Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Το ταξίδι / Κουγιάλης Θεοκλής


Έβαλε στο μπαούλο του είδη πρώτης ανάγκης μόνο
εκείνα που θα του χρειάζονταν
που πίστευε πως θα του ήταν απαραίτητα
γι’ αυτό το μακρινό και άγνωστης διάρκειας ταξίδι.

Έβαλε ρούχα, μερικά βιβλία, σημειώσεις του,
τα όνειρα, τις έμμονες ιδέες και τα βάσανά του.
Έβαλε ακόμη μια φωτογραφία πρόσφατη
μήπως και το ταξίδι τον αλλάξει τόσο δραστικά
που δεν θ’ αναγνωρίζει πια τον εαυτό του,
τον εαυτό του που εγκατέλειπε
για ένα τόσο μακρινό και άγνωστης διάρκειας ταξίδι.

Διακοπή / Κουγιάλης Θεοκλής


Φύγαν οι καλεσμένοι μας. Το σπίτι
είναι άδειο και σιωπηλό.

Περάσαμε καλά. Φάγαμε, ήπιαμε άφθονο κρασί
είπαμε τα αστεία μας, γελάσαμε με την καρδιά μας.
Είναι φίλοι καλοί. Τους αγαπάμε.

Φεύγοντας μας αφήσαν
τη μυρωδιά τους πάνω στα έπιπλα
την καλοσύνη της μορφής τους στους καθρέφτες.
Η παρουσία τους είναι ακόμη αισθητή.

Φύγαν οι καλεσμένοι μας.
Μείναμε μόνοι με την καθημερινότητα
με τις φροντίδες, τα προσωπικά προβλήματα
και τις κρυφές πληγές μας.

Περί ποντικών / Κουγιάλης Θεοκλής


Ένας ποντικός
παρα - βολικός
χρόνια τρία πολιτευτής
κι έντεκα οραματιστής.

Ένας άλλος ποντικός 
παρα - πειστικός
παίρνει απόφαση γερή
ιεράρχης να γενεί.

Κι ένας τρίτος ποντικός
παρα - κρατικός 
βλέποντας θέση κενή
την αράζει στη βουλή.

Σε μιαν εποχή
παρα - ποιητική
σύμβολα οι ποντικοί 
κι ο νοών νοεί.

Ευρώπη εικοστός αιών / Παστελλάς Ανδρέας


Ο Μοντεσκιέ σιωπά
κρατώντας σφιχτά στο στήθος του
το πνεύμα των νόμων
κι η Γαλλική Επανάσταση έχει εναποτεθεί
στο μουσείο του Λούβρου. 
Από τον Ιωάννη τον Ακτήμονα
πήραν το μόνο κτήμα που ’χε,
τη Μεγάλη Χάρτα.
Στην Κομεντί Φρανσαίζ* παίζεται η κωμωδία
«Τα δικαιώματα του ανθρώπου», 
λαϊκή απογευματινή,
και τραγουδά τη μασσαλιώτιδα
η χορωδία του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Αύριο πρεμιέρα πανηγυρική:
«Ο νόμος και η τάξις» 
με αρχιμουσικό –κοινή συναινέσει–
τον υψηλό βαρόνο, άλλοτε στρατάρχη σερ Τζον Χάρτινγκ.
Χιλιάδες Λονδρέζων δεν κοιμήθηκαν
για το δράμα ενός σκύλου.

Μέσα στην πρωινή ομίχλη 
πάνω από τις μαυρισμένες καμινάδες των πολιτειών
αιωρούνται κρεμασμένοι οι αμετανόητοι τρομοκράτες των αποικιών,
χορωδίες των σκοτωμένων μαύρων παιδιών της Κένυας
τραγουδάν τα κάλαντα.
και το Big Ben σημαίνει το τέλος ενός κόσμου.

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

ΘΗΣΑΥΡΙΑ ΧΕΡΙΑ / Ιωαννίδης Λίνος


Με τον ύπνο και το φως στο ίδιο σκοτάδι
χάθηκαν τα θησαύρια χέρια του

Η αλάθητη σιγή της ολότητας
και η βαθιά σιωπή του
- πως θα ζήσει -
Κράτησαν
ως τη στιγμή που βγήκαν απ’ τα σύννεφα
οι φράσεις του φεγγαριού

Στη συνέχεια
ξέπλυνε τις χειρονομίες
τίναξε την αφή στ’ ακροδαχτύλι
κι έτσι λιτός κι απέριττος
είπαν πως πήρε τα δάχτυλά του κι έφυγε

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ / Ιωαννίδης Λίνος

Χωρὶς τὸν οὐρανὸ
θ’ ἁρπάξουν τὸν ὁρίζοντα πιὸ πέρα
θὰ τὸν ἀνάψουν ζωντανὸ
καὶ θὰ τὸν κάψουν
μέρα χωρὶς τὸν οὐρανὸ
ὁλόκληρο τὸ σύννεφο θὰ ρίξουν τὸ μισὸ
μέσα θὰ σκάψουν τὸ νερὸ
νὰ τρέξουν οἱ ἀνάσες

Θὰ βροῦν τὸν ὕπνο νὰ κοιμᾶται στὸ χαρτὶ
μὲ τὶς εἰκόνες του
μὲ τὴ σιωπή του
θὰ δοκιμάζουν ἀκόμα
ὄνομα οἱ λέξεις

ΑΓΝΩΣΤΟ ΜΕΤΡΟ / Ιωαννίδης Λίνος

Ἀγωνιώδης πάντα
ἡ φωνὴ ποὺ δὲ φάνηκε ποτὲ
πλησιάζει
τὸ νόημα ποὺ ἀκούγεται

Μέσα στὴν παύση τὴν ἀπουσία
σὲ διαυγὲς κενὸ
σκιαγραφεῖται ὁ ἦχος της
διαφαίνεται κάπως ἡ παρουσία
ὁ σχεδιασμὸς ἡ σύνθεσή της
σὰν εἰκόνα κάποτε ἡ φωνὴ
σὰν ἔργο

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Κύπρου

Πάλι ακούσετε άρκοντες
τζι' ήρταμεν να σας πούμεν
πως αύριον είναι γιορτή
τζιαί πρε... τζιαί πρέπει να χαρούμεν

Αύριον εν Αρχιχρονιά
πρώτη Ιανουαρίου
όπου γιορτάζεται παντού
τ ' Αγί... τ ' Αγίου Βασιλείου

Ζητώ χάρην που τον Θεόν
τα λόγια μου να δέσω
τον Άγιον Βασίλειον
να σας... να σας τον επαινέσω

Που τον αφέντην τον Θεόν
ήτανε φωτισμένος
τζι στων γραμμάτων την σπουδήν
σοφί... σοφίαν πλουμισμένος

Γέννημαν της Καισσάρειας
βλαστός Καππαδοκίας
τζιαί ποιητής θεόπνευστος
της θει... της θείας λειτουργίας

Πρωτομηνιά, Πρωτoχρονιά
τζιαί πάλ ' αρχή του Λόγου
τζιαί ' μεις καλός σας ήβραμεν
να ζιεί... να ζιείτε τζιαί του χρόνου


εις πολλά τα έτη



Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Δεύτερο γράμμα στη μητέρα (Απόσπασμα) / Μόντης Κώστας



 Θ

Μητέρα, διαισθάνομαι πως το γράμμα μου άρχισε να διασπάται,
διαισθάνομαι πως η συνοχή που επεδίωξα άρχισε να διασπάται,
πως η δομή που ήλπιζα άρχισε να διασπάται
σαν τις κουρασμένες τετράδες των μαθητικών παρελάσεων
όταν προσεγγίζουν το τέρμα
που λεν «ουφ» και ξεκουμπώνουν τα κολάρα
και «επιτέλους»
και σπεύδουν να επανέλθουν το ταχύτερο στα καθημερινά
και σπεύδουν να επανέλθουν το ταχύτερο στα συνήθη.
Κι η αλήθεια είναι πως τι χρειαζόταν η συνοχή,
κι η αλήθεια είναι πως τι χρειαζόταν η δομή,
πώς θα διασωζόταν η δομή,
πώς θ’ άντεχε η δομή,
πώς θ’ άντεχε η συνέπεια,
πώς θ’ άντεχε η ακολουθία,
πώς θ’ άντεχε ο ειρμός,
που, όπως είπα, έρχεται ο τυχών απροειδοποίητα κι ανοίγει την πόρτα,
που έρχονται απροειδοποίητα κι ανοίγουν την πόρτα
και μου τα πετάν ανάκατα μέσα,
που ξανάρχονται απροειδοποίητα και ξανανοίγουν
και διαδίδεται η είδηση
κι έρχονται κι άλλοι κι άλλοι
και συνωθούνται;
Εγκαταλείπω τη συνοχή, μητέρα,
εγκαταλείπω τη δομή, μητέρα,
εγκαταλείπω τη συνέπεια,
δεν μπορεί να υπάρξει συνέπεια
έτσι που τώρα μιλώ για λογαριασμό όλων
και τώρα για δικό μου,
έτσι που τώρα είμαι όλοι
και τώρα είμαι μόνος,
έτσι που τώρα διαχωρίζομαι πλήρως
και τώρα ενούμαι πλήρως,
και τώρα ταυτίζομαι πλήρως,
σαν το μικρό τρελό κλαδί της λυγαριάς
που τη μια στιγμή αποσπάται και λυγίζει εδώθε,
και λυγίζει ενάντια εδώθε
μέσ’ στις τσιριξιές και τα χειροκροτήματα των σπουργιτιών,
τριγυρισμένο απ’ τις τσιριξιές και τα χειροκροτήματα των σπουργιτιών,
και την άλλη στιγμή σμίγει στην κατεύθυνση των λοιπών,
και την άλλη στιγμή σμίγει στην υπακοή τους,
σμίγει στην ενότητά τους
και δεν διαφωνεί
 και «τ’ είχαν και τσίριζαν τα σπουργίτια;»
και «τ’ είχαν και χειροκροτούσαν τα σπουργίτια;»,
σαν το μικρό τρελό πουλί
που ξαφνικά ξεκόβει και λες αλλού τραβά,
και λες σίγουρα αλλού τραβά
και μπράβο του,
μα ίδια ξαφνικά ύστερα πίσω τρεχάλα να φτάξει τ’άλλα,
ύστερα πίσω αγωνία να φτάξει τ’ άλλα,
κι εσύ δεν ξέρεις πια
αν έστω κι απ’ αυτή τη δειλή μεταμελημένη απόπειρα
βγήκε κάτι
ή αν χειρότερα τώρα.

Οι φοβερές μέρες του Δεκέμβρη του 1963 στη Λευκωσία* / Μόντης Κώστας


Τόσα χρόνια αναζητούσαμε θέματα.
Να τα, λοιπόν, τώρα!
Να που όταν, επί παραδείγματι,
πήραν τον σκοτωμένο
απ’ τ’ αντικρινό οικόπεδο
δεν πρόσεξαν την τσάντα με το πρόγευμα
που του είχε ετοιμάσει η γυναίκα του
και παρέμεινε.


* Οι φοβερές μέρες του Δεκέμβρη του 1963 στη
Λευκωσία: Αναφέρεται στις διακοινοτικές συγκρού-
σεις που ξέσπασαν τον Δεκέμβριο του 1963 και είχαν
ως αποτέλεσμα, ανάμεσα σε άλλα, τη διαίρεση της Λευ-
κωσίας (που είχε συμβεί σε πρώτο στάδιο ήδη από το
καλοκαίρι του 1958) με τη δημιουργία της λεγόμενης

Πράσινης Γραμμής.

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ / Πολυκάρπου Ανδρέας



Αυτήν την άνοιξη
τα χάσαμε τα χελιδόνια.
Πέταξαν μακριά μας
αλλού να χτίσουνε φωλιές.

Τα βάσανα μας
αλλοίωναν τα όνειρα τους.
Θεατρίνοι της ευλογίας
για πιο ζεστά φύγατε μέρη.

Αυτά τα χελιδόνια
δεν έφεραν την άνοιξη.
Με τα φτερά τους
σε τόπους άλλους την πήρανε.

Οι άψυχοι μας νόμοι
σκόρπισαν τη σπορά.
Κανένα αγιόκλημα δεν
θέλησε να σκύψει το κεφάλι στη νύχτα.

Σκέπασαν τα νέφη
προτού η βροχή να πέσει.
Τα σύννεφα του ουρανού
τον τόπο μας απομονώνουν.

Αυτήν την άνοιξη
δεν ήρθαν τα χελιδόνια.
Στο κρύο μας μάρμαρο
πού καιρός για ν’ ανθίσει το φως.

ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΑΤΑΡΑ / Πολυκάρπου Ανδρέας



Θυέστεια δείπνα μου προσφέρει
ο Ατρέας στην εξορία.
Τα χέρια μου τεμαχισμένα
προσφέρονται για Βρώση.

Της Φιλομήλας το στέρνο
δεν το άγγιξα,
μα η Πρόκνη μού προσφέρει,
να γευτώ, τη σάρκα μου.

Την Πελόπια ψάχνω να βρω
στο αίμα μου
τον Αίγισθο στη μήτρα της
να σπείρω, εκδίκηση να πάρω.

Τους διώκτες μου αυτός
θα τους εξαϋλώσει.
Και τη σάρκα μου
με το αίμα τους θα εξαγνίσει.

Μα του Ορέστη το ξίφος
εκδίκηση είναι έτοιμο να πάρει.
Στα σπλάχνα μου να χωθεί
τα Θυέστεια δείπνα, ξανά, να ετοιμάσει.

Θέμα για διήγημα / Μόντης Κώστας


Τέσσερα ξιπόλητα παιδιά
ήρθαν να δουν τη μητέρα τους στο Νοσοκομείο.
Είναι γύρω απ’ το κρεβάτι της.
Και δεν μιλούν.
Τι να πουν; Δεν ξέρουν τι να πουν.
Μιλά εκείνη. Μιλά διαρκώς εκείνη.
Και τα ρωτά και τα ρωτά
χωρίς να περιμένει απάντηση
και τους πασπατεύει τα κεφάλια.
Έπειτα τους δίνει τέσσερις καραμέλες
που της τις πρόσφερε χτες μια άλλη άρρωστη
και τις φύλαξε
(Της είχε πει: «Μπορώ να πάρω τέσσερις;»).
Όταν χτύπησε το κουδούνι τα παιδιά έφυγαν,
τα δυο μεγάλα έσερναν τα δυο μικρά κι έφυγαν.
Ξιπόλητα καθώς ήταν, σιωπηλά καθώς ήταν,
έφυγαν σα γατάκια.
Μα δεν έφυγαν αμέσως απ’ το Νοσοκομείο,
έμειναν πολλή ώρα ακόμα στην αυλή.
Κι η μητέρα όλο και ρωτά τις νοσοκόμες
αν τα βλέπουν απ’ το μπαλκόνι,
όλο και ρωτά