Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Β΄Βραβείο στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό 
του ΕΠΟΚ (Ελληνικός Πολιτιστικός Όμιλος Κυπρίων)  


Ήταν δεκαοχτώ χρονών κι είχε μια έφεση στα γράμματα.
Κι όμως, δεν έγραψε ούτε ένα στίχο, κρατώντας το τουφέκι του.
Ήταν στίχος και κείνο, μονάχα πιο πικρός.
Τραγούδι μέσα στους άλλους ήχους του υμνημένου Ιούλη.
Χαμένο στο ρίγος του πολέμου, Χαμένος και αυτός.
Όχι περισσότερο από ένα κίτρινο φύλλο θλιμμένου Φθινοπώρου.
Ήταν δεκαοχτώ χρονών κι όπως φάνηκε αμνός στον Γολγοθά,
έτσι και χάθηκε. Σαν αμνός που φάνηκε στο Γολγοθά,
με τη καρδιά του πλημμύρα των ανθρώπων.
Άσπρος σαν σύννεφο πάνω στον αγέρα. Τον πήρανε, κάπου βαθειά στης Ανατολής,
Κει που το χώμα ρουφάει το χώμα. Το στραγγίζει.
Διαδόθηκε ότι ζούσε. Μονάχα αυτός γνώριζε, πως πέθανε.
Το αίμα του βάφει κόκκινα τα κυπαρίσσια στα ξένα χώματα.
 Μέσα στον τρόμο, καβάλα στη ανδρική ανατριχίλα.
Ο ήλιος του καρφώθηκε στο πρωινό. Ακίνητος για χρόνια.
Τα χρόνια με τι βαραίνουν; Με πόνο, με δάκρυ, μ΄ ελπίδα;
Σ΄ ένα πελώριο κλουβί. Εκεί χάθηκε. Δεν ήταν ποιητής ψέλλιζε.
Μουσκεμένος έσβηνε σιγά, σιγά, όπως η θράκα της Άνοιξης.
 Μασώντας τους στίχους του, ίσα στον Πενταδάκτυλο, ίσα στον Όλυμπο.
Τόσο ψηλός που ήταν. Και την ανάσα του που ΄γινε καπνός και μύριζε λιβάνι .
Ποιος θα τη μοσχομύριζε; Η αδελφή, η μάνα, η πικρή αγαπημένη.
Απογοήτευση στα έγκατα. Οι ρίζες αναταράσσονται.
Ήτανε δεκαοχτώ χρονών. Ήτανε ποιητής.
«Δεν είμαι ποιητής. Δεν είμαι ποιητής» Επαναλάμβανε ως το μαστίγιο καψάλιζε το δέρμα
Εγώ όμως ήξερα : «Ποιήματα δεν έγραψε πλην αυτά της αγάπης και της Ειρήνης»
Είναι αγνοούμενος Ποιητής. Αρνείται, γιατί φοβάται.
Θέλω τη μάνα μου. Να βλέπω ένα λυχνάρι στα μάτια της.
Θέλω ένα μνήμα. Τη σιγουριά του θανάτου. Να έχω μια σκέπη χώμα.
Να ξέρει η μάνα μου, να γνωρίζουν τ΄ αδέλφια μου οι ποιητές.
Το δάκρυ τους στη γη μας τι ποτίζει; Οράματα και στίχους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου