Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Το τραγούδι της Μαριάννας



Μαριάννα!
Έξω σταμάτησε η βροχή
κι η ευδία άνοιξε τους γαλάζιους ουρανούς
πάνω απ’ την κόκκινη στέγη σου.

Το φεγγάρι κατεβαίνει μ’ ασημένιες κλωστές
στο ανοιχτό παραθύρι σου,
και δυο λαμπρά αστεράκια
αντιφεγγίζουν τη λάμψη τους στα μεγάλα σου μάτια.

Στον κήπο σου φύτρωσαν δυο ανθισμένες λεμονιές
και μια κερασιά αναδεύει τους καρπούς της στα χείλια σου.

Το Φθινόπωρο σού φέρνει καινούρια μηνύματα.
Όμως, μη στέκεις στο κατώφλι της αγωνίας
με τα δυο σου μάτια να κοιτάν ανυπόμονα
την προσδοκία της αυγής.

Κι η μέρα αυτή θα ξημερώσει για σένα,
θα ξημερώσει με χρυσούς ήλιους στα μαλλιά σου,
κι η πλήξη του κατεστημένου
θα φύγει στην άκρη του σύννεφου
που ετοιμάζεται να διαβεί τη γαλάζια θάλασσα.

Είσαι μια ερωτική παρουσία
στον ανθισμένο κάμπο της γνώσης.
Είσαι μια σοφή ανάταση
στον γαλάζιο ουρανό της ελπίδας.

Μαριάννα!
Έξω σταμάτησε η βροχή,
και μόνο τα μάτια σου
στάζουν ψιχαλιστά ακόμη την αγάπη.

Γενέθλια πόλη



 III

Μέσ’ από τις ανταποκρίσεις τού Τύπου
διαβάσαμε τη συμπάθεια των άλλων
για την καταστροφή μας.

Ύστερα σχίσαμε τις εφημερίδες
και τεμαχίστηκε η συμπάθεια.

Ποιος θα πάρει τα ράκη του Ιώβ
να ντύσει την υπομονή μας;

Ποιος θα σαλπίσει τη σάλπιγγα του χρέους
να πέσουν τα τείχη της Ιεριχούς;

Μεταμέλεια



Αυτή την κουρασμένη μεταμέλεια
μην την αφήνεις άλλο, αλόγιστα
ν’ αναστατώνει τη μικρή σου ύπαρξη.

Δυνάμωσε τη θαρραλέα σκέψη σου,
και κράτησε ζωηρή την πρώτη ανάμνηση
της τρυφερής αγάπης που δοκίμασες,
και που σε βασανίζει τόσο σήμερα.

Έτσι είναι η ζωή μας: Ευμετάβολη!
Κάποιες στιγμές όμως βαθαίνουν μέσα μας,
χαράζουν ανεξίτηλα τα ίχνη τους,
και μάταια προσπαθούμε να τις σβήσουμε.

Χαιρεκράτης Αντιφώντος Σαλαμίνιος



Κάθε πρωί σηκώνω αυτή την πλάκα…
Ψάχνω τις ρόδινες φλέβες της,
αγγίζω τον απαλό κυματισμό της…

«Χαιρεκράτης Αντιφώντος Σαλαμίνιος».

Πιο κάτω,
λίγα σπασμένα βάζα,
υδρίες και αμφορίσκοι*
κι ασήμαντα ίχνη οστών…

Ύστερα, ο υγρός νότιος άνεμος
να σβουρίζει* τα χώματα
και να σφυρίζει στα κοιλώματα της πέτρας…

Ένα συνηθισμένο φθινοπωρινό πρωινό
στη βυθισμένη μες στην άμμο Σαλαμίνα…

Πέρα, ο ήλιος ανεβαίνει ατάραχος,
κι οι λιγοστοί διαβάτες
πορεύονται ανύποπτοι
στο ερειπωμένο αρχαίο κοιμητήριο,
σηκώνοντας τη μοίρα εκατόν αιώνων…





* υδρίες και αμφορίσκοι: αρχαία πήλινα δοχεία, στάμνες

* σβουρίζω: περιστρέφω σα σβούρα

Εικοσιπέντε χρόνων



Σαν άρωμα από γιασεμί λεπτό, που σβήνει
και σμίγει με την αύρα της εσπέρας,
μοιάζει η θλιμμένη μου απόψε ετούτη μνήμη:

Δυο χρυσά μάτια, σα βελούδο χείλη,
κι ωραία καστανά μαλλιά, που ψαύει ο αγέρας,
η μακρινή μου των ’κοσπέντε χρόνων φίλη...

Τα χρόνια τώρα ίσως την έχουνε πια αλλάξει,
κι ίσως τα ωραία μαλλιά να ’γιναν γκρίζα,
και των ματιών της ίσως να ’σβησε πια η λάμψη.

Όμως τις ώρες του καλοκαιριού, μες στην ευδία
της νύχτας, που οι σκιές τη μνήμη αναδιφούνε*,
τα εικοσπέντε χρόνια της, εντός μου πάλι ζούνε






*αναδιφώ: ερευνώ εξαντλητικά

Το λιμάνι

Έφυγαν τα καράβια με τα γκρίζα
τ’ ακάθαρτα πανιά, και με τους ναύτες,
που βρίζαν και λερώναν το λιμάνι,
που βρίζαν και λερώναν το λιμάνι, οι ναύτες.

Έφυγαν τα καράβια, κι ιριδένιο
το φως με χρυσαχτίδες πλημμυρίζει
τον πράσινο βυθό και τ’ άσπρο κύμα,
τον πράσινο βυθό και τ’ άσπρο κύμα πλημμυρίζει.

Κι είν’ ήσυχοι όλοι οι μόλοι και καθάριοι
κι οι άδειες αποβάθρες νανουρίζουν,
κι οι άδειες αποβάθρες νανουρίζουν
τον ίσκιο τους στα χάδια των κυμάτων.

Και το λιμάνι έχει πια μεγαλώσει,
μα τα καράβια φεύγοντας, μαζί τους
πήρανε την ψυχή που του `χαν δώσει,
πήρανε την ψυχή που του `χαν δώσει, μαζί τους.

Μνήμη Κερύνειας




Συλλογιέμαι τα χρόνια που πέρασαν,
τη μικρή πολιτεία,
που ακουμπημένη στη θάλασσα λαμποκοπούσε στον ήλιο,
τη γιαγιά Ελένη
που κατέβαζε το Θεό στο σπίτι της
και τον φίλευε κόλλυβα και μέλι.


Τις μεγάλες καλοκαιριάτικες μέρες,
που κρατούσαν ακίνητο τον ήλιο στη θάλασσα,
την ταραχή του εφηβικού έρωτα
που κατέβαζε στη γη το φεγγάρι,
τα πρωινά, που χαμογελούσε το φως
μέσ’ απ’ τις χαραμάδες των κλειστών παραθυριών
κι άπλωνε στ’ αστραφτερά σεντόνια την κόκκινη δαντέλα του.


Κι ύστερα τους πραματευτάδες, που διαλαλούσαν την πραμάτια τους
ανάμεσα στον τρυφερό κελαϊδισμό μιας σιταρήθρας
και το φευγάτο καλπασμό του αλόγου
στο πασπαλισμένο μ’ ασημόσκονη πλακόστρωτο.


Ήτανε όλα ωραία:
Οι απλοί άνθρωποι που μηδένιζαν τη σκέψη τους στο αύριο,
ο αγέρας, που γέμιζε θαλασσινές νότες τα μικρά σπιτάκια,
οι πράσινες ελιές, που ασήμωναν το σιωπηλό κάμπο,
τα ζουζούνια, που μετεωρίζονταν στο χρυσό φως της μέρας,
τα μάτια των κοριτσιών, που βυθίζονταν στο γαλάζιο όραμα
των καραβιών, που φεύγανε απ’ το μικρό λιμανάκι,
σαν χάρτινα παιχνίδια, στα ξεχασμένα παιδικά τους όνειρα.


Πέρασαν όλα σαν φευγαλέο καλοκαιριάτικο όραμα.
Τώρα δε μένει πια παρά η νύχτα
η μαύρη νύχτα,
η σκοτεινή αυγή π’ ανάτειλε ύστερα χωρίς Θεό,
κι ο ήλιος που βυθίστηκε για πάντα στο μεγάλο θάνατο.

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Των Ειλώτων



Όσο και να απελπιζόμαστε
οι Είλωτες δεν είπαν ακόμη
την τελευταία τους λέξη.
Και το ξέρουν αυτό οι Σπαρτιάτες!
Όσο και να απελπιζόμαστε
ο Σπάρτακος δεν είπε ακόμη
την τελευταία του λέξη.
Και το ξέρουν αυτό οι Ρωμαίοι!

ΗΤΟΥ ΠΟΥΛΙ


Ητουν πουλλι τζιε πετισε
Που τοτες η χαρα μου
Π’ουφυα που το σπιτι μου
Τζιε πηα πολλα μακρα του
Εφυα που το καρπασι μου
Που ητουν η χαρα μου
Που τ’αγαπουσα τζιηχατο
Βαθκια μες την καρδκια
Εισιε σιηλιαες ομορκιες
Το λατρευτο χωρκο μου
Μα εγιω ποττε εν το ξεχνω
Χωρο το στ’ονειρο μου
Ποττε μου εν εξιχασα
Τες τοσες ομορκιες του
Μες την καρδκια μου τες κρατω
Σαν τζιε ειναι ο θυσαυρος μου
Τζιε εχωτο πομεσα μου
Ριζοκαρπασο μου ν’αρτω
Για την καρδκια μου π’ουφηκα
Τζιε ναρτω να την πιασω
Εφηκα πησω μου ψυσιη
Παρεα με την καρδκια μου
Τζιε ν’αρτω ως τη στερνη μου την πνοη
Μετα μου να τα παρω
Να τα αφηκω πισω μου εν κριμα τα ευλοημενα
Καρδκια ψυσιη τζιε το κορμη
Να μηνουν χωρισμενα
Στον αλλο κοσμο να δκιαβω
Κορμη χωρις ψυσιη καρδια
Ηντα να πω του πλαστη μου
Στην αλλη κοινωνια ?
Ξερωτο πως στα σιουρα
Εδω να μου συχωρηση
Για την αγαπη πουφηκα
Τζιε εν θα με ρωτηση
Μα λλιο απο το χωμα σου
Καρπασι μου να πιασω
Τζιε αν πεθανω μακρυα
Να τεμπησιασω τα παιδκια
Στον ταφο μου να το βαλου !!!

ΦΩΤΙΕΣ


Γύρω ανάβουνε φωτιές,
Στο κάθε πέρασμα σου,
Οι φλόγες έρχονται θαρρώ,
Απ΄την καυτή ματιά σου,
Κι΄εγώ να καίγομαι χωρίς,
Καρδιά μου ν΄αντιδράσω,
Μ΄αρέσει και αποζητώ,
Την φλόγα να δαμάσω,
Μες΄απ΄τις στάχτες μάτια μου,
Θα γεννηθή η αγάπη,
Αυτή που νοιώθουμε κι΄οι δυό,
Που ειν της ζωής τ΄αλάτι,
Κι΄αν δεν μπορέσω αγάπη μου,
Την φλόγα να σου σβύσω,
Τα χείλη σου αχόρταγα,
Θάρθω και θα τρυγήσω,
Να δυναμώσει πιό πολύ,
Και νάρθει να θεριέψει,
Η πυρκαγιά μες το κορμί,
Καρδιές για να μαγέψει.

ΠΟΘΟΣ


Μια λίμνη οράματα του στελνε η σκέψη
και κείνος τα ένοιωθε
και κυνηγούσε στο παρθένο δάσος
της επιθυμιάς της.
Κρυμένος στην σιωπή του .
Να στείνει τα δόκανα
προσμένοντας το θύραμά του
Κι άνοιγε τους κρουνούς της
προσμονής
που την παράσερναν
εκεί που δεν υπάρχει γυρισμός
Εκεί που τελειωνε η αντισταση
Καθισμένη στα μάτια του
μεθούσε στην ανάσα του
κι ανεβαινε μες στον δικό του ουρανό
όμοια τω ομοίω τα θέλω
πόθος τον πόθο
να ξεδιψάει στην έρημο της όασής του

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Επιστημονική Ημερίδα 1974-2014 40 Χρόνια Ἐπαναπατρισμοῦ Πολιτιστικῆς Κληρονομιᾶς τῆς Κύπρου


Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014 στην Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών

Συνδιοργανωτές: Τμήμα Νομικής Πανεπιστημίου Κύπρου, Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών, Κυπριακή Εταιρεία Βυζαντινών Σπουδών



Μὲ τὴν ὑποστήριξη τῶν Πολιτιστικῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας καὶ Πολιτισμοῦ

Παρουσίαση Έργου Κυπρίων λογοτεχνών στη Θεσσαλονίκη

Η Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης,, η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου και η Ομοσπονδία Κυπριακών Οργανώσεων Ελλάδος σας προσκαλούν στη παρουσίαση του έργου των Κυπρίων λογοτεχνών Λεωνίδα Γαλάζη, Γιώργου Μολέσκη, Γιώργου Φράγκου, Ανδρέα Χατζηθωμά, Βασίλκας Χατζήπαπα, Χρίστου Χατζήπαπα και Γιώργου Χριστοδουλίδη.
Η εκδήλωση θα γίνει το Σάββατο 29 Νοεμβρίου στις 7.30μμ στην στέγη της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, Δημοσθένους 4 Θεσσαλονίκη.

Προλογίζει ο Κύπριος ποιητής Ανδρέας Καρακόκκινος.

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

ΧΟΡΙΚΟ ΣΕ ΒΑΡΥ ΡΥΘΜΟ

ΙΙΙ


Όχι σαν αλαζονικές ψυχές 
όχι σαν τις ψυχές που τεντώθηκαν σαν χορδές
στη μουσική της άνοιξης, των άστρων -
                                                        θυμηθήτε
εσείς που θάρθετε με καλπασμούς αλόγων μέσ΄ στη νύχτα 
όταν τ΄ αγέρι θα στενάζη στ΄Απριλιάτικο 
της πόρτας σας στεφάνι, 
την πληγωμένη ανάσα μας
τα ραγισμένα μάτια 
την έρημη,  παθητική ζωή μας που τελειώνει .....
-θυμηθήτε μας
σαν τα τυφλά πουλιά που σκουντουφλούνε 
στα φωτεινά παράθυρα του χρυσαφένιου θέρους.

[ΓΥΡΙΣΑ ΠΙΣΩ]

Γύρισα πίσω ...
Στις έρημες κάμαρες
που ν΄  απλώσω τα χέρια;
Το κρεβάτι περιμένει σαν τάφος!

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ

Ήταν μια νύχτα
που τα ΄στρα σβήσανε 
λες και μ΄ αφήσανε 
μόνο ξενύχτη. 
Κι ήρθα σαν πάντα 
για το χατήρι σου
στο παραθύρι σου 
ν΄ απλώσω δίχτυ. 

Ήταν η γρίλια σου κλεισή
και δεν εφάνης γελαστή
την ομορφιά σου ν΄ αντικρύσω, 
και στη δική σου γειτονιά
ένοιωσα τόσην απονιά
που ήταν γραφτό μου να δακρύσω. 

[ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΩΡΕΣ]

Είναι κάποιες ώρες 
που τα μάτια κλαίνε
και τα δυό μου χείλια 
λόγι΄ αγάπης λένε.

είναι κάποιες ώρες 
που φυσά ο μπάτης
και θαρρώ μου φέρνει
λόγια της αγάπης,
πέρ΄ από ταξένα
ίσως  από σένα.

[ΕΦΥΓΕΣ ΚΙ ΗΤΑΝ ΑΝΟΙΞΗ]

Έφυγες κι ήταν Άνοιξη 
και μαραθήκαν τα λουλούδια 
κι από το στόμα των πουλιών 
δεν ξανακούστηκαν τραγούδια.

Έφυγες και χειμώνιασε 
και φύγανε τα χελιδόνια,
και τη φωλιά μας τη σκεπάσανε
κρύα- κατάλευκα τα χιόνια. 

[ΛΕΣ ΑΛΛΟΥ]

Λες αλλού πως γυρίζω,
γι΄ άλλην πως τραγουδώ, 
μάτια άλλα αντικρύζω, 
δεν κοιτώ να σε δω.

Μα να πω την αλήθεια
τα δικά σου τα μάτια
μοιάουν σαν παραμύθια
και με κάνουν κομμάτια. 

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΛΑΙΚΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ στη ΛΕΜΕΣΟ

Περί της εκδήλωσης: Ο Ταξιάρχης Μπεληγιάννης, ο Γιώργος Ιωάννου, η Μαρίνα Κατσαρή αφηγούνται παραμύθια και ο Γιώργος Στυλιανού με το λαούτο και την κιθάρα του και η Βερόνικα Αλωνεύτου με το σαντούρι και το τραγούδι της συνοδεύουν τις αφηγήσεις! ..........

ΕΝΑΠΟΚΕΙΤΑΙ

Τώρα που η ψυχή λευκά
τον πόνο εξωραίζει 
κι η ομορφιά του ήλιου
απογυμνώνει το σκοτάδι 
βάλε το χέρι σου θεέ μου. 
Τάραξε τα νερά στην κολυμβήθρα σου, 
δεν ακούς τη σαύρα
που μασάει τα χώματα και τα σκουλήκια;
Σεκάθε επίκληση, 
καθώς επέρχονται οι μέρες, 
πεθαίνουν στην τέφρα και τη ρίζα τους
οι "Βαμβακάδες" 
όπως ακριβώς το όνειρο 
που γεύεται ανίκανο το φως. 
Εδώ η ζωή είν΄ ακριβή
κι ο άρχοντας πεθαίνει, 
άσε τον άλλο που ακόμα τυραννά
τη σκέψη του για πίσω 
υπομονή, υπομονή.
Σε τούτο το μυστήριο 
που κομποδένεται με τ΄ άπειρο και το κρανίο 
και το δαιμόνιο 
κοιτάζει ανήλιαγα τον κόσμο 
μια σταγόνα από φως η ανιστόρηση. 

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Έρχου ( απόσπασμα)

Το πλάγιο πέταγμά της 
Ο κυματισμός των φτερών τους
Σαρώνουν σαν άνεμος δυνατός
Ξεπλένουν σα βροχή 
Το ψέμα


Το πλάγιο πέταγμά τους 
Ασπίδα
στις παρερμηνείες όλες


σελ:13

***

Μικρή επίσκεψη της νιότης
Δώρο από τα λαμπερά μαλλιά της 
Άνεμος



Στιγμή καίρια
Που η ομορφιά επιλέγει
Να συντονίσει το αίνιγμά της 
Με δυο γυμνά βλέμματα

Τότε γεννιέται το μπλε
Και ο άνεμος

σελ: 14

***


Ευκάληπτοι και φοίνικεςΣτον άνεμο
Μιμούνται τις κινήσεις της ψυχής σου

Ποιος άκουσε την κραυγή
Όταν ξεκολλούσες από την τελευταία αγκαλιά
Και ξανοιγόσουν στο πυκνό πέλαγος;
Χρειάστηκε ένας άλλος πλανήτης
Για να σε αναπάψει
Για σε δεν υπήρχε Ιθάκη
Μήτε του μύθου
Μήτε του γέρου

σελ: 15

***

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Οδοιπορικό / Καρακόκκινος Ανδρέας

    

Ο χρόνος σταμάτησε
στη εποχή της θλίψης
κι άφησε ένα δάκρυ
να μουσκεύει τη μνήμη
σε κάθε οδοιπορικό
πίσω απ’ το συρματόπλεγμα

Ο Ιούλης πάντα καίει / Καρακόκκινος Ανδρέας




Ο Ιούλης πάντα έκαιγε
από τότε που το συρματόπλεγμα
τυλίχτηκε στον ήλιο
και σκίασε   αμείλιχτα
το άρωμα των λεμονανθών
το αρχαίο καράβι του Κάστρου
και την άμμο που λαμπίριζε  στο λιμάνι
ως το ακρωτήρι με την εκκλησιά

Ο Ιούλης πάντα καίει
στη μοναξιά των πέντε λόφων
θαμπώνει τα μάτια μας
κι  οι χαραγμένες χούφτες μας
ανοίγουν άδειες από το χώμα της αυλής
που πλάθαμε λάσπη κι όνειρα
και μετρούσαμε τον έρωτα
με κλεμμένα φιλιά

Η παραδοση της Κερυνειας



Αλλ´ ο Gian Mudazzo, όστις ήτο διοικητής, 
πτοηθείς εκ της συμφοράς της Λευκωσίας, 
χαμερπώς ηνέωξε τας πύλας εις τον πασάν της Κιλικίας.

Α.Μ. GRAZIANI

Τα λάθη των αρχόντων και οι δειλίες των…
Αυτός ο Gian Maria Mudazzo – άδε όνομα! –
διοικητής, πτοηθείς, ηνέωξε κάστρο της Κυρήνειας.
Ήθελε να προλάβει επιστολήν
του Εξοχοτάτου και του Εκλαμπροτάτου,
μάντευε δε το περιεχόμενό της:
«Οι της Αμμοχώστου
υπερευχαριστούντες διά γενναιοψυχίαν
των Κυρηνείας… έργα
γενναίων ιπποτών».

Μη δεν γνωρίζαν οι αθεόφοβοι Βενέτοι
πως μ᾽ άλλον τρόπον γράφονταν από τον Τούρκο
πασά οι επιστολές; Πώς μ᾽ ένα χωρικό επάνω σε μουλάρι
στέλλει σε δίσκο εκ Λευκωσίας την κεφαλήν
του εξοχατάτου Νικολάου Δανδόλου
και φθάνει στην Αμμόχωστο παρακινώντας
να παραδώσουν φιλικά την πόλη, να μην πάθουν
οίαν η Λευκωσία συμφοράν;

Κι από την άλλη στέλλει προς Κυρήνειαν
εφ᾽ ίππου στρατηγόν τον Παύλον Δελ Γουάστον
εκείνον τον αλύτρωτο, αλυσίδετον,
φέροντα δύο κεφαλάς και επιστολήν
παρόμοιαν μ᾽ εκείνην την της Αμμοχώστου.
Διπλό λοιπόν κακό τους πρόσμενεν αυτούς.

Κι ας λένε οι Βαγλιόνης-Βραγαδίνος
τα της αναμφιβόλου των της Κυρηνείας
ανδρείας και πίστεως· τα παίρνει βερεσέ.

Τάχα κι εκείνοι δεν τους ξεγελούσαν
με τέτοια λόγια, μες τη συφορά τους
δεν ήθελαν να πείσουν τον εαυτό τους
για την καρτερικότητα των άλλων
τη γενναιοψυχία και τα λοιπά;

Ο Μουσταφά Πασάς επιστολές με έργα.
Οι δυο αρχηγοί επιστολές με λόγια.

Αν η ανδρεία είν᾽ το κομμένο του κεφάλι
ο Gian Maria Mudazzo δεν πτοείται·
το θέλει στιβαρό στους ώμους να πατά.
Κι ας μην τον ξέρει πια μηδέ ο Θεός.

Τα πτώματα όλων των γενναίων της ιστορίας
δεν κάνουν έστω ζωντανό ένα γύφτο.
Γι᾽ αυτό και θα τη δώσει την Κερύνεια.

Μη κι η Αμμόχωστος που δεν επαραδόθη
δεν έπεσε; Και τι να γίνηκε ο γενναίος
εκείνος στρατηγός, ο Μαρκαντώνιο;
Για τη Γαληνοτάτη Βενετία
και τ᾽ ανοιχτό ευαγγέλιο τ᾽ Άγιου Μάρκου
το σώμα του άχερα γεμίσαν. Δε ζηλεύω.

Καλύτερα το κάστρο να βιαστώ
να παραδώσω στον πασά της Κιλικίας
πριν λάβουμε το γράμμα π᾽ ανιμένουμε.
Όποιος φυλάγει το μισό βασίλειό του
το χάνει ευτυχώς πολιτισμένα.

Τέτοια ο Mudazzo – εχ! τι να σου κάνει
ένας κοπρίτης Βενετσιάνος, ένας ξένος

που δεν αγάπησε ποτέ τον τόπο.

Άπονες εξουσίες

Μια νύχτα που βουλιάζανε
τα σπίτια μες στο χιόνι
καρδούλα μου
στον κάτω δρόμο του χωριού
καρδούλα μου
σκοτώσαν τον Αντώνη
Αντώνη μου

Μάνα σε ξεκληρίσανε
άπονες εξουσίες
ψυχή δε σου αφήσανε
μόνο φωτογραφίες

Ο ένας γιος της μπάρκαρε
κρυφά από τη Μεθώνη
καρδούλα μου
τον άλλο τον συλλάβανε
καρδούλα μου
γιατί ήταν γιος του Αντώνη
Αντώνη μου

Μάνα σε ξεκληρίσανε
άπονες εξουσίες
ψυχή δε σου αφήσανε
μόνο φωτογραφίες


Ένα Σαββάτο

Ένα Σαββάτο Σαββάτο την αυγή
ξεκίνησε η κραυγή
απ’ την Κερύνεια κι έφτασε
στον Πόντο και στη Σμύρνη

Ματώσανε οι θάλασσες
κι οι ουρανοί γεμίσαν
κόκκινα μισοφέγγαρα
πληγές που δεν εκλείσαν

Και ράγισαν τα μνήματα
τα δέντρα γονατίσαν
Χριστέ μου τόσα κρίματα
τα μάτια σου πώς τα `δανε
και δεν τα σταματήσαν
κόκκινα μισοφέγγαρα
πληγές που δεν εκλείσαν

Ο ήλιος κοίταξε τη γη

Ο ήλιος κοίταξε τη γη
απ’ το χρυσό του αμάξι
κι είπε σαν είδε τ’ άδικο
το δρόμο του ν’ αλλάξει.

Μα θα έρθει η μέρα, η μέρα η καλή
κι η χώρα θα γιορτάσει
θα πρασινίσουν τα βουνά
κι η γη θα ξεδιψάσει.

Σκοτείνιασε η ανατολή
πήρε φωτιά η δύση
τρέξαν τα νέφη στο βοριά
ρήμαξε όλη η φύση.

Και συ θα σέρνεις το χορό
σαν ξέγνοιαστη ελαφίνα
και θα μαζεύεις αγκαλιές
χαμόγελα και κρίνα.


Τα παραθύρια ορθάνοιχτα

Ποιος είν’ αυτός που τριγυρνά
τις νύχτες στα στενά
και που στο χέρι του κρατεί
βαγγέλιο και σπαθί

Τα παραθύρια ορθάνοιχτα
προσμένουν τα μεσάνυχτα
το παλληκάρι να φανεί
να μάθουν τ’ όνομά του

Αη Γιώργη άλλοι τον είπανε
κι άλλοι Θανάση Διάκο
κι άλλοι παιδί πως ήτανε
των είκοσι και κάτω

Τα παραθύρια ορθάνοιχτα
προσμένουν τα μεσάνυχτα
το παλληκάρι να φανεί

να μάθουν τ’ όνομά του



εφτά τραγούδια θα σου πω

Βγήκανε τ' άστρα 
κι οι κοπέλες με τ' άσπρα 
κατεβαίνουν στην κάτω γειτονιά. 
Τα παλληκάρια 
παρατάνε τα ζάρια 
κι ανταμώνουν στου δρόμου τη γωνιά. 


Στου Παραδείσου τα μπουζούκια θα με πας, 
κι αφού χορέψουμε και πάψει ο σαματάς 
εφτά τραγούδια θα σου πω, για να διαλέξεις το σκοπό, 
για να μου πεις, για να σου πω το "σ' αγαπώ".

Αγάπη που `γινες δίκοπο μαχαίρι

Αγάπη που `γινες δίκοπο μαχαίρι
άλλοτε μου `δινες μόνο τη χαρά
μα τώρα πνίγεις τη χαρά στο δάκρυ
δε βρίσκω άκρη, δε βρίσκω γιατρειά.

Φωτιές ανάβουνε μες στα δυο του μάτια,
τ’ αστέρια πέφτουνε όταν με θωρεί.
Σβήστε τα φώτα, σβήστε το φεγγάρι
σαν θα με πάρει τον πόνο μου μη δει.

ΕΜΕΙΣ ΚΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ (μικρό απόσπασμα)

[..]

Πάνω απ΄τις στέγες των σπιτιών μας
οι μαύρες νυχτερίδες φτερουγίζουν 
και πως θα βγούμε απόψε στο φεγγάρι 
να κρούσουμε τα μαντολίνα των χαρών μας;

Οι πράσινοι βλαστοί θ΄ ανθίσουν και φέτο 
κι οι καλαμιές θα φροούνε σαν πάντα
κι η πομπή με τα δρύινα φέρετρα
θα στέλνει τον τελευταίο χαιρετισμό
στο μικρό άγγελο που εχάσαμε
ενώ ακόμη ο ήλιος γελούσε.

.......


ΤΑΞΙΔΙ / Τάσος Γιώργος

Απόψε θα περάσουμε πέρα από τα καθημερινά, 
πέρα από τα σύνορα του αταβισμού και της  υπομονής, 
πέρα...
Απόψε θα περάσουμε στην ιεροτελεστία της θυσίας 
και των χρησμών τις επιδράσεις.

Θ απρέπει να μου στρώσουνε τα ιμάτια, 
θα πρέπει να μιλήσουμε τη γλώσσα της καρδιάς, 
της καρδιάς και του γαιμάτου.
Θα πρέπει να μπαλώσουμε το τρύπιο παραπέτασμα
μπροστά στον άνεμο
με λίγη φλόγα, λίγη φλόγα και πολλά πρόσωπα. 
Θα πρέπει ακόμα 
να καταφύγουμε κάτω απ΄ τον ίδιο μανδύα
με της ζωής μας στο χέρι, 
με το μαχαίρι στα δόντια.