Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017

Η κλίση του ρήματος: Ποιητική Συλλογή του Γιώργου Καλοζώη / Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2009

ΤΟ ΑΡΡΩΣΤΟ ΓΚΝΟΥ
Μνήμη Β.Ρ.
Ο θάνατος πέρασε το πρόσωπο
της μάνας της με αστάρι
η τρυφερή της κόρη δεν
είδε τίποτα
δεν ήθελε να βλέπει και
πίστευε πως θα μπορούσαν
χίλια άτομα αν προσεύχονταν
για τη μάνα της να την
κάνουν καλά
χίλια άτομα αν έβρισκε
κι είχε αρχίσει να ψάχνει
Δεύτερο χέρι κάτασπρης βαφής
πέρασε ο Ανέκφραστος τη μάνα της
και πάλι η κόρη δεν είδε τίποτα
μόνο που τώρα άρχισε
να μετρά αριθμούς από το
ένα μέχρι το εκατό
πολλές φορές την ημέρα
και να στοιχίζει τα παπούτσια
της το δεξί λίγο πιο
μπροστά από το αριστερό
όλα τα παπούτσια μέσα στο
σπίτι
κι ακόμη τα τρόφιμα
μες στα ντουλάπια της κουζίνας
τα βαζάκια με τις
μαρμελάδες και τα τουρσιά
τέλεια τοποθετημένα το
ένα πάνω στο άλλο
τίποτα να μην προεξέχει
τίποτα να μην περισσεύει απ’
τη ζωή
ρούχα βιβλία έπιπλα
ύψωνε στοίχιζε απολύμαινε
βερνίκι χλωρίνη και σαπούνι
οινόπνευμα μύριζε όλο το σπίτι
άδικος κόπος
καμιά τάξη καμιά του
κόσμου ετούτου καθαριότητα
καμιά της ζωής επιμέλεια
καμιά προσευχή δεν μπορεί
κανένα χάδι
να βοηθήσει το άρρωστο γκνου
που έρχεται από πολύ μακριά
ακολουθώντας τις οσμές των
προηγουμένων
αποκαμωμένο ισχνό
κολύμπησε το τελευταίο κολύμπι
σχεδόν παρασύρθηκε απ’ το μεγάλο
ποτάμι και τώρα μόλις που
στέκεται μέσα στην υδάτινη γούβα
καθώς η λασπωμένη όχθη γλιστρά
και δεν μπορεί να σκαρφαλώσει
δε θέλει πια να σκαρφαλώσει
βαριανασαίνει
με πρησμένη κοιλιά μέχρι
τα στήθη από ασκίτη
και ασιτία
μένει εκεί μετά από
τόσα χρόνια πάλης με
τα στοιχεία μετά από
τόσα χρόνια κούρασης με
γιατρούς και θαλάμους
με μια ζωή που ποτέ
δεν ήταν αυτή που ήθελε
με μια ζωή που όποια κι
αν ήταν θα ’θελε να ’ναι
μια άλλη να την αλλάξει
αλλά είναι αργά
πηχτές σκιές πλησιάζουν
ας πούμε οι ύαινες που ήταν
μέχρι πριν από λίγο αθέατες
σαν να ήταν πάντα εδώ
τριγύρω
σαν να μην έφυγαν ποτέ από δω
σαν να ήταν η φλόγα
της ενσωματωμένης ψυχής που
τις έδιωχνε
Πουθενά δεν μπορώ να δω πια
κάτι το ανθρώπινο
Η ΚΟΛΥΜΒΗΘΡΑ
Άνεμοι υστερόβουλοι ήρθαν
και σκόρπισαν ένα ντοσιέ
γεμάτο χαρτιά το ιστορικό της
το ιστορικό της που υπήρχε
ανέκαθεν
όρμησε εναντίον της ο ξιφήρης
καρκίνος
σ’ αυτήν που ήταν ένα μαξιλάρι
γεμάτο πούπουλα χήνας
Άνεμοι τώρα πετούν και
στριμώχνουν μέσα στις λάσπες
εκείνο που εκείνη ήταν
ένα μαξιλάρι για ν’ ακουμπήσουν
το μάγουλο οι τέλεια απελπισμένοι
εκείνη τους τοποθετούσε σε ύπτια
θέση κι ύστερα τους κτέριζε
με γαρδένιες και σέπαλα
τους γιατροπόρευε με λάδι
σημύδας κι ευκαλύπτου τους
καλαφάτιζε τις ρωγμές τους κι
ύστερα σε μια λεκάνη προσομοίωση
του απέραντου κόσμου
τους έβαζε να πλεύσουν κι
ήταν προσεχτική μαζί τους
τα χέρια της με τα μανίκια
σηκωμένα πιο πάνω απ’ τους
αγκώνες καιροφυλακτούσαν
ήταν η γάστρα τους που την
ανησυχούσε η ίσαλος
τα ρωγμώδη πηδάλια
κι ακόμη το ασταθές φορτίο
μερόνυχτα βασανιζόταν
κι ωραία χαιρόταν απ’ τις
ανταποκρίσεις εκείνων που
επανορθωμένοι δειλά δειλά
ακουμπούσαν στο νερό
και πάγαιναν
οι πιο τολμητίες ή οραματιστές
εις τα μακρύτερα μέρη
εκεί που υπάρχουν οι κυνοκέφαλοι
κι οι άνθρωποι με τις χαίτες
και τις ουρές
φεγγάρια ανέβηκαν και κατέβηκαν
και κάποιοι απ’ αυτούς
χάθηκαν άλλοι
μεταμορφώθηκαν πάρωρα εις την
άγρια χαίνουσα ύλη
εκείνη προσπάθησε την πιο απίστευτη
προσπάθεια
εκείνη έκαμε ό,τι ήταν δυνατόν
ό,τι δεν είναι δυνατόν
δεν ανήκει στον άνθρωπο
αλλά σ’ ένα άλλο ον για το
οποίο πολλά μπορούν να ειπωθούν
και τίποτε απολύτως

ΟΙ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΕΣ / Καλοζώης Γιώργος


Όσο διαπραγματεύονται οι
διαπραγματευτές
όσο ασθμαίνουν τα τρένα
όσο κορυφώνονται τα αεροπλάνα
και χλιμιντρίζουν τα άλογα που
σέρνουν τα τροχήλατα κάρα
θα ψάχνω να βρω τη
μεγεθυσμένη με τον φακό τον
παιδικό την απώλεια
χίλιες γλώσσες με χίλια
διαφορετικά αλφάβητα
χίλιες λογοτεχνίες αδύνατον
να την προσδιορίσουν
είναι μόνο τα λεπτά που
χάνονται σκεπτόμουν
κατεβαίνοντας το μεγάλο ποτάμι;
Κι η ροή πού καταλήγει;
Κι η πηγή αφού δεν υπάρχει
μια αλλά πολλές ποιος μπορεί
να δει τον κόσμο στο σύνολο
να ενώσει τα χιλιάδες κομμάτια;
Ίσως ο μοναχός στο
σκοτεινό καθολικό που υπερίπταται
ελαφρά του εδάφους
δοξάζοντας το δοξασμένο
κι εντούτοις κλείνει το στόμα
μπροστά στο υπέροχα άλεκτο
κι ο άλλος που είδε να
γιατρεύεται προσκυνώντας γιατί να
αρνηθεί το νόμο της αιτιότητας
πιθανολογώντας τη σύμπτωση
αυτά συμβαίνουν ενώ κυλά
ο κόσμος κι οι κόσμοι
κι αυτός που παράγει
είναι θεατής σ’ έναν αγώνα
όπου αθλείται το μάταιο

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ / Καλοζώης Γιώργος


Παλιά ήμουν
στα κανόνια υπεύθυνος
για τις βολές και τις μπάλες
βυθίστηκαν πολλά καράβια
στους καιρούς μου κατάρτια
έσπαγαν ωσάν κλαράκια
άνθρωποι έκρωζαν από τον
πόνο
πολέμησα για κάτι παραπάνω
από τον πόλεμο και την ιδέα
του πολέμου για κάτι πιο
αφηρημένο κι από τα
αφηρημένα ουσιαστικά
πολέμησα για τη χίμαιρα
την ουτοπία πάντα βλέποντας
μέσα από το μονοκυάλι τη
γη των Μακάρων να πλησιάζει
και πάντα να απομακρύνεται
Έφτασα πιο πέρα από τις
στήλες του Ηρακλή και
ποτέ δεν τα κατάφερα να
γίνω κάτι άλλο από αυτό
που ήμουν όπως δεν μπορεί
να περπατήσει ή να ντυθεί
το πιο επιδέξιο ψάρι
ανακάτεψα τους ωκεανούς
ανακάτεψα τα στομάχια των
συντρόφων μου ανεβαίνοντας
και κατεβαίνοντας τους
αφρούς των κυμάτων
τους αφρούς του στόματός μου
πολέμησα και με τα τέρατα
–κι αποδείχτηκα τερατώδης–
το καλαμάρι και το χταπόδι
και τη σουπιά το ένα τους
χιλιοστό το βλέπετε πάνω
στο τραπέζι σας καθώς τρώτε
και κάθε μάχη είχε για τέλος
της την αρχή μιας άλλης
και δεν κουράστηκα όπως
είθισται οι βροτοί
Παλιά ήμασταν λες
χυμένοι μέσα σε ειδικά
καλούπια καμωμένοι από
χαλκό και από ορείχαλκο
ξέραμε τα μέταλλα και τις
ιδιότητές τους
σκληροί σχεδόν όσο κι αυτά
Παλιά ήμουν στις μπάλες
και στα κανόνια
κραδαίναμε πάλες χαντζάρες
ματσέτες και αρκεβούζια
μαχαίρια ακόνισαν φωνητικές
χορδές
μαχαίρια χάραξαν ανεξίτηλα
τατουάζ
τόσο αντιστέκεται η σάρκα
στο μαχαίρι όσο και το
αφράτο ψωμί
όλα τα κάναμε όμως δε
φάγαμε τους εχθρούς μας
όχι γιατί ξέραμε την ασθένεια
μπέρι μπέρι
αλλά επειδή μέσα στο νου μας
και τη θολούρα του νομίζαμε
πως ανοίγαμε τον φεγγίτη
ενός άλλου καλύτερου κόσμου
Τώρα σχεδόν ξεμπέρδεψα
με καθετί το ανθρώπινο
εμπρός μου απλώνονται
τα λαγκάδια των γηρατειών
τα ήσυχα χωριά και οι φάρμες
και πάλι όμως ο πόλεμος
για τη χάραξη των ορίων
κι η βουλιμία για προσωπική
ιδιοκτησία πάντα παρούσα
κι οι ναοί
με τις ψαλμωδίες που ζητούν
κάτι πιο πνευματικό αλλά δεν
το διαθέτει ο άνθρωπος
Θα αυξηθούν στο μέλλον
οι ναοί και οι δοσοληψίες
κάποιοι θα θέλουν να δώσουν
και κάποιοι να πάρουν
διάλεξε από τώρα τους φίλους
σου
με ποιους θα συμπαραταχτείς
δε θα υπάρχουν στο μέλλον
φράχτες ανοιχτοί όπου ήσυχα
θα κοιμούνται και θα τρων
τα μεγάλα διλήμματα
διάλεξε από τώρα από ποια
πλευρά του κανονιού θα είσαι
και μάθε να μην αναβάλλεις
κι από τις δυο μεριές
ωσάν παλιά φωτογραφία
απεικονίζεται το ζεύγος
ο εξευτελισμός από τη μια
και δίπλα του η αναλγησία
Παλιά ήμουν στα κανόνια
τώρα κάνω άλλα πράγματα
σε λίγο θα βράσω τα χόρτα
και τις πατάτες θα τα
σερβίρω σε μεγάλες γαβάθες
με λάδι αλάτι θαλασσινό
και με ψιλοκομμένο
μαϊντανό
Το παρελθόν μου όπως το
έγραψα
δε θα το ζήσω ξανά

η κολυμβήθρα / Καλοζώης Γιώργος

Άνεμοι υστερόβουλοι ήρθαν
και σκόρπισαν ένα ντοσιέ
γεμάτο χαρτιά το ιστορικό της
το ιστορικό της που υπήρχε
ανέκαθεν
όρμησε εναντίον της ο ξιφήρης
καρκίνος
σ’ αυτήν που ήταν ένα μαξιλάρι
γεμάτο πούπουλα χήνας
Άνεμοι τώρα πετούν και
στριμώχνουν μέσα στις λάσπες
εκείνο που εκείνη ήταν
ένα μαξιλάρι για ν’ ακουμπήσουν
το μάγουλο οι τέλεια απελπισμένοι
εκείνη τους τοποθετούσε σε ύπτια
θέση κι ύστερα τους κτέριζε
με γαρδένιες και σέπαλα
τους γιατροπόρευε με λάδι
σημύδας κι ευκαλύπτου τους
καλαφάτιζε τις ρωγμές τους κι
ύστερα σε μια λεκάνη προσομοίωση
του απέραντου κόσμου
τους έβαζε να πλεύσουν κι
ήταν προσεχτική μαζί τους
τα χέρια της με τα μανίκια
σηκωμένα πιο πάνω απ’ τους
αγκώνες καιροφυλακτούσαν
ήταν η γάστρα τους που την
ανησυχούσε η ίσαλος
τα ρωγμώδη πηδάλια
κι ακόμη το ασταθές φορτίο
μερόνυχτα βασανιζόταν
κι ωραία χαιρόταν απ’ τις
ανταποκρίσεις εκείνων που
επανορθωμένοι δειλά δειλά
ακουμπούσαν στο νερό
και πάγαιναν
οι πιο τολμητίες ή οραματιστές
εις τα μακρύτερα μέρη
εκεί που υπάρχουν οι κυνοκέφαλοι
κι οι άνθρωποι με τις χαίτες
και τις ουρές
φεγγάρια ανέβηκαν και κατέβηκαν
και κάποιοι απ’ αυτούς
χάθηκαν άλλοι
μεταμορφώθηκαν πάρωρα εις την
άγρια χαίνουσα ύλη
εκείνη προσπάθησε την πιο απίστευτη
προσπάθεια
εκείνη έκαμε ό,τι ήταν δυνατόν
ό,τι δεν είναι δυνατόν
δεν ανήκει στον άνθρωπο
αλλά σ’ ένα άλλο ον για το
οποίο πολλά μπορούν να ειπωθούν
και τίποτε απολύτως

Το άρρωστο Γκνου / Καλοζώης Γιώργος

Μνήμη Β.Ρ.
 
Ο θάνατος πέρασε το πρόσωπο
της μάνας της με αστάρι
η τρυφερή της κόρη δεν
είδε τίποτα
δεν ήθελε να βλέπει και
πίστευε πως θα μπορούσαν
χίλια άτομα αν προσεύχονταν
για τη μάνα της να την
κάνουν καλά
χίλια άτομα αν έβρισκε
κι είχε αρχίσει να ψάχνει
Δεύτερο χέρι κάτασπρης βαφής
πέρασε ο Ανέκφραστος τη μάνα της
και πάλι η κόρη δεν είδε τίποτα
μόνο που τώρα άρχισε
να μετρά αριθμούς από το
ένα μέχρι το εκατό
πολλές φορές την ημέρα
και να στοιχίζει τα παπούτσια
της το δεξί λίγο πιο
μπροστά από το αριστερό
όλα τα παπούτσια μέσα στο
σπίτι
κι ακόμη τα τρόφιμα
μες στα ντουλάπια της κουζίνας
τα βαζάκια με τις
μαρμελάδες και τα τουρσιά
τέλεια τοποθετημένα το
ένα πάνω στο άλλο
τίποτα να μην προεξέχει
τίποτα να μην περισσεύει απ’
τη ζωή
ρούχα βιβλία έπιπλα
ύψωνε στοίχιζε απολύμαινε
βερνίκι χλωρίνη και σαπούνι
οινόπνευμα μύριζε όλο το σπίτι
άδικος κόπος
καμιά τάξη καμιά του
κόσμου ετούτου καθαριότητα
καμιά της ζωής επιμέλεια
καμιά προσευχή δεν μπορεί
κανένα χάδι
να βοηθήσει το άρρωστο γκνου
που έρχεται από πολύ μακριά
ακολουθώντας τις οσμές των
προηγουμένων
αποκαμωμένο ισχνό
κολύμπησε το τελευταίο κολύμπι
σχεδόν παρασύρθηκε απ’ το μεγάλο
ποτάμι και τώρα μόλις που
στέκεται μέσα στην υδάτινη γούβα
καθώς η λασπωμένη όχθη γλιστρά
και δεν μπορεί να σκαρφαλώσει
δε θέλει πια να σκαρφαλώσει
βαριανασαίνει
με πρησμένη κοιλιά μέχρι
τα στήθη από ασκίτη
και ασιτία
μένει εκεί μετά από
τόσα χρόνια πάλης με
τα στοιχεία μετά από
τόσα χρόνια κούρασης με
γιατρούς και θαλάμους
με μια ζωή που ποτέ
δεν ήταν αυτή που ήθελε
με μια ζωή που όποια κι
αν ήταν θα ’θελε να ’ναι
μια άλλη να την αλλάξει
αλλά είναι αργά
πηχτές σκιές πλησιάζουν
ας πούμε οι ύαινες που ήταν
μέχρι πριν από λίγο αθέατες
σαν να ήταν πάντα εδώ
τριγύρω
σαν να μην έφυγαν ποτέ από δω
σαν να ήταν η φλόγα
της ενσωματωμένης ψυχής που
τις έδιωχνε

Πουθενά δεν μπορώ να δω πια
κάτι το ανθρώπινο

Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

Κακογιάννης Μιχάλης (αναφορά)

Για την ζωή και το έργο του Μιχάλη Κακογιάννη μπορείτε να ανατρέξετε στις παρακάτω σελίδες: 

α. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B9%CF%87%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%82_%CE%9A%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82


β. http://www.mcf.gr/index.php/el/

γ. https://www.sansimera.gr/biographies/1798

Την είδα ξανά / Κακογιάννης Μιχάλης

Μου είπε θα φύγω, θα φύγω για λίγο
πηγαίνω σαν πέρσι σε κάποια εξοχή
μακριά σου το ξέρω πως πάντα υποφέρω
μα ας κάνουμε πάλι κι οι δυο υπομονή.

Την είδα ξανά στο δρόμο μια μέρα
και μια καλησπέρα δεν είπαμ’ οι δυο, 
την είδα ξανά μα ήταν σαν ξένη
κι ας ήταν ντυμένη μες στ’ άσπρα όπως πριν.

Ξεκίνησε βράδυ μ’ ένα άσπρο καράβι
και ένα άσπρο θυμάμαι φορούσε παλτό
μου είπε τα λόγια π’ ακούν τα ρολόγια
σε κάθε λιμάνι σε κάθε σταθμό.



Ο ήλιος κοίταξε τη γη / Κακογιάννης Μιχάλης

Ο ήλιος κοίταξε τη γη
απ’ το χρυσό του αμάξι
κι είπε σαν είδε τ’ άδικο
το δρόμο του ν’ αλλάξει.

Μα θα έρθει η μέρα, η μέρα η καλή
κι η χώρα θα γιορτάσει
θα πρασινίσουν τα βουνά
κι η γη θα ξεδιψάσει.

Σκοτείνιασε η ανατολή
πήρε φωτιά η δύση
τρέξαν τα νέφη στο βοριά
ρήμαξε όλη η φύση.

Και συ θα σέρνεις το χορό
σαν ξέγνοιαστη ελαφίνα
και θα μαζεύεις αγκαλιές
χαμόγελα και κρίνα.



Κάθε αλήθεια κι ένα ψέμα / Κακογιάννης Μιχάλης

Βρυκολακιάσαμε 
προτού μας φάει το μνήμα.
Ξεροσταλιάσαμε
μπρος βήμα, πίσω βήμα.

Κάθε αλήθεια κι ένα ψέμα
πάνω κάτω και πλαγίως
μαχαιριά το κάθε βλέμμα
κάθετα κι οριζοντίως.

Παγιδευτήκαμε
μες στης ζωής το νήμα.
Παραδοθήκαμε
σαν βότσαλα στο κύμα.

Κάθε αλήθεια κι ένα ψέμα
πάνω κάτω και πλαγίως
μαχαιριά το κάθε βλέμμα
κάθετα κι οριζοντίως.



το ακούτε: https://www.youtube.com/watch?v=bIrOhSS4Hnw

Αφροδίτη / Κακογιάννης Μιχάλης

Αφροδίτη, δώσε να νιώσω τη χαρά της αγάπης
κι όχι, κι όχι την τρέλα της
ούτε το, ούτε το άγριο πάθος, Αφροδίτη.

Μέσ’ στο σπίτι, νά `χω τη στέγη για ουρανό
κι η αγκαλιά μου νά `ναι, νά `ναι το άντρο μου
τ’ απάνε-, τ’ απάνεμο λιμάνι, Αφροδίτη.

Στην καρδιά μου του έρωτα δώσε τα φτερά, Αφροδίτη
κι’ από, κι από τα βέλη του γλύτωσέ με
γλύτωσέ με απ’ τα φαρμάκια, Αφροδίτη.



το ακούτε: https://www.youtube.com/watch?v=Enx9h2Y1BYw

εφτά τραγούδια θα σου πω / Κακογιάννης Μιχάλης

Βγήκανε τ' άστρα 
κι οι κοπέλες με τ' άσπρα 
κατεβαίνουν στην κάτω γειτονιά. 
Τα παλληκάρια 
παρατάνε τα ζάρια 
κι ανταμώνουν στου δρόμου τη γωνιά. 


Στου Παραδείσου τα μπουζούκια θα με πας, 
κι αφού χορέψουμε και πάψει ο σαματάς 
εφτά τραγούδια θα σου πω, για να διαλέξεις το σκοπό, 
για να μου πεις, για να σου πω το "σ' αγαπώ".



Άπονες εξουσίες / Κακογιάννης Μιχάλης

Μια νύχτα που βουλιάζανε
τα σπίτια μες στο χιόνι
καρδούλα μου
στον κάτω δρόμο του χωριού
καρδούλα μου
σκοτώσαν τον Αντώνη
Αντώνη μου

Μάνα σε ξεκληρίσανε
άπονες εξουσίες
ψυχή δε σου αφήσανε
μόνο φωτογραφίες

Ο ένας γιος της μπάρκαρε
κρυφά από τη Μεθώνη
καρδούλα μου
τον άλλο τον συλλάβανε
καρδούλα μου
γιατί ήταν γιος του Αντώνη
Αντώνη μου

Μάνα σε ξεκληρίσανε
άπονες εξουσίες
ψυχή δε σου αφήσανε
μόνο φωτογραφίες


Αγάπη που `γινες δίκοπο μαχαίρι / Κακογιάννης Μιχάλης

Αγάπη που `γινες δίκοπο μαχαίρι
άλλοτε μου `δινες μόνο τη χαρά
μα τώρα πνίγεις τη χαρά στο δάκρυ
δε βρίσκω άκρη, δε βρίσκω γιατρειά.

Φωτιές ανάβουνε μες στα δυο του μάτια,
τ’ αστέρια πέφτουνε όταν με θωρεί.
Σβήστε τα φώτα, σβήστε το φεγγάρι
σαν θα με πάρει τον πόνο μου μη δει.

Γιώργος Λεωνίδας (μικρή αναφορά)

Γεννήθηκε στην Αμμόχωστο το 1944. Αποφοίτησε από την Ανωτέρα Εμπορική Σχολή της Πόλης Αμμοχώστου. Ποιήματά του δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. 

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ (απόσπασμα)

ΧΙΙΙ

Πόσον καιρό
κάθε πρωί, κάθε βράδυ, 
πόσον καιρό
στο ίδιο παράθυρο, 
πίσω
από την ίδια κουρτίνα 
πόσον καιρό
θ΄ ατενίζεις
το υγρό μυστήριο
το βλέμμα σου 
αποτυπώθηκε 
πάνω στ΄  άσπρα μάρμαρα των κυμάτων 
κάθε απόχρωση  των πετάλων σου, 
έγνε κι από ένα κοχύλι 
που κείτεται κάτω βαθειά
στο αμάτρητο πλάνεμα του βυθού.
Πόσον καιρό
θα βαραίνεις
το δακρύβρεχτο πεζούλι.
Πόσον καιρό θα βυθίζεσαι 
μέσα στην ανώφελη σιωπή.
Πόσον καιρό 
θα ηχεί στη χώρα της καρδιάς σου
το πάνθιμο εμβατήριο 
η σκουριασμένη καμάνα
της καταχνιάς του φθινοπώρου.

Είναι καιρός πια
να κατεβείς 
απ΄ το ξερόβραχο της προσμονής, 
είναι καιρός. 

Μέσα σου 
υπάρχει ακόμη 
ένα πέταλο
απ΄ το γαρούφαλο της νιότης σου.