προσγειωνόταν από λεπτό σε λεπτό. Ο γαλάζιος ουρανός της πατρίδας είχε αρχίσει ήδη, δειλά δειλά , να γαργαλάει τις αισθήσεις του. Κι εκείνος , με ένα δισάκι μνήμες φορτωμένος στον ανήφορο του κόσμου, ετοιμάστηκε να εισπνεύσει ξανά το λυτρωτικό οξυγόνο της πατρίδας. Κοίταξε τις ουλές του χρόνου στα δυο , αποστεωμένα του χέρια και θάρρεψε πως κοίταξε μαζί και τα τραύματα που άφησε επάνω του ένας ακήρυχτος πόλεμος θανάτου και ζωής. Είχε φύγει παλικαράκι από την πατρίδα, ήρθε μετά μια δυο φορές να αποχαιρετίσει μάνα και πατέρα στο στερνό ταξίδι κι ύστερα τον κατάπιε η βιοπάλη της ξενιτιάς . Τώρα, στα εβδομήντα πέντε του πια, γύρναγε σαν Οδυσσέας σε μιαν Ιθάκη δίχως Πηνελόπες και μνηστήρες. Καλύτερα έτσι. Είχε κουραστεί με τις αναμετρήσεις. Καιρός να αράξει σε ένα απάνεμο λιμάνι και να ξεχαστεί μέσα στην απραξία, μέχρι του ΄Αγγελου η ρομφαία να σηκώσει ψηλά την ύπαρξή του ως την αιωνιότητα. 
Πέρασε σχετικά γρήγορα τις διατυπώσεις του αεροδρομίου, πήρε τις λιγοστές αποσκευές του, κάλεσε ένα ταξί, χάθηκε στον ορυμαγδό του δρόμου και της μεγαλούπολης. Από το παράθυρό του περνούσε ένας κόσμος γνώριμος, μα αλαργινός. Πολλά τα χρόνια που έζησε στα ξένα. Το ταξί διάβηκε μέσα από παλιά κτίρια νοσταλγικά, μέσα από νεόδμητες οικοδομές , αδιάφορες για τις μικρές και μεγάλες μνήμες του και ξεχύθηκε στην επαρχία, διασχίζοντας σε λίγο μεγάλα και μικρά χωριουδάκια. ΄Ένα οικείο χρώμα, μια γνώριμη μουσική έφτανε ολοένα στα αυτιά του, σαν νανούρισμα μάνας, που ξύπναγε αντί να κοιμίζει τα όνειρά του. 
Το αυτοκίνητο σταμάτησε σε λίγο σε μια μικρή αυλή με κληματαριά στην πρόσοψη, γέρικη, γυμνή, σαν τη ζωή του. Κατέβηκε, πλήρωσε, κοίταξε το μικρό σπίτι απέναντί του, που κράταγε μέσα του χρόνια παιδικά, βήματα εφηβικά, νεανικά πετάγματα σε ψέματα και αλήθειες . Του φάνηκε πως είδε μια μαντίλα όμοια με της μάνας του, σκουρόχρωμη, να ανεμίζει στο παραθύρι. Και πως βαριά τα βήματα από τις μπότες του πατέρα χαράκτηκαν επάνω στο λιθόστρωτο δρομάκι της εισόδου.
Κι άκουσε τα γέλια του Κωστή και του Αργύρη στην αλάνα, να κυνηγάνε με αλαλαγμούς και παιδιάστικα γέλια ένα πάνινο τόπι . Κι εκείνος, σαν μεγαλύτερος αδερφός, που όφειλε να κουμαντάρει τα μικρότερα τα ατίθασα, να πασκίζει άτσαλα μα επίμονα να επιβάλει την τάξη. Κι ύστερα θάρρεψε πως βγήκε η μάνα στο κατώφλι, με τα χέρια ακόμα να μοσχομυρίζουν από το δείπνο της Αγάπης, Να ανοίγει την αγκαλιά της και να χάνεται μέσα όλη η ζωηράδα των παιδιών. ΄Υστερα τίποτα! Σιωπή! Και μια μοναξιά, που κρυφογέλαγε μέσα στα ξερά φύλλα, το άκαρπο χώμα, τις πένθιμες ανάσες του αγέρα , έτσι καθώς περνούσε ανάμεσα στην έλλειψη.
Εδώ, λοιπόν, στη ζήση του την πρώτη, είχε έρθει για να έβρει το στερνό σταθμό του; Ρίγησε, μα δεν πτοήθηκε. ΄Εσπρωξε ελαφρά την πόρτα κι εκείνη άνοιξε διάπλατα λες και τον καλωσόριζε. Τα βήματά του αντήχησαν στο κενό του δωματίου. Αράχνες υποδέχτηκαν τη συγκίνησή του και ένα θλιμμένο ημίφως γλίστρησε από τα ξεχαρβαλωμένα παντζούρια. Εκεί στόλιζε κάποτε η μάνα τα γεράνια της. Εκεί ακουμπούσε κάποτε κι ο κύρης τα σύνεργα της ψαρικής. Εκεί κάποτε στεκότανε κι εκείνος έφηβος, σαν ονειρευότανε μια θάλασσα να τον περιμένει, να του ανοίγει όλους τους δρόμους 
Κι ύστερα ήρθε να τον ανταμώσει ένας φλοίσβος παιχνιδιάρης, νοσταλγικός. Κι ένα πέλαγο γεμάτο άμμο και στιχάκια μιας ανέμελης ζωής. ΄Ενιωσε τις γερασμένες αρτηρίες του να κοκκινίζουν πάλι με αίμα . Και τη ζωή να κυλάει ξέφρενα σε όλες τις αισθήσεις που κοίμιζε χρόνια η ξενιτιά. ΄Ένα ανοιξιάτικο χάδι , όμοιο με σκίρτημα ερωτικό, ήρθε να τον ακουμπήσει χειμωνιάτικα, σαν φιλί ζωής σε ετοιμοθάνατη θέληση. 
Τάχυνε το βήμα, άδραξε το χτες και το έριξε μαγιά στη ζύμη για το σήμερα. Ετούτο το σπίτι άξιζε μια ανάσταση. Και η μοναξιασμένη για καιρό ζωή του άξιζε μια επιστροφή στα όνειρα. Ανασκουμπώθηκε. Το σπίτι ήθελε καθάρισμα, η κληματαριά κλάδεμα. Και τα πεζούλια, σιωπηλά εκλιπαρούσαν για δυο πολύχρωμα γεράνια. 
Κόντευε σούρουπο, σαν τέλεψε και κάθισε για λίγο στο κατώφλι. Είχε δουλέψει ώρες, μα καμιά κούραση δεν ήρθε να ακουμπήσει βαριά στα μέλη του. Από μακριά η καμπάνα της εκκλησίας του Aϊ- Γιώργη, κάλεσε μες στο βάδισμα της νύχτας τις αγνές ψυχές. Σταυροκοπήθηκε, σήκωσε τα μάτια στον ουρανό, άφησε μια προσευχή να βγει και να σεργιανίσει επάνω στη φροντισμένη πια κληματαριά, τα καθαρά τα σκαλοπάτια, τα ορθάνοιχτα παράθυρα, που αψηφούσανε το κρύο του χειμώνα. Και χύθηκε τότε έξω η φωνή του σαν ψίθυρος ηχηρός. 
«Σταμάτα, ΄Αγγελε, με τη χρυσή ρομφαία, που ανοίγει δρόμους στην αιωνιότητα. Βρήκα ακόμα ένα μονοπάτι, εκεί που νόμιζα πως όλα είχαν κλείσει…΄Οχι, δεν είναι τώρα ο καιρός. Με τρέφει πάλι τούτος ο ήλιος της πατρίδας και βγαίνει , δειλά , άλλο ένα φύλλο μου, μία ακόμα ρίζα. Βλέπεις, δε γερνάω! Μονάχα μεγαλώνω, ωριμάζω…θέλω!»



Ενα διήγημά από τη συλλογή διηγημάτων " Αφύπνιση 800 mg", Eκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2012.

Δύο Ποιήματα του Ντίνου Κυπριανού

ΔΩΔΕΚΑ ΜΕ ΜΙΑ 
Δώδεκα με μία
βρίσκομαι στα κάτω μου
στην αμφιβολία μέσα στα γιατί ,
τέσσερις με πέντε
πάω στα παρακάτω μου
πάει να ξημερώσει , δέν εχει φανεί ..
Με πιάνουν κλάματα όταν χάνονται τ'αστέρια
χάνονται όλα σάν ζυγώσει το πρωί
στο φώς της μέρας γίνονται νυστέρια
μου ξετρυπάνε καθε λογική ''''
Δώδεκα με δύο
'μαργαρίτες' τέσσερις
πίνω στην υγειά μου για να ξεχαστώ ,
τέσσερις με έξι
μπίρες δεκατέσσερις
δυό διπλά ουίσκι για να ζαλιστώ ..


***
 ΦΥΛΛΟ ΞΕΡΟ 
Μές στην βροχή , μόνος θρηνώ
στην πλάτη γολγοθά τραβώ
και τον σταυρό που κουβαλώ 
μαύρη ζωή , φύλλο ξερό ...
Μές στην βροχή , φωτιά σβηστή
ψυχή που έχει σωριαστεί
που να πιαστώ να κρατηθώ
λίγο και γώ , ν'αναστηθώ ''''''''
Ζωή δέν έχω και παλμό χάνομαι μέσα στον καπνό
φύλλο ξερό χωρίς πνοή , κι'αυτό μαζί μου θα χαθεί ,
Μές στην βροχή , μόνος θρηνώ
στην πλάτη γολγοθά κρατώ
φύλλα ξερά για συντροφιά
ίσως κι'αρπάξουνε φωτιά .


Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

Αγάπουν την τζι΄ενόμιζα,

Αγάπουν την τζι΄ενόμιζα,
ο κόσμος εν δικός μου,
μ΄άμα μου είπεν καθαρά,
ο τζιύρης της ομπρός μου,
πως εν με θέλει για γαμπρόν,

εσκούλλησεμμε ναν λαμπρόν,
που θόλωσεν το φώς μου,
τζι’είεν με τζιαι κατάλαβεν,
ποιος είναι ο σκοπός μου,
τζιαι φώναξε μου μονομιάς,
γιέ μου να μεν γινείς φονιάς,
τζι΄έν να γινείς γαμπρός μο
υ.
Χαμπής Αχνιώτης

ΡΩΤΗΜΑ


Όταν περιφρόνησαν την ψυχή
και ποδοπάτησαν την αγάπη
(Δεν ήταν τότε βλέπεις της σειράς τους )
Δεν το ' βαλε κάτω.
Δεν χάθηκε στην αυτολύπηση.
Οι ποδοπατημένες ελπίδες
Ορθοπόδησαν με τον καιρό.
Αγκομάχησαν και θέριεψαν
ζωντανεμένες.
Κι όταν μια μέρα
πραγματοποιήθηκε επιτέλους
η αργοπορημένη συνάντηση ,
Η δική της σειρά
τους κοίταζε τώρα αφ υψηλού ,απορημένη.
Παρ'όλο που είχαν τα πάντα
ποτέ δεν ξεχώρισαν .
Τι άξιζαν παραπάνω αλήθεια;
(Από την ποιητική συλλογή  “Χθες-σήμερα-αύριο” 2008

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

christmas forever The musical 2


άρχισε η προπώληση ΤΗΛ 24652964 περιορισμένος αριθμός θέσεων

Η Χορωδία Φλαόυτων Λεμεσού Flautissimo & το Φωνητικό Σύνολο Δήμου Λάρνακας παρουσιάζουν μια μια μαγευτική Χριστουγεννιάτικη συναυλία 12/12/15 στη Λάρνακα!


Η Χορωδία Φλαόυτων Λεμεσού Flautissimo υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Θεόδωρου Κρασίδη, θα παρουσιάσει μια μαγευτική Χριστουγεννιάτικη συναυλία με τη συμμετοχή του Φωνητικού Συνόλου του Δήμου Λάρνακας υπό τη διεύθυνση του Ανδρέα Γερολέμου. Ένα μοναδικό πρόγραμμα με τα πιο γνωστά κλασσικά ορχηστρικά Χριστουγεννιάτικα έργα (όπως τον Καρυοθραύστη του Τσαϊκόφσκι, Αλλελούια του Μότσαρτ, το Ορατόριο των Χριστουγέννων του Σαιντ Σανς, τα βαλς του Γαλάζιου Δούναβη του Στράους κ.α.) και διάσημα carols, που θα το απολαύσουν μικροί και μεγάλοι και θα σας ταξιδέψει στη μαγεία των Χριστουγέννων!12 Δεκεμβρίου και ώρα 20:30,..

στην Καθολική Εκκλησία Παναγία των Χαρίτων (Τέρα Σάντα) στη
Λάρνακα. Υποστηρικτής ο Δήμος Λάρνακας και χορηγοί επικοινωνίας το “Περιοδικό Προβολή” και το Ράδιο EF-EM.



Τιμή εισόδου: 8 ευρώ. Για εισιτήρια και πληροφορίες “Ωδείο Ανδρέα Γερολέμου” 24652964, από όλα τα μέλη του Flautissimo και στο 99486383 Θεόδωρος Κρασίδης

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Τ' αστέρι των Χριστουγέννων / Λαμπής Γιάννος

Αυτός ο Δεκέμβρης έχει μια γκρίζα θλίψη, γιομάτος καραβάνια χωρισμού που οδηγούνε σε τάφους υγρούς και σε μέρη άγνωστα. Αμέτρητα μάτια, σβήνουν και χάνονται καθώς κοιτάνε απ’ τ‘ άστρα το φωτεινότερο κι όλο κοιτούν και περιμένουν κάτι να τους πει, όμως αυτό τ’ αστέρι όλο σωπαίνει δεν μιλά, τίποτα δεν λέει , κι όλο γράφει , όμοια με τη γραφή της βροχής, στον ουρανό, κανείς δεν καταλαβαίνει , κανείς δεν ξέρει τι θέλει να πει μάταια καρτερούν, και μετά κοιμούνται αιώνια ξεχασμένοι νεκροί στα κοιμητήρια. Δυο χιλιάδες χρόνια περάσαν που έλαμψε για πρώτη φορά και κανείς δεν κατάλαβε πώς, ‘Αγάπη’, ήθελε να πει

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015

Γυναίκα / Νικολαίδης Νικίας



Γυναίκα ρόδον της ζωής,

αθάνατη συντρόφισσα τ’ αντρός,

με συνήθειες γήινες.

Φυτεύεις, ράβεις, γράφεις

μαγειρεύεις, γυρίζεις κι όταν φύγεις,

ξέρουμε πως αρχίζει ο χειμώνας,

κι έξω μας και μέσα μας.

Καρδιά μου, όπου σταθείς,

κι όποιοι ανέμοι κι αν φυσάνε,

είσαι η κυρίαρχος της γης.

Αγάπη μου, είσαι κορφή απροσπέλαστη,

οι πάντες σ’ αγαπάνε, υποκλίνονται, σε προσκυνάνε.

Κρίση, Ακρισία και Ηθική του Μιχάλη Μελετίου: Παρουσίαση του Βιβλίου του την Πέμπτη 3 Δεκ 2015


Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2015

Σωσίπατρος (4ος – 3ος αι. π.Χ.)

Ποιητής (ιαμβογράφος). Σώζονται 55 στίχοι του από το έργο του «Καταψευδόμενος»

Κλέων ο Κουριεύς (4ος – 3ος αι. π.Χ.)

 Ποιητής από το Κούριο και έγραψε το έπος «Αργοναυτικά», το οποίο χρησίμεψε ως πρότυπο στον ποιητή Απολλώνιο Ρόδιο.

Καστορίων ο Σολεύς (4ος – 3ος αι. π.Χ.)

Ποιητής (ιαμβογράφος) από τους Σόλους. Σώζονται στίχοι από το ποίημά του «Εις τον Πάνα». 


Οι Σόλοι ήταν αρχαία ελληνική πόλη της Κύπρου, στη βόρεια ακτή της (περιοχή Μόρφου), έδρα σημαντικού βασιλείου που άνθισε από την κλασσική μέχρι και την πρωτοχριστιανική περίοδο Η πόλη αναφέρεται και από τον Σκύλακα τον Καρυανδέα, εξερευνητή του 5ου αιώνα.