Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2020

Δώδεκα [12] Ποιήτριες (εκ των σπουδαιοτέρων) της σύγχρονης εποχής της Κύπρου συναντούν τους «Ποιητές που αγάπησα» και «ποιούν» τις δικές τους « Μικρές και Μεγάλες Ιστορίες λόγου»

 



 

1.      Αγγελίδου Κλαίρη [ 1932 - ]

2.      Γαλάζη Πίτσα [ 1940- ]

3.      Γαριβάλδη Άντρια [ 1958- ]

4.      Ζαμπά Αλεξάνδρα [ - ]

5.      Ιωαννίδου- Σταύρου Ρούλα [ 1951 - ]

6.      Καϊμακλιώτη Αγγέλα [ 1967 - ]

7.      Μαντά Λαζάρου Ευφροσύνη [ 1955 - ]

8.      Περατικού Κοκαράκη Μαρία [ -]

9.      Σαββίδου- Θεοδούλου Μόνα [ - ]

10. Τέμβριου Αθηνά [ - ]

11. Τουμαζή Έλενα – Ρεμπελίνα [ - ]

12. Χατζήπαπα Βασίλκα [ - ]

 

 

Αγγελίδου Κλαίρη

ΤΟ ΜΕΤΕΩΡΟ ΓΙΑΤΙ

                                                              Στον άγνωστο νεκρό

                                 του βομβαρδισμού στην Αμμόχωστο

                                                                                     το 1974

 

Ποιο αέτωμα σε κράτησε

μετέωρο

παιδί με τα ξανθά μαλλιά

μέσα στο χαλασμό;

Ποιο χέρι ανίερο

σκόρπισε τη φωτιά

όπου λαμπάδιασε

το νεανικό κορμί σου;

Ποια φλόγα πύρινη

πήρε το σφρίγος

την ανεμελιά

το κάλλος;

Κι έμεινες να αιωρείσαι

στο κενό

ανάμεσα ουρανού και γης

μ’ένα σωρό γιατί…, γιατί…

                           3 Μαρτίου 2014

                              ώρα 11:30 π.μ.

 

*

Γαλάζη Πίτσα

Αμμόχωση χχ

 

Άνεμοι παίρνουν κι άνεμοι φέρνουν

διαμελίζουν μέσα στη νύχτα τα σώματα

παίρνουν τα θαύματα φέρνουν τα πράματα

παίρνουν γυαλιά φέρνουν καρφιά

«Μουσκοκάρφι και κανέλα

να σου φτιάξω μια κοπέλα»

Κι ούτε κοπέλα ούτε ζυμάρι να φτιάξουμε

μόνο ο καημός που πασπαλίζεται σουσάμι

και τα καρφιά που μυρίζουνε σταύρωμα

Κι απ’ τα μυριστικά του νερού για το λούσιμο

πικρή πικρότατη δάφνη το Σάββατο

Βαζανάτο μερσίνι και το βασιλικό το πήρε το κακό

και ξεράθηκε

Το χεράκι της μάνας μου ασπριδερό

με το φαγωμένο δαχτυλίδι να φέγγει

αντίτιμο κι ομοίωμα του αρραβώνα της πατρίδας

σφραγίζει τη μοίρα και βαραίνει τη γέννηση

Βαφτίζει στον ουράνιο ποταμό

Φυσάει λίβας και σταυρώνει με το τάσι

«Ιησούς Χριστός νικά

κι όλα τα κακά σκορπά»

και δεν νικάμε μόνο σκορπάμε σαν τα λαγόπουλα

Μη με φιλάς δεν έχω αλεξιφάρμακο.

Μη με φιλάς δεν έχω πού να πολεμήσω

όπως όταν με σταύρωνες στην πόρτα

και ρωτούσες για τους γιους

τώρα δεν έχω ούτε σπίτι να γυρίσω

Γυρίζει προς τα πίσω ο ποταμός

κι ο ουρανός δεν βρέχει ένα θάμα

Κάθεται στο κατώφλι τον αέρα οσμίζεται

Πορτοκαλιά μού μύρισε θα πάμε στο Βαρώσι

και θα σου πάρω μάνα μου μαντήλι με το κρόσσι

ο γεροκάμηλος να ’ναι καλά

για να μας πάει στο πανηγύρι της ελιάς

Κι ο γεροκάμηλος ο ύπνος μου με τ’ άσθμα του

άλλοτε πάει κι άλλοτε ξεγελώντας προσπερνά

Τα χέρια της μυρίζουν πικρολέμονο

τα μάτια της ξεχείλισαν γυαλό

Έφερα απ’ το πανηγύρι το λαγήνι

γεμάτο με τ’ αμίλητο νερό

κι ο γεροκάμηλος δεν παίρνει μπρος

Έτσι αμίλητος κι ο καημός κι η ρίζα μου

να μη χαθεί η γητειά

Άνεμοι μπαινοβγαίνουμε στα σώματα

κι εμείς έξω απ’ το ποίημα

ούτε μιλιά

 

*

Γαριβάλδη ‘Αντρια

Δεύτερη εισβολή

Είπαν πως έρχονταν σημαίες κόκκινες
καθώς οι βόμβες έσκασαν χαράματα
σκορπώντας σύννεφο φοβέρας.

Είπαν πως ρήμαξαν χωριά στην Πρώτη ,
μα δεν είχανε δει ακόμη Δεύτερη εισβολή.
Είπαν πως έκλαψαν ακόμα και τ' αγέννητα μωρά.

Μες στην πικρόφθαλμη νυχτιά,
ποιοι τάχα αλλάξανε στο χάρτη
της Κύπρου τα σημάδια;
Ποιοι χάραξαν την Πράσινη Γραμμή ;
Είπαν, θαρρώ,
πως οι κορφές της Μύρτου
θα ΄φραζαν τα σύνορα
ψηλά στον Πενταδάχτυλο.

Μα, οι στρατιώτες μας
δεν είχανε γυρίσει!
Πώς θα 'φευγαν οι μάνες δίχως νέα τους;

Ποιος θα πενθούσε στα "Σαράντα"
των θαμμένων νιων;
Κι οι αιχμάλωτοι που 'χαν μπαρκάρει για τα '
Aδανα;

Οι βόμβες έσκασαν πριν ξημερώσει,
μετά η φυγή.

Πήραν της προσφυγιάς το μονοπάτι
σηκώνοντας στους ώμους μόνο το μαράζι
και μια κρυφή ελπίδα
πως θα γυρνούσαν...
"αύριο".

Πήραν του μισεμού το δρόμο
αφήνοντας καημό αβάσταχτο
την πόρτα να φυλάει
και τον παππού μονάχο
ν' αφουγκράζεται τα βήματα.

Πέτρωσαν την καρδιά αγναντεύοντας
τον κάμπο φορτωμένο,
και τ' ασπροχώματα του νότου
ανέβηκαν δειλά,
που φαίνονταν πιο... σίγουρα.

Έφυγαν...
μα δεν είπαν ούτε "γεια

 

*

Ζαμπά Αλεξάνδρα

ΟΙ ΑΝΑΜΟΝΕΣ

 

2.

 

Η φωνή μου αντιλαλεί στους πνεύμονες

κατά μήκος παραστάτων πόνου ρέει

 

σε φωνάζω, ψυχή μου, πού είσαι;

Μάης είναι πρωινή ομίχλη θαμπώνει και βρέχει

το παράθυρο σου, καρδιά μου, έχει σπασμένο τογυώΙ

μούδιασμα στα δέντρα

 

η ξύλινη σκάλα σέρνεται στον τοίχο ταλαντεύεται

 

φτωχικό είν' το λεξικό χωρίς λεπτές αποχρώσεις

χρειάζομαι μια λέξη, ψυχή μου, να διαπερνά την ελληνική

 

μια από κείνες που κρέμονται από τα δοκάρια και αναμένουν

απ' τον κεντρικό γάντζο, καρδιά μου, λικνιζόμενη αναμένει

τον δικό σου, ψυχή μου, δύσκολο γυρισμό


*

Ρούλα Ιωαννίδου-Σταύρου

 

α΄) Στη Λιμνούλα
 
Αγαπημένοι μας,
Εσείς φύγατε?
μα δεν πήρατε μαζί σας τα νεανικά σας όνειρα.
Τ’ αφήσατε να κείτονται μόνα κι αμήχανα
εκεί, στη γη μας που πέσατε.
δίπλα στη μικρή λιμνούλα
που σχημάτισε το αίμα σας.
                 
Ώσπου μια στιγμή
σκέφτηκαν να πέσουν μέσα
και ν’ αυτοκτονήσουν
πριν στεγνώσει κι εκείνη
και δεν έχουν πια πού αλλού να πάνε.


