Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

17 του Νοέμβρη 1973 (Χαράματα)

Πέρα στην πλατιά λεωφόρο
με τα γυμνά δέντρα,
τα φυλλώματα,
προβάλλουν τώρα οι χώροι αδειανοί.
Λιγοστά είναι τα βήματα,
ξέπνοοι οι λογής ήχοι,
αραιοί.


Στάζει τ’ αγιάζι μέσα μας.
Συχάζει η τυραγνοπατημένη πόλη,
η βουερή.


Πέρα απ’ τη μακρινή λεωφόρο
με τα γυμνά δέντρα,
τα φυλλώματα,
πεθαίνει η νύχτα, η φονική.
Αλυχτούνε οι θεριεμένοι σκύλοι
στα περάσματα, όξω απ’ τις κλειστές πόρτες,
καθώς στους τοίχους πληθαίνουν οι σκιές
κι απλώνονται τα γράμματα,
αιμάτινα, θαμπωτικά:
«για τον αγώνα και τη λευτεριά»
«για την πολύπαθη πατρίδα»!
Πίσω απ’ τις μανταλωμένες πόρτες,
βαριανασαίνουν οι καρδιές
π’ ανασηκώσαν τη μεγάλη μέρα!
Ω, Θε μου, κάμε πριν χαράξει
ν’ αστράψουν οι ουρανοί,
χρυσό φως ολούθε ν’ απλωθεί
κάμε, Μεγαλοδύναμε, να ξεχυθεί
ποτάμι ξέφρενο η πνοή,
να λυτρωθεί, η τυραγνοπατημένη πόλη!

εξομολόγηση

Δόστε μας πίσω τα παιδιά μας,
Και την ψυχή μας, την ψυχή μας.
Δεν έχουν έλεος οι κουβέρτες σας,
Δεν έχουν την ξανθή ματιά του βρέφους μας
Οι προσφορές σας οι εύρωστες.
Δόστε μας πίσω τα παιδιά μας
Και την κουρελιασμένη μας ψυχή,
Την ψυχή μας, την ψυχή μας…

Δεν θέλουμε όνομα και τίτλους,
Μήτε επιγράμματα.
Δόστε μας πίσω την ψυχή μας
Το μέσα πλούτος μας
Κι ας είναι ελιά το δείπνο μας
Και το νερό γλυφό.
Δόστε μας πίσω τα παιδιά μας
Και την ψυχή μας.

κάποιες λέξεις

Μ' αρέσουν κάποιες λέξεις που μυρίζουν γιασεμί
απλές σαν το κυριακάτικο πρωινό
δεν υποφέρουν από σημασίες και ιδέες
αρχάγγελους σοφίας δεν έχουν
σ' ευχαριστούν σαν χάδι παιδικό.

η Λευκωσία μας αναχωρεί

Ανάμεσα σε δυο ροδιές η Λευκωσία φιλοσοφεί
ανοίγει τις πλεξούδες της στον ήλιο
χειρονομεί στο παρελθόν η Λευκωσία
σαν ν' αποχαιρετά τον κόσμο αυτό
εκφέρει η Λευκωσία τα τελευταία φωνήεντα
στους τοίχους της μενεξεδένιας ώρας...
Αλλά τη Λευκωσία να μου αγαπάτε
όταν φορεί τα γιορτινά της
τα τελευταία της γιορτινά
και μπαίνει ανυποψίαστη στην αθανασία.

Αναζητούν την Κύπρο

Αναζητούν την Κύπρο στα παλιά χειρόγραφα
στους χάρτες των παλιών ημερομηνιών
στα παραμύθια των παντάνασσων γιαγιάδων
 και στα οδοιπορικά περιπαθών προσκυνητών.
Ωστόσο εγώ θα κάθομαι στα σύνορα του φεγγα­ριού
και τα μεγάλα μάτια της σαν τα τοπία της ευτυχίας
θα καρτερώ να με κοιτάξουν.

Χαμένες μέρες

Χαμένες μέρες του καλοκαιριού κλεισμένοι στα δωμάτια
ν' αντιπαλεύουμε τον άχρηστο εαυτό μας
και να μετράμε τις παλιές οδοιπορίες των πανσελή­νων
στα δολοφονημένα δάκτυλά μας
μικρή μου Ευτέρπη, Ρέα εργόχειρό μου,
κι εσύ αφροδίτη ελευθερία των άλλων ιδεών μας
τότε π' ανθούσε η άνοιξη στα βλέφαρά μας.
Γιατί περνά σαν το νερό η ζωή
και φράζεται στην ηλικία των άμισθων καιρών
που ζούνε με παραχωρήσεις;

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Τριλογία / Λάβαρη Μαρία

Α.


Το τραγούδι
πικρό βγαίνει απ’ τα χείλη μου.
Δεν έχω
φως
να τραγουδήσω.
Ψάχνω να βρω
το όνομα
που σβήστηκε στη νύχτα.
Ψάχνω να βρω
ένα βουνό
να το ρωτήσω
για τα κουφάρια
που χώνεψε
μέρες και νύχτες
μες στην αγκάλη του.
Για τα μαχαίρια
που κάρφωσαν
οι άπιστοι στην παλάμη του.

Β.


Έλαμψε μια νύχτα
στο μέτωπό του το φεγγάρι.
Ζήλεψαν τ’αστέρια
τη νιότη του.
Στη θάλασσα
ο γλάρος τον θρηνεί
με το βουβό τραγούδι του.
Και στη στεριά
το σύννεφο
δακρύζει.
Ο ήλιος ψάχνει να τον βρει
ταξιδεύοντας μέρες και νύχτες.
Ατέλειωτος κύκλος
χωρίς νόημα.
Δεν έχει πια φως
και ήλιο η καρδιά του.

Γ


Οι νεκροί
Δεν μεγαλώνουν.
Στέκουν ακίνητοι στη μνήμη μας
και περιμένουν.


 (από την ποιητική συλλογή «Χρονικό 1974»)

21 Σεπτεμβρίου 1999 Τρίτη / Λάβαρη Μαρία



Πώς μεγαλώνουν τα παιδιά;
Ρώτησε το αστέρι.
Η κορυφή του κυπαρισσιού
λύγισε
προσπάθησε ν’ακούσει καλύτερα.
-Με τ’αεράκι που φυσά.
Πώς μεγαλώνουν τα παιδιά;
Ρώτησε η πεταλούδα.
Με τ’αγκάθια στη ράχη τους
απάντησε ο σκανζόχοιρος.
Πώς μεγαλώνουν τα παιδιά;
Ρώτησε η νύχτα.
Με τα φαντάσματα στα
παραμύθια της γιαγιάς.
Πώς μεγαλώνουν τα παιδιά;
Ρώτησε το πηγάδι.
Με το νερό και την λάσπη.
Πώς μεγαλώνουν τα παιδιά;
Ρώτησε η κουκουβάγια.
Με τη γνώση.
Πώς μεγαλώνουν τα παιδιά;
Ρώτησε η άνεμος.
Με την αγάπη
Απάντησε το χαμομήλι.



 (από την ποιητική συλλογή «Το βουνό»)

Φθινόπωρο / Μολέσκης Γιώργος

Κρεμάσαμε τα μάλλινα στον τελευταίο ήλιο,

τα φορέσαμε Κυριακή πρωί και βγήκαμε στη

    θάλασσα.

Πίσω από μια πέτρα, κρεμασμένο σ' ένα αγκάθι

ήτανε το φθινόπωρο.

Το χαιρετίσαμε και γυρίσαμε σπίτι.

Φορέσαμε τις έγνοιες μας, τη φτώχεια μας,

πήραμε τη στεγνή μας γλώσσα

και περιμέναμε το ρυθμό της βροχής

που βάραινε με την αργοπορία της.

Καλοκαίρι της Λάρνακας / Μολέσκης Γιώργος



Το φως αυτό που καίει τη θάλασσα

ποτάμι χύνεται από την παραλία

και την πόλη καταβρέχει.



Γυμνό γυρίζει μες στους δρόμους,

ανακατεύεται με μαγαζάτορες,

εμπόρους, πλανόδιους πωλητές,

με τραπεζιτικούς και ταχυδρομικούς

κι άλλους λογής λογής υπάλληλους.



Πίσω ακολουθεί κι η θάλασσα

σέρνοντας τους παρδαλούς αποδημητικούς της εραστές.



Όλων τα σώματα υγρά, φωτίζονται

ως το αίμα και την ψυχή τους.

Και βλέπεις να γυμνώνονται τα σώματα

ως τα απόκρυφά τους μέρη

συχνά αποκαλύπτοντας τέλεια ομορφιά,

θεοποιημένη με το φωτοστέφανο του ήλιου

και λατρεμένη από αμύητους και μυημένους

χωρίς καν να φοβούνται τι ψυχή θ' αποκαλύ­ψουν

πίσω από τούτη την τέλεια σάρκα.



Από τη θάλασσα εκκινά, στη θάλασσα επιστρέ­φει

το φως αυτό. Μαζί της στο βυθό ξαπλώνει

και τρέμει βλέποντας τον κόσμο να βυθίζεται

    μες στο σκοτάδι.

Παλιά γειτονιά / Μολέσκης Γιώργος

Σε κάθε αυλή υπάρχει κι ένα δέντρο

που ανεβαίνει πάνω από την τελευταία στέγη.

Σε κάθε αυλή ζει και μια γριά

που για χάρη της το δέντρο κάθε βράδυ

κατεβάζει το φεγγάρι στην αυλή.



Θα 'θελε το δέντρο να 'ναι κι ένα παιδί

και θα κατέβαζε για χάρη του τον ήλιο.

Τον ήλιο τον ίδιο, μέρα μεσημέρι, πάνω στη

    δόξα του

κι ας καίουνταν όλα,

κι ας έμενε μόνο το δέντρο, ο ήλιος και το παιδί

να ξαναχτίσουνε τον κόσμο.


Το μπαλκόνι / Μολέσκης Γιώργος

Μπαλκόνι κρεμασμένο από τον ουρανό μες στο

    πρωί

από τις αχτίνες του ήλιου. Στέκει εκεί,

με το ρυθμό παλιάς αρχιτεκτονικής, ανάμεσα

στο μπετόν και το γυαλί που βιαστικά τρώνε την

    πόλη.



Κόσμος φαγωμένος από το τσιμέντο, στυφός

βιαστικά περνά από κάτω δίχως να το προσέχει.

Κάποτε κάποιος απορεί που στέκει ακόμα,

που δε βαρέθηκε να στέκει, που δεν υποχώρησε

μέσα στο σπίτι με τα κλειστά παράθυρα

όπως τα έπιπλα, τα υφαντά και τ' άλλα,

πορτρέτα, χειροτεχνήματα, ρολόγια

που μετρούσανε έναν άλλο χρόνο,

όπως τους ανθρώπους, που δεν βγαίνουν πια

    καθόλου στο μπαλκόνι.

Μαρία Ολυμπίου (βιογραφικά στοιχεία)

Γεννήθηκε στην Λευκωσά και σπούδασε Δημοσιογραφία- Δημόσιες Σχέσεις. Εργάζεται ως Εκπαιδευτικός. Στα γράμματα την συναντάμε το 2005 όταν με το μυθιστόρημα  «Επικίνδυνη Δημοσιογραφική Αποστολή» παίρνει το κρατικό βραβείο. Εκπαιδευτικά προγράμματά της που αφορούν στη λογοτεχνία και την περιβαλλοντική εκπαίδευση έχουν βραβευτεί από το Commonwealth Association for Science Technology Mathematics Education (CASTME).
Συνεργάζεται με τα περιοδικά « Παιδική Χαρά» (παιδικό περιοδικό / σελίδες ποίησης), «Οικολογείν » (ελληνικό περιβαλλοντικό περιοδικό )
 Εκτός από το μυθιστόρημα, ασχολήθηκε με το παραμύθι  και το 2008 εκδίδει και την ποιητική συλλογή: «Κυριακές»

Πιο συγκεκριμένα: 



τα έργα της κατανέμονται όπως παρακάτω :



Μυθιστορήματα



  • «Επικίνδυνη Δημοσιογραφική Αποστολή» (κρατικό βραβείο 2005)
  • «Δήμαρχος για κλάματα» 2006
  • «Κυνηγοί φαντασμάτων» 2006
  • « Με ναργιλέ σβησμένο» 2009



Παραμύθια

  • «Γιατί οι κότες δεν πετάνε;» 2007 (Ibby Honour list 2010)
  • «Γιατί οι κότες δεν κελαηδάνε;» 2009
  • « Γιατί οι κότες είναι κουτσομπόλες;» 2009


Συλλογές διηγημάτων 
  • «Ο τίγρης στο κλουβί» (Α’ βραβείο ΚΣΠΝΒ 2006 )
  • « Μαϊντανός στο δόντι σου» 2007


Ποίηση
«Κυριακές» 2008


ιστότοπος: http://mariaolymbiou.blogspot.com.cy/

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

ΕΛΠΙΔΑ


'Ηταν οι νύχτες μου γεμάτες, αστέρι καλοκαιρινό
μονάχο όνειρο καρδιά μου σύντροφο τον αυγερινό
Μα ήτανε βαθύ πηγάδι ,κι ήτανε το νερό γλυφό
μέσα στης νύχτας το σκοτάδι το δάκρυ κυλισε κρυφό
Και του περιστεριού η φτερούγα ,ήταν σπασμένη απ την πληγή
κι έμεινε τ'όνειρο στην ρούγα στην αρνηση και την φυγή
Ο στεναγμός είν πεπρωμένο το όνειρο το χθεσινό
Που σημερα καρδιά χαμένο και ξεχασμένο απ τον καιρό
Θλιμένο το χαμόγελό σου κι η θύμηση του συντροφιά
πριν το ηλιοβασίλεμά μας ηρθε με βρηκε η σκοτεινιά .
Μα συντροφιά έχω και πάλι τ'αστέρι που καθοδηγεί
μέσα στης νύχτας το σκοτάδι ως την επόμενη αυγή .
Τώρα η ώρα του “αντίο” καρδιά μου πρέπει να στο πώ
κλείνει η πόρτα μου στο “ίσως” αφού δεν λές το “σ'αγαπώ”
Δεν ωφελεί να επιμένω για μια ανέλπιδη ευχή
που ανεκπλήρωτη μου μένει δίχως καμιά καινούργια αρχή
Μιλω εγώ κι εσύ σωπαίνεις κι ανάμεσα μας η σιωπή
βαρειά που τ'όνειρο σκοτώνει κι αφηνει την πληγή νωπή .
Σαν όμως ο καιρός διαβαίνει μια μέρα θα επουλωθεί
την λησμονιά ξανά να φέρει μ'ένα λουλούδι που θα ανθεί

Τέσσερις εικόνες / Ρούλα Ιωαννίδου-Σταύρου



Βρεγμένη ημέρα
με τα μαλλιά να στάζουν
κρύες σταγόνες.


'Εφυγε ο άνεμος
η φύση σιώπησε
μέρεψ' η πλάση.


Κυλάει γλυκά
νερό στο ποταμάκι
τραγούδι λέει


Στο μαξιλάρι
έγειρε κουρασμένη
η μέρα πάλι.