Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Γιασεμί / Νατζαριάν Νόρα





Πλησίασε στη γραμμή.
Το άρωμα, η λευκή ευωδιά
την καθοδηγούσε. Γιασεμί.
Ήταν η παιδική της ηλικία καιπάλι
που την επισκεπτόταν. Όπως μια μικρή ανάσα
λουλουδιών απ’ τον κήπο κάποιου άλλου
σαν περνούσε, κοριτσάκι που μελωδούσε
τα κάγκελα σαν να ήταν άρπα.
Έλα, έλα, το άρωμα την τραβούσε
Πάντοτε. Μα ο κήπος δεν ήταν δικός της,
της έλεγαν. Ούτε και το άρωμα που την παρέσερνε
και την προκαλούσε να μπει παράνομα.
Τώρα, ενώ περνούσε τη μη ευθεία,
την αόρατη, την αδιαπέραστη γραμμή,
και καθώς ο στρατιώτης με το γαλάζιο μπερέ 
παρακολουθούσε τα πόδια της, μετρώντας τα χιλιοστά
με τα μάτια και άνοιγε το στόματου
για να φωνάξει το ΑΛΤ!
αυτή ήταν μικρό παιδί που έτρεχε, δυνατή.
ΑΛΤ! της φώναζαν αλλά δεν γυρνούσε.
Εξοργισμένες σελίδες έλειπαν απ’ το βιβλίο
της ζωής της. Με κομμένη την ανάσα σκεφτόταν ολοένα
το γιασεμί που θα εύρισκε, το σπίτι που θα έβλεπε,
τον κήπο, τον φράχτη
Και τη θαμμένη καρδιά
του πατέρα της.
Μοιρασμένη Στα Δυο, 2003

περιφορά


Η τροχιά σου παραμένει ελλειπτική
Να συντηρεί τις εποχές στο σύστημα μου
Κι εγώ Ήλιος αδύναμος, χλωμός
Αμετακίνητος στις τρυφερές εξάρσεις της αγάπης
Προσμένω τη δική σου κίνηση
Περιφορά του Άγιου Έρωτα και λιτανεία της ψυχής

ΣΥΝΑΛΛΑΓΗ

Κι είναι νωρίς για να σωπάσει το αίμα
Κι είναι αργά για να ξαναβρώ την αρχή μου
Και στο μεταίχμιο παλεύω για κανονικές αναπνοές
Εισπνοές, εκπνοές σ' εκγύμναση ψυχής
Μέχρι που πνίγομαι σαν μανιώδης καπνιστής
Στις καταχρήσεις μιας φτωχής συναλλαγής

Πηνελόπη


Και τώρα... πώς;
Πώς αγοράζει κανείς το Θείο Άνεμο
Που πέρασε και δε μας χτύπησε την πόρτα;
Πώς αρχίζει η Ζωή απ’ το Τέλος
Εκεί που πάει να χαθεί στο λιόγερμα το σχήμα του κόσμου;
Ο αργαλειός μου στέρεψε από χρώματα της Νιότης
Καιρό τώρα βάφω με τεχνητές μεθόδους
Κόκκινες όλες τις κλωστές μου
Μα γρήγορα που ξεβάφει η αναπλήρωση!
Και μένει πάλι  σαν ξεθωριασμένη άνοιξη το πράσινο
Σαν ξεβαμμένος ουρανός το  μπλε
Που δεν ελκύει το φτερούγισμα του Έρωτα
Και τώρα... τι;
Ζητάς να  γείρω  την ανάγκη μου
Το πρώτο ετούτο βράδυ του αιφνιδιασμού σου
Δίπλα στις Αφροδίτες  όλες που σαγήνεψαν τα κύματά σου
Με ποια λαχτάρα να  αγγίξω τη ζωή και πάλι
Όταν  σπαράζουνε  εντός  μου ψυχές  παραπλανημένων ονείρων;
Φίλησέ με! Ίσως έτσι μου θυμίσεις
Πώς τραγουδούν τα σύννεφα στις μικρές χαραμάδες του Ήλιου
Κράτησέ με! Ίσως έτσι σκεπάσει η αντρική σου μυρωδιά
Την ανικανοποίητη σάρκα ενός πρόωρα γερασμένου Πόθου
Ζητώ πολλά απ’ το περίσσευμα της Μοίρας;
Ξημερώνει! Πάλι κοιμήθηκα με την απουσία σου..

Συνομιλία με μια απέθαντη αγάπη



M’ ακούς; Εδώ είμαι πάλι, μπρος στην καρτερία σου
Περνώ τον ψίθυρό μου μέσα απ΄το κουρασμένο φύλλωμα
Από τη θλίψη μέσα ενός αγίνωτου πορτοκαλιού
Τον σπαραγμό μιας εφηβείας που δεν εγίνη νιότη
Παρά μονάχα κρύφτηκε μες στα χαλάσματά σου
Χτυπώντας στις αιχμάλωτες φλέβες το ρυθμό της απουσίας

Εσύ πάντα εκεί, ακίνητη στων εποχών την κίνηση

Πες μου πως μ’ αναγνωρίζεις όταν έρχομαι
΄Ισως η φωνή μου να ΄χει αλλάξει
Απ΄τις καταχρήσεις μιας πληγωμένης ωριμότητας
Μα είμαι πάντα το παιδί π’ ανάστησε το φως σου
Και τα μαλλιά μου δε γέρασαν
Γλάροι λευκοί γενήκανε για να κουρνιάσουν στων κυμάτων σου το στίχο

Μακριά σου ανάστησα οργή, Οθέλλους ενός κόκκινου καημού
Και ζήτησα το πάθος μου να πνίξω
Σε μνήμες μέσα πληγιασμένες απ΄ του ΄Αδη το κοντάρι
Και τότες έτρεχε το αίμα της ψυχής και της αγάπης

Αμμόχωστος των παιδικών μου ανθώνων,
Των παιχνιδιών του ήλιου στους βλαστούς της ύπαρξής μου
Στη σιωπή σου οδοιπορώντας αναζήτησα
Αγάλματα και κίονες του κλέους
Στη θάλασσά σου γύρεψα
Συγκλητικές να ντύσουν την τιμή, την αντοχή μου με τη φλόγα τους
Με πανοπλίες και ασπίδες στους σκληρούς καιρούς ενάντια
Και μες στα χέρια που’ θρεψε των χρόνων το παράπονο
Τα βέλη της επιστροφής να μου χαρίσουν
Και τοξοβόλος της χαμένης μου της μοίρας να ορθωθώ
Προσκυνητής που στη μεγάλη του την πίστη επιστρέφει


 Αριστείο Ποίησης 2011, Ελληνικού Πνευματικού Ομίλου Κυπρίων
Με θέμα: « Αμμόχωστος Βασιλεύουσα». Χώμα που περπάτησα, γη που νοσταλγώ

Ολυμπιονίκης



Του ιδρώτα ο στέφανος στο δρόμο του θριάμβου
Ανθοβολούσαν γύρω του ειρήνης πανηγύρια
Σεμνός ο όρκος ξέφυγε απ’ του Δία το ιερό
του Φοίβου ν’ ανταμώσει τη λύρα τη χρυσή
μπροστά στο Βουλευτήριο.
Ήχο γλυκό οι σάλπιγγες γεννούν
τιμή στο μεγαλείο που γεννήθηκε
στην ΄Αλτη των ημίθεων, στη χώρα με τ’ αγάλματα.
Μπροστά του η σμίλη του Πινδάρου.
Πίσω, στα γκρεμισμένα τείχη,ένα κάλεσμα.
Σε άρμα τέθριππο η Δόξα να καλπάζει.
Αέρι σιγανό ψιθύρους σκόρπισε
και θρόισαν της ιερής ελιάς τα φύλλα.
Ελευθερώσαν στίχους επινίκιους,
κότινο πλέξανε για την αθανασία.
΄Ορθιοι πατέρας κι αδερφοί.
Φωτιά τον έκαψε η φωνή τους.
Σώμα και φλόγα γιγαντώσανε.
Δέκα πορφύρες βάφουν τα όνειρά του.
Σφίγγει το χέρι του γροθιά , ατσάλι,
θρασομανάει το πείσμα της τιμής.
Στο νου του φτάνει η νιότη τ’ άξιου πατέρα.
Πιο άξιος ο γιος, όταν το στάδιο τελειώνει.
Του Ορκίου Δία πιστός στις προσταγές
σε μια Παγκόσμια Ολυμπία.
Φως των φωτών στα χρόνια που θα έρθουν.
Σκίζει Ρομφαία τους αιώνες,
βάθρα σηκώνοντας σε νου υγιή εν σώματι υγιή.
΄Υμνος στα χείλη του το θαύμα του Ανθρώπου.



 Γ’ Βραβείο σε παγκόσμιο διαγωνισμό ποίησης με θέμα τους
Ολυμπιακούς Αγώνες, 2000

Συνοικίες





Στις συνοικίες σβήνουνε σιγά σιγά τα φώτα
Απλώνουν οι γυναίκες μια κουρασμένη μέρα να στεγνώσει
Περνούν οι σκέψεις στα μικρά τα καλντερίμια ακροβατώντας
Mισάνοιχτα παντζούρια βρίσκουν , ψυχές ανήσυχες π’ αρνήθηκαν τον ύπνο
Γλιστρούν με δόσεις μιας χαμένης ευτυχίας
Στα προσκεφάλια με κεντίδια μιας προίκας ξεχασμένης
Κιτρινισμένης απ’ του καιρού τη φλυαρία
Τότε ανοίγουν τα μισόκλειστά τους βλέφαρα οι ίσκιοι
Χαμογελούν ηδονικά μες στου καθρέφτη την απάθεια
Παραμορφώνοντας τα είδωλα μιας άλλης λογικής
Στο πορτατίφ μια τύψη περιφέρεται
Σαν πεταλούδα που γυρεύει να καεί μέσα στον κύκλο
΄Εξω σκυλιά ποδοπατούν τα ίχνη της συνήθειας
Στα υπολείμματα της μέρας αναζητούνε τη συνέχεια
Σιγά σιγά στις συνοικίες σβήνουν οι αποδράσεις
Και μια παράφρονη σελήνη χορεύει μες στην έλλειψή της
Αύριο θα ΄ναι μια μέρα βροχερή
Το είπε το δελτίο της βαθιάς υποταγής
Στα σπίτια θα κλειστούν τα μαραμένα κρίνα
Τα ξεθωριασμένα γιούλια και τα γιασεμιά
Θα βγάλουν απ’ τα μπαούλα οι κυράδες
Να στρώσουν χράμια και κιλίμια στην ανία τους
Θα βγουν κι οι νοικοκύρηδες για το βραχνά του μεροκάματου
Με τα κασκέτα τους κρυψώνες της αζήτητής τους μοίρας
Σβήνουν σιγά σιγά της μέρας ημιτελείς διαδρομές
Στις συνοικίες προβάλλει διαβατάρης ο Μορφέας με το γαλάζιο του μανδύα
Αύριο , λέει , γι’ αυτούς που ακούνε τη σιωπή των κεραυνών
Ο ήλιος απ’ τη Δύση θα προβάλει με τις ατίθασες , ξανθές του μπούκλες
Μ’ ένα ροδόχρωμο μαντίλι θ’ απλώσει νέους ορίζοντες στα πέλαγα
Ταξίδια νέα θ’ ακουμπήσει μες στις καρδιές που δε λησμόνησαν να φλέγονται



 Β΄Βραβείο στους Πανελλήνιους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης
Δελφοί ,  2009

Ο μικρός Πάμπλο




Ο μικρός Πάμπλο
Ήθελε να ζωγραφίσει
Μιαν ελιά καταμεσής του κάμπου
Ένα χελιδόνι καταμεσής της άνοιξης
‘Εναν Ιησού καταμεσής των σταυρωτών του
«΄Αφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι...»

Ο μικρός Πάμπλο
Ήθελε να έχει στην παλέτα του
Μόνο τα χρώματα π΄αγαπούσαν τα παιδιά
Μόνο τα κόκκινα που μεγαλώναν τα παιδιά
Λαχταριστά κεράσια , ολοστρόγγυλα μήλα
Φιλιά αγάπης , του ΄Ηλιου ανατολές
Μα πήρε το πινέλο
Κι έβαψε ένα μαχαίρι κοφτερό
Δίχως ψωμί και το φαγί της μάνας
Και ένα Νείλο ματωμένο
Απ΄τις πηγές ολάκερης της Γης φερμένο
Και Φαραώ πολλούς που ξύναν τις πληγές τους
Και πιότερο βουλιάζαν μες στο αίμα
Και πιότερο πεθαίναν μέσα στην παράνοια

Ο κύκλος ενός τετράγωνου έρωτα (απόσπασμα)

Αναμένοντας το θείο βέλος

To φεγγάρι ολόγιομο
Ψιθυρίζει τους πόθους των θνητών
Μες στις σκιές των αθανάτων όψεων
Μιλώντας γλώσσες απ’ όλους τους έρωτες
Που ασήμωσαν τους δρόμους ανυπεράσπιστης καρδιάς
Στη στρογγυλάδα μέσα απαλύνει
Τις αιχμές από τα βέλη διαψεύσεων
Ίσως κι αρχίσει πάλι τ΄ άλικο τριαντάφυλλο
Ν΄ ανθίζει μες στη σκέψη

Πάνω από κορυφογραμμές ανήσυχων ρυθμών
Διαγράφει το ταξίδι του
Πλοίο που δε σαλπάρει χωρίς το πρόσταγμα του πόθου
Μονάχα ρότα ακουμπά σε λογισμούς της νύχτας

Ένα καράβι ταξιδεύει μες στο χάδι του
Με φώτα που ανεβαίνουνε τη λάμψη του να φτάσουν
Με μουσικές που προσαρμόζουνε τις νότες τους στο φέγγισμά του

Σ’ ερημική ακρογιαλιά τα βότσαλα προσμένουνε τη λάμψη του
Μήπως και γίνουν άστρα μες στο όνειρο
Και η αγάπη ασπροντυμένη, με τα λυτά της τα μαλλιά
Τις ασημένιες του κλωστές μαζεύει στο σεργιάνι της
Για να υφάνει Ανέμου Έρωτα το στίχο

==============


Αλλάζοντας τη ροή του πόνου

Σε μια πανσέληνο πληγώθηκε η αγάπη
Tα δάκρυά της θρέψανε τις ασημένιες φεγγαριού πνοές
Kι αυτές, ευαίσθητες χορδές
Στο πέλαγο της λύπης πέσανε
Τα φουρτουνιασμένα λόγια ψιθυρίζοντας μ΄ έναν υγρό καημό

Σε μια πανσέληνο γυμνώθηκε η ζωή
Απ΄ τα στολίδια ενός πλανόδιου έρωτα
Που τον προσμένανε στις γειτονιές
Οι κοριτσίστικες πλεξούδες του ονείρου
Μ΄ αυτός με τις πραμάτειες του όλες λοξοδρόμησε
Αφήνοντας τα χέρια αδειανά απ΄ της Θεάς την προσφορά

Κάθε που το φεγγάρι ταξιδεύει στην πληρότητά του
Μια θλίψη λύνει τη σιωπή της
Με κρουσταλλένια δίφθογγα μικρής εξομολόγησης
Στην αύρα μέσα μιας θαλάσσιας συγχορδίας
Με μουσικές σε ύφεση καρδιάς
 ===============================

Ανακαλύπτοντας την αλήθεια του εαυτού

Στη σιωπή σου ακούμπησα τις νύχτες μου
Εσύ μια σφαίρα γεμάτη απ΄ των ταξιδιών σου θησαυρούς
Εγώ ό,τι απέμεινε από ΄να κόσμο που ΄χτισα στο μέλλον μου

Κάθε που με τυλίγει η παρουσία σου αδειάζω
Γυμνή φωνή απομένω
Δίχως σκέψεις, δίχως όνειρα
Έτσι το θέλω
Κουράστηκα να πλάθω το νερό
Ν ΄αποχρωματίζω το αίμα μου
Είναι πολύς καιρός για να τ΄ αντέξει μια ευχή
Που έρχεται μονάχα για το αύριο
Και σήμερα τι;
Σήμερα ποιος ουρανός θα μου ανοίξει τη γαλάζια ψαλμωδία του;
Ποια νύχτα θα φανεί γενναιόδωρη
Να μου χαρίσει ολάκερη την παρουσία σου;
Χωρίς τα μη , τα όχι και τα πρέπει των πολλών
Χωρίς τον βυθισμένο καημό του ενός αηδονιού
Που άλαλο κρύφτηκε στο δάσος
Κυνηγημένο από φθόνο μετριότητας

Πολλή κι απόψε η μοναξιά
Μονάχα το φως σου φλυαρεί
Και μεγαλώνει τόσο τις σκιές
Που φοβάμαι πως εγώ ακόμα πιο μικρή θα γίνω

Χαμήλωσε λίγο ακόμα επάνω απ΄την απραξία μου
Ακίνητη μένω σαν πόθος που χειροτονείται
Ανοίγω τις αισθήσεις μου όλες στα μυστήριά σου
Στην αθέατη μορφή που κρύβει η μεγαλοπρέπειά σου
Αθέατη μήπως γίνω κι εγώ απ΄ τον εαυτό μου

Πολύ με τυράννησε με την άλλη του εποχή
Καιρός θαρρώ να γεννηθεί στα συνήθη μαιευτήρια
Όπου τα χρώματα σκουριάζουν χωρίς αποχρώσεις
Οι λέξεις εννοούν αυτό που δε λένε
Οι νότες τραγουδούν το στίχο που δε μελοποιείται

Άρδανα / Χαραλαμπίδης Κυριάκος



Και τη μισήν αυλή του από 'να μέρος
που δε φαινότανε άλλοτε μια πέτρα της
θωρούσε με τα μάτια του τυφλά.

Το θάμα ήτανε στ' όνειρο, αλλά μισό κι αυτό.
Γιατί όπως ήταν κάτω από κληματαριά
καλού γειτόνου κι έβλεπε προς την αυλή
τ' αγαπητού σπιτιού του, πώς να προχωρήσει
που 'χανε στήσει γλέντι και χορό
στην απλωσιά της κάτι ξένοι.

Και τον κοιτούσανε όλοι, το πηγούνι τους
σηκώνανε κατά τον ουρανό
και σημαδεύανε συνέχεια όχι.

Μιαν άλλη φορά πάλι τα κατάφερε
και μπήκε από σκισμή τ' ονείρου του στο σπίτι.
Βγαίνοντας στην αυλή του απ' την καμάρα
τη βρήκε την Τουρκάλα που έβγαζε νερό.

Ούτε που σκέφτηκε να τη ρωτήσει το γιατί.
Μονάχα πήρε τη γνωστή του μαντιλιά
την ουρανιά και σκούπισε το πρόσωπό του.
Εκείνη γύρισε αθόρυβα, χωρίς μιλιά
και κάνει κάπως έτσι (κίνηση χεριών)
σάμπως να του 'λεγε «δε φταίμ' εμείς,
και δηλαδή τα βρήκαμε, δεν τα πειράξαμε.
Τι να σου κάνω; Αν θέλεις κόπιασε να φάμε».

Αυτά σημαίνουνε, Κυριάκο, είπε στον ποιητή
ο άνθρωπος που μπήκε στην αυλή του
πως δε θα πάμε πίσω στο χωριό μας.
Ναι, είναι τραγικό, μα κάλλιο να το ξέρουμε
παρά να ζούμε στο σκοτάδι αλλιώτικης ελπίδας.
Ζύγωσα στ' όνειρό μου κάμποσες φορές
το σπίτι μου και στ' όνειρό μου βρήκα
τον τρόπο να διασπάσω τη γραμμή –πήγα πετώντας
ίσαμ' εκεί, το είδα ως δε θα το 'βλεπα
σ' ειρηνικούς καιρούς και μετρημένους.

Αλλά συνέχισε πως κάποιοι τον μποδίζαν
να μπει, τον αποτρέπανε: «Σαν έφτανα ως εκεί
να προχωρήσω εκείνοι δε μ' αφήνανε.
Κι ούτε να φύγω πάλι το μπορούσα.
Έξοδος δεν υπήρχε στ' όνειρό μου
κι άλλο δεν είχα παρά να ξυπνήσω».

Ο ποιητής τον άκουσε με προσοχή
και χαμογέλασε με λόγια μετρημένα.
Αν την Αμμόχωστο, είπε, την αφήκαμε
μέσ' απ' τα χέρια μας να ξεγλιστρήσει,
μια μέρα θα την πάρουμε στα σίγουρα
με όρους ταπεινωτικούς
∙ αυτό είναι αλήθεια.
Να ξέρεις τούτο μοναχά: Ή τη βλέπεις
και να την πάρεις δεν μπορείς στα ίσια
ή δεν τη βλέπεις κι έχεις την ψευδαίσθηση
πως τηνε βλέπεις, επειδή έτσι φαίνεται.
Αυτό είναι το χειρότερο. Κοίτα, σα να 'ναι
οι φύλακες εκεί και σ' εμποδίζουν
να μπεις μες στα λαγούμια της ανάμνησης,
απαγορεύουνε θαρρείς τη δίοδο
ακόμα και στο πέταγμα του νου.
Ωστόσο το φτωχό σου το χωριό Άρδανα,
πλαγιά Πενταδακτύλου, ας το ζαλίσουμε,
κυρ Τόμπυ, στο κρασί της Ιλλυρίας.
Ας πιούμε στην υγειά του, όσο κρατεί
στους ώμους του την Οικουμένη ο Άτλαντας.
Γιατί ο καιρός περνά κι η φύση χάνεται.
Η θάλασσα που τώρα λιώνει στο μετάξι
σαν αύριο θα γενεί θεριό, φυλάξου.
Τότε μπορεί κι εγώ να τρελαθώ
και συ να μπεις στο σπίτι το δικό σου.

Ιούνιος 1981

Από τη συλλογή Αμμόχωστος Βασιλεύουσα (1982)

Κεφάλαιο 68 / Χαραλαμπίδης Κυριάκος

Οκτώ και εξήντα νέοι απ’ την Ελλάδα
(Κίμων ο Αθηναίος και οι λοιποί)·
τη χόρτο των τ’ αθάνατα την τρώνε
άλογα τ’ Αχιλλέα. Μακριά από την πατρίδα
των νέων αυτών τελειώνει το κεφάλαιο.

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

Χωρίς ορθογραφία

Άνοιξε το παράθυρο να μπει του κόσμου η μέρα
οι ζωντανές να σου μιλήσουνε μορφές
να σε γεμίσει με μια ανάσα
το θαύμα της ζωής
κι άφησε την καλλιγραφία των λογισμών στο πρώτο σου
συρτάρι.
Εγώ σε συμβουλεύω να ντυθείς ανάλαφρα
μ’ ένα ζωνάρι χρώματα του ουράνιου τόξου,
να συναγωνιστείς τον άνεμο μες στα τρελά παιχνίδια του
χωρίς προτάσεις σοβαρές
χωρίς ορθογραφία.

Η Κυριακή μου


Η Κυριακή μου ξεπετάχτηκε απ’ τα παράθυρα
αγουροξύπνητη, με καθαρή ποδιά,
πήρε τους δρόμους με το πράσινο καπέλο της,
αντάλλαξε χαιρετισμούς πρωτοχρονιάτικους η Κυριακή μου,
χάιδεψε τα μαλλιά του γιασεμιού
και στις χαρούμενες προθήκες
χαμογέλασε η Κυριακή μου,
θυμήθηκε τις φιλαρμονικές παλιών καιρών,
τους εύθυμους περίπατους...
κι έφτασε εκεί που ξεχωρίζουνε οι εχθροί–
στη Λήδρα όλου του κόσμου
κι ας είναι η Λήδρα οδός της Λευκωσίας–
κι απ’ τα σακιά της άμμου, που τα στόλιζε χορτάρι
και μια μικρούλα παπαρούνα,
ψήλωσε το κεφάλι η Κυριακή μου κι είπε
στους άλλους, με την άλλη γλώσσα
και τ’ άλλο πρόσωπο,
τους είπε: «καλημέρα».

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΑΣ


Δεν θέλω στεναγμούς
δεν θέλω πάθη
απ 'το δικό σου το πανέρι
Άσε με εκεί πέρα στον βυθό
και μην ψάχνεις
το δικό μου πεπρωμένο
Όλου του κόσμου η διαφορά
ανάμεσά μας
Δεν το μπορείς να επιζήσεις
στα θαλασσινά όνειρά μου
Δεν το μπορώ να επιζήσω
αν πιαστώ στο δικό σου το αγκίστρι.

ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΘΟΥ


Λευκό αλαβάστρινο το σφριγηλό στήθος ,
κάτω απ το φεγγαρόφωτο της νεραϊδένιας
που κάθε χαμόγελο σκορπούσε αγγέλους .
Το λάγνο βλέμμα στην νυχτιά
κυβέρνησε ψυχές
και δεν υπήρχε στο τώρα
του αργότερα η σκέψη.
Μόνο η νεραϊδένια !
με τα ολόξανθα μαλλιά
που σε καλούσε
και το φεγγάρι που τα έλουζε
μες τ'ασημένιο φως .
Περιπλεγμένος έρωτας και τ 'αγαπώ
βιάστηκε στον πόθο να υποκύψει .
Δυνατότερος συνεπήρε τα '”δεν πρέπει “
κι η μια στιγμή ευτυχίας
ναν 'συντροφιά του μια ζωή.