Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017

Αυλαία και πάμε : Μουσική Παράσταση: Ιδέα Μαέστρος Ανδρέας Γερολέμου / Κείμενα Δημήτριος Γκόγκας






Παράσταση:

Αυλαία
και πάμε

Διεύθυνση: Ανδρέας Γερολέμου/Μαέστρος

ΚΕΙΜΕΝΑ: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ/ΠΟΙΗΤΗΣ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ: ΣΤΡΑΤΟΥΛΑ ΤΡΑΜΟΥΝΤΑΝΗ/ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ



Συμμετείχαν: Φωνητικό Σύνολο Δήμου Λάρνακας
Τραγουδιστές/ Ερμηνευτές/ Σολίστες: 
Χρύσω Δημήτρη, Έλενα Κώστα, Άννα Λοίζου, Κυριάκος Σιάλαρος, Χρύσω Μακρή
Σαντούρι: Ραφαηλία Σολωμού
Πιάνο: Έλενα Ιωάννου
Κρουστά: Μύρος Ευαγγελίδης
 Ακορνεόν:  Ιωάννα Γκερπεσιωτη

Τα τραγούδια και βίντεο από την παράσταση μπορείτε να ακούσετε πατώντας επί του συνδέσμου: https://www.facebook.com/groups/horodia/


Εισαγωγικό

    Tα τραγούδια του κόσμου,  
γεννιούνται από τους ανθρώπους,
από την φύση,
από την προσωπική, συλλογική πορεία μας
και ύστερα ξεκινούν το μακρινό του ταξίδι στο χρόνο.
    Κατέχουν το μυστικό της Αθανασίας
και λειτουργούν ως θαυματουργό ίαμα στην πολυκύμαντη ζωή, την ζωή μας.
Δημιουργούν μαζί μας,
χτίζουν μια άρρηκτη σχέση,
σχέση χαιρετισμού και από- χαιρετισμού.
    Μέσα από αυτή τη σχέση,
θα θυμηθούμε,
θα νοσταλγήσουμε,
θα αγκαλιάσουμε παλαιότερες μνήμες
και θα πατήσουμε πάνω σ΄ αυτές για να συνεχίσουμε την πορεία μας.
Το άρωμά τους μοιράζεται καθημερινές και σχόλες, κόβεται ξανά και ξανά ως ευλογημένος άρτος ενός ευαγγελίου κι ύστερα αργοπεθαίνει γύρω μας, αργοπεθαίνει μέσα μας κι ανασταίνεται. Τούτο το άρωμα περιμένει η ψυχή μας κα ευφρανθεί…
     Κι αν μια παλιά Κινέζικη Παροιμία λέει πως «μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις, εμείς θα προσπαθήσουμε να συνθέσουμε μια εικόνα,  αυτή της ζωής μας, προσφέροντας σαν κυριακάτικο γλυκό, νότες και λέξεις.



1.
Οι ήρωές μας, 
γεννήθηκαν, μεγάλωσαν,  
κάπου εδώ κοντά σε όλους μας,
στις νοτισμένες φυλλωσιές  μιας ιδιαίτερης πατρίδας.
Σε μια μικρή γωνιά,  με όλα εκείνα τα ιδιαίτερα χαρίσματα
και γνωρίσματα των γειτονιών.
Με τις καλοσυνάτες μανάδες να φωνάζουν τα μικρά παιδιά τους,
αυτά να παίζουν συνεχώς και ακατάπαυστα στους δρόμους
και τις χωμάτινες αυλές,
τους χαμογελαστούς νοικοκυραίους να επιστρέφουν από τον κάματο της ημέρας,
τις άσπρες τριανταφυλλιές να φανερώνουν το χρώμα της ελπίδας και τα ζουμπούλια ανθισμένα  να μας χαμογελούν κάτω από τον ουρανό . Γνώριμες εικόνες στα μικρά μπαλκόνια και κάπου κάπου, γυναικείες φωνές από μικρές παρεξηγήσεις και ασήμαντες σκιές που δίνανε άλλη νότα στις ζωές τους.
      Μέσα λοιπόν, σε ένα σκηνικό ζωής γεννήθηκαν δυο ψυχές.
Μεγάλωσαν, έβγαλαν κλαδιά, καρπούς,
μικροί θεοί που φτερούγισαν και πέταξαν.
Δεν ήταν επιταγή που εξαργύρωναν,
δεν ήταν πικρό γραμμάτιο  του χρόνου,
ήταν και δική τους απόφαση η φυγή.
Μια φυγή που μόνο το άνοιγμα της αυλαίας θα μπορούσε να σας δείξει. Μια φυγή από τον κόσμο τους. Από τον κόσμο μας.
Ανοίξαμε λοιπόν την βουβή αυλαία και πάμε ένα βήμα μπροστά. Να φωνάξουμε.
Ανοίξαμε την αυλαία της ψυχής μας και ταπεινά σας περιμέναμε, όπως η μάνα το παιδί της, όπως η γιαγιά τα εγγόνια της να σας τραγουδήσουμε και να ευφρανθούμε αντάμα.
Αυλαία και… πάμε λοιπόν!!!

Ακούγεται το τραγούδι: ΑΥΛΑΙΑ ΚΑΙ ΠΑΜΕ

2.
     Στάθηκε με σεβασμό στο τέλος της ιστορίας τους.
Δεν ήθελε να ακούει τις λέξεις υπομονή, θα περάσουμε. Δεν ήθελε να λέγεται μετανάστης. Όμως για την αγάπη τους,  δέχτηκε και χρίστηκε  μετανάστης σε άλλη γη, σε άλλο τόπο.
Πληγωμένος πρόσφυγας στην ακοίμητη αγάπη και στον αθάνατο έρωτα.
Άφησε ξωπίσω τις βρεγμένες εικόνες του, τη μορφή της
Πήρε μαζί του ζωντανές τις αναμνήσεις και τις μνήμες.
Τώρα της έπιασε στοργικά το γαριασμένο χέρι της.
Οι  ρυτίδες γιομάτες σκουριά την πρόδιδαν.
Μεγάλωσαν,  κι από μικρά αυλάκια, γίνανε ορμητικοί χείμαρροι και μεγάλα ποτάμια.

Μην φοβάσαι αγαπημένη μου.
Πριν πούμε το ποθητό τραγούδι μας, να φωνάξουμε πως δεν φοβόμαστε.
Αυτοί πρέπει να φοβούνται.  Οι χρόνοι, οι μήνες, οι μέρες.
Όσο υπάρχει ανίερος φόβος υπάρχει και κακός θάνατος.

Ας υψωθούμε στον γαλάζιο ουρανό που αγαπήσαμε
Ας ανοίξουμε την αυλόπορτα, ας γιορτάσουμε
Ας γκρεμίσουμε την υψικάμινο που καίει τα φτερά μας
Ας γεμίσουμε τα ισχνά κορμιά μας, με ήρεμη θάλασσα κι απάνεμη ευλογία
Να το ευλογημένο κυκλάμινο
Κοντά μας  το άσπιλο θυσιαστήριο
Ιδού η ευχή του κόσμου
Η αγάπη μας.

Κοιμήσου αγαπημένη μου, Κοιμήσου Περσεφόνη

Ακούγεται το τραγούδι : ΚΟΙΜΗΣΟΥ ΠΕΡΣΕΦΩΝΗ


  3.

   Λίγο πριν , είχε βγει από τα στεγνά του χείλη ένας πικρός αναστεναγμός.
Αχ η μικρή αγαπημένη του!!!
Πώς να την προστατεύσει!
Πώς να υψώσει τείχη στους ανέμους που έρχονται
από τόσο μακριά και σκορπίζουν τους χαμούς τους τόσο κοντά.
Πώς να της γίνει η άρνηση του μη και του όχι,
πώς να είναι το …δεν πρέπει,
πώς να γίνει το απαγορεύεται…
Με τι να κλείσει τις χαραμάδες του σπιτιού τους;
με τον ιδρώτα,
το δάκρυ,
το γάλα,
με τη  βροχή….
Και τη νιφάδα;
    Στο κρυφό τους περιγιάλι,
όπου έσμιγαν τα χείλη τους ο θνητός ποταμός και η θάλασσα, σύχναζαν ανηλεείς φουρτούνες και χρόνιοι αέρηδες,
ασθένειες της ανθρώπινης μνήμης.
Πώς να αποφύγεις τον χρόνο μέλλοντα στη γραμμή του θανάτου;
Γι αυτό:  Μικρή αγαπημένη,
στο πα και στο ξαναλέω στο γιαλό μη κατεβείς!!!

Ακούγεται το τραγούδι: ΣΤΟ ΠΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΞΑΝΑΛΕΩ

4.

Κι ήρθε μια μέρα διαύγεια, η ομορφότερη του κόσμου,
η μέρα της αθανασίας, της μητέρας γέννησης,
η μέρα της μήτρας,
όπου ο ανθρώπινος ανθός εγκυμονώντας,
άνοιξε και σκόρπισε το νέο του άρωμα στη πλάση.
Γέμισαν οι αγκαλιές χαμόγελα,
τα στήθη της φούσκωσαν από αγάπη και ζούληξε μέσα τους το πρόσωπό της.
Κέντησε με τη προσευχή της ένα γαλάζιο φυλακτό,
φίλησε με περίσσιο πάθος και ευγνωμοσύνη τη Μεγαλόχαρη
και της δόθηκε απλόχερα μια ατελείωτη ευτυχία.
Έλα, του είπε αγαπημένε.
Έλα, της είπε καλή μου.
Έλα να γευτούμε τα μελλούμενα,
τα όνειρα που γέννησαν  ξανά και ξανά την ελπίδα.
Έλα!!!
Πάλι να φιλήσουμε τα ρόδινα μάγουλα, της μάνας γης και του κόσμου όλου,
να μυρίσουμε το πρώτο φως της αυγής, το μινόρε της. 

Ακούγεται το τραγούδι : ΤΟ ΜΙΝΟΡΕ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ


5.

Κι αφού μεγάλωναν χέρι- χέρι,
με το λιγοστό ψωμί πάνω στο ξύλινο τραπέζι,
ήρθε και κείνος ο απρόσκλητος χρόνος που πήρε μακριά το μισό.
Πότε πιο κοντά, μα μακριά,
πότε πιο μακριά,  μακρύτερα από τα συρματοφραγμένα σύνορα,
όπου το φως των ματιών δεν φτάνει ολάκερο και μήτε μια ακτίνα βελόνα κεντά το κορμί κάποιας πλάσης, σε κείνο το όριο στάθηκε κι οι σκέψεις έγιναν θηλιές, επικίνδυνα παιχνίδια στις σχέσεις τους.

Τώρα η βροχή ραντίζει με πίκρα τη ζωή
και τα σώματα αναζητούν ανάμεσα
στην σκληρή καθημερινότητα τις αιτίες.
Ψάχνουν απεγνωσμένα αφορμές
μέσα στους μήνες που πέρασαν, τις τσακισμένες πιέτες,
τους ατσαλάκωτους γιακάδες
και τους υδρατμούς που γιομίζουν τα σκοτεινά δωμάτια.
Κουρνιαχτοί κρύβουν τις αγάπες και τους έρωτες
ποδοπατούν τις συνεχείς συγνώμες,
τις σαβανώνουν και ως  ανήμπορες
δεν μπορούν να σώσουν ότι επιτέλους σώνεται, από τη δίνη της ζωής τους.
Το σίδερο μ΄ ατμό, ξεχάστηκε,
αφέθηκε ένα Σαββατιάτικο απόγευμα στη χαλασμένη πρίζα.
Κι έτσι,  αντί ν΄ ανάψουν τα κίτρινα φώτα,
άναψαν κόκκινες δάδες στις καρδιές τους!!!

Ακούγεται το τραγούδι: ΣΙΔΕΡΟ ΜΕ ΑΤΜΟ
6.
Όταν η νύχτα μεγάλωνε και νύχτωνε γρήγορα,
ερχόταν στη θύμηση,
ως άγγελος εξ ουρανού,
του αγνοούμενου αδελφού η χαρακωμένη μορφή.
Πίσω από τις βαριές κουρτίνες κρύβονταν η σιωπή να μην την αγγίξει η ήλιος και βγάλει φωνή.
Κλειδωμένος μέσα στο σαβανωμένο δωμάτιο,
αφουγκραζότανε τους μακρινούς ήχους του πολέμου,
τις ασυγκράτητες ιαχές των πολεμιστών,
τις κλαγγές των όπλων
και η σιωπή έπαιρνε δύναμη από τους χαμούς,
τους ξαφνικούς θανάτους,
τις παράπλευρες απώλειες,
τα χαμένα χαμόγελα,
τα αναφιλητά που βάραιναν τα στήθη των γυναικών
όπου φώλιαζαν χελιδόνια και ένα - ένα πετούσαν ψηλά,
μαζί με τον ποιητή. 
Μαζί του στη πρώτη γραμμή,
στη γραμμή του θανάτου
και της Ανάστασης μαζί!!!

Ακούγεται το τραγούδι: ΕΝΑ ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ


7.
Αγκάλιασε την τελευταία της πνοή σαν να είναι η πρώτη.
Έπεσε μέσα στη στέρεα φυλακή που του έφερε ο χαμός της.
Πόση άγρια λευτεριά είναι η ξεκούραση του θανάτου.
Μέσα από το στέρνο του έβγαλε ένα γιασεμί,
το εναπόθεσε στο κρύο στήθος της,
να μοσχοβολά η άλλη γη,
να αρωματίσουν τ΄ άστρα.
Ξέρει πως αύριο θα αρχίσει και πάλι να ζει
την μικρή πικρή του καθημερινότητα.
Γιατί πρέπει να ζήσει
Γι αυτόν, για τη ζωή
Ξέρει πως αύριο θ΄ αρχίσει και πάλι να δυσκολεύεται
προπάντων με τις αγαπημένες απουσίες.
Σήμερα όμως…
Καθώς η βροχή γδέρνει το σαρκίο και λούζει το πόνο του,
θέλει να βηματίσει,
μέχρι το κοιμητήριο,
μέχρι τον τελευταίο σταθμό του ερωτά του.
Η διαδρομή μέχρι την αγαπημένη του,
ένα μικρό κουραστικό ταξίδι μέσα στη βροχή.
Σφιχταγκαλιάζει τις σταγόνες που τον λούζουν και τραγουδά:
Βγαίνω στη βροχή
μόνο αυτή σου μοιάζει
μάνα που αγκαλιάζει
ό,τι όμορφο ξεχνώ…

Ακούγεται το τραγούδι: ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

8.
Θυμήθηκε και πάλι…
Μέσα στη πνιγηρή σιγαλιά της νύχτας,
για να μοιράσει την αγάπη του κάθισε αργά,
την ώρα που απ΄τον ουρανό δεκάδες χρώματα
βάφανε τις στέγες των σπιτιών μας
και νυχτολούλουδα ανοίγανε στους δρόμους μας
και της έγραψε τρία ποιήματα.
Γοητευμένος από τη ζωή
και τη θάλασσα,
Νικώντας τους φόβους του.

Μια θάλασσα που λείπει
όπως η παρουσία σου,
είναι μια θάλασσα,
η αυλή που γεννήθηκα.
Οι ευχές μου, νησιά ακατοίκητα.

Ζωή είναι ότι ζύμωσες
και πρόσφερες στους άλλους
θάνατος είναι ότι δεν έδωσες
ενώ μπορούσες,
στο τραπέζι της Κυριακής.

Κι έτσι γλυκιά μου
γύρε το κεφάλι
στο στήθος.
Άκου
την καρδιά που ακουμπά,
στα βράχια των πνευμόνων.
Μην φοβηθείς να πέσεις στις λάμες τους. 

Ο Ποιητής του Κόσμου, ο ήρωας μας ξεχάστηκε
και κούρνιασε στα κλαδιά ενός δένδρου,  
λησμόνησε να της γράψει ένα ποίημα
για τα… πουλιά στα χίλια χρώματα.



Ακούγεται το τραγούδι : Πουλιά στα χίλια χρώματα

9.
Κι ένα βράδυ που το φεγγάρι σβόλιασε,
μια μέρα που ο ήλιος θάμπωσε,
φάνηκε από το στενό μονοπάτι ο καβαλάρης με το άσπρο άλογο,
το βασιλόπουλο του κόσμου,
πιο όμορφο από τον ήλιο,
πιο λαμπερό από της νύχτας το φεγγάρι.
Ξωπίσω του,  οι τρεις μάγοι με την σμύρνα, το λίβανο και το χρυσάφι
και οι υποσχέσεις για τα αρραβωνιάσματα,
τα παντρολογήματα για μια ζωή ολάκερη.
Μακριά στα βάθη

Μάνα καλή μου μάνα που έφυγες
Πατέρα αγαπημένε
Μ΄ αυτά τα λίγα και τα ελάχιστα του λόγου αφήστε με να ζήσω
Δώστε την ευχή που μου δωρίσατε για να έχω στη ζωή μου
Μια φλόγα να καίει στην καρδιά μου και να σας αγαπώ
Νερό να ξεδιψούν τα ζώα και οι άνθρωποι στον κόσμο
Ψωμί, λίγο ψωμί να γεμίσει το τραπέζι!!!

Κι εσύ ξένε, αγαπημένε, 
που μου φέρνεις το κόσμο στα πόδια μου,
Ανέκραξε η κόρη : Ποιο είναι τ΄ όνομά σου;
Βλέπεις,
ούτε που ρώτησα!!!


Ακούγεται το τραγούδι : ΟΥΤΕ ΠΟΥ ΡΩΤΗΣΑ


10.

Επέστρεψε από το μισό του χρόνου κι άπλωσε μπροστά του ότι απόμεινε από τις μάχες που έδωσε.
Ο αιώνιος έρωτας χαμένος σε μια απόμερη, απάγκια σπηλιά.
Το σπήλαιο.
Έτσι την είχαν ονομάσει.
Μια εσοχή σε απόκρημνα βράχια.
Όταν χώνονταν μέσα,
σαν τυφλοπόντικες να ανακαλύψουν τον άλλο κόσμο
και τα κορμιά τους,
από την χαραμάδα της ξερολιθιάς,
έμπαινε κρυφά μια ηλιαχτίδα,
ένας μικρός ήλιος κι έφεγγε όπως το μικρό λυχνάρι τις νύχτες.
Ψηλάφιζαν τους καταπράσινους λόφους και τα βουνά,
τα εφηβικά χαμόγελα και τις μικρές ανησυχίες,
σκάλιζαν τα όνειρα τους, τα ονόματα,
τσιμπούσαν τα γέλια και τα κλάματα,
λειτουργούσαν ως ιερείς και ιέρειες στα κρυφά τους μονοπάτια και στις δικές τους τελετουργίες.
Αυτές  της αγάπης και του έρωτα.!
Και εκεί, κάτω στο ποτάμι, στην κρυφή σπηλιά, 
οι καρδιές τους ιερουργούσαν σαν μία.
Εκεί, Κάτω στο ποτάμι!!!

Ακούγεται το τραγούδι: ΚΑΤΩ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

11.

Ξέρετε οι έρωτες δεν αλλάζουν χαρακτήρα με το χρόνο.
Αλλάζουν οι μεγαλόστομοι χρόνοι.
Ποτέ δεν κάνουν βήματα πίσω.
Μεγαλώνουν, μεγαλώνουν και ανακυκλώνουν τα γεγονότα.
Ανακυκλώνουν τους έρωτες, τις αγάπες, τα όνειρα.
Μάς ανακυκλώνουν!!!
Μια μηχανή ο χρόνος που παράγει ανθρώπους
με τα άσχημα και τα καλά τους.
Αλλιώς ίσως να μην λέγαμε ποτέ:
Αυτό,
εκείνο,  το έχουμε δει ξανά,
το έχουμε ακούσει και πάλι.
Κάπου το έχουμε ξαναζήσει!!!

   Γυρίζοντας χρόνια πίσω,  συναντάμε δυο παιδιά που γίνανε ενήλικες  μέσα στον ίδιο χώρο.
Με τους Κύκλωπες και τους Λαιστρυγόνες
να χορεύουν τους πολεμικούς τους χορούς τριγύρω,
παίζοντας με τις φωτιές.
Στο βάθος οι σειρήνες με το μεθυστικό τους τραγούδι.
Οι φήμες περί επικείμενου ξεριζωμού,
οι οπλές των αλόγων στις πέτρες.
Μόλις που πρόλαβαν να βαφτίσουν τον έρωτά τους αιώνια αγάπη.
Ο χώρος και ο χρόνος, λίγο διάφορος.


Και ο νέος μας θα έπρεπε να περιμένει να τελειώσει τις δουλειές  του χωραφιού,
να σταθεί αντάξιος του πατέρα,
των γονιών του.
Να τελειώνει μόνο θέλει και να χωθεί βαθιά μέσα στην αγκαλιά της αγαπημένης του
και να ησυχάσει, να «πνάσει»

Δεν περνά λεπτό που να μην σκέφτεται,
να μην ονειρεύεται αυτή τη στιγμή.

Γρήγορα- γρήγορα «ασιερομπάζει»,
μεταφέρει τα άχυρα από το αλώνι στον αχυρώνα και τρέχει να δει τα μαύρα μάτια της και να ακούσει τη φωνή της.
Μια ανάμνηση άλλοτε πικρή και άλλοτε γλυκιά.
Όπως και η δική μας ζωή και η ζωή των άλλων.


Ακούγεται το τραγούδι:  ΑΣΣΙΕΡΟΜΠΑΣΜΑ


12.

Περνούσαν τα χρόνια  γρήγορα κι ο μικρός καρπός ωρίμαζε,
έσταζαν μέλι τα λόγια της,
μικρή ευγενική κυρία.
Η αγαπημένη του.
Η ομορφιά της μαθεύτηκε,
για  τα μεγάλα αμυγδαλωτά της μάτια παίχτηκαν ζάρια στους καφενέδες.  
Για χάρη της,
παλικάρια χάθηκαν σε παράφορα κύματα,
σκοτώθηκαν καβαλάρηδες
και πολεμιστές στη μέση μιας Ανατολής.
 Γράφτηκαν οι ωραιότερες ιστορίες λόγου και αθάνατα παραμύθια,
Γράφτηκαν, είπανε,
με το φτερό ενός πνιγμένου γλάρου στο καθρέφτη του ουρανού.
Περήφανοι και ευτυχισμένοι  
αγκαλιάζανε τη μονάκριβη κόρη,
ζούσανε μέσα από αυτή, γι αυτή!!!
Γυναίκα, αγαπημένη κόρη,  
με το ακριβό σου κόκκινο φόρεμα,
όμοιο με το αίμα των ανθρώπων που χάθηκαν
κάτω από τη σπάθη του κατακτητή,
πόσο σου πάει να φοράς την θεά Αφροδίτη στα μαλλιά σου.
Ευχή να χαίρεσαι το πρωινά,
στήνοντας με όνειρα κάποιον νέο δρόμο.  
Κι  ακόμα μια μικρή ευχή τα βράδια σου ο ύπνος να είναι γαλήνιος.
Κανείς δεν είχε ακούσει το όνομά της.
Πειραχτικά κι ανέγγιχτα στο χρόνο,
Περιμπανού την ονομάσανε.
Περιμπανού την έλεγε κι εκείνος.

Ακούγεται το τραγούδι : ΠΕΡΙΜΠΑΝΟΥ

13.

Όμως η όμορφη ζωή δεν είναι ατελείωτη.
Κι αν φαντάζει έτσι ατελείωτη, έτσι δεν είναι.
Ποτέ δεν είναι αργά, ποτέ δεν είναι νωρίς.
Στο μέτρο κι όλα στην ώρα τους.
Ύστερα από την μοιραία Άνοιξη ήρθε και η δεύτερη ευκαιρία.
Δεύτερη άνοιξη,
δεύτερο καλοκαίρι,
μέχρι και ο χειμώνας είχε τη δεύτερη του ευκαιρία.
Δυο φορές τα πάντα.
Πήγε και αγόρασε δυο παλτά!!!
Τον χειμώνα ζέσταιναν τις καρδιές τους.
Το καλοκαίρι τα αποτίναζε.
Τα ξεσκόνιζε.
Κι όταν η δεύτερη ευκαιρία πήρε τη θέση που της άρμοζε,
έδωσε το ένα του παλτό.
Χώρισε τους χρόνους του στα δύο.
Έξι μήνες στη ζωή και έξι στον θάνατο.
Δυο παλτά η ζωή του!


Ακούγεται το τραγούδι: ΤΑ ΔΥΟ ΠΑΛΤΑ


Επίλογος

 Τα τραγούδια ήταν ο δρόμος.
Ευχόταν να μπει μέσα στη καρδιά της, να μάθει πρώτος,
πιο μπροστά και από αυτή, τι σκέφτεται,
τι λογαριάζει για το μέλλον της, το μέλλον τους.
Καθόταν συχνά στην άκρη του μικρού κρεβατιού,
με τα μάτια ορθάνοιχτα,
κάποιες φορές βουρκωμένα
και τη θωρούσε σαν ένα αγαπημένο του τραγούδι που κάποτε, ποιητάρηδες και λαϊκοί τραγουδιστές το έγραψαν σε φυλλάδες, 
το μοίραζαν ακόμα και στις πιο απόμακρες γειτονιές της μεγαλονήσου,
το τραγούδησαν σε πανηγύρια και σε προσκυνήματα κατακλυσμών.
Καταλάβαινε, τότε,
πως η αγάπη θέλει υπομονή
και η υπομονή θέλει πολλή δουλειά για να αποκτηθεί
να γίνει προτέρημα και αρετή.
Και έπιανε τον εαυτό του,
ψηλά στον ουρανό,
γυμνό έρωτα,
ξεροκλάδι στους ανέμους να κυνηγά,
απτά όνειρα και ουτοπίες.
Τα πάντα για χάρη της,
για την αγάπη του.
Την αγάπη τους!

Την αγάπη μας!

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017

Πέντε (5) ανέκδοτα ποιήματα του Σωκράτη Αντωνιάδη

ΣΤΟ ΑΣΑΝΣΕΡ 

Στον κλωβό μιας τυχαίας ανάβασης
καραδοκεί ενίοτε
στα μάτια ενός άγνωστου συνταξιδιώτη
μια αιωνιότητα.
Καθώς η ανάληψη
υπερβαίνει τον αριθμό των ορόφων
αναρωτιέσαι
για τη χαμένη γενιά των αγγέλων.


DELETE

Ενημερώνουμε τη μνήμη του τηλεφώνου
αφαιρώντας ονόματα που ’φυγαν  
ή που ανώφελα επιμένουν.
Μια αμφιταλάντευση 
η διαγραφή της μνήμης
όμως η μυγιάγγιχτη αφή της οθόνης
δεν διστάζει
να επιβάλει ακαριαία την τελική λύση.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ 

Το σπίτι έγινε καφετέρια
μ’ επίπλωση να θυμίζει ευαισθησίες παλιάς κοπής.
Λίγο μετά το πυρπόλησαν
λόγοι αντιζηλίας είπανε.
Αλλά το ξέρω καλά αυτό το σπίτι.
Κάποτε είχε μια ψυχή γαλήνια
χωνεμένη στα παλιά έπιπλα
στην άμιλλα των ευγενών ψιθύρων.
Ίσως και ν’ αυτοπυρπολήθηκε
μη αντέχοντας στον τόσο θόρυβο
και στην τόση κωμωδία των συναθροισμένων.

 ΑΤΙΤΛΟ

Ονειρεύτηκε δικό της τον μεγάλο πόνο.
Ξύπνησε ιδρωμένη
ανακάθισε
και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος
να συγκρατήσει τον φόβο.
Ώσπου τα δευτερόλεπτα αναδιάταξαν
τον κόσμο
κι αποκοιμήθηκε ξανά
μητέρα.

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΩΝ

Κήποι αδιευκρίνιστων συναισθημάτων
απλώνονται πάνω απ’ την αιώνια σιωπή.
Ποτέ δεν ξέρεις τι επιφυλάσσει μια μαρμάρινη πλάκα
ποια επιτύμβια θ’ αποδώσουν την οφειλόμενη υπόσταση
ποιες ουράνιες προσδοκίες θα ξεδιπλώσουν
τα λευκά φτερά των αγγέλων
ποιες ηλικίες θα εκτεθούν επιτέλους σε κοινή θέα
φωτογραφίες που δεν ξέχασαν το αλλοτινό ατσαλάκωτο κύρος
θα φλερτάρουν με τους ιριδισμούς των ματιών.
Επιθυμίες καλά κρυμμένες που οικειοποιούνται
τη μεγαλοσύνη του ζόφου και των κυπαρισσιών.
Κάποιοι τα λένε γη ανάπαυσης
τόπους αναμονής
μα είναι και υποθέσεις δημοσίων σχέσεων με τον θάνατο.


Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗς ΠΡΑΣΙΝΗς ΓΡΑΜΜΗς / πΑΝΊΚΚΟς χΡΥΣΆΝΘΟΥ


ΨΩΜΙ: Παρουσίαση του Βιβλίου του Χρήστου Ρ. Τσιαήλη

Αν και ετερόκλητες, οι αφηγήσεις αυτού του βιβλίου έχουν κάτι κοινό: βασίζονται λιγότερο σε όσα εντυπώνουν και περισσότερο σε όσα μας αφήνουν να φανταστούμε. 
Δεκατέσσερις διαφορετικοί κόσμοι ενώθηκαν σε ένα υπερφυσικό, φαντασιακό επίπεδο - εκεί που η σύγκρουση του Σύγχρονου Ανθρώπου με το Σύστημα είναι τόσο επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε, και οι γέφυρες φθείρονται από την τριβή με τον στυγνό ρεαλισμό. Άλλες ιστορίες παγιδεύουν τους ήρωές τους σε κόσμους–μινιατούρες ενώ άλλες εκρήγνυνται με μια ολιστική γεύση από παγκοσμιοποίηση. Πόση ελκτική ισχύ χρειάζεται ένας ταπεινός μαγνήτης για να υπερνικήσει τη δύναμη του Πεπρωμένου, και να διεισδύσει ύ την απόλυτη συνέπεια του Νόμου των Συμπτώσεων; «Αν και ετερόκλητες, οι αφηγήσεις αυτού του βιβλίου έχουν κάτι κοινό: βασίζονται λιγότερο σε όσα εντυπώνουν και περισσότερο σε όσα μας αφήνουν να φανταστούμε. Οι προεκτάσεις τους, εφιαλτικές και ονειρώδεις, μοιάζουν με το υπέροχα έντρομο δέρμα ενός μωρού καθώς αγγίζει τα πρώτα αντικείμενα της ζωής του, ενώ ο συγγραφέας τους, δρομέας στη συνοριακή γραμμή που ενώνει την πεζογραφία με την ποίηση, μοιάζει με τη Νηπιαγωγό του διηγήματος, εκείνη που μαθαίνει στα ξεχωριστά παιδιά την Ιστορία μόνο και μόνο για να τα ξεπροβοδίσει εκτός αυτής – προς τα μέρη απ’ όπου τα ξεχωριστά παιδιά θα επιστρέφουν πάντοτε ξεχωριστά. Εδώ, στον κόσμο μας, φαίνεται να τους λέει, ο παράδεισος δεν υπάρχει πια. Τον φάγαμε σε είδος. Εδώ υπάρχει μόνο το ζυμάρι, τους λέει. Το ψωμί –οι κρυμμένες μας δυνατότητες– βρίσκεται κάπου αλλού: και μας περιμένει». (Δημήτρης Τανούδης, συγγραφέας, ‘Σπασμός’, Τιμητική Διάκριση ΕΚΕΒΙ)  
(Η συλλογή περιλαμβάνει το διήγημα ‘Φρούτο’ που διακρίθηκε στον πανελλήνιο διαγωνισμό Φαντασμαγορία 2017)




Εκδότης: Εκδόσεις Γκοβόστης
Συγγραφέας: Χρίστος Ρ. Τσιαήλης
Εισαγωγή: Σωτηρίου, Κωνσταντία
Ζωγραφική: Βεντούρη, Ευριδίκη Μαρία
Είδος: Βιβλίο
ISBN:978-960-606-030-4
Αριθμός έκδοσης:1η
Έτος έκδοσης:2017
Δέσιμο: Μαλακό Εξώφυλλο
Διαστάσεις:14 x 21
Σελίδες:128
Θεματική Ταξινόμηση: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ


Βιογραφικό συγγραφέα:
Ο συγγραφέας Χρίστος Ρ. Τσιαήλης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1974. Καθηγητής Αγγλικών, ανάμεσα σε άλλες δραστηριότητες είναι ενεργός αθλητής τριάθλου. Η ενασχόλησή του με τη γραφή καταλαμβάνει όλες τις στιγμές που το φως της οθόνης είναι πιο έντονο ενώ γύρω επικρατεί ημίφως ή απόλυτο σκοτάδι.
Ποιήματα και πεζογραφήματά του στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα έχουν εμφανιστεί σε συλλογές, λογοτεχνικά περιοδικά, και σε ανθολογίες μετά από διακρίσεις σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, όπως τα διεθνή λογοτεχνικά περιοδικά ‘ArtAscent’, ‘Poets and Dreamers’, ‘In Focus’ ‘Diasporic Literature’, κλπ.  Επίσης διηγήματά του παρουσιάζονται στην ανθολογία ‘Φαντασμαγορία 2017: Αδιέξοδο’ και στην Πρώτη Κυπριακή Ανθολογία του Φανταστικού ‘Το Ποτάμι του Χρόνου’,  2017, όπου συμμετέχει με δύο διηγήματα και στην Ανθολογία ‘Παράξενοι Έρωτες’, 2017. Το θεατρικό του ‘Στρείδια’ πήρε έπαινο στον 17ο λογοτεχνικό διαγωνισμό του ΕΤΕΠΚ Κερατσινίου, Αθήνα 2017
Έχει εκδώσει τη συλλογή διηγημάτων ‘Throwing Dice on a Chessboard’, 2010 και την ποιητική συλλογή ‘The Green Divorce’, 2012, και τα δύο με τον εκδοτικό οίκο Authorhouse. Τον Απρίλιο του 2016 με τις εκδόσεις Αρμίδα έχει εκδόσει το ‘Klotho Surfaces’, το πρώτο μυθιστόρημα από την Τριλογία Επιστημονικής Φαντασίας – ‘The Omniconstants Trilogy’. Το τελευταίο του βιβλίο, ‘Το Ψωμί’, 2017 με τον εκδοτικό οίκο Γκοβόστης αποτελεί μια σπονδυλωτή συλλογή διηγημάτων.
Αποσπάσματα από το βιβλίο:

Ψωμί

Μια μέρα, χωρίς να το πάρω χαμπάρι, βρέθηκα να δουλεύω μαζί με άλλες γυναίκες σε μια αποθήκη. Όλα ήτανε γνώριμα, λες κι ήμουνα μήνες εκεί. Ήξερα ποια ήμουν, μα δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο απ’ αυτό που κάναμε όλες, συνέχεια, ασταμάτητα, σαν εξαρτήματα μιας καλοκουρδισμένης μηχανής.
Με τον πλάστη ετούτο τον στενό και μακρύ που μου εδώκανε, δεν ημπορούσα να μαλακώσω το ζυμάρι αρκετά. Εφώναζα και τη Μυροφόρα κάποτε να πιάσει την άλλη άκρη, να σπρώξουμε μαζί. Κιλά και κιλά το ζυμάρι, εβγάζαμε μικρά, στρογγυλά ψωμάκια, εκατοντάδες κάθε μέρα.
Όλες τα εσημαδεύανε με τις λεπίδες, εγώ όμως είχα το φυλαχτό μου να χαράσσω γύρα το ζυμάρι. Ήταν ένας μικρός, στρογγυλός μαγνήτης που δεν ενθυμούμαι ακριβώς πού τον εβρήκα. Ένα πεζοδρόμιο… σε μια Ασφαλιστική κοντά, κι ο μαγνήτης καρφωμένος στην άκρη του, κοντά σε ένα πάρκινγκ… Πολλά αυτοκίνητα θυμάμαι εκεί, μια θεία… ναι, εκεί είχα μια θεία, όχι, δυο… Μου ’χανε πέσει τα κλειδιά κι είχανε κολλήσει στο πεζοδρόμιο. Τα εξεκόλλησα με δυσκολία, μου εξανάπεσαν κι εξανακόλλησαν! Αυτό το θυμάμαι καλά, τον μαγνήτη ετούτον τονε θυμάμαι σαν τίποτ’ άλλο. Είναι μια ανάμνηση λες και τα ’χα διαβάσει κάποτε σ’ ένα παραμύθι και μου κόλλησε. Έτσι όπως εφαινότανε η άκρη του έξω απ’ το τσιμέντο, ήτανε λες κι ήθελε να τον βρω. Επέρναγαν και τ’ αμάξια σαν οβίδες και κάθε που έσκυβα, εθαρρούσα πως κάποιο απ’ αυτά ξαφνικά θα μ’ εκτύπαγε. Εφαντάστηκα την ψυχή μου να βγαίνει απ’ το κορμί μου και να πετάει στον αέρα. Ετρόμαξα, δεν θα ξεχάσω ποτέ πόσο πολύ ετρόμαξα εκείνη τη στιγμή. Στη σκέψη μου έβαλα πως ήταν γούρι ο μαγνήτης εκείνος, αφού δεν μ’ εχτύπαγαν. Γι’ αυτό κι εδώ μέσα δεν τον αφήνω απ’ τα χέρια μου. Γιατί τονε χρειάζομαι. Κάτι δεν μου κάθεται καλά εδώ μέσα, κάτι μού μυρίζει παράξενα…
Μα, έτσι κι αλλιώς, μια χαρά τα σκίζει τα ψωμιά ο μαγνήτης κι ας μην είναι κοφτερός. Ώπα! Εχάθηκα μες στις σκέψεις μου. Η φωνή της Μυροφόρας με ξυπνάει απ’ τον λήθαργο. «Έλα, Ερατώ, βοήθα λίγο εδώ, πρέπει να ρίξουμε τη φουρνιά». Τα ψωμιά πρέπει να μπαίνουν στον φούρνο πριν από τις επτά, να ψηθούνε ως τις επτάμιση. Εκείνη την ώρα έρχεται ο διανομέας.
Το πρωί χθες άνοιξε την πόρτα μόνος του. Δεν εκτύπησε το κουδούνι. Το φθινοπωρινό φως εμπήκε απ’ την πόρτα κι εφώτισε ολάκερη την αποθήκη. Όλες μας εκοιτάξαμε προς το μέρος του, απορημένες.
«Άλλαξε κάτι;» αποφάσισα να τον ρωτήσω για πρώτη φορά.
«Δηλαδή ξέρεις ακριβώς τι συμβαίνει εδώ, και με ρωτάς, γυναίκα; Και θα καταλάβεις και την αλλαγή, δηλαδή;» μου απάντησε ειρωνικά. «Γιατί εγώ ακόμη δεν κατάλαβα».
«Καλά, ωρέ λεβέντη μου, πού το πας τόσο ψωμί κάθε πρωί;» Είχα αποφασίσει να το τραβήξω όσο πάει ετούτη τη φορά. Να μάθω. Να καταλάβω γιατί μας εκλείσανε τόσους μήνες μέσα στην αποθήκη και δεν μας λένε τίποτα. Δεν έρχεται κανείς, μόνο η Δήμαρχος καμιά φορά για να βοηθήσει. Ούτε κι αυτή δεν μας λέει –δεν πρέπει να μας πει, τάχατες– κινδυνεύει, λέει, όποιος γνωρίζει. Απόκριση δεν πήρα απ’ τον διανομέα. Επήρε δυο φορτία με το καρότσι το μεγάλο στο φορτηγό του κι έκλεισε την πόρτα απέξω.
Δεν νιώθω καλά σήμερα. Ο διανομέας άλλαξε. Τον άλλον ίσως τον φάγανε που μου μίλησε έστω και λίγο, τις προάλλες, δεν ξεύρω. Ίσως ο καινούριος σταθεί πιο άντρας και μου απαντάει όταν τον ρωτάω. Στάσου, βρε, στο ύψος σου! Μη μας έχεις έτσι εδώ, στο σκοτάδι μας, σαν σκλάβες! Πες μας τι γίνεται, ποιον υπηρετείς, πού το πας τόσο ψωμί κάθε μέρα;
«Καλημέρα».
«Πού την είδες;» μου απάντησε αυτός κι η Μυροφόρα με σκούντηξε να δω στο μπράτσο του το τατουάζ – μια σβάστικα. Σώπασα αμέσως και πασπάλισα ακόμη λίγο αλεύρι στα ψημένα ψωμιά.
«Είναι καλύτερα με επιπλέον αλεύρι. Κρατάνε μυρωδιά», του είπα κι αυτός έφυγε με το φορτίο κοιτάζοντάς μας όλες καχύποπτα.
Η Δήμαρχος εκτύπησε την πόρτα το απόγευμα. Πρώτη φορά απόγευμα. Εμείς εκάτσαμε εξουθενωμένες στα κιβώτια με το αλάτι. Οι καρποί μου επονούσανε άσχημα. Εκείνη την ώρα η κυρα-Στρατούλα απήγγελλε Σαπφώ. Σταμάτησε απότομα με το γνέψιμο της Δημάρχου. Οι στίχοι εκολλήσανε στα χείλη της σαν το ζυμάρι στα μαλλιά μου και στις σόλες μου που δεν εξεκολλούσε με τίποτα όλους αυτούς τους μήνες.
«Πρέπει ν’ αυξήσουμε την παραγωγή. Δεν σταματάνε να έρχονται. Κι είναι γυναίκες και μωρά, μα πιο πολύ άντρες πεινασμένοι και μπαϊλντισμένοι* απ’ τη θάλασσα. Φτιάξτε κι άλλο προζύμι, πιο πολύ να βάζετε στη δόση, μάτια μου, να φουσκώνει το ζυμάρι, να βγάζουμε πιο πολλά καρβέλια με κάθε δόση, δεν θα μας φτάσει το αλεύρι, πεινάνε κι οι δικοί μας πια».
«Ποιοι δεν σταματάνε να έρχονται; Από πού κρατάνε;» Καμιά άλλη δεν μίλαγε. Μόνο εγώ.
«Μπορείς να φύγεις όποτε θέλεις!» μου απάντησε η Δήμαρχος κι εγύρισε να φύγει. Χαρούμενη δεν ήτανε πάντως.
Ο αέρας της πόρτας που έκλεισε απότομα έσβησε ένα φυτίλι. Εσκοτείνιασε το πρόσωπο της κυρα-Στρατούλας.
Μπορείς να φύγεις όποτε θέλεις.
Γιατί μου το ’πε αυτό; Κόβω το κεφάλι μου πως εννοούσε ότι αν εξεμυτούσα απ’ την πόρτα θα μ’ εσκοτώνανε. Δεν κρατάς ένα άνθρωπο μήνες κλεισμένο να σου ζυμώνει ψωμί και μετά τον αφήνεις έτσι απλά να φύγει. Μας εδοκιμάζανε. Κάτι φοβερό εσυνέβαινε απέξω… Έπεσε πείνα άγρια. Και κάποιοι, λέει, ερχόντουσαν από μακριά. Μα ποιοι; Από πού;
«Ποιοι έρχονται στο ψωρονήσι μας και μας τρώνε το ψωμί; Αρκετοί δεν ήμασταν; Μόλις που εζούσαμε μ’ αυτά που είχαμε…»
«Τι σιγοψιθυρίζεις, Ερατώ;» με ρώτησε η Μυροφόρα.
«Τίποτα, με πονάν τα χέρια, δεν αντέχω, και θέλουνε κι άλλο, πιο πολύ ψωμί, πρέπει ν’ αρχίσουμε νωρίτερα, και πώς να ξυπνήσω απ’ τις τέσσερις αύριο, που όρεξη δεν έχω για να κοιμηθώ;»
Δεν αποκρίθηκε ξανά πίσω. Θα σκεφτότανε τα ίδια και χειρότερα. Τουλάχιστον εγώ δεν είχα παιδιά ακόμη. Αυτή άφησε έξω τρία κοριτσάκια όταν την εκλείσανε με το ζόρι εδώ μέσα και της δώσανε για πανωπροίκι έναν μακρύ πλάστη και μια ποδιά ζωγραφισμένη με ψάρια. Εκατόν πενήντα σακούλες αλεύρι έχουνε απομείνει. Θα φέρουνε κι άλλο, σίγουρα, να φτάσει για τον χειμώνα. Τι να κάνω; Τι να κάνω για να τελειώσει αυτό το μαρτύριο; Δεν αντέχω να ξυπνήσω ούτε μία ακόμη μέρα για να ζυμώσω κι άλλο ψωμί!