Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

Η γυναίκα με τα μαύρα / Αγαθοκλέους Μάριος,

Όλα λοιπόν μπορεί να συμβούν.

Και νά’ με που την συνοδεύω
τη γυναίκα που έχω ποθήσει πιο πολύ
στο σκοτεινό δωμάτιο.

Μαύρο πέπλο της καλύπτει το πρόσωπο
και μαύρο φόρεμα το κορμί.
Είναι η χήρα των απόντων.

Τι θα ήμουν κι εγώ αν δεν την γνώριζα
παρά ένας απών των αισθημάτων μου
ανυποψίαστος την απουσία μου.

Τώρα οι λεπτομέρειές της
μου υγραίνουν τις νύκτες
κι ο πόθος μου αλλάζει το μυαλό.

Στο αύταρκες Ένα κατατείνω.
Ούτε Κερύνεια, ούτε Αμμόχωστος.

Χριστίνα Αβρααμίδου (βιογραφικά στοιχεία)

Η Χριστίνα Αβρααμίδου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. 
Κατάγεται από την Κύπρο.. 
Σπούδασε αγγλική γλώσσα και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Warwick στο Ηνωμένο Βασίλειο στον κλάδο της αγγλικής λογοτεχνίας και ψυχανάλυσης.

Το 2002 πήρε το κρατικό βραβείο Νέου Λογοτέχνη για τη συλλογή της "Ένας λόγος για να αγαπήσεις τη νύχτα" από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου.

Ποιήματα  της έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά σε Κύπρο και Ελλάδα και ποιήματά της μεταφράστηκαν σε ισπανικά, ιταλικά, σέρβικα,
γερμανικά και αγγλικά. Ποίημα της εχει μελοποιηθεί από τον συνθέτη Γιώργο θεοφάνους: τραγουδώ το νησί μου.


Ποιητικές συλλογές:

1999 Σχοινιά και Ναυγια, λευκωσία
2002. Ενας λόγος για να αγαπήσεις τη Νύχτα, Πλανόδιο
2005. Ολες οι μέρες χιόνι, Πλανόδιο
2008 Ωρα κατω απο το νερό, Εψιλον
2011. Ματια αναποδα, λογοτεχνικά σημειώματα
2014. Εσενα σε έχω ξαναγαπήσει, Οροπέδιο

«Οι πέντε εποχές»: Ποιητική Συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, εκδ. Μελάνι 2012

[άνοιξη]
Σε νιώθω που είσαι πίσω απ’ τη βαριά πόρτα
-πέντε βήματα από μένα-
παλιρροϊκό κύμα έτοιμο να τη σπάσεις
άνεμος έτοιμος να τη ρίξεις
τέρας έτοιμο να τη φας
τίποτα δε σε κρατάει πια!
Έλα μέσα,
Έρωτα.
`

[καλοκαίρι]

Είναι πολύ παράξενο
Εκεί που σ’ αγάπησα
Ήταν στ’ αλήθεια το τέλος του κόσμου
οδηγώντας για ώρα πολλή
φτάναμε σ’ ένα σημείο
που ο δρόμος τέλειωνε
και υψωνόταν ένα τεράστιο βουνό μπροστά μας.
Το τέλος του κόσμου
Η αρχή της αγάπης

[φθινόπωρο]

Ένα αθέατο ράγισμά μου
-δικό σου δημιούργημα-
μ’ έκανε τελικά
μύρια θρύψαλα
κι έπειτα κόπηκες
απ’ τα κομμάτια μου
Θαυμαστά τα έργα σου!

[χειμώνας]

Βαριά κληρονομιά
μου ’δωσες
Ζωή μου
Σε χρυσό μπαούλο
να κουβαλώ ακόμα θραύσματα
Σε ιερή περγαμηνή
να φέρω ακόμα ονόματα
Όλα που πήγανε λάθος
αιώνια με στοιχειώνουν.