 β΄) Στέγη χαμένων ονείρων
 
Αγαπημένοι μας,
Δυστυχώς,
δεν υπήρξε πρόνοια
από την Πολιτεία
για τα όνειρά σας.
Δεν υπήρχε σχετικός νόμος
ή νομοσχέδιο προς ψήφιση
για προστασία τους?
για ανέγερση ενός ονειροτροφείου
για ένα καταφύγιο έστω,
μια στέγη χαμένων ονείρων.
(Πρώτη δημόσια παρουσία:
Modus Vivendi, 2015)

 

 

*

 

Αγγέλα Καιμακλιώτη

Τουρκική Εισβολή

Μετά από κείνη
την ειρηνική επέμβαση
καπνίσαμε οι περισσότεροι
το τελευταίο μας τσιγάρο
Έκτοτε κυκλοφορούμε φαντάσματα
στο θίασο του Καραγκιόζη
Τα βράδια μετά την παράσταση
κοιμόμαστε ανάλαφρα
στα όνειρα των παιδιών
κρατώντας σφικτά
παραμάσχαλα τις ενοχές μας

 

*

Μαντά Λαζάρου Ευφροσύνη

Κόκκινη πληγή.

Κλείνει την πόρτα του κάθε αυγή. Τον διώξανε
απ ’ το χωριό, γιατί ξεμυάλιζε τους άντρες.
Έκθαμβος μένει τώρα, εδώ, όπου τον δέχονται,
με τις μελαγχολίες του και τα ξεσπάσματά του,
ζωγράφοι, ποιητές και φοιτητές. Όταν
οι άντρες τον παίρνουν στο κρεβάτι τους,
ανοίγουν κόκκινοι κρουνοί τα μάτια του, διψασμένα
γι αγάπες και τρυφερά συντροφέματα.

 

*

Μαρία Περατικού-Κοκαράκη

 

Για τον τόπο

Λευκό χρυσάφι
στις κορφές του Τροόδους
νερό στους φράχτες.

Η κληματαριά
της αυλής του Καραβά,
ξεκούρασή μας.

Σας θυμόμαστε
Σπίτι, αυλή, κήποι μας.
Βίαια φυγή.

Ποίησης έργο
η Αχειροποίητος,
Εκκλησιά Πίστης.

Πηγάζει πηγή.
Κεφαλόβρυσου ροή,
τραγούδι νερού.

Έγνοια μαγική
συλλαβίζεις πατρίδα,
στους κρίνους μνήμης!

Ξεκινάς βαθειά,
Ιστορίας άρμενα
η Σαλαμίνα!

*

Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου

 

Οι λέξεις

 

Θα έρθουν οι μέρες,

 θα περάσουν.

 

Τα φύλλα διψουν,

 η ματιαδιψα.

 

Πίνεις το νερο

με κλειστα βλέφαρα

και ψυθυρίζεις

από το σημείο μηδεν:

 

Οι λέξεις με ξεδιψουν.

 

*

Αθηνά Τέμβριου

ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ

Είμαστε σαν τα δέντρα
κάτω απ’ τον ήλιο
ούτε μια στάλα νερό
τα δρόσισε μέσα στο καλοκαίρι.
Όμως οι ρίζες άπλωσαν
βαθιά μέσα στη γη
καλά κρατάνε τα κλαδιά
τα φύλλα σαν ψυχές
γρικούν πρωί και βράδυ.
Είμαστε σαν τα δέντρα.
Η ανάσα, το όνειρο ενός παιδιού
την ώρα της ανάπαυσης
κάτω απ’ τον ίσκιο μας,
μέχρι να διανύσει ο χρόνος
τις μέρες της σιωπής
για να γευτούμε τη δροσιά
του κόσμου.

 

*

Τουμαζή Έλενα – Ρεμπελίνα

 

[...]

σε κύματα αστραφτερά

Γράφεις με ευγνωμοσύνη

Βουτώντας την πέννα σου

στο ασήμι της θάλασσας

Που σε κοιτάζει αμετάβλητη

Γράφεις κοιτάζοντας κατάματα

Αυτό που σε κοιτάζει

Ανυπεράσπιστο

Και ολόκληρο

 

 

*

 

Χατζήπαπα Βασίλκα

 

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΛΕΞΗ

Δεν αγάπησα όπως μπορούσα.
Δεν αγαπήθηκα όπως θα ‘θελα.
Δεν έχω βρει
τη μοναδική τη λέξη
τον ήχο τον μοναδικό
που ανθρώπους κι αισθήματα μερεύει.
Τη σκέψη τη μοναδική
που τον πυρήνα ξεκλειδώνει,
της ζωής.
Δεν έχω βρει
του αιώνιου τη διάφανη σφαίρα
που κάθε τι δικό μου
ζεστό, σπαταλημένο,
σε δάκρυ κρυστάλλινο μαζεύει.