Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2018

Χριστόφορος Θ. Παλαίσης ( βιογραφικό σημείωμα)

Ο λαϊκός ποιητής Χριστόφορος Παλαίσης  γεννήθηκε στο Αυγόρου το 1871 και απεβίωσε σε ηλικία 78 ετών το 1949. Καταγότανε από πολυπληθή (7 παιδιά) αγροτική οικογένεια (γονείς του ήσαν οι: Θεοχάρης και Παρασκευή Τσαγγάρη)  και λόγω της ανέχειας και της φτώχειας, δεν κατόρθωσε να σπουδάσει. Η εκπαίδευσή του περιορίστηκε σε αυτή του Δημοτικού Σχολείου, το οποίο τελείωσε με άριστα. Το έναυσμα για την ποιητική του ενασχόληση, λέγεται πως ήταν η μεγάλη του αγάπη για τη σύζυγό του, στην οποία αφιέρωσε και το πρώτο του ερωτικό ποίημα. 

Κατέχει τον τίτλο του πρωτοποιητάρη. Αντλούσε τα θέματά του από την ίδια τη ζωή.  Ασχολήθηκε επίσης με τη συγγραφή θρησκευτικών ποιημάτων, σατυρικών, "μυλλωμένων"  καθώς και τσιαττιστών. 

Ποιητικές Συλλογές: 

α. Συλλογή διαφόρων Κυπριακών ποιημάτων (1913)
β. Συλλογή διαφόρων εκλεκτών εθνικοιστορικών και σατιρικοερωτικών ενεκδότων ποιημάτων και τραγουδιών (1931)
γ. Τα ηλιοβουτήματα (1946)

πηγή πληροφοριών: 

α. http://www.bigcyprus.com.cy/el/destinations/23077-mnimeio-xristoforou-palaisi-sto-avgorou

β.   Ανθολογία Κυπριακής Λογοτεχνίας (Μέρος Α΄) Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού

γ. https://www.christophoros-paleshis.com/

Αντώνης Γεωργίου (βιογραφικά στοιχεία)

Ο Αντώνης Γεωργίου γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1969. Σπούδασε νομικά στη Μόσχα. Εργάζεται ως Δικηγόρος. Το θεατρικό του έργο "Αγαπημένο μου πλυντήριο" ανέβηκε από την Πειραματική Σκηνή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου το Γενάρη του 2007 και βραβεύτηκε το 2008 με το Βραβείο Θεάτρου ΘΟΚ (2005-2007) στην κατηγορία Θεατρικής Συγγραφής.

Έργα του: 
  • "Πανσέληνος παρά μία" (ποιήματα), Γαβριηλίδης 2006, 
  • "Γλυκιά bloody life" (διηγήματα), Το Ροδακιό 2006,  ( Κρατικό βραβείο διηγήματος 2006)
  • Ένα άλπουμ ιστορίες Το Ροδακιό 2014
  • Σαν πεταλούδ είμαι / Το ροδακιό/2019


ΧΩΡΙΣ ΠΑΛΤΟ / Γεωργαλλίδης Ανδρέας


Mου λες
να βάλω το παλτό σου.
Μα - δεν χιονίζει πια το καλοκαίρι
Μου λες
να κουβαλήσω πέτρες
και να φτιάξω
το νόμο της επαγωγής
των άστατων χρωμάτων
Μα – τα πινέλα τα φοβάμαι

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018

ΑΛΗΘΕΙΑ / ΑΘΩΣ ΧΑΤΖΗΜΑΤΘΑΙΟΥ



Κι εσύ μου μιλάς για αλήθεια
Ποια αλήθεια;
Αυτή που κρέμασε την κουρτίνα της
Για να μην την ακουμπά ο ήλιος
Γιατί δεν μπορούσε να αντέξει το φως;
Η αλήθεια στις μέρες μας ζει μόνιμα στο σκοτάδι
Βγαίνει σεργιάνι μόνο τα μεσάνυκτα
όπως κι οι νυκτερίδες
που κυκλοφορούν μοναχά στις μικρές ώρες
και πεθαίνουν όταν αντικρίσουν το φως.

ΑΜΑΡΤΩΛΌς / Πανάγου Μαρούλλα


Πόσο σε θέριεψαν τ'άδικα λόγια,
Δεν θέλεις πιά να τους ξέρεις
καθώς δεν υπάρχει συγγνώμη
στην συνεχή σας διαφορά.
Δεν είσ' εσύ Χριστός που'πε "συγχώρα τους
δεν ξέρουν τι κάνουν"
Θνητός υπάρχεις , αμαρτωλός.
Που καμώνεσαι τον δίκαιο
στην δήθεν αγνότητά σου , Τόσο απατηλή.
Μες τις κρυφές σου αμαρτίες
να σου βαραίνουν την ψυχή .
Κι όταν συγγνώμη ζητάς στην προσευχή ,
ξέρεις πως δεν την αξίζεις
Σαν αύριο θ' αμαρτήσεις και πάλι.



(Από την ποιητική συλλογή μου "Συναισθήματα)

η δύναμη του τριγώνου / Χρίστος Τσιαήλης


Πλάνε μου νου / Ανδρέου Ειρήνη


Δύσβατος ο δρόμος των καλών και των αθώων
σπαρμένος με ζιζάνια, παράσιτα κι αγκάθια..
Το χώμα αναταράζεται απ' τις κραυγές ηρώων ,
προνομιούχοι της ζωής της γης τα κατακάθια.
Πλάνε μου νου σαν τι θαρρείς πως κάνεις στη ζωή σου
που την αλήθεια διαλαλείς σε ένα κόσμο ψεύτη ;
Μες σε ντουβάρια χάνεται και σβήνει η ποίηση σου,
πλούτη και δόξες και τιμές πάνε στον κάθε κλέφτη.
Γράφε γι' αγάπες κι έρωτες, για ηδονές που αρέσουν,
γι' αστέρια και χρυσόσκονες , δεν βλέπεις πως "πουλάνε";
Κάλμαρε πια κι αν έρθουνε φέσι να σου φορέσουν
ράντισ΄ το με χρυσόσκονη κι όλα "καλά" θα πάνε.
από το βιβλίο  “Φτου μας... με αγάπη” 

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018

Γερμασοίτης Βάσος (βιογραφικά στοιχεία)

Γεννήθηκε την 5 Ιανουαρίου 1907. Κατάγεται από την Γερμασόγεια της Επαρχίας Λεμεσού.  Ξεκίνησε την ενασχόλησή του με την ποίηση το 1932 και για περίπου είκοσι χρόνια εξέδιδε τα ποιήματά του.Η τελευταία του ποιητική συλλογή εξεδόθη το 1952. Όλες του οι ποιητικές συλλογές είναι γραμμένες στην Κυπριακή Διάλεκτο.
Έγραψε συνολικά 339 ποιήματα στην κυπριακή διάλεκτο, με εξαίρεση 7 από αυτά που είναι γραμμένα στην αγγλική γλώσσα.
Απεβίωσε σε ηλικία 57 χρονών στο Πέρα Χωριό - Νήσου, την 28η Αυγούστου του 1967.



Ποιητικές Συλλογές 


«Τα πρωτοβρόσια» : 1938.
«Αστραπές τζιαί τραμουντάνες» :1939.
«Γιατί σιερούμαστιν» : 1940.
«Που την μιάν μερκάν στην άλλην» : 1942.

«Πόλεμος- Πόλεμος» 1944
«Πάνω χαρά μας» : 1945.
«Στο ποσσίος του Λαωναρκού» :1946.
«Όπου καλόν καλλύτερον»: 1952
«Όσα ξαίρω τζ'όσα ακούω»: 1952
«Λόγια της νύκτας» :1952.


περισσότερα: http://www.perachorio-nissou.org.cy/el/page/vasos-germasoitis

http://plouroutziatis.blogspot.com/2011/09/blog-post.html

ΓEPAMATA / Γερμασοίτης Βάσος



- Άτε Γιωρκή, ποσπάζου, τζαι ποστάθηκα!
Πόσην ώρα να σ’ έχω πανωθκιόν μου
τζαι χάννομεν τον ύπνον μας έτσ’ άδικα;

- Εν ι-μπορώ, λυπήθου με, τζαι μεν λάμνεις,
εντζ’ είμαι στρούθος βίρα μάνι μάνι!
-Έπαρε πομονήν, πελλάρες μεν κάμνεις,
πέρκι τα καταφέρω γιάλι γιάλι.

- Άτε Γιωρκή, ποσπάζου, δε τες πλήξες σου,
δε το ζευκαλαδκιόν σου, τα χτηνά σου,
δρώννεις, ξιδρώννεις, τρέχουσιν οι μύξες σου,
επέλλανες τωρά στα στερινά σου!

Έι, Στυλλού, κοντεύκω, περιποίθου με,
κλώστου τζαι σου, τα μαύρα, νακκουρούιν,
μιαν ώραν που σ’ ερκάστηκα, λυπήθου με,
τέλεια μεν κάμνεις ούλα το μωρούιν...

Έτσι λοής, που κάτω που το πάπλωμαν
ο γέρος τζ’ η γερόντισσα σσωτζιούνται,
τζ’ άλλον που των ρούχων κάμποσον μάκκωμαν
εν κάμνουν τίποτ’ άλλο τζαι τζοιμούνται!

Γέρημα νειάτα! Πάτε τζ’ εν ι- στρέφεστε,
τζαι πίσω σας γεράματα κλουθούσιν.
Τον γέρον τον φτωχόν εν τον ι - σκέφτεστε,

τα κκέφκια του που θέλουν να γενούσιν;

Βάσου Γερμασοΐτη, “Για την γλώσσα μας”

«Έσιει πολλούς που θαρκούνται πως άμα συντυχάννουν την γλώσσαν του τόπου τους, τη συνηθισμένην, την ίσιαν,την γλώσσαν του τζυουρού τους, πως εν νεν’ευκενείς τζαι γυρεύκουν πα’στην κουβένταν τους ν’ανακατώνουν λόγια που, έν’ ο λόος που λαλεί, κοντά μας εν έχουσιν σκέσην κουτσίν! Πά’ ς τούτον ππέφτουν έξω πολλά. Έν’ το μεαλλύττερον λάθος που μπορεί να ένει. Εγιώνη έντζ’ είμαι κανένας μεάλος άδρωπος να φουμιστώ πως τα ξέρω ούλλα, αμμά το σωστόν ένι να πασκίζουμε πάντα μας, τζι’ έσσω μας, τζι’ έξω μας, μακάρι νάν’ τζι ομπροστά στον βασιλέα, να συντυχάννουμεν την γλώσσα μας, την γλώσσαν του τζιουρού μας, τζαι να μεν θαρκούμαστιν πως είμαστιν χωρκάτες τζαι να το λοαρκάζουμεν αντροπήν! Όι ! Καθένας με τον τόπον του. Γιατί να μαχούμαστιν με τα ξενικά, αφούτις εν είμαστιν περατιτζοί. Μέλλιμον η γλώσσα που την συνηθούν τζαι συντυχάννουν την πουτζείθθε έν καλλύττερη που την δικήν μας; Εν πιστεύκω. Τζαι γιατί να πά’ να κάμω έξω, μες τες περασιές, έξι μήνες, έναν γρόνον, τζι ύστερις, ότι πον να στραφώ, να κάμνω πως εν γυρίζ’ η γλώσσα μου τζαι να νεκατώννω λόγια πασανάκατα; Τζείνοι που τα κάμνουν έν’ φουμιστήες τζαι φαντασμένοι.

Η γλώσσα μας, η τζυπριώτιτζη, έν’ η μόνη που έν εξηάστηκεν ύστερις που τόσα βασίλεια που ρέξαν που την Τζύπρουν, πριν τόσα τζαι τόσα γρόνια. Έν η γλώσσα η αρκαία, η ελληνική, τζείνη που συντυχάνναν οι πρωτινοί τζαι πρέπει να την συνηθούμεν ούλλοι μας. Εγιώνη, τον τζαιρόν που’ μουν έξω, όπου έθθεν να πάω να ψουμνίσω, για να κάμω, για να φκιάσω, πρέπεν ν’ αρκέψω τζείνην την γλώσσα μου την γλυτζιάν (του τόπου μας δηλαδή) τζαι να τους κάμνω τζείνους πον εγκαταλαβαίννασιν να γυρεύκουν δραομάνους για να μου συντύχουν.

Έτσι έν’ το σωστόν, καλό! Ποττέ μου εν εξενοσύντυχα παφής επάτησεν τον πόιν μου ποδώθθε.


Τα ποιήματα μου έν’ ούλλα γεμάτα ζωήν τζαι θέμαν του χωρκάτη πόν’ η ρίζα τζι η βάσις ούλλου του τόπου μας».

ΣΑΝ ΛΑΜΝΟΥΝ ΤΑ ΝΕΡΑ / Γερμασοίτης Βάσος



--Σύρτου κοντά, γεναίκα, να κουρρώσομεν,
που κά΄στο πάπλωμα να σκουλλιστούμεν,
να ππέσομεν κοντά κοντά , να βράσομεν,
τζι΄αλόπως πόψ’ εν’ νύχτα μας, θαρκούμαι.

Καλό, να βρέξει∙ να σιονίσει κάμποσον∙
να σάσουν τα χτηνά μας, τα σπαρμένα∙
ν΄αλλάξει τζι ο τζιαιρός μας νάκκον, ώσποσον
να τρώμεν τα ψουμιά τα κλιθθαρένα!

΄Ωσπου ακούαν των νερών τζιαι λάμνασιν,
ο γέρος ο Πολλύς τζι η Αρετούσα,
περίτου μές τα ρούχα ετρυπώννασιν
τζιαι μάχουνταν τζι οι δκυο τζιαι σκομαχούσαν.


Εφύσαν ο αέρας εμουγγάριζεν,
έστραφτεν, επουμπούριζεν καπάλιν,
ο γέρος την γερόντισσαν αγκάλιαζεν
τζι ήταν χαρά του πλάστη μου μεάλη.

Ετρέχαν οι χολέτρες πά΄στα δώματα∙
εγένουνταν σιειμάρροι γιάλι άλι,
τον πλάστην εδοξάζαν τόσα στόματα
οι γέροι…..ερογχαλίζασιν καπάλιν.

Είντα καλά να ππέφτεις τζιαι να μάχουνται,
να λάμνουν τα νερά, τ ΄ανεμοβρόσια!
Τα βάσανά τζιοι κόποι σου ξηάνουνται,
τζιας είσαι βουττημένος μές΄την φτώσειαν.



Του Γληόρη Αυξεντίου

του Δημήτρη Γενεθλίου 

Ένας λεβέντης Έλληνας, της Κύπρου που τη Λύσην,
επλάστηκε να πολεμά, π’ Ανατολήν ως δύσην.

Πολέμαν για ιδανικά, αξίες τζαι έναν τάμαν.
Τάμαν που ‘τουν αιώνιον, Ένωσην με την μάναν.

Με την Ελλάδα μάνα μας, είχαμεν ποθημένον.
Να κάμουμε την Ένωση, πράμαν ευλοημένον.

Έτσι ο Γληόρης έβκηκεν, στου Μασχαιρά τα όρη.
Τζαι φώναξεν περήφανα, Κύπρος Λεβεντοκόρη.

Ένας προδότης είδεν τον, στο σπήλιον του που μπαίνει.
Τζαι επήεν τζαι μολόησεν, εφτείς παμόν δεν παίρνει.

Οι σχύλλοι τον εβρήκασην, εις το κρησφύγετον του.
Τζι είπαν του να παραδοθεί, τζαι έπκιαν τον ο θυμός του.

Εθύμωσεν τζαι είπε τους, όπως τον Λεονίδαν.
Μολών Λαβέ τζαι έσυραν του, μιαν χειροβομβίδαν.

Πρώτα ετραυματίσαν τον, τζι ύστερα αποφασίζουν.
Αφού εν παραδώννετε, λαμπρόν του πυρκολίζουν.

Έκρουσαν τον τζαι έκαμαν τον, κάρβουνον τον Γληόρην.
Αμμα έφυεν περήφανος, για των ηρώων πόλην!

Τζαι που ψηλά τωρά θωρεί, την Κύπρο σκλαβωμένη.
Που τζείνος εσκωτόθηκεν, για να ‘ν’ λευτερωμένη. 


Τα κόκαλα του τρίζουσην, που βλέπει τα κακά μας.
Που βλέπει πως εχάθησαν, τζειν’ τα ιδανικά μας.

Πολέμησες σκοτώθηκες, για μιαν ελευθερίαν.
Τζαι τούτοι σε προδώννουσην, με μιαν ομοσπονδίαν.


[γιεμαν αν θελεις πλαστη μου ] / κωστας τριγγης

γιεμαν αν θελεις πλαστη μου
δακρυ για να σιονωσης
γι, αν θελεις παλε τουντη γη
μια νυκτα να την λιωσης
δωκε μας μιαν πουκουππα μας
τα πλασματα να νιωσουν
ο νους μας περκι κατεβει
ουλοι τζιαι μετανιωσουν
ουλοι να καταλαβουμεν
κανει πιον αλλα λαθη
ο κοσμος θα καταστραφει
που τα δικα μας παθη

Ψευδαίσθηση / ΑΘΩΣ ΧΑΤΖΗΜΑΤΘΑΙΟΥ


Πάτησε τη σκανδάλη
Η σφαίρα καρφώθηκε βίαια στο στήθος
Ένας γδούπος συνόδευε την πτώση του στο πάτωμα 
Έσκυψε από πάνω του
Μετρώντας τις ανάσες της ψυχής
Καθώς έβγαινε από τα χείλη
Άφησε ένα φοβισμένο χαμόγελο
Να αναρριχηθεί στο σκοτεινό πρόσωπο του
Έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα στην ανθισμένη μπουκαμβίλια
Που στόλιζε τον ερειπωμένο τοίχο της αυλής
Σκούπισε με ένα μαντίλι
πρώτα τον ιδρώτα που αυλάκωνε το μέτωπό του
Και μετά τα αποτυπώματα του
απ’ το όπλο που ξέρασε το θάνατο
Αφήνοντας το δίπλα απ’ το άψυχο σώμα
Είχε την πεποίθηση ότι με αυτό τον τρόπο
θα μπορούσε να ξεγελάσει τους ανακριτές
και ο φόνος να μετονομαστεί αυτοκτονία
ακόμη κι αν κατάφερνε κάτι τέτοιο
θα μπορούσε όμως ποτέ να ξεγελάσει τον εαυτό του
έστω κι αν αύριο οι εφημερίδες έγραφαν για αυτοκτονία
ακόμη κι αν η υπόθεση έκλεινε με μια απλή κηδεία του «αυτόχειρα»
-χωρίς την εξόδιο ακολουθία-
τίποτα πια δεν θα ήταν για το ίδιο όπως και πριν
όσο κι αν η συνείδηση του είχε νεκρώσει από καιρό
κάπου τις νύκτες που γεννούν φαντάσματα οι φωνές του αίματος υψώνοντας ένα αδιόρατο τείχος θα εγκλώβιζαν αβίαστα τη ζωή του