Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

ΣΕ ΑΝΟΙΞΗ ΑΝΥΠΟΠΤΗ

Πήρα το πρώτο κύμα
κι άραξα στ’ ακρογιάλι σου
σε άνοιξη ανύποπτη
με τις παπαρούνες
σινιάλα κατακόκκινα
της επερχόμενης Σταύρωσης
να σαλεύουν στον άνεμο.

ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ ΑΝΑΜΟΝΗΣ(απόσπασμα)

Οι στιγμές
που τριγυρνούν από ώρα σε ώρα
και μαζεύουν τη γύρη απ' τις μέρες μας
το νέκταρ απ' τα χρόνια μας
είναι που φτιάχνουν την κερήθρα
με το μέλι της ζωής
γι’ αυτό άσε το καράβι
της άγονης γραμμής των επαναλήψεων
και πάψε πια να μιλάς
για πειρατείες ονείρων .

[Μια σπίθα στιγμής]

Μια σπίθα στιγμής
ανάβει τα χαράματα
και πυρπολεί τα ηλιοβασιλέματα.
Μύριες ομορφιές στο χέρι!

Ρημαγμένα καφενεία


Πάσχιζε ταλαιπωρημένο το βλέμμα
να δει τις χώρες πίσω από τα γεμάτα βαγόνια με ανθρώπους
-μετανάστες τους λέγανε στα χαρτιά με κείνες τις πύρινες γλώσσες-
Κι εσύ, με την τεμαχισμένη σου ψυχή
κόχλαζες σα λάδι σε καρβουνιασμένο τηγάνι
ως αγκάλιασε σταγόνες βροχής.
Έσταζε και στα στήθια της γης το νερό του Φθινοπώρου.
Δεν είχες πλέον δύναμη το μαύρο χέρι να σηκώσεις
Το είχες ακουμπήσει πάνω στο θρυμματισμένο γόνατο
απ΄ την ορθοστασία της ξενιτειάς που έβριζες πάντοτε.
Δεν άντεχες το χέρι να απλώσεις,
τα άσπρο μαντήλι λερωμένο μονίμως στη τσέπη
και ιδού
αξύριστος μέρες – συνεχώς είχες πένθος-
με τις τρίχες πουρνάρια στις αυλακωμένες πλαγιές,
δικαιολογούσουν κάποτε – κάποτε
κι έλεγες περιγελώντας,
ο αχνιστός καφές σε ξεκούραζε

στα ρημαγμένα καφενεία που σύχναζες τα βράδια.

ΜΑΝΑ ΤΟΥΡΚΑΛΑ ΓΙΑ ΡΩΜΙΑ

Μάνα Τουρκάλα για Ρωμιά 
τι σημασία έχει, 
ο πόνος μέσα στην καρδιά
την ίδια πίκρα έχει.

Εχάσανε και οι δυο παιδιά, 
λεβέντες, παλικάρια, 
κοπήκανε τα χρόνια τους
σαν δυο ξερά κλωνάρια.

Τον πόνο αν συνηθίσουμε 
όλα αυτά τα χρόνια, 
σημάδι μέσα στην καρδιά
θα μείνει εκεί αιώνια.

Ποτέ τους δεν θα ξεχαστούν 
μέσα από τις καρδιές μας
στην ιστορία θα γραφτούν 
για όλες τις γενιές μας. 

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

ΩΣ ΠΟΤΕ.... Φλόγας Νάσος

Ως πότ΄ ένα παράθυρο 
κλειστό, θα μας πληγώνη;
Τυφλή μια φεγγαρόπορτα
θα μας καταπονά;

Αλύτρωτα στα στήθια μας
ως πότε θα ν΄ τ΄ αηδόνι, 
κ΄ η έγνοια για το πρόσκαιρο, 
θε να  μας τυραννά. 

Η ΦΩΝΗ ΜΑΣ / Φλόγας Νάσος

Αβασίλευτος πάντα
καλπάζει, 
με μια έγνοια θολή, 
ο αυτάδελφος άνεμος. 

ΜΗΝ ΑΝΤΙΛΕΓΗΣ / Φλόγας Νάσος

Μην αντιλέγης 
στα πουλιά,
στους κουρασμένους ήλιους, 
ορθός, μέσ΄ στους ανθώνες. 

ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

Τούτη η φωτιά                                       αόρατος
ήταν ό, τι σε κυνήγησα                          αδιαμόρφωτος
ό, τι με κυνήγησε                                   αεικίνητος
ό, τι αγάπησα                                         πουλί της φωτιάς 
ό, τι με αγάπησε.                                   και ποίηση 
Πέρα απ΄  τα χρώματα                          χωρίς συνήθειες      
γυμνός                                                   και αμετανόητος.

