Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Μες στην οσσιάν της πεθυμιάς

      

Άντρια Γαριβάλδη
Η νύχτα μαύρη, βαρετή,
αφέγγαρη τζιαι σκοτεινή,
να ξημερώσ' ο Πλάστης μου
να βκω να κάμω μιαν ευτζιήν .

Πού να ρωτήσω γιόκκα μου,
πού να δικλήσω να σε δω,
ν' αρπάξω μες στα σιέρκα μου
σαν, Παναγιά μου, το Χριστό,
γυρεύκω την εικόνα σου
που 'πανωθκιό στο στρώμα σου.

Σκοτεινιαστήκαν τα βουνά,
τες αμαρτίες μολοούν,
πλάσμα γυρόν μου εγ γελά
τζιαι τα πουλιά μοιρολοούν
της μαυροφόρας μας σκλαβκιάς
τα αγνοούμενα παιθκιά.

Γυρεύκω τα σιερούθκια σου,
το στόμα τζείνον το γλυτζύν,
ακούω τα τραούθκια σου,
κουβέντες μέσα στη ψυσιήν,
λόγια που λάλες της χαράς,
γινήκαν σκέψεις συφφοράς.

Στες φυλακές που μάσσιεσαι
εν ξημερώνει το πρωί,
ούτ' άθρωπος δε βρέθεται
μιαν καλημέραν να σου πει,
μα δεν ηξέρω πού κρατείς,
αν εις τον κόσμον τούτον ζιείς.

Έλα, χαρώ σε μάνα μου,
άστρον της νύχτας πριν να βκεις,
στον ύπνον παραλάλημα,
έλα τζιαι πόψε να με δεις.
Έλα τζαι φεύκεις την αυκήν,
σαν άνεμος πριν τη βροσσιήν.

Σαν τον αθθόν της λεμονιάς
που πέφτει τζιαι σκορπίζεται,
με τον αέραν που φυσά,
στο χώμαν τζι αφανίζεται,
σαν κλώνος της πορτοκαλιάς
εκόπης τζι έσβησες μεμιάς.

Βκαίνω τζαι βρέχω τον στενόν,
ποτίζω την βασιλιτζιάν,
έσσω μας άμαν πουν' να μπεις,
εν' να μυρίσ' η γειτονιά.
Θαρκούμαι τζι έρκεσαι τωρά,
άκου την πόρτα που φακκά .

Ο πόθος μου επόλλυνεν
αλώπως έχω συντροφκιάν,
θωρώ σε μπαίνεις γιόκκα μου,
"ήρτα" φωνάζεις μου "μανά".
Μα 'ν' η οσσιά σου στο γιαλόν...
ο σσιος του πεύκου στο βουνόν.

Μες στη φωτογραφίαν σου
εζωντανέψαν τα παλιά,
ας ήταν τα ορόματα
να 'βκαίνασιν αληθινά
o
μες στην αγκάλη μου να μπεις,
"εγιώ 'μαι, ο γιος σου", να μου πεις.

Μα 'ν' η οσσιά σου στο γιαλόν...
ο σσιος του πεύκου στο βουνόν...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου