Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

ΤΑ ΒΡΑΔΥΑ




Τα βράδυα,
Σαν χαμηλώνουνε τα φώτα
Και τα πουλιά κουρνιάζουν πιο βαθιά στης μοναξιάς τους τη φωλιά
Η σκέψη δραπετεύει ορμώντας στου μυαλού τα μονοπάτια
Κάποιων ψυχών
π' αγάπησαν το φως
τα βήματα ακολουθώντας
Και κείνα των μικρών αγγέλων που τα όνειρα  με συνοδεία κουβαλούν
Στους κύκλους που αντανακλά η σελήνη
στ' ουρανού το θόλο.

Εκεί επάνω στ' άστρα τα τρεμάμενα
Πλανιέται ένα δροσόβρεχτο
Των στεναγμών
και των δακρύων ανθοπέταλο
Που απ' της καρδιάς το δισκοπότηρο φτερούγισε. 


Άντρια Γαριβάλδη

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

ΣΗΜΑΤΩΡΟΙ : Ποιητική συλλογή της Πίτσας Γαλάζη που εκδόθηκε το 1983 (Εστία)


IV
Δεν ευαγγελίζουν πια οι καμπάνες
σ’ ένα Μάρτη κλωστή σε καρπό νήπιων ονείρων
με του Μινώταυρου βούλα στο μέτωπο
τον Άδη να άδει παραμονεύοντας
τις χαραμάδες της Άνοιξης
Δεν ευαγγελίζουν πια οι καμπάνες
ο άνεμος μόνο βιάζει παραθυρόφυλλα
κι ο παραλοϊσμός της γης μου
μεταφράζει το αίμα σε άνθη ροδακινιάς
Κι αγωνίζομαι να φέρω
το χελιδόνι με το ποίημα
σε τόπο που τα χελιδόνια πενθοφορώντας αποδημούν
καθώς αποδήμησαν της γενιάς μου οι ονειροφόροι
Ο Γρηγόρης κι ο Ευαγόρας του Μαρτιού
ο Μιχάλης κι ο Ανδρέας του Μαγιού
κι ύστερα οι τρεις Αυγουστιάτικοι
θερισμένοι μέσα στους παρακλητικούς
Κι ούτε Απόστολοι απ’ τα πέρατα
ούτε κανείς συναθροίζεται να τους ανασηκώσει
αποκαθηλώνοντας το σώμα της γης μου
Μόνο γύφτοι σφυροκοπούν
καρφώνοντας ατέλειωτα
κι οι καμπάνες που επιχειρούν
ανακαλώντας
Κι ο απελπισμένος πιάνει απ’ τα μαλλιά τις λέξεις
και το ποίημα φτιάχνοντας
αφήνει μέσα στα στρογγυλά των ψηφίων
τα αιχμηρά των κορυφών
και στα φυλλώματα της νοσταλγίας
χώρο για την παλιννόστηση χελιδονιών
με το Ελληνικό και το παράλογο
που λέγεται όνειρο και τύφλα της αγάπης
XVI
Ο Καλόγερος σιωπούσε με το συναξάρι το γιατροσοφικό
Τα σαγόνια που πριν έτρεμαν κροταλίζοντας την ομιλία
έβλεπαν τώρα τα σπίτια του Αίαντα πρόβατα
και το μαχαίρι έλαμπε από τον κάμπο του Ξερού
σε τόπο που ‘κοβε το κρύο σαν μαχαίρι
Εκεί στο σύνορο έκοψε ο Γρηγόρης στα δυο τον καιρό
και το «κατά τας γραφάς» συνετελέσθη
Πώς μας στρίμωξαν έτσι κι εγίνη το κακό
και τα μαχαιρωμένα σπίτια χάσκουν βιασμένα;
Στις κοιλιές του αρνιού τα σωσίβια ο Κανένας
κι η ψυχή στο στόμα πάει και έρχεται
Ο Λυθροδόντας έδειξε τα δόντια του
ο Μαχαιράς το μαχαίρι του
και μέσα στο αντήλιο του χαιρετισμού της πενταδάχτυλης οροσειράς
που χάραζε στο υπόστεγο του μουστακιού χαμόγελο
Εκείνος ερμήνευε το ύψωμα του χεριού
«Πέντε» είπε «σε πέντε χρόνια»
και πλησιάζοντας τ’ όνειρό του
έκαμε να χαλαρώσει σε κρεβάτι καλογερικό
Ο καλόγερος με το γιατροσόφι και το συναξάρι
έφερε πίσω τον Μοριά
και καβαλάρης μέσα στα χυμένα κιούπια
έπεσε πιωμένος στην φωτιά
μη η προσφυγιά και μη της πρόσφυγας τα μάτια
μοιάζουν με της παρθένας Παναγιάς
Η πίσω πόρτα ανοιχτή στον κίνδυνο
κι εκείνος βγήκε από την μπρος λαμπάδα αναμμένη
Τώρα ξεραμένο το Ξερό
και η υστερεκτομή της Μεσαριάς άφησε στην άλλη μισή τ’ αντανακλαστικά της
Κι η Παναγιά ούτε μιλιά
να πει ποιος πήρε το μαχαίρι της
ούτε μια δήλωση
ούτε μια διαδήλωση
σαν τότε που μολογούσαμε την ψυχή μας τους τοίχους
που παράδιναν σ’ όνειρο τα μεγεθυμένα ραβασάκια μας
«Την μάνα μας θέλουμε κι ας τρώμε πέτρες»
Πέτρες κατάπιαμε, πέτρες γεμίσαμε
πέτρες πετάξαμε, πέτρες δεχθήκαμε
πετρωμένοι αλάλητοι
πέτρα λιωμένη η μάνα μας
σε γουδί κοπανισμένη χώμα πατρίδας
Πέντε, δέκα, δεκαπέντε
στρέβλωσε ο χαιρετισμός σε μούντζα πενταδάχτυλη
Κι εκείνος με μικρούς στροβίλους
να σηκώνει χώμα στα στραβά μας μάτια
να ενοχλήσει υπενθυμίζοντας
O Καλόγερος σήκωσε το συναξάρι
και πρότεινε το γιατρικό
«Άι-Γιώργη Καβαλάρη
πάνω στο χρυσόν αππάρι
αν είναι πέτρα έβγαλ’ την
αν είναι ξύλον έβγαλ’ το
αν είναι χώμα λιώσε το»
Μέσα στα μάτια δεν είναι ξύλο είναι δοκός
δεν είναι χώμα,
είν’ η πατρίδα που διαμαρτύρεται
και δακρύζω

παρατήρηση: Η φωτογραφία είναι από τον σύνδεσμο: http://ofisofi.blogspot.com.cy/2014/07/74-22.html

«Στον πηγαιμό για την Κερύνεια» : Παρουσίαση του Βιβλίου του Δρος Νίκου Αγγελίδη

Ο Δήμος Λάρνακας
σάς προσκαλεί στην παρουσίαση του βιβλίου του
 
 
Δρος Νίκου Αγγελίδη
 
 
«Στον πηγαιμό για την Κερύνεια»
 
 
που θα γίνει την
Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016 στις 19:30
 
στη Στέγη Γραμμάτων  & Τεχνών Λάρνακας
Πλατεία Βασιλέως Παύλου
(πρώην κτήριο της Οθωμανικής Τραπέζης)
 
 
Το βιβλίο θα παρουσιάσει ο
 
 
Λυκούργος Κουρκουβέλας
 
Ειδικός Επιστήμονας στο Τμήμα
Ιστορίας και Αρχαιολογίας
Πανεπιστημίου Κύπρου
 
 
Αντιφώνηση από τον συγγραφέα
 
 
Θα ακολουθήσει δεξίωση
 

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

Ανδρονίκη ή Φεβρωνία / Πεφρωνία : Ένα αφηγηματικό τραγούδι του Ελληνισμού

Συλλογή στοιχείων από τις πηγές που αναφέρονται, 
σκέψεις και απόψεις του Δημητρίου Γκόγκα

      H «Ανδρονίκη» είναι ένα Δημοτικό, αφηγηματικό τραγούδι που για πρώτη φορά το άκουσα στην Κύπρο. Μου έκανε εντύπωση ο ρυθμός του τραγουδιού αλλά κυρίως οι στίχοι που περιγράφουν ένα πραγματικό περιστατικό, που λέγεται πως συνέβη σε «μέρη ελληνικά» ή για την ακρίβεια στα «μέρη της Ελλάς» Αυτό μπορεί και να σημαίνει ότι οι στίχοι γράφτηκαν στον Ελλαδικό  χώρο και αργότερα η Λαϊκή Μούσα με την έντονη κινητικότητα, λόγω και των κοινωνικοοικονομικών μεταβολών, τους προσάρμοσε στον Κυπριακό περιβάλλον δίνοντας έντονο χαρακτηριστικό χρώμα, δυνατό ήχο,  ρυθμό και ασύγκριτη μελωδία.  Βέβαια η προέλευση του τραγουδιού έχει διχάσει ευχάριστα. 
    Πολλοί είναι που εκτός από την Κύπρο, αναφέρουν ως αρχή της Δημιουργίας του τραγουδιού την Λακωνία (Σπάρτη),  τη Ρόδο (ο τραγουδιστής Γιάννης Κλαδάκης το τραγουδά ως Δημοτικό τραγούδι της Ρόδου: https://www.youtube.com/watch?v=88L9Ru6pXvM), τη Θράκη, την Αντίπαρο,  τη περιοχή της Πάτρας, την ευρύτερη περιοχή των Δωδεκανήσων, ενώ ο μουσικοσυνθέτης Ανδρέας Α. Αρτέμης διασκευάζοντας το τραγούδι : Η ιστορίας της Φεβρωνίας το αναφέρει ως μικρασιατικό. (https://www.youtube.com/watch?v=R1B5MpIwQGM)

     Αναζητώντας στοιχεία για το περιστατικό καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι αυτό συνέβη στην Κοινότητα Άγιος Ιωάννης Σπάρτης (βρίσκεται σε υψόμετρο 210 μέτρων) ή στον Αι Γιώργη Λακωνίας (Υψόμετρο 700 μέτρα) σε απροσδιόριστη χρονική στιγμή αλλά σίγουρα στις αρχές του  περασμένου αιώνα, όταν η πρωταγωνίστρια (με το ασυνήθιστο όνομα: Φεβρωνία ή Πεφρωνία) τόλμησε να πάει στον καφενείο, φορώντας ρούχα ευρωπαϊκά (παντελόνια δηλαδή) να παίξει χαρτιά, να πιει καφέ και να φουμάρει ναργιλέ, συνοδευόμενη από κάποιον άνδρα (εραστή, αγαπητικό, άνδρα κτλ)  Η καταπάτηση των ηθών είναι προφανής, χαρακώνεται η τιμή της οικογενείας, η τοπική κοινωνία προδίδεται και ο αδελφός καλείται να σώσει τη τιμή, σκοτώνοντας (θυσιάζοντας) την γυναίκα.  

Οι στίχοι του Δημοτικού τραγουδιού στην Επαρχία της Λακωνίας είναι οι κάτωθι:

Στη Σπάρτη στον Αη Γιάννη βαρούνε τα βιολιά, *
χορεύει η Φεβρωνία με τα ευρωπαϊκά.

Δυο φίλοι του αδερφού της την εγνωρίσανε,
και αμέσως στο Βαγγέλη το μαρτυρήσανε.

Τι κάθεσαι Βαγγέλη, δεν πας στον καφενέ,
να δεις την αδερφή σου, φουμέρνει ναργιλέ.

Αμέσως ο Βαγγέλης μπαίνει στον καφενέ,

δυο τουφεκιές της ρίχνει, την παίρνει ξέσκουλα,
της ρίχνει κι άλλη μια, την παίρνει στην καρδιά.

*Ο πρώτος στίχος ακούγεται και ως: Στης Σπάρτης τα περβόλια, στης Σπάρτης τα στενά..


Στο διαδίκτυο βρήκαμε και του παρακάτω στίχους. Εδώ η πρωταγωνίστρια ονομάζεται Πεφρωνία, και εκτός του κατηγορητηρίου της, υβρίζεται ως κακούργα.  Μετά και τους τέσσερις πρώτους στίχους οι δύο εκδοχές του τραγουδιού είναι ταυτόσημες.

Το μάθατε τι εγίνη στη Σπάρτη μια βραδιά, 
π' εντύθ' η Πεφρονία (την κακούργα )στα ευρωπαϊκά

Παίρνει τον εραστή της, πάει στον καφενέ,
 
στον καφετζή διατάζει (την κακούργα ) καφέ και άργιλέ.

Δυο φίλοι του αδερφού της την εγνωρίσανε,
και αμέσως στο Βαγγέλη το μαρτυρήσανε.

Τι κάθεσαι Βαγγέλη, δεν πας στον καφενέ,
να δεις την αδερφή σου, φουμέρνει ναργιλέ.

Αμέσως ο Βαγγέλης μπαίνει στον καφενέ,
δυο τουφεκιές της ρίχνει, την παίρνει ξέσκουλα,
της ρίχνει κι άλλη μια, την παίρνει στην καρδιά.


Το Δημοτικό αυτό τραγούδι ηχογραφήθηκε στην Αμερική το 1929 με τίτλο: Πεφρωνία η Σπαρτιάτισσα και τραγουδήθηκε από την κα Διαμάντω Βασιλάκου. Μπορείτε να το ακούσετε στη διεύθυνση: https://www.youtube.com/watch?v=w_ptLJHfKC8

Και ακόμα μία εκδοχή με πρωταγωνίστρια και πάλι την Πεφρωνία, αυτή τη φορά στην Κοινότητα του Αγίου Ανδρέα στην ίδια περιοχή (Λακωνίας αλλά και Αρκαδίας )

Κάτω στον Αγι’-Αντρέα βαράνε τα βιολιά,
χορεύει η Πεφρωνία με τα Ευρωπαϊκά.

Τρεις φίλοι του Βαγγέλη τήνε γνωρίσανε,
τρέχουνε στο Βαγγέλη, τη μαρτυρήσανε.

Πηγαίνει ο Βαγγέλης μέσα στον καφενέ,
βρίσκει την Πεφρωνία, φουμάριζε αργιλέ.

Μια πιστολιά τής ρίχνει στα φυλλοκάρδια της,
μικροί, μεγάλοι κλάψαν την ομορφάδα της.


Κάποιες άλλες παραλλαγές του τραγουδιού

(αναρτημένες στο διαδίκτυο 
από την κα Γεωργία Κωτσόβολου)
Α. 

Στη Σπάρτη στον Αγιώργη βαρούνε τα βιολιά
Χορεύει η Πεφρωνία τα ευρωπαϊκά

Δυο φίλοι του Βαγγέλη  την εγνωρίσανε
Και στο Βαγγέλη πάνε τα μαρτυρήσανε

Βαγγέλη η αδελφή σου είναι στον καφενέ
με τον Πετροπουλάκη το λοχία φουμάρει ναργιλέ

Αμέσως ξεσηκώθη βάζει ξενόμαλλα
Και και πιστόλι εζώστη πάει στον καφενέ

Μια πιστολιά της ρίχνει  την παίρνει στα πλευρά
της ρίχνει και δευτέρα  την παίρνει στην καρδιά

Δεν τόλπιζα Βαγγέλη  να με σκοτώσετε
και τον Πετροπουλάκη τον λοχία να μη μου δώσετε

Καημένη Πεφρωνία  πού είναι η καδένα σου
Εντρόπιασες εμένα  και τον πατέρα σου

Καημένη Πεφρωνία πού είν’ το ρολόι σου
Εντρόπιασες εμένα και όλο το σόι σου

Και ο Πετροπουλάκης  απ’το ψηλό βουνό
-Ψυχή μου Πεφρωνία δεν θα σε ξαναδώ


Β

Το μάθατε τί έγινε στη Σπάρτη μια βραδιά 
σκοτώσανε την Πεφρωνία με τα ευρωπαϊκά

 Δυο φίλοι του Βαγγέλη  την εγνωρίσανε
Και στο Βαγγέλη πάνε τα μαρτυρήσανε

Σηκώνεται ο Βαγγέλης πάει στον καφενέ
βρίσκει την Πεφρωνία (την κακούργα) 
με τον Πετροπουλάκη το λοχία να φουμάρουν ναργιλέ

Δυο πιστολιές της ρίχνει τη βρίσκει στα πλευρά
την ξαναδευτερώνει τη βρίσκει στην καρδιά 

Δεν τόξερα Βαγγέλη πως θα με σκότωνες 

και στον Πετροπουλάκη το λοχία να μη με έδινες 


Στην προσπάθεια  να αναλύσει κανείς το τραγούδι και να ξεδιπλώσει την τραγική ιστορία, διαπιστώνει ότι αρχικά η Φεβρωνία (το όνομά της προέρχεται από το λατινικό februo που σημαίνει κατά βάση εξαγνίζω ) η Πεφρωνία και αργότερα η Ανδρονίκη (< ἀνήρ + νίκη) που αρχικά είναι τίμια και αγνή κάνει την μικρή επανάστασή της σε μια εποχή που δεν μπορεί να δεχτεί τη γυναίκα εκτός της οικογενειακής εστίας. Επιλέγει τον καφενέ, ένα ανδροκρατούμενο στέκι όπου μπορούσε κάποιος να πιει καφέ, σουμάδα, να παίξει χαρτιά και να φουμάρει ναργιλέ. Είτε η Φεβρωνία, είτε η Πεφρωνία και  είτε η Ανδρονίκη φορά ρούχα Ευρωπαϊκά, δηλαδή παντελόνια, θέλοντας ίσως,  όχι μόνο να καλυφθεί φοβούμενη ότι κάποιος θα την αντιληφθεί, αλλά και να τονίσει την ισότητα , προστάζει τον καφετζή (προσέξτε δεν παραγγέλνει) να της κάνει καφέ, Σουμάδα, να της φέρει να φουμάρει ναργιλέ, ενώ δεν διστάζει να χορέψει. Και εκείνη τη στιγμή που διασκεδάζει συνοδευμένη από  τον εραστή, αγαπητικό, κάποιον παλληκαρά, την αντιλαμβάνεται η άμεμπτη κοινωνία με τα μάτια δύο ή τριών (δεν έχει ουσιαστική σημασία) ανδρών  και το μαρτυρά στον Βαγγέλη (Βαγγέλης =φορέας καλών ειδήσεων)  τον αδελφό της. Εδώ θα πρέπει να προσέξουμε πως σε ορισμένες παραλλαγές, ως συνοδός ή αγαπητικός της αναφέρεται ο Λοχίας Πετροπουλάκης, επίθετο που στις περιοχές της Λακωνίας, Μεσσηνίας συναντάται πολύ συχνά.  Οι φίλοι τον παροτρύνουν να τρέξει στον καφενέ για να δει την αδελφή του που ρεζιλεύει όχι μόνο την οικογένεια αλλά και όλο το σόι της. Διευρύνεται έτσι το μέγεθος της ντροπής, του ρεζιλέματος, του κηλιδώματος. Ο αδελφός αρματώνεται, παίρνει μαζί του τα φονικά όπλα (τουφέκι και μαχαίρι) και σπεύδει να αποκαταστήσει την τιμή της οικογενείας. Ο μικρός διάλογος που ακολουθεί μεταξύ του αδελφού και της Ανδρονίκης ή Φεβρωνίας, δεν ξεδιαλύνει το θολωμένο μυαλό, είναι απλώς η μετάβαση στο φρικτό τέλος, που στην εποχή εκείνη του περασμένου αιώνα, είναι και αναμενόμενο. Η γυναίκα πέφτει νεκρή από το χέρι του αδελφού, το κρίμα (η  ηθική ευθύνη και συνενοχή) στους δύο φίλους ενώ ουσιαστικά η ίδια η κοινωνία θρηνεί την δική της κατάντια την δική της έκθεση στη ζωή. Ο κόσμος όλος (Ρωμιοί και Τούρκοι) κλαίνε τη γυναίκα που θυσίασε τη ζωή της σε μια κοινωνία που στέκεται ανέντιμα και ρατσιστικά απέναντι στα μέλη της αιώνες τώρα.
Απουσιάζει η απονομή δικαιοσύνης, πιθανόν και εσκεμμένα. Η σιωπή στο σημείο αυτό ίσως σημαίνει και την αποδοχή της εσχάτης τιμωρίας που επιβλήθηκε από τον αδελφό. Η Κοινωνία κλείνει το στόμα, τα μάτια, αναποδογυρίζει τον καφέ στο πέρασμα της νεκρής, αποστρέφεται κάθε μη αποδεκτή αλλαγή.
Σε μια μόνο εκδοχή που βρήκαμε στην Κύπρο, ο αδελφός Βαγγέλης συλλαμβάνεται, δικάζεται και οδηγείται στην κρεμάλα. 


Οι ομοιότητες και διαφορές σημαντικών στοιχείων στο τραγούδι όπως συναντάται αναγράφονται στους παρακάτω πίνακες. 

Γεωγραφικό Διαμέρισμα Ελλάδας και Κύπρου
Όνομα Γυναίκας
Πρόσωπο που συνοδεύει την Γυναίκα
Όνομα Αδελφού
Τόπος εγκλήματος
Λακωνία
(1η εκδοχή)
Φεβρωνία

Βαγγέλης
Αι Γιάννης Σπάρτης
Καφενές
Λακωνία
(2η εκδοχή)
Πεφρωνία
Εραστής
Βαγγέλης
Σπάρτη
Καφενές
Λακωνία
(3η εκδοχή)
Αρκαδία
Πεφρωνία
Λχίας Πετροπουλάκης
Βαγγέλης
Αι Γιώργης Σπάρτης
Καφενές
Αντίπαρος
Ανδρονίκη
Εραστής
(Πετροπουλάκης ο νέος που αγαπά)
Βαγγέλης
Στης Πόλης τα Στενά
Καφενές
Αχαία
Αναφέρεται απλώς ως αδελφή

Βαγγέλης
Στης Πάτρας τα χωριά
Καφενές
Ευρύτερη Περιοχή Δωδεκανήσων
Ανδρονίκη
Ο Άνδρας της
Βαγγέλης
Πέρα Μαχαλάς (κάποια γειτονιά)
Καφενές
Ρόδος
Ανδρονίκη
Ο αγαπητικός της
Βαγγέλης
Στης Ρόδου τα χωριά
Καφενές
Μικρά Ασία
Φεβρωνία

Βαγγέλης
Μαχαλάς (γειτονιά)
Καφενές
Κύπρος
(1η εκδοχή)
Ανδρονίκη
Κάποιος Παλληκαράς
Βαγγέλης
Σε μέρη της Ελλάς
Καφενές
Κύπρος
(2η εκδοχή)
Ανδρονίκη
Κάποιος Παλληκαράς
Βαγγέλης
Σε μέρη της Ελλάς
Καφενές
Κύπρος
(3η εκδοχή)
Ανδρονίκη
Κάποιος Παλληκαράς
Βαγγέλης
Σε μέρη Ελληνικά
Καφενές


Γεωγραφικό Διαμέρισμα Ελλάδας και Κύπρου
Κατηγορητήριο
Φονικό Όπλο
Χαρακτηρισμοί Γυναίκας
Ηθικοί Αυτουργοί
Αιτίες/ Αποτελέσματα του φονικού
Λακωνία
(1η εκδοχή)
Χορός με ευρωπαϊκά, κάπνισμα με ναργιλέ
Τουφέκι

Δυο φίλοι του αδελφού

Λακωνία
(2η εκδοχή)
Ντύθηκε με ρούχα ευρωπαϊκά, έπινε καφέ και ναργιλέ 
Τουφέκι
Κακούργα
Δυο φίλοι του αδελφού

Λακωνία
(3η εκδοχή)
Αρκαδία
Χορεύει Ευρωπαικούς χορούς, πίνει καφέ και καπνίζει ναργιλέ
Τουφέκι
Κακούργα
Δυο φίλοι το αδελφού
Προσβολή της   οικογενείας, όλου του σόι,
Αντίπαρος
Ντύθηκε με ρούχα ευρωπαϊκά, έπινε σουμάδα και ναργιλέ 
Μαχαίρι κοφτερό
Κακούργα
Δυο φίλοι του αδελφού
Αποστροφή και συνάμα οδυρμός για τον χαμό της
Αχαία
Ντύθηκε με ρούχα ευρωπαϊκά και έπινε ναργιλέ
Μαχαίρι
Κακούργα
Τρεις φίλοι του αδελφού

Ευρύτερη Περιοχή Δωδεκανήσων
Ντύθηκε με ρούχα ευρωπαϊκά, έπινε σουμάδα και ναργιλέ 
-
-
Τρεις φίλοι του αδελφού
Προσβολή της οικογενείας
Ρόδος
Ντύθηκε με ρούχα ευρωπαϊκά, έπινε καφέ και ναργιλέ 
Μαχαίρι

Δυο φίλοι του αδελφού
Προσβολή της   οικογενείας, όλου του σόι, Οδυρμός για τον χαμό της τόσο από Ρωμιούς όσο και από Τούρκους
Μικρά Ασία
Φούμαρε ναργιλέ
Μαχαίρι
Σκύλα, Παλιόγρια


Κύπρος
(1η εκδοχή)
Φόρεσε ρούχα ευρωπαϊκά, φούμαρε ναργιλέ, έπινε καφέ και έπαιζε χαρτιά
Μαχαίρι

Δυο φίλοι του αδελφού
Ντροπή στην οικογένεια, στο σόι, οδυρμός για τον χαμό της όμορφης γυναίκας. Ο Βαγγέλης δικάζεται και οδηγείται στην Κρεμάλα
Κύπρος
(2η εκδοχή)
Φόρεσε ρούχα ευρωπαϊκά, φούμαρε ναργιλέ, έπινε καφέ και έπαιζε χαρτιά
Μαχαίρι

Δυο φίλοι του αδελφού
Ντροπή στην οικογένεια, στο σόι, οδυρμός για τον χαμό της όμορφης γυναίκας.
Κύπρος
(3η εκδοχή)
Φόρεσε ρούχα ευρωπαϊκά, φούμαρε ναργιλέ, έπινε καφέ και έπαιζε χαρτιά
Τουφέκι και Μαχαίρι

Δυο φίλοι του αδελφού
Ντροπή στην οικογένεια, στο σόι, οδυρμός για τον χαμό της όμορφης γυναίκας.









































































Στην Αντίπαρο το τραγούδι έχει ως εξής:


Η Ανδρονίκη

Τα μάθατε τι έγινε στης Πόλης τα στενά;
Εντύθηκε μια νέα, η κακούργα εις τα ευρωπαϊκά. 
Τον εραστή της παίρνει, πάει στον καφενέ,
τον καφετζή διατάζ’ η κακούργα σουμάδα κι αργιλέ. 
Οι φίλοι τ’ αδερφού της την εγνωρίσανε,
στον αδερφό της πάνε την κακούργα, τη μαρτυράνε. 
Τι κάθεσαι, Βαγγέλη, δεν πας στον καφενέ
να δεις την αδερφή σου, την κακούργα πώς πίνει αργιλέ. 
Σηκώνεται ο Βαγγέλης, πάει στον καφενέ,
βλέπει την αδερφή του την κακούργα, που πίνει αργιλέ. 

Άντε, βρε Αντρονίκη, πάμε στο σπίτι μας,
το μάθαν οι γονείς μας, καημός και λύπη μας. 
Ώρα καλή, Ανδρονίκη, πούν’ το ρολόι σου;
Ρεζίλεψες εμένα κι όλο το σόι σου. 
Άσ’ με, Βαγγέλη, άσ’ με τον αργιλέ να πιω
με τον Πετροπουλάκη, το νέο που αγαπώ.
Απ’ τα μαλλιά την άρπαξε και χάμω την πετάει.
Βγάζει μαχαίρι κοφτερό και την καρδιά τρυπάει.
Όταν την επερνούσαν από τον καφενέ,
στρέψαν τα φλιτζανάκια και χύναν τον καφέ. 
Όταν την επερνούσαν απ’ τη μάνα της,
μικροί, μεγάλοι κλαίγαν την ομορφάδα της.


Στην περιοχή της Πάτρας

Εμάθατε τί γίνηκε στής Πάτρας τα χωριά
που ντύθηκε μιά νέα-την κακούργα-τα ευρωπαϊκά

Τρείς φίλοι τ΄αδερφού της την εγνωρίσατε
και στον Βαγγέλη πάνε-την κακούργα-την μαρτυρήσανε

Τί κάθεσαι Βαγγέλη δεν πας στον καφενέ
να δεις την αδερφή σου-την κακούργα-να πίνει αργιλέ

Κινάει ο Βαγγέλης και πάει στον καφενέ
βρίσκει την αδερφή του-την κακούργα-να πίνει αργιλέ

Τρεις μαχαιριές της δίνει στην δεξιά πλευρά
της έβγαλε τα σκώτια τα πλεμόνια κι όλα τα σωθικά


Στην ευρύτερη περιοχή των Δωδεκανήσων

Για ακούσατε τι γίνηκε στο πέρα μαχαλά
Ένα κορίτσι εντύθει στα ευρωπαικά

Παίρνει τον άνδρα της και πάει στο καφενέ
Τον καφετζή διατάζει σουμάδα κι αργιλέ

Τρεις φίλοι του αδελφού της την εγνωρίσανε
Πάσι στον βαγγέλη την παρεγκρίσανε

Σηκώνεται ο Βαγγέλης, πάει στον καφενέ,
θωρεί την Ανδρονίκη , να πίνει αργιλέ. 

Κρίμα σου Ανδρονίκη, συ κι η παρέα σου
Και μ΄ έκαμες ρεζίλι και τον πατέρα σου



Στη ρόδο

Εκούσατε τ’ έγενε στης Ρόδου τα χωριά
Εντύθηκε μια νέα,  τα ευρωπαϊκά. 

με τον γαπητικό της, πάει στον καφενέ,
τον καφετζή προστάζει καφέ και ναργιλέ.  

Δυό φίλοι τ’ αερφού της την εγνωρίσασι,
και στον Βαγγέλη  πάσι την παραγκρίσασι. *

Τι κάθεσαι, Βαγγέλη, δεν πας στον καφενέ
να δεις την Ανδρονίκη, που πίνει ναργιλέ. 

Σηκώνεται ο Βαγγέλης, πάει στον καφενέ,
θωρεί την Ανδρονίκη , που πίνει ναργιλέ. 

Δεν ντρέπεσαι Αντρονίκη, κρίμα στο μπόι σου
εντρόπιασες εμένα κι όλο το σόι σου.

Τραβάει τη μαχαίρα  ρίχνει την στα δεξιά
Χύθηκαν τα τζιέργια κι όλα τα σωθικά.

Τι σουκαμα Βαγγέλη και με σκοτώνετε
Στου καφενέ την πόρτα και με ξαπλώνετε;

Κάτω στη κρύα βρύση θέλω το μνήμα μου
Οι φίλοι τ΄ αελφού μου νάχουν το κρίμα μου.

Όταν την επερνούσαν που το μακρύ στενό
Τούρκοι ρωμιοί εκλαίγαν τον άσπρο της λαιμό

Κι όταν την επερνούσαν από τα κατσαπιά
Τούρκοι ρωμιοί εκλαίγαν τα μαύρα της μαλιά

Όταν την επερνούσαν απ’ τη μάνα της,
Τούρκοι ρωμιοί εκλαίγαν την ομορφάδα της.

*Παραγκρίζω: προδίδω, καταγγέλω

Στη Μικρά Ασία

Άκουστα Φεβρωνία δεν τα ΄πραξες σωστά
Και μ΄ έκανες ρεζίλι σκύλα σ΄ όλο τον μαχαλά.

Τι κάθεσαι Βαγγέλη δεν πας στον καφενέ
Να δεις την αδελφή σου την παλιόγρια που παίρνει ναργιλέ

Τρεις μαχαιριές τη ρίχνει στην άκρια πλευρά
Τις έφαγε τα σκώτια τα πνευμόνια κι όλα τα σωθικά

Γιατί μωρή κακούργα που παίρνεις τον λουλά
Και μ΄ έκανες ρεζίλι σκύλα σ΄ όλο τον μαχαλά.

Στην Κύπρο

Το 2014,  το θέμα της προέλευσης του Δημοτικού Τραγουδιού «Ανδρονίκη» απασχόλησε και την εφημερίδα της Ομογένειας «Εθνικός κήρυκας».   Εκεί ανάμεσα σε πολλές απόψεις κυριαρχεί και αυτή του Μιχάλης Τερλικκά,  ο οποίος ασχολείται ως ερευνητής της παραδοσιακής μουσικής της Κύπρου, από το έτος 1993. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα βυζαντινής μουσικής  και έχει αποδώσει με εξαιρετικό τρόπο Δημοτικά Τραγούδια της Κύπρου. Όπως είναι απόλυτα φυσικό έχει τραγουδήσει και την «Ανδρονίκη».  
Σύμφωνα λοιπόν με τον κ. Μιχάλη Τερλικκά, «το αφηγηματικό αυτό τραγούδι, αναφέρεται σε μια πραγματική ιστορία που συνέβη στον ελλαδικό χώρο στα τέλη του 19ου ή στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο τόπος μαρτυρείται από τις διάφορες παραλλαγές. Μία παραλλαγή λέει: «Εμάθετε τι ’γίνην στης Πόλης τα χωριά....», μια άλλη: «Εμάθετε τι ’γίνην στης Πάτρας τα χωριά....». Aπό τις αφηγήσεις πολλών ηλικιωμένων οι οποίοι το άκουσαν από τις μανάδες ή τις γιαγιάδες τους, οι οποίες με τις σειρά τους το είχαν ακούσει από τους ποιητάρηδες της εποχής, το τραγούδι τοποθετείται γύρω στο 1930. Έχοντας λοιπόν υπ’ όψιν το γεγονός ότι συνήθως οι ποιητάρηδες έκαναν τραγούδια συγκλονιστικά γεγονότα της επικαιρότητας υποκαθιστώντας κατά κάποιο τρόπο τα μέσα ενημέρωσης που την εποχή εκείνη ήταν υποτυπώδη, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το γεγονός πρέπει να ήταν σχετικά πρόσφατο. Την υπόθεση αυτή ενισχύει και η ύπαρξη κατά την ίδια εποχή τραγουδιού με τον ίδιο τίτλο στην Μικρά Ασία το οποίο αφηγείται την ίδια ακριβώς ιστορία. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η μικρασιάτικη παραλλαγή δεν έχει την ίδια μελωδία με την κυπριακή, κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πιθανόν στην Κύπρο να μην έφτασε το τραγούδι, αλλά η ιστορία την οποία όπως φαίνεται πήρε κάποιος άγνωστος ποιητάρης της εποχής και την έκανε τραγούδι. Το πιθανότερο όμως, είναι να έφτασε στην Κύπρο σε μορφή στίχου, σε κάποια φυλλάδα και να το μελοποίησε σε αυτό το αφηγηματικό ύφος κάποιος κύπριος ποιητάρης, προσαρμόζοντάς το με τη διάλεκτο και κάνοντας τις δικές του μετατροπές στον στίχο. Είναι πάντως γεγονός ότι στις αρχές του περασμένου αιώνα ήταν πολύ διαδεδομένο και δημοφιλές στην Κύπρο, διότι σχεδόν όλοι οι ηλικιωμένοι με τους οποίους συνομίλησα το θυμούνταν με συγκίνηση».
Το τραγούδι η «Ανδρονίκη»  άκουσε για πρώτη φορά από τον Κύπριο λαϊκό ποιητάρη Ανδρέα Μαππούρα. Ο Ανδρέας Μαππούρας   γεννήθηκε στην Αραδίππου στις 18/12/1918 και πέθανε στις 16/3/1997. 

Πως όμως η Φεβρωνία ή η Πεφρωνία έγινε Ανδρονίκη στην Κύπρο; Το όνομα Αντρονίκη  (Νίκη Ανδρός) είναι αρκετά συνηθισμένο στην Μεγαλόνησο. Αρκεί  να θυμηθούμε αυτό που έχουμε πρωτοπεί ότι η Λαϊκή Μούσα και στην συγκεκριμένη περίπτωση οι Ποιητάρηδες της Κύπρου προσάρμοσαν τους στίχους και έδωσαν διάφορο ρυθμό στο τραγούδι. Οι ποιητάρηδες είχαν  την ικανότητα να συνθέτουν τραγούδια, (διηγηματικά ή αφηγηματικά) για διάφορα γεγονότα που προκάλεσαν το ενδιαφέρον τους. Τα απήγγειλαν σε διάφορα πανηγύρια και σε λαϊκές συγκεντρώσεις με στόχο την συγκίνηση του κόσμου και σε ορισμένες περιπτώσεις την αφύπνισή του.

Τα θέματά τους:

-Κοινωνικές ιστορίες (ερωτικά, θρησκευτικά γεγονότα. Φόνοι, αυτοκτονίες κτλ)
-Πολιτικά γεγονότα ( εθνικοπολιτικά συμβάντα, προσφυγιά κτλ)
-Φυσικά φαινόμενα (θεομηνίες, πλημμύρες, ανομβρία κτλ)


Ας δούμε παρακάτω τις παραλλαγές που έχουμε βρει για το τραγούδι της Ανδρονίκης στη Κύπρο:

Η Ανδρονίκη (α΄ παραλλαγή)

Εμάθατε τι εγίνη στα μέρη της Ελλάς
Ντύθηκε η Ανδρονίκη ρούχα Βρωπαϊκά

 Φορεί τα παντελόνια και πά στον καφενέν
Τον καφετζήν προστάζει καφέν και ναργιλέν

Ζητά κι έναν τραπέζιν και μια ματσά χαρκιά
Κι αρχίνισεν να παίζει μ’ έναν παληκαράν

Δυο φίλοι τ’ αδερφού της που τη γνωρίσασι
Πάσιν εις τον Βαγγέλην και του το είπασι

 -Τρέξε Βαγγέλη τρέξε κάτου στον καφενέν
Να ιδείς την Ανδρονίκην φουμάρει ναργιλέν

Βαγγέλης σαν τ’ ακούει πολλά θυμώθηκεν
Πιάνει κι ένα μαχαίριν και αρματώθηκεν

Τρέχει ο Βαγγέλης τρέχει σιμά στον καφενέν
θωρεί την Ανδρονίκην φουμάρει ναργιλέν

-Κρίμα σε Ανδρονίκη, κρίμα στο μπόϊ σου
Εντρόπιασες κι εμένα κι ούλον το σόϊν σου

Τραβά και το μαχαίριν από την θήκην του
Κι έκοψεν τον λαιμόν της της Ανδρονίκης του

 Όταν την επερνούσαν από τα σπίτια της
Μικροί μεάλοι κλάψαν τα μαύρα φρύδια της

Όταν την επερνούσαν από τον καφενέν
Έσπαζαν τα φελτζάνια που πίνασι καφέν

Κι όταν την κατεβάσαν μεσα στο μνήμα της
Δυο φίλοι τ’ αδερφού της λαλούν το κρίμα της

-Εσφαξες βρε Βαγγέλη την Ανδρονίκην μας
Που ήτουν το καμάρι μέσα στο σπίτι μας

Και πιάσαν τον Βαγγέλην και τον δικάσασι     
Πα στο δεντρό τον βάνουν και τον κρεμάσασι

Η Ανδρονίκη (Β΄ παραλλαγή)

Εμαθετέ τι εγίνην στα μέρη της Ελλάς
Ντύθην η Αντρονίκη ρούχα Ευρωπαϊκά

Φορεί τα παντελόνια τσε πάει στον καφενέ
Τον καφετζήν προστάζει καφέ και ναργελέ

Ζητά τσε ενα τραπέζι τσε μιαν μάτσαν χαρτιά
τσι αρκίνησεν να παίζει μ’ έναν παλλήκαραν
 

Δυο φίλοι τ’ αδερφού της που την γνωρίζασιν
 
Πάσιν εις τον Βαγγέλη, τσι του το ειπασιν

τρεξε Βαγγελη τρεξε κατω στον καφενέ
Να δεις την Αντρονικην που πίνει ναργελέ

Βαγγέλης σαν τ’ ακούει πολλά θημώθηκεν
 
πιάννει τσε `ναν μασιέριν τσι αναρματώθηκεν

Κρίμας σε Αντρονικη, κρίμας στο μπόι σου
 
Εντρόπιασες κι εμένα τσι ούλλον το σόι σου

άφες με ρε Βαγγέλη να παίξω τα χαρτιά
με τουτο το παλληκάριν αφούς με άγαπα

Τραβά τσε το μασιέριν απο την θήκην του 
τσι έκοψεν τον λαιμόν της της Αντρονίκης του
 

Όταν την επερνούσαν από τον καφενέ
έσπαζαν τα φλυτζάνια που πίννασιν καφέν

τσι όταν την επαιρνούσαν απο τα σπίθκια της
μικροί μεγάλοι κλάψαν τα μαύρα φρύδια της

και όταν την κάτεβάσαν μεσά στο μνήμα της
δυο φίλοι του άδελφου της είχαν το κρίμαν της

Η Ανδρονίκη (γ΄ παραλλαγή)

Εμάθετε τι 'γίνην σε μέρη ελληνικά
'ντύθην η Αντρονίκη ρούχα 'βρωπαϊκά.
Φορεί τα πατταλόνια τζαι πα' στον καβενέν
του καβετζή προστάζει καβέν τζαι ναρκιλλέν.
Τραβά τζ' έναν τραπέζιν τζαι μιαν μάτσαν χαρκιά
τζ' αρκίνησεν να παίζει μ' έναν παλληκαράν.
Δκυό φίλοι του αρφού της την αγρωνίσασιν
πάσιν στον Ευαντζέλην τζαι του το είπασιν.
Π' άκουσεν ο Βαντζέλης, πολλά θυμώθηκεν
επήεν εις το σπίτιν καλά 'ρματώθηκεν.
Πκιάννει ευτύς την στράταν τζαι πα' στον καβενέν
βρίσκει την Αντρονίκην φουμάρει ναρκιλλέν.
- Κρίμαν σε Αντρονίκη την τέγνην πόπιασες
ούλλην την γενεάν μας εσού αντρόπιασες.
- Άφησ' με ρε Βαγγέλη να παίξω τα χαρκιά
με τούντο παλληκάριν αφούς με αγαπά.
Τραβά το λιβορβόριν την λιβορβόρησεν
που το δεξίν βυζίν της η σφαίρα πέρασεν.
 Σύρνει τζαι το μασαίριν που μεσ' στην θήκην του
τζ' έσφαξεν την αμέσως την Αντρονίκην του.
Τζειαμαί που την εφκάλλαν απού τα σπίθκια της
μιτσοί τζαι μιάλ' εκλαίαν τα μαύρα βρύθκια της.
Ποτζεί που την ερέσσαν ούλλοι εκλαίασιν
κρίμαν στην ομορκιάν της ούλλοι ελέασιν.
Τζ' άμαν την επαιρνούσαν απού τα μαχαζιά
μιτσοί τζαι μιάλ' εκλαίαν τα άσπρα της βυζιά.
Τζ' αντάν την επαιρνούσαν απού τον καβενέν
εσπάζαν τα φεντζάνια που πίνναν τον καβέν.
τζ' όταν την κατεβάζαν μέσα στο μνήμαν της
δκυό φίλοι του αρφού της είχαν το κρίμαν της.

Το τραγούδι στην απλή Δημοτική ελληνική γλώσσα έχει ως κάτωθι

Εμάθατε τι γίνει σε μέρη ελληνικά,
ντύθηκε η Αντρονίκη ρούχα ευρωπαϊκά.

Φορεί τα παντελόνια και πάει στον καφενέ,
του καφετζή προστάζει καφέ και (ν)αργιλέ.

Τραβά και ‘να τραπέζι και ένα μάτσο χαρτιά,
κι αρχίνησε να παίζει μ’ έναν παλικαρά.

Δυο φίλοι τ’ αδερφού της την (ε)γνωρίσανε,
πηγαίνουν στο Βαγγέλη του το μηνύσανε.

Τ’ άκουσε ο Βαγγέλης πολύ (ε)θύμωσε,
επήγε από το σπίτι καλά αρματώθηκε.

Πιάνει ευθύς την στράτα και πάει στον καφενέ,
βρίσκει την Αντρονίκη φουμάρει (ν)αργιλέ.

Κρίμα σου Αντρονίκη την τέχνη που ‘πιασες,
όλη τη γενεά μας εσύ (ε)ντρόπιασες.

Άφησ’ με βρε Βαγγέλη να παίξω τα χαρτιά,
μ’ αυτό το παλικάρι αφού με αγαπά.

Τραβάει το πιστόλι την πυροβόλησε,
απ’ το δεξί βυζί της η σφαίρα πέρασε.

Σέρνει και το μαχαίρι από τη θήκη του,
την έσφαξε αμέσως την Αντρονίκη του.

Την ώρα που την ‘βγαζαν από το σπίτι της,
όλοι τους (ε)θρηνούσαν τα μαύρα φρύδια της.

Και σαν την (ε)περνούσαν από τα μαγαζιά,
όλοι τους (ε)θρηνούσαν την τόση ομορφιά.

Και σαν την (ε)περνούσαν από τον καφενέ,
έσπασαν τα φλιτζάνια που ‘πιναν τον καφέ.

Κι όταν την κατεβάζαν’ μέσα στο μνήμα της,
δυο φίλοι τ’ αδερφού της είχαν το κρίμα της.

Τραγουδημένο από την Μάρθα Φριτζήλα: https://www.youtube.com/watch?v=sXQDu9RnShE


'Άλλοι σύνδεσμοι όπου μπορείτε να ακούσετε την Ανδρονίκη:


Πηγές: