Κυριακή 17 Μαρτίου 2019

Μας ταξιδεύεις πάλι στο νησί…



                                               
Μας ταξιδεύεις πάλι στο νησί…
Κι είν’ το ταξίδι αυτό
Γιομάτο γλύκα που πικραίνει,
Πόνο που ανακουφίζει,
Αλμύρα που γλυκαίνει,
Αγάπη που πονάει,
Χαρά που πνίγει,
Πέμπτη Παρασκευή των Χαιρετισμών,
Όλη η Ωραιότητα μαζί…
Κι αν δεν ταξιδεύουμε εμείς για το νησί,
εκείνο ταξιδεύει προς εμάς.

Μας ταξιδεύεις πάλι στο νησί…
Κι είν’  του πρωινού το ξύπνημα
Της λευτεριάς μας κάλεσμα
Μια και δεν έχουμε φωλιά
Σ’ αυτή τη γη
Παρά στο κύμα φίλημα.

Μας ταξιδεύεις πάλι στο νησί…
Κι ανοίγεται ο δρόμος πιο πλατύς
Στ’ αγκάλιασμα της μέρας με το φως
Που φέρνει ο πόνος, η αλμύρα, κι η αγάπη.
Πέμπτη Παρασκευή των Χαιρετισμών
Τ’ ωραίο και τ’ αθάνατο
Για μια πατρίδα τόσο δα μικρή
Για ένα καημό που μας λυτρώνει.

Άντρια Γαριβάλδη







Καράβι του Βοσπόρου / Άντρια Γαριβάλδη




Σ’ ανατολίτικο σκοπό χορεύοντας στο κύμα
Λικνίζεται το γέρικο σκαρί σου
Στα κόκκινα και τα μαβιά νερά που βάφονται σ το ηλιοβασίλεμα
Μαράζι εσύ νωχελικά θωπεύεις τη σκέψη μας στ’ αντίπερα των δικών μας βουνών
Των δικών μας ακρογιαλιών
Των δικών μας αυλών…
Καράβι  ταξιδιάρικο
Πέρνα κι απ’ την Κερύνεια μας την τόσο μακρινή,  την αδικόβρεχτη
Τράβα και μην κοιτάξεις στην άλλη άκρη του γιαλού
Μην και τυχόν η μνήμη μας ραγίσει
Καράβι ταξιδιάρικο απ’ του Βοσπόρου τα πικρόγευτα  νερά
Έλα και μοίρασε το εμπόρευμα σου στα κοτσύφια του καλοκαιριού
Τα σπλάχνα σου άνοιξε στον κόρφο μας
Το δρόμο ράντισε ροδόσταγμα που φτιάξαμε κείνο το χρόνο τον στεγνό
Να δέσει το γλυκό στης μάνας το γυαλί
Να φέρει το χαμόγελο στα χείλη μας.







Ο θόλος της ελπίδας / Άντρια Γαριβαλδη




Κάποια καμπάνα
από το μακρινό παρελθόν
χτυπάει ακόμα αδύναμα στ’ αυτιά μου.
Η έρημη εκκλησιά
όπου το μισοτελειωμένο κερί
αγνό και μυρωδάτο
βρίσκεται ακόμα
 πλάι στην εικόνα τ’  
Άη Μάμα
με κράζει πίσω με δισταγμό
την καγκελόπορτα να κλείσω
και σιωπηλά σκουπίζοντάς τ’ αχνάρια μου
ξυπνάω για να δω πως όλοι οι φίλοι μου χαθήκαν
κι η ανατολή όλο συγχώρεση
χύνεται αγέρωχη επάνω στον αγέραστο θόλο.





The dome of hope

A church bell
from the distand past
keeps sounding powerlessly
in my ears
The lonely church where the half-burnt candle
pure and fragnant
still stands by St Mamas’ icon
calling me back reluctantly to close the gate
and silently wiping off my own foot steps
as I wake up to see my friends gone
and the forgiving sunrise
streaming with pride over the ageless dome.



Αντάμωμα / Άντρια Γαριβάλδη





Βρεθήκαμε στην άκρη του πάρκου
εκεί που τα χνάρια των πουλιών ψηλάφιζαν το νωπό χώμα
μετά τη βροχή που κόπασε για λίγα λεπτά.

Η ανάσα γρήγορη
 ρυθμικά έπαλλε στο στήθος
συνοδεύοντας τον ψίθυρο που έσβηνε στα παγωμένα χείλη.

Πίσω απ’ της πόλης τα φώτα π΄άναβαν δειλά
στο φίλημα των νεφών που στεφάνωναν τα γκρίζα κτίρια
μου ’γνεψες να γράψω στο μικρό μπλοκάκι
τις τελευταίες κουβέντες που είχαμε πει σαν προσευχή.

Και η βροχή ξανάρχισε το μέτρημα...

Να ’ταν τ’ αντάμωμα τάχα τυχαίο
ή ο σκοπός που όριζε ν’ αφουγκραστούμε τις καρδιές
μια τέτοια κρύα μέρα του χειμώνα
που η φύση οσφριζόταν την επιφάνεια της γυμνών χεριών
σαν χάιδευαν τον ρυτιδιασμένο κορμό του γέρικου πλατανιού;

Η πόλη ολόσωμη φωτίστηκε
και τα πουλιά κρυφτήκανε στις φυλλωσιές·
ανήσυχη άρχισ’ η βροχή ν’ ακολουθάει τις πατημασιές
ώσπου πια χώρισαν οι δρόμοι μας
κι απλώθηκε στους ώμους μας το χιόνι.

Έτσι, χωρίς βιασύνη
ρίξαμε πίσω μια στερνή ματιά
κι εκεί το βήμα χάθηκε...
 μέσα στο άγνωστο.




Είμαι η Κύπρος /Άντρια Γαριβάλδη




Είμαι ο βυθός που αναδήθηκε στην αγκαλιά της Μεσογείου
Η αλμυρόγλυκη θάλασσα κι ο αφρός του κύματος στην Πέτρα του Ρωμιού
Τα καφεμπλέ βοτσαλάκια στην ακρογιαλιά του παχύ άμμου
Το χνούδι της πρασινάδας κατάκορφα στις παρειές του Τροόδους.

Είμαι το φως στον ορίζοντα όταν σκάει η μέρα πίσω απ’ τον Πενταδάκτυλο
Η ανατολή αγέννητη κι αμύθητη πίσω απ’ την παλάμη του Διγενή Ακρίτα
Ο ηλιοκαμένος κάμπος της Μεσαριάς που ψιθυρίζει την προσευχή του εργάτη
Το καράβι της Κερύνειας  που ξεκουράζεται στο θώρακα  του κάστρου.

Είμαι το ηλιοβασίλεμα πέρα απ΄ την αλυκή με τα φλαμίγκο έξω απ’ τη Λάρνακα
Οι φοινικούδες στη χρυσή παραλία που θα βρεις δίπλα στον ανδριάντα του Κίμωνα
Η ζαχαρένια παραλία της Αμμοχώστου με τις ψάθινες  ομπρέλες
Η Σαλαμίνα του Ευαγόρα που νανουρίζεται απ’ τα σιωπηλά αγάλματα.

Είμαι το ταπεινό κυκλάμινο στον κορμό της Καρπασίας
οι χρυσόχρωμες κιτρομηλιές στον κάτω μαχαλά της Λεμεσού
Η αγέραστη μαρμάρινη κολόνα του  Κουρίου
Το άρωμα  του συκόφυλλου στα μυθικά λουτρά της Αφροδίτης.

Είμαι το εκκλησάκι του Αγίου Επιφανίου στην ακτή της Πάφου
Η σκιά του Αγίου Νεοφύτου στην βουνοκορφή
Τα γεράνια στην αυλή του Αγίου Ηρακλειδίου την ώρα του στοχασμού
Τα γήινο χνώτο της πέτρινης  μονής του Αποστόλου Βαρνάβα!

Είμαι ο ακοίμητος φρουρός  του νησιού, ο Απόστολος Ανδρέας
Το παλάτι της Ρήγαινας των πράσινων καιρών
Ο  αθέατος Άγιος Ιλαρίωνας αναπαυόμενος στο άγγισμα των νεφελών
Η ονειρένια ζαφειρένια θέα του Πέλλα Μπαΐς την ώρα της αυγής.

Είμαι ο θόλος της Φανερωμένης στο βάθος της Λευκωσίας
Η Λαϊκή Γειτονιά με τα φιλόξενα καφενεδάκια και τα σκαλιστά μπαλκόνια
Η Λήδρας, η Ονασαγόρου, η πλατεία Ελυθερίας
Το άσβηστο όνειρο στην παλιά πόρτα του Παγκυπρίου Γυμνασίου.

Είμαι το γνώριμο τιτίβισμα του σπουργιτιού έξω απ’ το σπίτι με το κλήμα στην αυλή
Τ’ ατέλειωτο φτερούγισμα της χελιδόνας πάνω απ’ τη  βαθυγάλαζη λίμνη της Αθαλάσσας
Ο σκοπός της φλογέρας του παππού που φυλάει τα περβόλια του χωριού
Το βλέμμα του νέου που ψάχνει για τις ρίζες του στις θαμπές σελίδες του αλφαβηταρίου.

Είμαι ο ανθός της πορτοκαλιάς στην καρποφόρα κοιλάδα της Μόρφου
Το καλοκαιριάτικο καρπουζοπανήγυρο της Ζώδιας
Η γλυκιά σιγή της ζεστής νύχτας στα μποστάνια
Το σημάδι  της σαύρας στην όχθη του στεγνού ποταμού.

Είμαι η Κύπρος για όσους με ξέρουν από παλιά
Και όσους με γνώρισαν μες στις σελίδες του παλιού βιβλίου
Που δόθηκε στα νιάτα απ’ τους ποιητές
Για να μπορούν να ξαναγράψουν την ιστορία απ’ την αρχή.

Είμαι όλ’ αυτά κι άλλα πολλά…
Όσα δεν είπαμε κι  όσα θα πούμε σαν μνημόσυνο
Ιχνηλατώντας τα σημάδια στην τάφρο δίπλα στα τείχη της πόλης
 Είμαι τ’ ατέρμωνο νησί, η Κυπρία μακάρια γη των δοξασμένων ηρώων!

Άντρια Γαριβάλδη

Σάββατο 2 Μαρτίου 2019

[Αραχνιασμένα όνειρα] / ΔΕΣΠΩ ΠΗΛΑΒΑΚΗ

Αραχνιασμένα όνειρα στολίζουν
το σκουριασμένο χθές
μιας ζωής που αχόρταγα έζησα
Τότε που στέγη ο ουρανός
προστάτευε ότι αγάπησα
και φύλακες τ άγρια βουνά
νανούριζαν τ άγια όνειρα
Μακάρι να γυρνούσαν
τα χαρούμενα χρόνια
που δίχως σκέψη
κάναμε θυσία τα ´πρέπει ´
στα ´θέλω ´ μας
Μα αλίμονον
λιποτάκτες δειλοί της καρδιάς
φέραμε δακρυσμένους καιρούς
Όπου ανατρχίλα
σκορπούσαν τα χέρια
σε ωραία κορμιά
τώρα πληγές ψηλαφίζουν
τα δάκτυλα
Τα θύματα εμείς
οι φονιάδες εμείς
Έτσι κι αλλοιως ξοφλήσαμε

Και μετά σίγησε ο ουρανός (απόσπασμα) / Στυλιανού Παυλίνα

Ήρθε κάποτε η νύχτα 
Για να πει μια καληνύχτα 
φόρεσε τα άστρα για ομορφιά 
και χαμογέλασε στο μισοφέγγαρο από ψηλά 
Η θάλασσα άπλωσε ένα κύμα για να του πει μια καληνύχτα
Και φωτίστηκε η γη με τις ομορφιές της νύχτας μέσα σε απέραντη σιγή!!!

ΖΩΗ / Νικηφόρου- Θεοκλή Αντρούλλα



Γλυκειά η ζωή; Άδικη η ζωή;
Είναι στιγμές ελκυστικές,που θές να τις ρουφήξεις,
μα κάποτε γίνεται άδικη,που θές να τα βροντήξεις.
Ζωή,σαν φουρτουνιασμένη θάλασσα,γαλάζια και πλανεύτρα,
στα πάνω της ,στά κάτω της,μοιάζει σαν χαρτοπαίχτρα.
Κρατεί χαρές και λύπες κι άδικα τις μοιράζει,
σε άλλους δίνει τις χαρές και σ´άλλους το μαράζι.
Ζωή είναι σαν την θάλασσα,σε παίρνει και σε φέρνει,
πότε είναι ήρεμη και πότε σε παιδεύει.
Σαν την θάλασσα η ζωή που άμα φουρτουνιάζει,
τα κύματα πελώρια ,κανείς δεν τα δαμάζει.
Στο πέλαγος βαθειά άμα σε ρίξει,
πρόσεξε,
το θάρρος σου μην σε εγκαταλείψει.
Μυαλό,καρδιά,κορμί,κρατάς συντονισμένα,
γιά να γλυτώσεις,άπ´τα αφρισμένα κύματα,
που είναι και μανιασμένα.
Μέσ´την φουρτούνα της ζωής,πάντα παλεύεις μόνος,
σκέφτεσαι,συλλογίζεσαι,τα περιττά ,τ´ασήμαντα,
στην πάντα να τα βάζεις,
και πώς θα βγαίνεις νικητής,
αυτό να λογαριάζεις.
Σαν την θάλασσα η ζωή,που άμα γαληνεύει,
γλυκά περνούν οι μέρες σου,τα πάντα ημερεύει.
Και μέσ´το βάθος σαν βρεθείς,με ήρεμη την σκέψη,
όσο κι αν θέλει πονηρά,αυτή να σε πλανέψει,
βλέπεις κατάματα,τι έχει σημμασία,
και όχι τα ανώφελα χωρίς καμμιά ουσία.
Τολμάς να πορευτείς,δύσκολα μονοπάτια,
χωρίς να σκιάζεσαι εμπόδια,κι ας έχουνε κι αγκάθια.
Τολμάς να πορευτείς,πάνω σε αξίες,
και αγαπάς το καθετί χωρίς πλεονεξίες.

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ /Νικηφόρου- Θεοκλή Αντρούλλα



Πώς να διαβάσεις την ψυχή,σεντούκι κλειδωμένο,
εμπειρίες,συναισθήματα ,στα τρίσβαθα της κρύβονται,
εκεί και αποκοιμιούνται και κάπου- κάπου,
σαν θές ξεχνιούνται!
Βιώματα αναπόσπαστα,κομμάτια της ζωής μας,
μπορεί νάναι χαρούμενα,μπορεί και νάχουν λύπη,
Χαρά,θυμός,πόνος,θλίψη νούμερα ταυτότητας,
της κλειδωμένης της ψυχής μας!
Τα μάτια ο καθρέφτης της ψυχής,
που σαν κατάματα κοιτάξουν,
απ´το πυθμένα της ψυχής,όλα τα συναισθήματα,
στην επιφάνεια της λίμνης βγάζουν!
Για κοίταξε κατάματα μέσα στις δύο λίμνες,
θολό το δάκρυ σαν θα δείς,κρύβεται πόνος στην ψυχή,
σκύβεις στη γή το βλέμμα,
να πνίξεις ότι σε πονεί!
Για κοίταξε κατάματα,μέσα στις δύο λίμνες,
η λάμψη το χαμόγελο,θα στείλουν άλλο σήμα,
πώς λόγια και φλόγα τών ματιών,
ταυτίζονται με όλη την ειλικρίνεια!
Στα μάτια τα καθαρά ,τα ξάστερα,
τ´ανείπωτα τα λόγια,παίρνουν μορφή,
τότε μπορείς να τα διαβάσεις σαν μια απλή γραφή!
Τα μάτια ο καθρέφτης της ψυχής,
βγάζουν στην επιφάνεια,συναισθήματα κάθε λογής
λόγια που ξεστομίζονται,ψέματα η αλήθεια,
τα μάτια ο πιο δυνατός επικυρωτής!
Όποιος έχει το χάρισμα τα μάτια να διαβάζει,
τότε έχει το χρυσό κλειδί την ψυχή να ξεσκεπάζει!

ΑΝΟΙΞΗΣ ΝΥΧΤΕΣ / ΑΝΘΙΜΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ


γέμισε η νύκτα μυρωδιές
και χίλιες αναμνήσεις
μνήμες που δεν κατάφερες
στο χρόνο να 
νικήσεις
μνήμες που γεννηθήκανε
θύμησες που γεννιούνται
την άνοιξη που τα πουλιά
το γυρισμό θυμούνται
άνοιξης νύκτες θεϊκές
νύκτες μου μυρωμένες
με του έρωτα τ αρώματα
γλυκά πλημμυρισμένες
μια φαντασίωση γλυκιά
γεμίζει την ψυχή σου
του έρωτα τα χρώματα
γεμίζουν την ζωή σου
άνοιξης νύκτες θεϊκές
γεμάτες αναμνήσεις
στιγμές γεμάτες χρώματα
γεμάτες συγκινήσεις

ΠΟΛΥ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗ ΓΗ / Χρυσταλέννη Σταύρου

Με τις χούφτες μαζέψαμε τα κομμάτια
του σπασμένου ονείρου μας
στήσαμε  γύρω μας ερείπια με μόνη τη βροχή 
και τον ήλιο να γδέρνει 
τη σιωπή 
πάνω στην άσπρη πέτρα.

Ήταν τόσο ωραίος ο φόβος μέσα στα μάτια σου!
Ένα φόβος χωρίς φωνή και πρόσωπο,
μια μαβιά ηχώ
να βασανίζει τη φαντασία, 
μια λαχτάρα να πεθαίνει 
μες στα αδειανά λυπημένα χέρια σου. 

Δεν έμεινε τίποτα να τραγουδήσουμε!
Ακούω το βήμα μου, 
ηχώ
να με κτυπά καταπρόσωπο
σαν τη βροχή
το πρόσωπο της πέτρας
σαν τον αγέρα ανάμεσα στα μπανανόφυλλα
ξεσκίζοντας σε λεπτές κλωστές
αισθήματα.

Γυμνό βουνό,
που στάθηκες πάνω στ΄ ακροδάκτυλα
να φτάσεις ένα γυμνό ουρανό
και χάθηκες στο πρώτο σύγνεφο!
Αυτή η γη θα μας νικήσει, 
αυτή η παλιά γη, η Γή μας.
Σ΄  αυτά τα χώματα θα παραδοθούμε!
Σ΄  αυτά τα χώματα έχουμε μπερδευτεί
ένα κομμάτι της καρδιας μας, 
ένας ήλιος ολόχρυσος σα δάκρυ. 

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019

Λώρος Φαντάζης (βιογραφικό)

Ο Λώρος Φαντάζης, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Κώστα Κλεοβούλου, γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1910 και απεβίωσε το 1992. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας (1928-1937) και από το 1939  που επέστρεψε στη γενέτειρά του,  άσκησε το επάγγελμα του γιατρού. Πολύ νωρίς  άρχισε να δημοσιεύει συνεργασίες του σε διάφορα έντυπα της Αθήνας και στη συνέχεια της Κύπρου, ενώ εκτός από την ποίηση ασχολήθηκε με την κριτική, τη θεατρική επιθεώρηση  και τη μετάφραση έργων αρχαίων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων.

Έργα του: 


  • Οι διθύραμβοι της μελωδοπλάνταχτης άρπας 1931 
  • Δίχως κανένα τίτλον, 1932 
  • Σονέττα 1984 
  • Μινιατούρες Ποιήματα
  • Το χρονικό μιας ζωής : Ποιήματα

Κώστας Καρυωτάκης / Φαντάζης Λώρος


Έλεγος η ζωή, το σθένος, το άσμα,
ωστόσο και της σάτιρας ανθός.
Απ’ την αγέλη ευρύτατο το χάσμα,
ένας παρίας άγρυπνος κι ορθός.

Ο γόος των θεμάτων του το φάσμα,
γι’ αυτό χύνει το δάκρυ του ο κανθός
Δεν διαρκεί το πένθος ένα κλάσμα,
καθώς είναι κι ο πόνος βοηθός.

Κραυγή με πεισιθάνατο ένα χρώμα,
της ύλης της φθαρτής ο σαρκαστής.
Απτός λύτης στο πρόβλημα το χώμα.

Αυτόχειρας κι ας ήταν τόσο νέος
της Μούσας ο καλός τής πιο μεστής,
με τον σταυρό και ποιος ο Κυρηναίος
 =================================

*έλεγος, ο/ ελεγεία, η:
λυρικό ποίημα με θρηνητικό
χαρακτήρα. Στους στίχους αυτούς, ο ποιητής αναφέρεται στην τελευταία ποιητική συλλογή του Κ. Γ. Καρυωτά κη (1896-1928) Ελεγεία και Σάτιρες(1928).
*παρίας, ο: που ζει στο περιθώριο της κοινωνίας
*γόος, ο:  θρηνητική και σπαρακτική κραυγή.
* κανθός, ο: το σημείο στο οποίο ενώνονται τα βλέφαρα
(μετωνυμικά εδώ: το μάτι)
* πεισιθάνατος: που προτρέπει σε θάνατο
*Αναφορά στον Σίμωνα τον Κυρηναίο, ο οποίος κλήθηκε
να σηκώσει τον σταυρό του Ιησού. Εδώ υπονοείται η
απουσία οποιουδήποτε βοηθού ή στηρίγματος

Αθήνα / Φαντάζης Λώρος

Προσκυνητής και πάλι στην Αθήνα,
στης Αττικής το φως το εαρινό,
κόρος στου νόστου του άγριου την πείνα,
ακόμη κι ένα τάμα ταπεινό.

Πλοίο κι ο μπλάβος πόντος, η καρίνα,
τέλος σ’ ένα ταξίδι μακρινό,
που της καρδιάς ξερίζωσε τη σφήνα
μέσα σ’ αυτού του φέγγους τον κρουνό

Μάρμαρα, που δεν σπίλωσαν αιώνες
πέρα στα θεία μάκρη τ’ ουρανού
κι η δέηση που υψώνουν οι κολόνες.

Γύρω σπέρνει τις ρίζες της η πόλη,
με σφρίγος πρωτομάστορα δεινού
κι εδώ κι εδώ ζητάς αραξοβόλι

Η ΚΥΠΡΟΣ ΕΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ / Ψαρά Συμεού Παντελής (Ποιητάρης)




Ως πόν’ τ’ αμμάθκια μ’ ανοιχτά τζιαι μπορώ τζιαι κρατώ σφιχτά
την πέννα μου τζιαι γράφω,
τες ρίζες μο΄ ‘ννά μαλλαχώ, ώσπου να πάω να βρεθώ
σσόσιειλα που τον τάφον.
Γιατ’ έν’ γερή κληρονομιά πον έπλασεν άλλην καμνιάν
ρίζαν σαν την δική μας
τζιαι δέτε οπόσιει ζωγραφκιάν στα κάλλη τζιαι στην ομορκιάν
εν έσιει πά’ στην γην μας.
Η Κύπρος έν΄ελληνική τζι οι σπήλιοι μαρτυρούν τα
τζιαι κόβκει που την ξενιθκιάν τζι εν λοαρκάζει όσα δκια
τζι έρκουνται τζιαι θωρούν τα.
Ρωτώ σας ούλλους που γυρόν τούτην την γην που σγάφφουν
χαμαί πά’ στα πατώματα που φεύκουσιν τα χώματα
πκοιαν γλώσσαν έν’ που γράφουν.
Έτσι προιτζιόν που ήβραμεν ο κόσμος αζουλεύκει
τζι εμείς χαλούμεν τα που μιας τα κάλλη της κληρονομιάς
ο νους μας πον δουλεύκει. Τζι ούλλη η γη ν’ αναυρτεί, πάλε που μέσα ‘νν΄ ακουστεί
η Ρωμιοσύνη έν ρίζα,
πόν’ που τες πρώτες ξακουστή τζι αντίς νερόν να κρατηστεί
γαίμαν την εποτίζαν.
Η Ρωμιοσύνη έν’ άρκαστης π’ όπου δικλήσεις έσιει,
τσαλαπατάς τον πους ιλλιεί, μα έντζ’ αρκεί, πάλε πολλιεί έτσι σαν μεν ιβρέσιει.