Κυριακή 20 Απριλίου 2014

ΤΟ ΚΑΦΕ ΣΑΚΑΚΙ



Στο μουντό Λονδίνο
τον έδιωξαν από τη δουλειά
γιατί φορούσε καφέ σακάκι.
Χρώμα αντιεπαγγελματικό
όπως του εξήγησαν
Δείλιασε να τους πει
ότι καφέ είναι οι κορμοί των δέντρων
καφέ είναι και η γη που κατοικούμε
Φόρεσε γκρι κουστούμι κι επέστρεψε
επαγγελματίας στη δουλειά
Στη μέσα τσέπη είχε
τα ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη.

ΔΙΑΙΡΕΣΗ


Για τη διαίρεση
από μικρός κουβαλώ τον φόβο
Όταν την έμαθα στην Δευτέρα τάξη
τον τόπο μου διαίρεσαν
σε δύο πράξεις
Τώρα που την μαθαίνω
στο δικό μου το παιδί
Φοβάμαι
Το πηλίκο θα επικυρωθεί.

ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΑΚΡΟΒΑΤΗ


Θα συντάξω βιβλίο σχολικό
χωρίς φασαρίες
Κηπουρό θα προσλάβω
να ψεκάζει τη μνήμη
σαν την ψώρα την άνοιξη
Χαριτωμένα θα συνοψίζω
αιματηρά γεγονότα
σε βωμούς κινουμένων σχεδίων
Υπόσχομαι να ταυτίσω τις δάφνες
με τους Βeat ποιητές
Να συστήνω ασκήσεις ισορροπίας
το σούρουπο
Να περνώ την ιστορία
δυο φορές από το μηχάνημα
κοπής του κιμά
Να φαίνομαι πολίτης του κόσμου
Ποιου κόσμου δε θα ρωτήσω
Διατάξτε κύριε!

ΓΙΑΤΙ ΣΒΗΝΕΙΣ ΑΓΡΙΕΜΕΝΟ



Σ’ έγραψα, σε ξανάγραψα
σε δούλεψα
κι όταν κατάλαβες
ότι σε προόριζα για ποίημα
έγινες έξαλλο.
Δεν ντρέπεσαι μου ’πες
Τόση δουλειά
για να μείνω αδιάβαστο
Πες με στιχούργημα
Δώσε μου μέτρο
Να ’χω ελπίδα τραγουδηθώ
αλλιώς σ’ εγκαταλείπω
Δάκρυσα
Δεν είμαι προϊόν ευαισθησίας
είπες αμείλικτα
πριν σβήσεις αγριεμένο.

ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΜΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΜΥΘΟΣ


Είναι κρίμα να γίνουμε μύθος τόσο νωρίς
Είναι κρίμα να γίνουμε μύθος
Να μη ζήσουμε ως κατ’ εξοχή θνητοί
Είναι κρίμα να γίνουν οι μικρές μας χαρές
ξένες χαρές
Είναι κρίμα οι λύπες μας
να αποκτήσουν διαστάσεις εξωπραγματικές
Είναι κρίμα να μην παραμείνει κάτι
καθαρά προσωπικό
Να μην κρατήσουμε μια μας ήττα
εμπιστευτική
ένα μας όραμα υπερρεαλιστικό.

Είναι κρίμα να γίνουμε μύθος
ερήμην της δικής μας ψυχής

Βάκης Λοϊζίδης (μικρό βιογραφικό)

Ο Βάκης Λοϊζίδης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1965. Σπούδασε οικονομικά στην Αθήνα και έκανε μεταπτυχιακά με θέμα τον τουρισμό στην Αγγλία. 

Ποιητικές συλλογές: 

  • "Ποίηση και Κολάζ", Λευκωσία 1995· 
  •  "Χειροποίητα Μηχανής", εκδ. Ορίων, Λευκωσία 1999· 
  • "Κινητά Μνημεία", Λευκωσία 2002· 
  • "Σε ώρα Αιχμής", εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005, 
  • "Κλαράκι σπάζει", εκδ. Γαβριηλίδης 2007 και
  •  "Τα στοιχειώδη", εκδ. Γαβριηλίδης 2009.

Σαν άλλοθι οι λέξεις (απόσπασμα) / Μιχαηλίδης Μάριος

Σαν άλλοθι οι λέξεις
Κι ο ποιητής υψώνει το σώμα του
Καιόμενος
Μα ούτε φθόγγος κραταιός
Μόνον ανάσες χνώτο προβάτου
Πριν απ’ τη σφαγή
Ή σαν νεφέλη απλωμένη
Στο σώμα στρατιώτη που ξεψύχησε
Βογκώντας όνειρα παιδικά.
Αποκεφαλισμένοι φθόγγοι
Τυμπανισμένοι ήχοι
Κραυγές αλυχτώντας
Σαν άλλοθι οι λέξεις
Γυρεύουν δικαίωση

Και φρύαξε η αυγή
Καθώς μας άνοιγαν τα σπλάχνα οι οβίδες
Και δεν μπορώ σου λέω να μη θυμάμαι
Και σκοτείνιασε μου λες
Τα κορίτσια μας κλειστά
Σαν άνθη και δεν έστερξαν το φως.
Η Μαίρη η Χρύσω κι η άλλη Μαίρη
Με τους λωτούς στα στήθη
Και σκοτείνιασε Κι ούτε που ξέρω
Πώς θα βγει και τούτη η νύχτα

Λοιπόν πώς εκλαμβάνεις
Τα όσα τεκταίνονται
Σιωπάς
Ωσάν να συνηγορείς μου φαίνεται
Και εκείνος ο Καρδιανός ο Θραξ
Πού έπεσε στα ανοιχτά του Κιτίου
Να πούμε πως δεν υπήρξε ποτέ
Άλλωστε με αρχαία φαντάσματα δεν πλάθεται η Ιστορία
Βέβαια παραμένει εκείνη η λευκή λήκυθος
Τοις εν Κύπρω πεσούσι
Μα και σ’αυτό θα δώσουμε απάντηση
Ναι πρόκειται περί ψευδεπιγράφου
Τώρα ως προς «τα κόκκαλα που λευκαίνονται
Στις ακτές μας» το ματωμένο πουκάμισο
Του τελευταίου στρατιώτη κλπ., κλπ
Ας το παραδεχθούμε πώς όλα υπήρξαν εν φαντασία
Είναι ρομαντικοί σου λέω οι ποιηταί
Πολύ ρομαντικοί

Να βαδίζεις ώρα μεσάνυχτα
Γυρτή η ματιά στους ώμους
Μια σκιά να πασχίζει λοξά
Τα λόγια που ακούς
Και να σέρνεις ένα βήχα
Στο στόμιο του φεγγαριού αργά
Τα βήματα σου ώρα μηδέν

Λόγος αντίφωνος
Στην όρχηση του μυαλού
Καθώς αρχινάς τον κανόνα
Ψαλμωδία μεσονύκτια
Εκεί που θροΐζουν φυλλωσιές
Και φιλήματα λάγνα
Τροπαιούχε ερωτικέ
Κανοναρχείς τη ζωή με το λόγο σου
Σαν άξαφνα ο πεπτωκώς μου φθόγγος
Ανοίγει τις φτερούγες του
Στο αιθέριο Σύμπαν

Σαν κάτι μια υποψία
Ψηλαφώντας αδιόρατους παλμούς
Και ήχους συριστικούς
Μιας ανάσας κεκαυμένης
Πώς όταν επέρχεται σκότος
Και μυριάδες θρύμματα
Του αντιρρόπου φωτός
Περιλούζουν το συμπαντικό κενό
Και μέσα σε όλα αυτά
Ασθμαίνει η εσωλέμβιος Μαρία
Τα έξω του κόσμου καταμετρώντας
Σαν κάτι μια υποψία
Το «αχ» που της έλαχε
Στα περίχωρα μιας νυκτωδίας
Και η αγωνία της να φθέγγεται
Καμπύλους υμεναίους
Στα άωρα μιας ευμέλειας
Ο ίσκιος της με τις ευθυτενείς προσδοκίες
Καθώς η Μαρία συρρικνώνεται υποδορίως
Μες στην ευρυχωρία του κάτι



.....................

ΒΛΑΣΤΗΣΗ / Νεοφυτίδης Ανδρέας


τοπίο με όνειρα μπετονικά που ανεβαίνουν
στα ύψη εφιάλτες. Τα δέντρα φυτρώνουν εντός
μου   
 

ΕΓΕΡΤΗΡΙΟΝ ΣΑΛΠΙΣΜΑ (Θα πάρω μιαν ανηφοριά)

Θα πάρω μιαν ανηφοριά
θα πάρω μονοπάτια
 να βρωτα σκαλοπάτια 
που παν στη Λευτεριά.
~
Θ΄ αφήσω αδέλφια συγγενείς,
τη μάνα, τον πατέρα
μεσ΄ τα λαγκάδια πέρα
και στις βουνοπλαγιές.
~
Ψάχνοντας για τη Λευτεριά
θα ΄χω παρέα μόνη
κατάλευκο το χιόνι,
βουνά και ρεματιές.
~
Τώρα κι αν είναι χειμωνιά,
θα ΄ρθει το καλοκαίρι
Τη Λευτεριά να φέρει
σε πόλεις και χωριά.
~
Θα πάρω μιαν ανηφοριά
θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά.
~
Τα σκαλοπάτια θ΄ ανεβώ,
θα μπω σ΄ ένα παλάτι,
το ξέρω θαν απάτη,
δεν θαν αληθινό.
~
Μεσ΄ το παλάτι θα γυρνώ
ώσπου να βρω τον θρόνο,
βασίλισσα μια μόνο
να κάθεται σ΄ αυτό.
~
Κόρη πανώρια θα της πω,
άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου,
μονάχα αυτό ζητώ.

Των αθανάτων το κρασί / Παλληκαρίδης Ευαγόρας

Των αθανάτων το κρασί
το ‘βρετε σεις και πίνετε
ζωή για σας ο θάνατος
κι αθάνατοι θα μείνετε

ημέρα της Νίκης / Παλληκαρίδης Ευαγόρας



Μέρα λαμπρή κι αθάνατη
κι αδούλωτ' είναι σήμερα
που κι η σκλαβιά νικήθηκε
από την τόση ορμή...
~
Και λύγισαν, και σπάσανε
και λυώσανε τα σίδερα
που σου μάτωναν, Κύπρο μου,
το ασθενικό κορμί.
~
Μέρα χαράς ξημέρωσε
και μέρα ευλογημένη
κι απ' τη σκλαβιά που πέρασε
τίποτε πια δε μένει.
~
Χαρείτε όσοι πονέσατε
κι' όσοι νεκρούς εκλάψετε
το κλάμα παύει σήμερα
στης Κύπρου τα χωριά.
~
Κι όσοι πάτέρα, κι αδελφό
για φίλο σας εθάψατε
όλοι χαρήτε σήμερα
γιατ' ήρθε η λευτεριά
η πρώτη μέρα ελεύθερη
-στιγμή που δεν ξεχνιέται-
στη σκλαβωμένη Κύπρο μας
η λευτεριά γεννιέται.

η Κύπρος δεν πεθαίνει / Παλληκαρίδης Ευαγόρας




Την Κύπρο μασ κι αν δέσανε
οι Άγγλοι μ' αλυσίδα,
έχει για πάντα την καρδιά
πίστη σε μια πατρίδα.
~
Η Κύπρος κι αν ελύγισε
δεν είναι σκλαβωμένη
Ελληνοπούλ' αδούλωτη
πάντα η ψυχή της μένει.
~
Το λέει ο γιαλός,
το λέει η στεριά,
κάθε βουνού κορφούλα.
Το λέει κάθε ανηφοριά
και κάθε της βρυσούλα.
~
Η Κύπρος δεν απέθανε
κι ούτε ποτέ πεθαίνει
κι απ' της σκλαβιάς τα σίδερα
τη βλέπω γω να βγαίνει.
~
Την Κύπρο δεν τρομάζουνε
φοβέρες και κανόνια
έχει βαριά κληρονομιά
απ' τα παλιά τα χρόνια.
~
Στην Κύπρο την αθάνατη,
την Κύπρο τη γενναία
είναι καιρός να στήσουμε
Ελληνική σημαία.

[Είντα γυρεύκεις πέρτικα] / Μυριάνθη Παναγιώτου- Παπαονησιφόρου

«Είντα γυρεύκεις πέρτικα
με τα πλουμιά τα σέρτικα
ξηφώτιν τζιελαηδώντα;
- Εν τη κρατίζω την χαρά
γιατί έχω ταίριν στην φουλιάν
τζιαι στην φουλιάν μιτσιά πουλλιά
ελάλε μου πετώντα

Είντα που θέλεις πέρτικα
με τα φτερά τα πέττικα
ποσκότιν στην αυλή μου;
- Μήτε φαϊν μήτε νερό.
Το κλάμα το λυπητερόν
εν πο’ χω ταίριν χασιμιόν
γυρίζει τζιαι λαλεί μου».

Εδώ φοβούνται να γεράσουν / Παπαφιλίππου Λουκής

Εδώ φοβούνται να γεράσουν. 
Καρφώνονται 
Κάπου μεταξύ πενήντα, εξήντα, εβδομήντα 
 και πεθαίνουν 
καμακιασμένοι από μια κλιμακτήριο 
 που δε γνώρισαν 
ένοχοι 
ξοδεύονται 
συμβατικά 
και γυρίζουν 
σε θρανιά 
να διδαχθούν 
για δεύτερη φορά 
την αμάθειά τους

«Ελλάδα μου» / Παπαφιλίππου Λουκής

«Στην ανάγνωση δηλώνω
αγράμματος
στη φωνή δηλώνω
άφωνος
στην όραση δηλώνω
τυφλός
να μη σε διαβάσω
να μη σε ακούσω
να μη σε δω
πληγωμένη μου»