Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Ο δολοφόνος Ποιητής



Κάποιες νύχτες σκοτεινές, το φεγγάρι γυρίζει την πλάτη, 
τα παράθυρα στις γειτονιές κλείνουν με δύναμη και κρότο , 
και βάζει αυτός τα καλά του. 
Τίποτα το ιδιαίτερο δηλαδή. 
Εκείνο το ξεφτισμένο (πλέον) γαμπριάτικο κουστούμι
με το άσπρο λουλουδάκι στο πέτο και 
την σκιά στο μέρος της καρδιάς, 
μια γυναικεία σκιά που περίμενε χρόνια να δει τη σκιά της. 
Τέτοια παγωνιά δεν είχε ξανασυναντήσει πάνω του. 
Μια σκιά που έγινε φύλλο και πετούμενο.
Γύρω από το μαύρο ζωνάρι, 
ένα κοφτερό μαχαίρι, πιστόλι, πέννα και τεφτέρι. 
Πάντα έγραφε. Ήταν καλός έτσι πίστευε. 

Κείνες τις σκοτεινές νύχτες, 
που το νανούρισμα της μάνας δεν έφτανε ποτέ στα αυτιά του, 
σύχναζε στους φιδίσιους δρόμους του κήπου 
με τα κυπαρίσσια και τις γερασμένες συκιές  και σκότωνε. 
Σκότωνε απλά με μαεστρία και σεμνά. 
Χαμήλωνε τα γαλανά του μάτια. 
Κοίταζε πάντα το φίδι να σέρνεται. 
 Η πράξη του μέσα στην τιμιότητα του φόνου. 

Κείνες τις σκοτεινές νύχτες που το φεγγάρι του γύριζε την πλάτη
Αυτός έκρυβε τους αδικοχαμένους πίσω από τις λέξεις. 
Και πάντα επέλεγε μεγάλες λέξεις με πολλά γράμματα. 
Να σύρει πίσω τους,  όσους περισσότερους μπορούσε. 
Ευτυχώς,  τα γράμματα είχαν πολλές γωνίες, κρυψώνες καλές 
απόρθητες στους τυμβωρύχους.

Άφηνε  στο μέσο της κλειστής τους παλάμης ένα δικό του μικρό ποίημα, 
σαν αυτά που γράφονται κατά δεκάδες στις  μυστικές ώρες των ποιητών 
και που ποτέ δεν θα δουν την μοίρα της δόξας να επαληθεύεται
που  ποτέ δεν  θα δουν το φως του ήλιου να τα φέγγει 
παρά, ένα σκότος στο βαθύ του συρταριού. 


 Τι όμορφη που είναι η ζωή, 
όταν γελάμε και κλαίμε, 
υψώνουμε ποτήρια με μπρούσκο κρασί,
« εις την υγεία σας» λέμε...  

Μα κάποιοι υποφέρουν και στέκονται εκεί, 
στις πίσω σελίδες, 
σαν θέαμα που δίνεται 
σε άδειες κερκίδες.....

Δεν τον πιάσανε ποτέ.
Δεν έκανε τέλεια εγκλήματα, μα δεν τον συλλάβανε  ποτέ. 
Είχε  ετοιμάσει και σχετικούς λόγους. 
Θα σήκωνε το δεξί χέρι με το δείκτη υψωμένο
Θα μιλούσε με στόμφο 
Θα έλεγε μιλώντας στον εαυτό του

«Γιατί καταραμένε ποιητή, δεν σκότωσες και μένα; 
Που είναι η δύναμη της θανατερής λέξης σου;  
Ποιο είναι το μαύρο γράμμα που θα με θάψεις; 
Σε ποια γωνιά τους θα χτιστεί ο ασύλητος τάφος μου;»

Κι ύστερα θα πέσει ολάκερος στο μελάνι 
μαζί με το μαχαίρι, το πιστόλι, την πέννα και το τεφτέρι»


(βραδυνή ενασχόληση,.... με την έρμη την ποίηση)

Λάρνακα 12 Νοε 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου