Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Οι μέρες τ’ Αυγούστου (Δέκατη Τέταρτη,Δέκατη Πέμπτη, Δέκατη Έκτη,Δέκατη Έβδομη)

Ημέρα Δέκατη Τέταρτη

Πολλή η σκοτεινιά τούτου του τόπου,
ο Θεός τους αδίκησε
δεν ξόδεψε όσο φως αναλογούσε.

Ημέρα Δέκατη Πέμπτη

Οι νύχτες τ’ Αυγούστου
παίρνουν ένα χρώμα απ’ τα μάτια σου.
Μα θα χαθούν κι αυτά,
μέσα στις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη.

Ημέρα Δέκατη Έκτη

Περνούν οι εικόνες
Μπροστά απ’ τα μάτια μου
και μέσα σ’ αυτήν την εναλλαγή
του πρασίνου, της πέτρας και του γκρίζου
καταλαβαίνω πως είμαι ξένος
σε τούτο τον τόπο.

Ημέρα Δέκατη Έβδομη

Φώναζαν στους δρόμους
γι’ αυτό που μαστίζει όλους μας
αυτή την εποχή.
Για την εξαθλίωση του ανθρώπου,
για τους αριθμούς
που υπολόγισαν με τεχνάσματα
για τον καθένα μας.
Φώναζαν με πάθος
κι εμείς απλά τους κοιτάζαμε.
Περιμέναμε να περάσει το πλήθος
για να μπούμε στον απέναντι δρόμο.
Τουλάχιστον εμείς οι ποιητές,

ας μιλάμε με ειλικρίνεια.

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΙ



Γλυκειά φωνή του πρωινού
Η μνήμη στα Μουσεία.
Τσακίζουνε τις Πύλες οι φρουροί
τ΄ αγάλματα ορμούν
κι απ΄ το Σεπτίμιο Σεβήρο αρχηγό
ειρηνικά οδηγούνται στην πορεία.
Χρόνων αρχαίων πολτισμοί
Πιασμένοι χέρι- χέρι

Δικοί μας είναι και δικοί σας. 

Άσπιλο ψέμα




Το πιο μεγάλο ψέμα
βάψε το με το αίμα
του αμνού
άλικο

Το πιο μεγάλο ψέμα
ξόρκισέ το στο βλέμμα
του παιδιού
άχραντο

Το πιο μεγάλο ψέμα
φύλαξέ το για σένα
στο πιο βαθύ ποτάμι
του μυαλού
άθικτο

Το πιο μεγάλο ψέμα
κράτησέ το για μένα
άσπιλο

Στιγμές Αλκυονίδες (απόσπασμα)

Κυοφορώ  την αλήθεια

ισοβίως
τροφοδοτώντας την

με συσίφεια όνειρα.
Εκκρεμώ ανάμεσα


στο ύψος και το βάθος.
Είμαι η Φωνή.
Σε στιγμές αγωνίας
κραυγάζω:
Υπάρχει νίκη;
Υπάρχει διέξοδος;
Υπάρχει νόημα;
Σιωπώ και αφουγκράζομαι.
Διαισθάνομαι πως
τοκετός αναμένεται
παραμονές του κάποτε
και καταγράφεται
στα δεφτέρια του τίποτε.
Έστω ότι γίνεται.
Θα βρίσκεσαι εκεί
για τα συγχαρητήρια
ή θα ξαναχαθείς
στον πηγαιμό
για τις Ιθάκες;





Στιγμές Αλκυονίδες

Ο χρόνος; Άχρωμος, άχραντος και άχρονος. Στριμωγμένος ανάμεσα σε μνήμες, γεύσεις, χρώματα, μετεικάσματα. Εντούτοις αμόλυντος. Οι μήνες δώδεκα, οι ώρες δώδεκα κι οι στιγμές μας τόσες. Μετρημένες κι αμέτρητες. Στιγμές αλκυονίδες, ως στιγμές καλοκαιρίας. Με την Αλκυόνη εντός κι εκτός μας, δέσμια τ’ ουρανού και της θάλασσας. Την Αλκυόνη με τη μπλε φτερούγα μισανοιγμένη, ελεύθερη των ανθρώπων και φυλακισμένη των Θεών εγκλωβισμένη στην αγκαλιά του αδιαπέραστου ορίζοντα. Εκεί μετρώ δώδεκα. Είναι στιγμές. Είναι αλκυονίδες. Και το ξέρω.  Το ξέρεις κι εσύ. Μαζί τις ζήσαμε. Μετά χτυπά ο πανδαμάτωρ μεσάνυκτα. Στεκόμαστε αντίκρυ. Ενός λεπτού σιγή, στη μνήμη του χρόνου που σκοτώσαμε αδίκως. Του το οφείλουμε. Αιωνία του η μνήμη.

 I


Ήσουν
η γεύση του Αυγούστου
κι ήταν
η πρώτη μέρα του χειμώνα

II


Τις ώρες της μνήμης
τις ώρες της λήθης
πάντα επιστρέφεις
Βροχή μου


III


Είναι ό, τι ζήσαμε
φυλακισμένο
Πίσω από πόρτες
κλειστά παράθυρα
Σφικτοδεμένο
Δίχως αέρα


IV



Το νόημα της ζωής
μισοκρύβεται πίσω από το νοητό
παλεύει με το ανόητο
και νικά το αδιανόητο


V


Ανάμεσα
στο "ναι" και στο "όχι"
υπάρχει η φλύαρη νύκτα
και το βουβό κλάμα
στο μαξιλάρι σου
Ύστερα ξημερώνει


VI



Σε ψιθυρίζει ένα κοχύλι
Σε τραγουδούν τα κύματα
Σε αφουγκράζεται η καρδιά μου
Η μνήμη σου βροχή διαττόντων
Μέσα σ' ένα κλειστό δωμάτιο
Με κατακλύζεις



VII



Ακόμη κι άμα δεν έρχεσαι
είναι υπέροχο
που εγώ σε περιμένω



VIII


Το νόημα της λέξης
είναι η ηχώ της
όπως τη φυλακίζεις
μόνο εσύ
μέσα μου


IX



Όταν σε σκέφτομαι βαθαίνω
Κι όταν σε αγαπώ πλαταίνω


X


Η λέξη
σφραγίδα μνήμη
ανεξίτηλη
Γεύση και μυρωδιά
Σε ιχνογραφεί




XI


Ανυπόστατη
Δίχως ταυτότητα

Ιθαγενής
Εντός σου
Σε κατοικώ


XII


Μελαγχολικά απογεύματα
κυοφορούν τη σιωπή σου
Ας μη γεννηθεί ως λέξη
Ας παραμείνει αμόλυντη
εκκωφαντική κι αμετανόητη


Εν αρχή ην ο λόγος




Και μετά τη σιωπή, ο λόγος σου. Νερό γάργαρο, μέλι παχύρευστο, βραχύ φωνήεν, ακριβό. Ο λόγος σου κι η σιωπή σου. Ανατολή και Δύση. Αρχή και τέλος. Παρακαλώ σε. Να μιλάμε για να μοιραζόμαστε ένα κομμάτι σύννεφο. Δίνοντας χώρο στον ουρανό να μπαίνει απ' της ψυχής μας το παράθυρο. Επιτρέποντας στη βροχή να κρυφοκλαίει, κάτω απ'  των ονείρων τα λευκά σεντόνια. Να μιλάμε για να φυτρώσει επιτέλους  της ζωής το δέντρο. Πέρασε το φθινόπωρο. Θυμάσαι τη φυλλορροή; Θα φύγει και φέτος η άνοιξη. Το ξέρω βέβαια, με λόγια δεν ανθίζει τίποτα. Ήλιος χρειάζεται και θέρμη. Αέρας λευτεριάς και ύδωρ. Ωστόσο μην ανησυχείς. Αν όμορφα τον σπόρο φύτεψες κι αν είσαι για τον ήλιο ευγνώμων, εκεί που θέλει και όπως θέλει εκείνος θα φυτρώσει. Κοίτα, το χελιδόνι στην αφετηρία επιστρέφει. Μπορούμε κι εμείς. Να μιλάμε λοιπόν. Εν αρχή ην ο λόγος. Και ο λόγος ην προς τον Θεόν. Και Θεός ην ο λόγος.  





Ψιθυριστά να ονειρεύεσαι


Ψιθύρισα:
-Θέλω ν' αγγίξω την Αλήθεια
Tα όρια να ψηλαφίσω
στην άκρη του γκρεμού να περπατήσω
στη θάλασσα της μέσα να χαθώ

Ψιθύρισες:
-Μη βιάζεσαι
Νωρίς ζητάς στην τρικυμία της
απέναντι να πλεύσουμε
Μείνε σιμά
Τα νώτα μας να προφυλάξουμε
τη μοίρα μας στα μάτια να κοιτάξουμε
Μείνε σιμά
Στη δίνη μιας μεγάλης καταιγίδας
στο μάτι του πιο κόκκινου κυκλώνα
στη χώρα της Αλήθειας λιποτάκτες
λαθραία να αποδράσουμε
Διαβαίνοντας την πύλη των ονείρων
στον  ήλιο να παραδοθούμε
Λευκή σημαία η ελευθερία

Ακούς καρδιά μου;
Ψιθυριστά να ονειρεύεσαι



 Πόρτα τ' ονείρου


Αφήσαμε
ανοιχτούς λογαριασμούς
εκκρεμείς τους λογισμούς
πίσω απ' την πόρτα του ονείρου
στη διασταύρωση του απείρου
Αφουγκραστήκαμε
τον ψίθυρο και την κραυγή
του ανείπωτου
να κόβει ασθμαίνοντας
το νήμα και το νόημα
του έρωτα
του ανίκητου
Ό, τι κερδίσαμε καλπάζει
Άλογο
Άναρχο
Ανυπότακτο


Μαζί σου


Το λίγο γίνεται πολύ
το πολύ λίγο
όταν τολμήσω να το μοιραστώ
μαζί σου
Το λάθος γίνεται σωστό
το σωστό λάθος
όταν τολμήσω να τ’ ονειρευτώ
μαζί σου
Είναι η αίσθηση που γίνεται
ψευδαίσθηση
μαζί σου


 Δακτυλίδια καπνού


Πήρες δειλά να ζωγραφίσεις το τοπίο
Το φεγγάρι, εσύ, το τσιγάρο
κάτι ψευταστέρια κι η αλήθεια
Επικίνδυνη σύναξη
Στεκόσουν
το σώμα μαχαιρώνοντας της νύχτας
δίχως σκιά
μοναχικό κυπαρίσσι
Μετά μίλησε για σένα η σιωπή
ως συνήθως
συνήγορος και κατήγορος
Μάρτυρες τα δακτυλίδια του καπνού
που ακολούθησαν την καρδιά σου
Ένοχοι τα δακτυλίδια του καπνού
που συλλάβισαν ανορθόγραφα τα όνειρά σου
Δικαστής το φεγγάρι
κι εγώ ξανά στο βυθό
κλειστό μαργαριτάρι


  Άσπιλο ψέμα


Το πιο μεγάλο ψέμα
βάψε το με το αίμα
του αμνού
άλικο

Το πιο μεγάλο ψέμα
ξόρκισέ το στο βλέμμα
του παιδιού
άχραντο

Το πιο μεγάλο ψέμα
φύλαξέ το για σένα
στο πιο βαθύ ποτάμι
του μυαλού
άθικτο

Το πιο μεγάλο ψέμα
κράτησέ το για μένα
άσπιλο



Μεσοπέλαγα


Η αγάπη μας βρήκε

ναυαγούς μεσοπέλαγα
βάρκα ήταν
μας μάζεψε
την πορεία της χάραξε
δίχως χάρτη κι ελπίδα
με σπασμένη πυξίδα
μας παράτησε
η αγάπη
ναυαγούς μεσοπέλαγα





Οι μέρες τ’ Αυγούστου ( Ενδέκατη, Δωδέκατη και Δέκατη Τρίτη)

Ημέρα Ενδέκατη

Πάλι εσύ στους στίχους μου.
Η ψευδαίσθηση της ευτυχίας
που ψάχνω χρόνια.
Ξέρω πως είναι ανώφελο,
τώρα αναμένω την επιστροφή.
Τη σιωπή στο βλέμμα σου
που δεν κατάφερα να φιλήσω
θα την ταξιδέψω μαζί μου,
θα φωλιάσει στους στίχους μου.



Ημέρα Δωδέκατη

Είδα δυο χέρια γερασμένα
μέσα απ’ το αυτοκίνητο.
Ανήκαν σε μια κυρία
που με δυσκολία κινιόταν.
Τότε κατάλαβα
πως είναι ανώφελο
να φοβόμαστε το θάνατο
όταν υπάρχει το ενδεχόμενο
των γηρατειών.

Ημέρα Δέκατη Τρίτη

Οι παιδικές φωνές δεν μου ’χαν λείψει,
ήταν μέρος της ζωής μου.
Αυτές όμως είχαν τη μαγεία της αγάπης
στον αντίλαλό τους.
Η αγκαλιά καθώς σε περιμένουνε
είναι απόδειξη
πως όσο μακριά κι αν βρέθηκαν τα μάτια μας,
δεν άφησαν τον χρόνο που πέρασε

να λησμονήσει όσα κτίσαμε.

Σάββατο 23 Αυγούστου 2014

Οι μέρες τ’ Αυγούστου (Έβδομη, Όγδοη, Ένατη και Δέκατη)

Ημέρα Έβδομη

Δεν μου έμελλε να παραδοθώ,
γι’ αυτό δεν έκανα να φύγω.
Παρέμεινα.
Τι κατάρα Θεέ μου οι φόβοι…
Το τίμημά τους, η ίδια η ζωή.


Ημέρα Όγδοη

Πως βασιλεύει στις καρδιές των ανθρώπων
η μάνα γλώσσα…
Πάντα όταν γαμογελάνε οι άνθρωποι
στη γλώσσα τους μιλάνε.

Ημέρα Ένατη

Το παιδικό της χαμόγελο
με ανάγκασε σχεδόν, να χαμογελάσω.
Μετά χαθήκαμε σαν συνηθίζεται
στις πρωινές διαδρομές
των επιβατών.

Ημέρα Δέκατη

Τούτο το Αυγουστιάτικο πρωινό
θυμήθηκα εσένα αγαπημένη.
Σε συναντούσα παντού στις μέρες μου,
κάθε που αντίκριζα την ομορφιά.
Κάνει ψύχρα έξω.
Ένιωσα το δέρμα μου
σαν νιώθω την ψυχή μου
μετά από κάθε δικό σου ταξίδι.


* Πίνακας του Στέφανου Νεάρχου

Οι μέρες τ’ Αυγούστου (πέμπτη και έκτη)

 Ημέρα Πέμπτη

Ανάμεσα στου ήχους,
μονάχα ανάμεσά τους
θυμόμουνα πως τελικά
χαμογελάνε οι άνθρωποι.
Είναι τόση η φθορά των πεζοδρομίων
ενώ οι πλατείες φέρνουν κοντά τους ανθρώπους
μέχρι το χειροκρότημα.
Μετά ο καθένας και πάλι στο πεζοδρόμιό του.

Ημέρα Έκτη

Ανούσιες συζητήσεις,
που οδηγούν στο τίποτα.
Μια απ’ τις μέρες
που οδηγούν όλο και πιο κοντά
στο χάος.


Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΜΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ / Κώστας Κλεάνθους

Κι αύριο 
    θα σου δείξουμε το λίκνο
που επωάζουμε τα όνειρά μας
    για να γεννηθεί το μεγάλο πουλί 
που θα μασ φέρει κοντά σου.

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2014

Στιγμές Αλκυονίδες (απόσπασμα)




Κυοφορώ  την αλήθεια
ισοβίως
τροφοδοτώντας την
με συσίφεια όνειρα.
Εκκρεμώ ανάμεσα

στο ύψος και το βάθος.
Είμαι η Φωνή.
Σε στιγμές αγωνίας
κραυγάζω:
Υπάρχει νίκη;
Υπάρχει διέξοδος;
Υπάρχει νόημα;
Σιωπώ και αφουγκράζομαι.
Διαισθάνομαι πως
τοκετός αναμένεται
παραμονές του κάποτε
και καταγράφεται
στα δεφτέρια του τίποτε.
Έστω ότι γίνεται.
Θα βρίσκεσαι εκεί
για τα συγχαρητήρια
ή θα ξαναχαθείς
στον πηγαιμό
για τις Ιθάκες;

ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ

"Ένας νεκρός, όσο και νάναι νεκρός 
θέλει κι αυτός το σπίτι του"

L.PIRANTELLO


Όταν απ΄ την κοπριά θ΄ ανθίσουν τα λουλούδια 
κι η πολιτεία θα κοιμάται στο καμπαναριό
με την ευσέβεια της λατρείας
ο ποιητής στον τάφο του
θα γεύεται το πέτρινο καρφί της μούσας. 

Κι όταν στο φως διαφανεί το πρόσωπο 
έχει νερό κι αλμύρα η θάλασσα κοντά 
για ξέπλυμα της τύχης.

Πρόσφυγες

Διανύεις αποστάσεις επί τόπου 
κρατώντας πυξίδα ένα μισοφέγγαρο ήλιο 
που ανατέλει και δύει μαζί σου 
Φαύλη ανακύκλωση ευχών 
Του χρόνου στα σπίτια μας
Του χρόνου στα σπίτια μας
Του χρόνου
Ποιου χρόνου;
Πορεύεσαι
Εναποθέτεις ελπίδες
Μνήμες ανακαλείς
Πορεύομαι πλάι σου καιρό
Δεν ξεχνώ αλλά ούτε και θυμάμαι 

Οι μέρες τ’ Αυγούστου ( Τρίτη και Τέταρτη )

Ημέρα Τρίτη

Το νιώσαμε κι δυο στα βλέμματά μας,
γι’ αυτό ήταν ανώφελες οι λέξεις.
Το πρόσωπό σου απόψε φωτιζόταν υπέροχα
μα δεν μπορούσα να το αγγίξω.
Με το φως της μέρας θα σε ξανάβλεπα,
Μέχρι τότε θα μεσολαβούσε η νύχτα…
Μετά τον γυρισμό,
δεν ξέρω αν θα μας ένωνε μέρα ξανά.





Ημέρα Τέταρτη

Κενή μέρα,
δεν είδα τα μάτια σου.
Περίεργο,
ούτε ηλιοβασιλέματα είδα
τόσες μέρες εδώ
κι είχα τόση ανάγκη
ένα ηλιοβασίλεμα σήμερα.
Χάθηκα για λίγο
σ’ ένα πράσινο πάρκο.

Εγώ, οι σκέψεις μου, η δικιά σου σκέψη…

Οι μέρες τ’ Αυγούστου ( πρώτη και δεύτερη )



Ημέρα Πρώτη

Χτυπούσε την πόρτα μου ο έρωτας
μα δίσταζα.
Θα έμενε αδοκίμαστος κι αυτός.
Ούτε σε ξένη γη
δεν μπορούσα να τον φιλέψω.
Έκλεισα τα μάτια μου για λίγο
μετά την τελευταία στάση του λεωφορείου
χωρίς να τη σκεφτώ.
Φοβόμουν μην την ονειρευτώ
και ξεκινήσει ο μήνας
μ’ αρώματα και καρδιοχτύπια
που θα χαθούν μες στον Σεπτέμβρη.
Νεκρούς έρωτες μέτρησα πολλούς,
δεν ήμουν πρόθυμος να μνημονεύσω άλλον ένα.

Ημέρα Δεύτερη

Θόρυβοι...
Αλήθεια πόσο απέχουν οι θόρυβοι
από τις μελωδίες;
Τώρα ξέρω.
Απέχουν τόσο, όσο οι έρωτες

από τους ανυπεράσπιστους έρωτες...

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

ΕΙΔΩΛΑ

Μπροστά στο φράγμα της αθέατης νύχτας
οι κόρακες σε μαστιγώνουν. 
Είδωλα τα ευρήματα της πολιτείας σου
ταξιδεύουν
εκτίθενται δημόσια σε χώρους ευπρεπείς
ανταλάσσουν ονόματα, χειροκροτούν και 
θεατρινίζονται ειρωνικά το σκηνικό. 
Το χέρι - που΄ σαι ψυχή- εκλιπαρεί 
την υψηλότερη τιμή το τίμημα φωτός. 
Κοίταξε πως τρέμει να σε πάρει
λικνιστικά να δώσει ιερή την παρουσία. 
Τα δένδρα είναι γνώριμα, τα μονοπάτια, 
οι κήποι 
κι όμως το γέρικο πουλί φυλάει το εικονοστάσι.

ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Οργισμένο πουλί 
αφού μελέτησε το αίμα του με αίμα 
κάθησε και τραγούδησε
ταξίδι τελευταίο.
Στο κοιμητήριο η ηδονή  " ανθίζει ",  είπε 
σπορά ο θάνατος τα στάχυα ολιγοστεύουν. 
Μα ο αγράμματος πατέρας
που διαλογίζεται την έξοδο
σ΄ αυτό το χώμα το τραχύ με την καυκάλα
- φτερά τινάζει προς τα πάνω η καρδιά-
παίρνει σαν πριν τ΄ αλέτρι του και σκάβει.
Κι αυτή η σημαία που ορθώνεται βουβή
τριμμένη στον εξώστη
διαβάζει ολονύχτια ελληνική ιστορία.