Δευτέρα 23 Απριλίου 2018

Το τραγούδι των αδέσποτων / Κεφάλα Ελένη

Ανακαλύπτει ρήγματα στο χρόνο
μικρές οπές στα σύνορα της μνήμης
κι ανεβαίνει τις ανεμοδαρμένες νύχτες μας
για να μας βρει στʼ ανύποπτο σκοτάδι
να τραγουδάμε τα παράξενα τραγούδια μας.

(Όλα κάπως έτσι ξεκινάνε.)

Αποστάσεις / Κεφάλα Ελένη

Τώρα που σου γράφω
ίσως να βρίσκεσαι σʼ ένα λεωφορείο
που διασχίζει αργά το κέντρο μιας μεγαλούπολης σε ώρα αιχμής
ή σʼ ένα τρένο
που προσπερνά με ιλιγγιώδη ταχύτητα ένα σταθμό γεμάτο κόσμο
ίσως να κάθεσαι δίπλα στο παράθυρο ενός αεροπλάνου
που πετάει μέσα στην πυκνή ανοιξιάτικη ομίχλη
ή να περπατάς βιαστικά
ένα πολυσύχναστο δρόμο με καταστήματα ενώ βρέχει.
Ίσως πάλι να κάθεσαι σʼ ένα παρατημένο σπίτι
μιας μακρινής επαρχίας
και να κοιτάζεις μέσʼ απʼ το μισόκλειστο παράθυρο
το αέναο ταξίδι της σκόνης στο φως.

Μίμηση / Κεφάλα Ελένη

 Δεν έχουν το θεό τους οι
αφιλότιμοι που ακόμη κι Ε-
κείνον κιβδηλοποιό τον α-
ποκαλούν, επιρρίπτοντας του
απροκάλυπτα, αιώνες τώρα,
το κατ’ εικόνα και ομοίω-
σιν…

Ωδή στον άγνωστο ποιητή / Κεφάλα Ελένη


Πίσω από κάθε ποιητή βρίσκε-
ται κάποιος άλλος, άγνωστης
ταυτότητας, που μας δανείζει α-
πλόχερα τα λόγια του, που μας
δανείζει-unaccredited- τα λο-
για του.

Ιστορίες / Κεφάλα Ελένη


Στον Μιχάλη Χ.
Οι ιστορίες του παππού
τα παιδικά του χρόνια
το χωριό
η πρώτη του δουλειά στην πόλη
η ξενιτειά
ο πόλεμος
η ξενιτειά
ο πόλεμος
η προσφυγιά
η ιστορία του παππού
που έφυγε μια μέρα έτσι απρόσμενα
όπως φεύγουν όλ’ οι παππούδες
μια μέρα
έτσι απρόσμενα.

ΠΑΡΑΛΟΓΗ / Κεφάλα Ελένη



Μάνα με το μοναχογιό τον πολυαγαπημένο
που έστειλες στην ξενιτιά γιοφύρι να στεριώσει
κι αντί στης Άρτας να βρεθεί το στυγερό ποτάμι
στην Τροία φτιάχνει άλογο πεσκέσι να το στείλει
στους Τούρκους που μαζώχτηκαν γύρ’ απ’ το Μισολόγγι
και περιμένουν να φανεί η φεγγαροντυμένη
για να τους ζώσει στ’ άρματα και να τους χαιρετήσει
πριν ξεπορτίσουν οι Γραικοί κα τους αποτελειώσουν
στου κύκλου τα γυρίσματα που τελειωμό δεν έχουν…

Τετάρτη 18 Απριλίου 2018

Νύφη από Πορσελάνη / Αντωνίου Ανδρέας



Θυμάμαι πως στον γάμο σου είχες φορέσει κρίνα
Και δύο τριαντάφυλλα σου στόλιζαν τις μπούκλες
Σαν στολισμένη έμοιαζες και γιορτινή βιτρίνα
Σαν κάτι πορσελάνινες, του Armand Marseille κούκλες

Το νυφικό σου που ‘τανε το πιο απαλό μετάξι
Και που για σένα ειδικά το είχανε υφάνει
Σαν πεταλούδα έμοιαζες, έτοιμη να πετάξει
Που χρόνια πια την καρτερώ κι ακόμη δεν εφάνη

Πόσο μου γέλαγες γλυκά επάνω στο περβάζι
Καθώς κρυβόσουνα δειλά πίσω από την κουρτίνα
Τις θάλασσες στα μάτια σου, τώρα ποιος τις διαβάζει;
Και ποια λευκή στο δέρμα σου κοιμάται ηλιακτίνα;

Μαζί με τους υπόλοιπους σου ‘χα πετάξει ρύζι
Μετά «Βίον Ανθόσπαρτον» σου ευχήθηκα θλιμμένα
Χωρίς εσένα σταματά ο κόσμος να γυρίζει
Χωρίς εσένα μοιάζουνε τα πάντα διαλυμένα

Κι ό,τι σου έγραψα ήτανε μ’αίμα και με μελάνι
Και δεν το σβήνει ο καιρός, η λήθη, το σφουγγάρι
Νύφη γλυκιά κι απόμακρη, σαν από πορσελάνη
Πανέμορφη κι απόκοσμη, σχεδόν σαν το Φεγγάρι

Καθωσπρεπισμός / Αντωνίου Ανδρέας

Θα γράψω ένα ποίημα να είναι καθώς πρέπει
Μπας και με δημοσιεύσουνε μες στα περιοδικά
Να χαίρεται ο γέρος ποιητής που θα το βλέπει
Μήπως και πει καμιά καλή κουβέντα ειδικά
Θα γράψω ένα ποίημα μικρό, συμπυκνωμένο
Όπως το κάνουν όλοι τους: νεοελληνικά
Θα το φισκάρω νόημα και θα ‘ναι ενωμένο
Μ’ αναφορές και με στοιχεία διακειμενικά
«Θα γράψω ένα ποίημα!» θα βγω να ντελαλήσω
Ως κάνουν οι μανάβηδες για τα λαχανικά
Μήπως κανένα αντίτυπο μπορέσω να πουλήσω
Αφού οι αναγνώστες μας γράφουν κανονικά

Δευτέρα 16 Απριλίου 2018

Απόσπασμα Ποιήματος για τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη του Βάσσου Λυσσαρίδη

Δεν βρήκες, Ευαγόρα, της λευτεριάς
το μονοπάτι στα δεκαεφτά
Κι εμείς λαχανιασμένοι νοερά
σ’ ακολουθούμε έφηβε πατριάρχη
ν’ ανοίγεις λεωφόρους λεβεντιάς
στα μαρμαρένια αλώνια
με το θάνατο νεκρό.
Πώς να πεθάνεις, Ευαγόρα,
αφού δεν γέρασες ποτέ.

Ζωή / Λυσσαρίδης Βάσσος

Αυτοδιδάχθηκα πως ζωή είναι να δίνεις.

Τώρα δεν έχω πια κάτι καλό να δώσω.

Αυτό σημαίνει πως δεν έχω πια άλλη ζωή.

Νοσταλγία / Λυσσαρίδης Βάσσος

Ήρθες,

και η άνοιξη γονάτισε ευλαβικά,

μ’ αγάπη και με δέος.

Έφυγες, κι ο χειμώνας δεν μπόρεσε

την ομορφάδα να ξεγράψει

Ήρθες, και τα λουλούδια από τότε

αρνήθηκαν να κοιταχτούνε στον καθρέφτη.

Εγώ, τι να σου πω;

Aπλώς διαβάτης νοσταλγώ

την άνοιξη και τα λουλούδια.

Πενταδάκτυλος / Λυσσαρίδης Βάσσος







Λάθος. Eσύ δεν αναδύθηκες απ’ τον βυθό.

Ποτέ της θάλασσας το δροσερό νερό δεν ξέπλυνε το αγέρωχο στητό κορμί σου

Kομμάτι από την λάβα την καυτή καρφώθηκες μεσόκαμπα,

φρουρός ποιός ξέρει ποιάς αλήθειας.

Kι ήρθαν μερμύγκια οι άνθρωποι από παλιά

Σπηλιές τους φίλεψαν. Kι αυτοί

γρατσούνιζαν ανήμποροι

τη γρανιτένια σου αθάνατη άτρωτη σάρκα

Aρκάδες, Aχαιοί σ’ ορμήνεψαν γραφή, λαλιά. Kι εσύ

τους χάρισες θεούς, απάτητες κορφές

και πυρωμένη σκέψη.

Aλλόφωνοι σε πάτησαν για λίγο.

Στο ξύπνιο τους κατάπιε η

οργή σου στον ίδιο τον βυθό που βύζαξες παιδί.

Kι η ουμπλιέτ τους κράτησε νεκρές

σκιές στη ξεχασμένη πια σελίδα.

Όμως και τότε συντροφιά η γνώριμη λαλιά.

Kι ας ήτανε ο ουρανός μουγκός

κι η θάλασσα πικρή κι ο κάμπος χέρσος.

Tώρα σου κάρφωσαν πέτρινους

Ήλους. Σημαίες ξένες

και κακόφωνη λαλιά

πασχίζουν να φιμώσουν την αρχαία

γραφή και να ξεγράψουν μόνιμα

τοπολαλιές και μνήμη

Mερμύγγια οι άνθρωποι δουλεύουν του αφέντη το τροχό.

Mόνη φρικτή παλληκαριά ένα τραγούδι που κι αν αντρίκια ακούεται

μυρίζει μοιρολόϊ.

M’ άδειες ψυχές και δυνατές φωνές

μακρυά από μάχη, αλάργα απ’ τον εχθρό απόσεισε

φωνάζουν Πενταδάκτυλε απόδιωξε τους.

Mα θέλει η λευτεριά δουλειά πολλή.

Xέρια και σκέψη και μυαλό και αίμα.

Aυτή η κραυγή νεκρή ακούεται

γιατί νεκρές ψυχές τη διαφεντεύουν.

Eσένα Πενταδάκτυλε να

ξεριζώσουν δεν μπορούν.

Eμάς δυό μέτρα συρματόπλεγμα

δυό μπαταριές και μια βρισιά γιατί μας αποδιώχνουν.

Σ’ ακούω που πασχίζεις φωνή

στον άλαλο το βράχο να δανείσεις.

Σ’ ακούω που σαρκάζεις όταν ακούς να αναμετρούν

στρατούς με το τραγούδι.

Ξέρουν πως χέρια στο γρανίτη δεν υπάρχουν.

Kαι τα κακόφωνα μερμύγκια διαφεντεύουν κυκλάμινα, λεμονανθους και κρίνα.

Πούναι ο στρατός τραγουδιστές και ποιητές του ανέμου.

Πούναι το ηφαίστειο της λεβεντιάς που γέννησε τον βράχο.

H Pωμιοσυνη εννά χαθεί όντας το πάθος λείψει.

Eγώ...δεν έχω άλλο να σου πω.

Eγώ τη λίγη πνοή δεν σπαταλώ κραυγάζοντας τραγούδια.

Eγώ και μόνος θενά πορευτώ

όσο μπορώ κι όπως μπορώ

τους ήλους να ξηλώσω.

Kι αν το γλυκό της θάλασσας νερό δεν σούπλυνε το μούτρο

Tο αίμα μου χρωστώ να σου δανείσω

δροσιά στην αφιλόξενη σου συντροφιά.

Να πεθάνω χωρίς να γονατίσω. / Λυσσαρίδης Βάσσος


    Όχι! Δεν δέχομαι να γονατίσω.
    Όχι! Με καρτερούν οι σύντροφοι στο συρματόπλεγμα
    κι οι νεκροί στον Πενταδάκτυλο. Όχι!
    Να πεθάνω ναι! Να γονατίσω όχι!
    Βεβαίως, με το θάνατο έχει λύσει τους λογαριασμούς του προ πολλού. Δεν τον φοβάται. Τον συνάντησε πολλές φορές και θα πει γι’ αυτόν:
    Η μάσκα του γελοία κι όχι φοβερή
    κι εγώ ακόμα νιος δεν του’ στρεψα την πλάτη
    αυτός δειλός έχασε την τρομαχτική θωριά
    και φυγομάχησε.
  

Αγνοούμενος / Λυσσαρίδης Βάσσος


Αγωνιώ το σπίτι μου κλειστό ν’ αφήσω
έστω για λίγο.
Δεν θέλω όταν φανείς
να βρεις την πόρτα σου κλειστή.
Μου λένε πως μια γεροξεκουτιάρα είμαι
να περιμένω τους νεκρούς να σηκωθούν.
Αυτοί τι ξέρουν;
Μόνο μια ελάχιστη στιγμή της λύπης μου
θα τους σκοτώσει.
Ποιητική Συλλογή: «Κραυγές» 2010

Τετάρτη 11 Απριλίου 2018

ΣΤΙΣ ΠΑΛΑΜΕΣ ΤΗΣ ΒΑΡΚΕΛΩΝΗΣ / Μιχαηλίδου Λίλη

Στην Άννη μου
*
Τη μέρα που κατέβηκα στη Βαρκελώνη
ο ουρανός προμήνυε καλοκαιρία κι ο αέρας
έπαιρνε τις κωδωνοκρουσίες μακριά, έξω από την πόλη.
Όταν αργότερα μπήκα στον Καθεδρικό ναό ανακάλυψα
πως είχε μπει πολύ πριν από μένα η τεχνολογία
και πήρε τη θέση των κεριών.
Μ’ ένα κουμπί, ανάβει το ηλεκτρικό κερί 
που διαρκεί ανάλογα με την εισφορά και την πίστη.
*
Στο μουσείο Πικάσο
οι αίθουσες ήταν χωρισμένες σε περιόδους
και οι φωτογραφίες απαγορεύονταν.
Ο ζωγράφος όμως μας φωτογράφιζε
κοιτάζοντάς μας καχύποπτα.
Οι πινελιές κατά το τέλος της ζωής του ήταν εκκεντρικές
κι η έκφραση στα πρόσωπα των γυναικών που αγάπησε
ήταν διχασμένη.
Να χαμογελάσουν ή να κλάψουν;
*
Με σηκωμένο γιακά διέσχιζε τη λεωφόρο
με τα ψηλά πλατάνια πουλιά.
Τα μαλλιά του ανέμιζαν καθώς και το μακρύ κασκόλ.
Οι σκιές των φύλλων έπαιζαν στο πρόσωπό του.
Αυθεντική χορογραφία.
Βήμα σε ρυθμό δευτερολέπτων. Στοιχειωμένο βήμα.
Ένα χαμόγελο. Κατάκτηση.
Τον ακολούθησα με το βλέμμα.
Απομακρυνόταν σαν σύννεφο αλλάζοντας σχήματα 
στο αόριστο του ορίζοντα.
Όλα τα κτίρια είχαν ανοιχτά τα παράθυρα.
*
Στην αρένα. Χωρίς ταύρους, ταυρομαχίες και όλε, όλεεε.
Η μάνητα της εποχής.
Στο χώρο της αρένας ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο.
Γέμισαν τα υπόγεια και όλους τους ορόφους
καταστήματα και εστιατόρια. 
Η αρένα είναι πάλι ενεργή.
Μόνο που τους ταύρους αντικατάστησαν οι άνθρωποι 
και τους ταυρομάχους οι πολυεθνικές.
*
Στο τρένο από το Colonia Güell.
Κάθονται δίπλα μας, στολισμένες για έξοδο.
Η μια στα άσπρα, δαντελένια σαν πεταλούδα
η άλλη στα κοκκινόμαυρα σαν παπαρούνα.
Δαχτυλίδια, σκουλαρίκια, κολιέ που οδηγούν γύρω από το λαιμό
μάτια βαμμένα χείλη, ρουζ στα μάγουλα τονίζοντας
την επιθυμία για φίλημα.
Οι ψεύτικες οδοντοστοιχίες προσπαθούν να υποτάξουν
την τσίχλα που ανεβοκατεβαίνει στο στόμα τους.
Μιλούν ακατάπαυστα και γελούν σαν μικρά κορίτσια.
Ένα είναι σίγουρο. προσθέτοντας τα χρόνια τους 
ξεπερνούν ενάμιση αιώνα.
Στο τρένο προς τη Βαρκελώνη.
Φόρεσαν όλα τα εφόδια για μια επίσημη έξοδο.
Δαχτυλικά αποτυπώματα, ταυτότητα, ηλικία
φουσκωμένες φλέβες έτοιμες να σκάσουν, νύχια χρωματιστά
αραιά μαλλιά στερεωμένα στα κεφάλια τους με χτένες.
Τα τραντάγματα κάνουν τις κινήσεις τους πιο εύθραυστες
όπως και τις μνήμες που κουβαλούν στις τσάντες τους.
Το τρένο σταματά.
Σηκώνονται, διορθώνουν τα φτερά τους
έτοιμες να αποβιβαστούν και να πετάξουν.
Ιούνιος, 2013