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Ειρήνης Σιδερά "Συνθλίψεις"

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016

Ψ (π-σ) / Καϊμακλιώτη Αγγέλα


Ο δόκτωρ Ψ
με στηθοσκόπιο
εντόπισε δονήσεις
στα αρχαία μάρμαρα
της Σαλαμίνας
Έριξε νόμισμα
σε κάθετο άξονα
συντεταγμένων πόνων
και αποφάνθηκε
"Συστήνεται ανάπαυσις
σε πέτρινα εδώλια
καθώς το σχήμα
και η διάταξη τους
είναι ιδανικά
για το φιλτράρισμα
θορύβων πάσας
ιστορικής οδύνης"
Ύστερα άναψε
λευκό Winston
σε φόντο πέτρινο
και αναχώρησε
 ανέκδοτη ποιητική συλλογή, "Οι πικροδάφνες θέλουν κούρεμα")

[Απόλυτη σιωπή και το φεγγάρι] / Πενταράς Νίκος

Απόλυτη σιωπή και το φεγγάρι
σου στέλνει χαιρετίσματα
με τη βραχνή φωνή του γκιόνη
απόμακρη κιθάρας μουσική
που σπαρταρά στο φύλλωμα της λεύκας
σαν ψάρι μες στο δίχτυ
αργοπεθαίνοντας.


(από την ποιητική  συλλογή "ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑPIOY", 2009

Αυτήν την έχεις ψάξει;


Στολίζεσαι, χτενίζεσαι, κοιτιέσαι στον καθρέφτη...
Σου λέει είσαι τέλειος και δεν τον βγάζεις ψεύτη..
Βάζεις και λίγο άρωμα απ' το αγαπημένο
και στο μαλλί λίγο ζελέ ακριβοπληρωμένο..
Μα την ψυχή σου σε ρωτώ πότε την έχεις ψάξει;
Αν έχ' ελλείψεις ή ζημιές πότε έχεις κοιτάξει;
Το σώμα είναι πρόσκαιρο κάποτε θα σ' αφήσει
μα η ψυχή σου φίλε μου αιώνια θα ζήσει.
Αν θες να ζήσει με χαρά, με γέλιο και ειρήνη
κάλεσε τον Ιησού Χριστό, Σωτήρας σου να γίνει.
Χριστοδούλου Θάλεια

Από πόλη σε πόλη / Λάρνακα / Ανδρέας Τιμοθέου


Η πόλη μου είναι αρχόντισσα,
το κέντρο της μυρίζει ακόμα
δαντέλα και νεράντζι
και τα στενά δρομάκια της
ανθίζουν μέσα απ’ τη φθορά
ήχους από ακορντεόν
κι ανάμνηση του γιασεμιού.
Η πόλη μου είναι αρχόντισσα
κι ας μένει ξεχασμένη
κι ας ντύνεται με πανωφόρια δανεικά
και με πλαστά φτιασίδια.
Την αγαπούνε οι πλανόδιοι
κι οι μουσικοί των δρόμων
και τα πουλιά που τραγουδούν
τις μοίρες και τον πόνο.
Η πόλη μου είναι αρχόντισσα,
το μαρτυρούν τα στήθη της
και τα λεπτά της χέρια.
Αλήθεια της η θάλασσα
και οι φοινικιές του χρόνου
το αλάτι της το αλμυρό
κι θέρμη του Αγίου.
Η πόλη μου είναι αρχόντισσα,
αγκάλιασε τα νιάτα της γιαγιάς μου,
με κοίμισε στην άμμο της,
μου είπε παραμύθια,
μου ΄δωσε να θυμάμαι μια αυλή
και όνειρα, χατίρια.

ΑΠΟΨΕ….


Απόψε θα ‘θελα να διακτινιστώ
καταμεσής στην έρημο της Αραβίας
να βρεθώ όπως παλιά…
μόνος, κατάμονος
ανάσκελα πεσμένος
τυλιγμένος με νύχτα
πηχτή σα μαύρη πίσσα
τόσο ως να πιάνεται στις φούχτες
κι ο ουρανός τόσο κοντά χαμηλωμένος
ν’ αγγίζουνε θαρρείς τ’ αστέρια στο κορμί σου
κι εγώ να ουρλιάζω και να αλυχτώ
να διώξω από μέσα το κενό
που ρίζωσε σα γρανιτένιος βράχος
στη καρδιά μου…..
Λευτέρης Ελευθερίου

[πρωινό συννεφιασμένο] / Πανάγου Μαρούλλα

πρωινό συννεφιασμένο
βροχερό και παγωμένο
οπου τις βροχής ψιχάλες
μοιάζουν διαμαντένιες στάλες
που τις δεχεται η γή
... απο τ'ουρανού πηγή .
και ευχαριστεί τον πλάστη
π'οπως πάντα την εγνοιάστει
γνοιάζεται μαζί κι εμάς
έτσι μεσ'από καρδιάς
και εμεις τον 'φχαριστούμε
εστω κι αν φορες ξεχνούμε
πως σε κάθε δυσκολία
δίπλα μας η βοηθεία
φτανει να του το ζητάμε
να μας δείχνει που να πάμε.
για να βρούμε την ειρήν

Είδη πρώτης ανάγκης / Χριστοδουλίδης Γιώργος


Πήρα δυό κομμάτια χαρτί
στη μια τα ψώνια, στην άλλη το ποίημα
τα έβαλα στην ίδια τζέπη
του μαγικού παντελονιού
μπλέχτηκαν μεταξύ τους
άλλαξαν θέσεις οι λέξεις
το «τυρί» έλιωσε τόσο κοντά στον ήλιο
και θρυμματίστηκαν τ’ «αυγά» πέφτοντας
από τα γεφύρια των στίχων
χύθηκε το «κόκκινο κρασί»
στις χίλιες οπές που ακόμα δεν είχαν ανοίξει.
Εφθασα τελικά στην υπεραγορά
σκιές αγόρασα σε τιμή ευκαιρίας
κι έναν έρωτα που έμενε απούλητος στα ράφια,
ένα ανοιχτήρι ειδικό
για τις κονσέρβες μνήμης
που αναμνήσεις
με ημερομηνία λήξης διαθέτουν.
Η μοναδική παρεξήγηση
έγινε με το κουνέλι.
Στο ποίημα έγραφε «εντελώς φοβισμένο»
κι εγώ σφαγμένο το βρήκα.

[Αυτές οι ατέλειες στο κορμί μου] / Λαμπής Γιάννος

Αυτές οι ατέλειες στο κορμί μου, είναι η αρχή,
κι αυτά τα σημάδια στο πρόσωπο μου, είναι το τέλος.
Κι όλα αυτά τα ερείπια είναι το μεσοδιάστημα που έζησα
είναι το τίμημα για το διάβα μου προς τα μπρος
αφού ονειρεύτηκα να ξεφύγω 
δεν είχα επιλογές, έπρεπε να περάσω
ανάμεσα σε μαχαίρια και λεπίδες
και να γευτώ την ήττα μου, ξανά και ξανά.

«Εικασία θανάτου» Ποιητική Συλλογή της Ανδρεανής Ηλιοφώτου / 2009

Άλαλη, ανέλπιδη, έρημη,
λουσμένη στ’ ανοιξιάτικο φως
των νεκρών η πολιτεία
Μαύρα κοράκια κρώζουν παράτονα
στον ουρανό της καρδιάς,
σκορπώντας αποκαΐδια πόνου
 
στη χέρσα ενδοχώρα.

Κι εγώ οφειλέτης μιας ξένης ζωής
που δε μου χαρίστηκε,
 
δεσμώτης σ’ ένα ανέλπιδο αύριο
νιώθω «πως έχει ο θάνατος
δρόμους ανεξερεύνητους
και μια δική του δικαιοσύνη»*.
Κι όλο μελετώ στη σιωπή
με τα μάτια ψηλά
την ολόκληρη απώλεια,
κρυστάλλινο πολυέλαιο
κρεμασμένο στον ουρανό,
να διαθλά το φως της ημέρας
να σκίζει τα σκοτάδια της νύχτας
μνημονεύοντας νυχθημερόν
το μέγα Μυστήριο

Ανείπωτο κάτι ο θάνατος,
λάφυρο της αιώνιας σιωπής.
κι η σοφία της σιωπής
ένα αγύρευτο κόσμημα
μες στ’ αλαλάζοντα κύμβαλα του πλήθους.

*Στίχοι του Γ. Σεφέρη (Μυθιστόρημα ΚΑ’, Ποιήματα)

Όραμα Ελληνικό: Ποιητική Συλλογή της Ανδρεανής Ηλιοφώτου που εκδόθηκε το 1995


Μοναχική μελαγχολία των ερειπίων, 
απογυμνώνεις το μύθο
μες στο καταλυτικό φως του Απόλλωνα.
Πετρωμένο το αίνιγμα της μοίρας
αιωρείται στο χάος
κι ο Φοίβος «ουκέτι έχει καλύβαν».

Δήλος, θαλασσογέννητο φανέρωμα στοργής, 
σαν σβήστηκε η πηγή
του «ζώντος ύδατος» της πίστης,
απόμεινες κατάστεγνη πέτρα,
πυρωμένη γύμνια θανάτου,
ένα τέλος χωρίς αύριο …
Ο θάνατος … ο θάνατος το μόνο
σταθερό αμετάκλητο σήμα,
χωρίς ουράνιες βασιλείες.
Η αλήθεια του ήλιου, η μόνη αλήθεια
πυρ αείζωο, που καταλύει όλα τα ψιμύθια.


Φοίβε χρησμοδότη, ποιος έπαιξε
κάποτε με τη μοίρα των Λαβδακιδών
«χωρίς περίσκεψιν, χωρίς αιδώ»,
ανυποψίαστος για τη δική του, τυφλός
στο υπέρλογο φως της ταπείνωσης;
Ο τροχός του αχανούς χρόνου,
βύθισε στο έρεβος την πολύχρυση λατρεία
κι η γενέθλια γη σου, γυμνή, έρημη χώρα.

ΔΗΛΟΣ / Ηλιοφώτου Ανδρεανή

Μοναχική μελαγχολία των ερειπίων,
απογυμνώνεις το μύθο
μες στο καταλυτικό φως του Απόλλωνα.
Πετρωμένο το αίνιγμα της μοίρας
αιωρείται στο χάος
κι ο Φοίβος «ουκέτι έχει καλύβαν».


Δήλος, θαλασσογέννητο φανέρωμα στοργής,
σαν σβήστηκε η πηγή
του «ζώντος ύδατος» της πίστης,
απόμεινες κατάστεγνη πέτρα,
πυρωμένη γύμνια θανάτου,
ένα τέλος χωρίς αύριο …
Ο θάνατος … ο θάνατος το μόνο
σταθερό αμετάκλητο σήμα,
χωρίς ουράνιες βασιλείες.
Η αλήθεια του ήλιου, η μόνη αλήθεια
πυρ αείζωο, που καταλύει όλα τα ψιμύθια.

Φοίβε χρησμοδότη, ποιος έπαιξε
κάποτε με τη μοίρα των Λαβδακιδών
«χωρίς περίσκεψιν, χωρίς αιδώ»,
ανυποψίαστος για τη δική του, τυφλός
στο υπέρλογο φως της ταπείνωσης;
Ο τροχός του αχανούς χρόνου,
βύθισε στο έρεβος την πολύχρυση λατρεία
κι η γενέθλια γη σου, γυμνή, έρημη χώρα