Είχα ένα σακάκι στο δημοτικό,
απ’ αυτά τα ωραία, τα αμερικάνικα.
Σχίστηκε από ένα ατύχημα, μια αταξία.
Το νούμερο ένα στο μανίκι έγινε μισό έντεκα.
Το χάρισα στο παιδί με τις πατερίτσες.
Σκληρά τα παιδιά και άμυαλα,
σκληρότερος και πιο άμυαλος εγώ.
Πήγα προχτές στην τράπεζα.
Τη βρήκα με την πληθώρα
των ευκαιριών που προσέφεραν εκεί
– λέρωσα και το παντελόνι μου,
αλλά ευτυχώς, μπορούσα να πάρω άλλο.
Ο ταμίας είχε πέντε ολοκαίνουργια δίπλα του –
μια επιπλέον υπηρεσία για τους πιο ανυπόμονους των
πελατών,
ατελείωτο στοκ.
Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026
ΕΥΚΑΙΡΙΑ / Γεωργίου Δώρος
ΠΛΗΜΜΥΡΑ / Γεωργίου Δώρος
Μεγάλωσα στο χαμηλότερο σπίτι
της γειτονιάς.
Το κατάλαβα καλά όταν ακούμπησα
το ταβάνι στα εννιά.
Αργά, χθες το βράδυ
πήγα μια βόλτα στην παραλία.
Δεν ξέρω να σας πω
αν οι ολόισιοι γιγάντιοι πύργοι
αριστερά και δεξιά
ξεφύτρωσαν απ’ τη μεγαλεπήβολη
επιθυμία μας ν’ αγγίξουμε τον Θεό
ή απ’ την ανέλπιστη ανάγκη
να σιγουρέψουμε την πτώση μας.
Ξέρω όμως
πως λίγο να υποκλίνονταν
στη θάλασσα και θα
γίνονταν γοητευτικότεροι.
Υπάρχει λόγος που
οι ψηλότεροι των φίλων μας
καμπουριάζουν τόσο πολύ-
θέλουν να μάθουν
τι διάολο ψιθυρίζουμε
όταν κλαίμε.
[έχω την υποψία πως
είπα το ίδιο πράγμα
τρεις φορές]
Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026
ΕΠΙΛΟΓΟΣ / Έλενα Σάββα Κιννή
Δεν είναι πως σε χόρτασα ζωή
ούτε πως δεν προσμένω τα καλύτερα.
Είναι που μπορώ ακόμα
να κρατώ γερά
λευκές γδαρμένες μνήμες.
Μα, αν διστάζω
ή αποφεύγω πλέον
να διαβάζω τις σιωπές σου
είναι που τρομάζω
μη και μιλήσουν
μην απαιτήσουν
κι εγώ δεν τις ακούσω.
TO ΠΟΙΗΜΑ / Έλενα Σάββα Κιννή
Η πλημμυρίδα από πού ξεκινά;
Απογειώνονται οι σταγόνες της βροχής
όπως μια πέτρα από παλάμη παιδική.
Αδιάφορες τότε φιγούρες λικνίζονται
προς άγνωστο προορισμό.
Κοίταξε στα μάτια τη γαλήνη
μα δεν την αναγνώρισε.
Φάνταζε αναπάντεχα έγχορδο σκεβρωμένο.
Τον έκανε να επαναστατήσει.
Ήταν άλλες οι συχνότητες.
Μπορεί μια δεύτερη ευκαιρία
να θεωρηθεί
εκτός από προκλητική και επικίνδυνη;
Η σκουριασμένη του κραυγή
ραγίζει τώρα τον ορίζοντα
έσχατη παράκληση πριν τον τορπιλισμό.
Ήταν το χιόνι εκείνο
που τον έσωσε απ’ τη φωτιά;
Οι εμπνεύσεις τελευταία
κατηφορίζουν αμήχανα
ξενυχτούν επίμονα στο προσκέφαλό του
προσμένοντας επίδοξες συλλήψεις.
Πώς έγιναν ποίημα;
Μόνο εκείνος ήξερε
κι ας ήταν από την αρχή
ναυαγισμένο.
Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026
ΕΥΚΑΙΡΙΑ / Γεωργίου Δώρος
Είχα ένα σακάκι στο δημοτικό,
απ’ αυτά τα ωραία, τα αμερικάνικα.
Σχίστηκε από ένα ατύχημα, μια αταξία.
Το νούμερο ένα στο μανίκι έγινε μισό έντεκα.
Το χάρισα στο παιδί με τις πατερίτσες.
Σκληρά τα παιδιά και άμυαλα,
σκληρότερος και πιο άμυαλος εγώ.
Πήγα προχτές στην τράπεζα.
Τη βρήκα με την πληθώρα
των ευκαιριών που προσέφεραν εκεί
– λέρωσα και το παντελόνι μου,
αλλά ευτυχώς, μπορούσα να πάρω άλλο.
Ο ταμίας είχε πέντε ολοκαίνουργια δίπλα του –
μια επιπλέον υπηρεσία για τους πιο ανυπόμονους των
πελατών,
ατελείωτο στοκ.
ΝΕΑ… ΠΟΥΛΠΑ / Γεωργίου Δώρος
Κατηγορώ τον εαυτό μου
που δεν ξέρει τι Θέλει.
Από τη μια,
οσφραίνεται τη δύναμη της πεποίθησής του,
από την άλλη,
την αφήνει για δυο μεγάλες μπάλες παγωτό.
Ο ασθματικός είναι δυο φορές τρελός,
αφού πρέπει παράλληλα να επιτηρεί
την παραγωγή των φλεγμονών του
και να τελειώνει τις προτάσεις
με μια απομίμηση επιθανάτιου βρόγχου
– παιχνίδι ασφαλείας.
Ποια η μεγαλύτερη πράξη ετερονομίας
– έχοντας καρφώσει το χαμηλότερο σημείο του Θεού –
απ’ το να βλέπει κατάματα την Παναγία
λέγοντάς της μη ενοχικά πως
δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς,
όλα ήταν βάσει σχεδίου.
Θα ’χει μπουφέ και καφέδες στην κηδεία;
Τώρα, να κλάψω ή να φάω σουφλέ σοκολάτας
πριν σταματήσει η αναπνοή μου;
Τέλος πάντων, τι έλεγα;