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Δημήτρης Ποταμίτης ( βιογραφικό σημείωμα )

Ο Δημήτρης Ποταμίτης, του Σωκράτη, (1945-2003) ήταν Κύπριος ηθοποιός, σκηνοθέτης, συγγραφέας και ποιητής. 

Γεννήθηκε στη Λεμεσό Κύπρου τον Μάρτιο του 1945. Η μητέρα του, Αμαρυλλίς Παπαδοπούλου, ήταν φιλόλογος, γυμνασιάρχης, και είχε ανεβάσει με τους μαθητές της πολλές αρχαίες τραγωδίες. Ο Δ. Ποταμίτης αποφοίτησε από το γυμνάσιο της Αμμοχώστου και ήρθε στην Ελλάδα το 1962.
Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συγχρόνως στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου με δασκάλους τον Άγγελο Τερζάκη και την Κατίνα Παξινού. Από πολύ νωρίς άρχισε η ενασχόλησή του με την ποίηση: «Συμπόσιο» 1964, «Κυπριάδα», «Δολοφονία των Αγγέλων» 1967, «Ο άλλος Δημήτριος» 1970, «Ένα δένδρο που νομίζει πως είναι πουλί» 1973 «Το αρχαίο σαξόφωνο», «Τα πυρηνικά ποιήματα» και «Η αεροσυνοδός με τα βαμμένα νύχια». Ποιήματα-απόσταγμα της 8μηνης δοκιμασίας του έγραφε και μέχρι το τέλος. Φαίνεται μάλιστα πως πρόλαβε να τα παραδώσει σε άγνωστο μέχρι στιγμής εκδότη.Ποιήματά του, αλλά και δοκίμια και μελέτες έχουν δημοσιευτεί σε πολλά περιοδικά και μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, πολωνικά και ιταλικά.
Το 1971 έγραψε το έργο "Πώς φαγώθηκε η Κοκκινοσκουφίτσα" που παίχτηκε στο θέατρο Άλφα, στο Θίασο Πατάρι που είχε δημιουργήσει ο Ληναίος για πρωτοποριακές παραστάσεις. Ήταν το πρώτο από μια σειρά θεατρικών έργων που έγραφε σ´όλη τη διάρκεια της θεατρικής του ζωής. Θα ακολουθούσαν «Οι τελευταίες περιπέτειες του Αδάμ και της Εύας» «Ο Κύριος και ο Παρασκευάς» (διασκευή από τον «Ροβινσώνα Κρούσο», «Γλυκό κουταλιού», «Ο Έλληνας βάτραχος», «Αγαπητά μου ζώα», «Το σκοτεινό αντικείμενο του πάθους» (διασκευή από τις "Μεταμορφώσεις" του Οβίδιου. Όταν το "Προσκήνιο" έκλεισε, ο Ποταμίτης αποφάσισε να δημιουργήσει δικό του θέατρο. Όπως λέει ο ίδιος σε συνέντευξή του στην Ν. Κοντράρου-Ρασσιά:
"Σαν Kύπριος που μεγάλωσε με μονομανίες και ιδεολογίες σε μια χώρα που εξακολουθεί να έχει εθνικά ιδεώδη, δεν μπορούσα να μη γίνω ιδεολόγος. Eίναι στάση ζωής αυτό. Όταν, λοιπόν, ιδεολόγος και κυπριακό μουλάρι είχα βάλει στόχο να μην κάνω κάτι αν δεν μου αρέσει. Δεν με ενδιέφερε αν θα πεινάσω. Eίχα μια ακαταδεξία στα εύκολα, που στην Eλλάδα ήταν και τα εμπορικά. Kλείνοντας ο Aλέξης Σολομός το «Προσκήνιο», που μαζί με το «Θέατρο Tέχνης» ήταν τα μοναδικά τότε θέατρα ποιότητας, (...) δέχτηκα προτάσεις από θέατρα εμπορικά γιατί ήμουν παιδί της μόδας τότε, αλλά δεν με ενδιέφερε τέτοια καριέρα. Aποφάσισα να δημιουργήσω το «Θέατρο Έρευνας». Ξεκίνησα με 30.000 δρχ. που μου έδωσε η μητέρα μου. (...) Tο «Θέατρο Eρευνας» χτίστηκε σχεδόν με τα χέρια."
Έτσι, το 1972 αγόρασε τον πρώην συνοικιακό κινηματογράφο «Ρέα», στην οδό Ιλισίων (Ζωγράφου), το οποίο μετέτρεψε, κυριολεκτικά με τα χέρια του, σε θέατρο 120 περίπου θέσεων, με τις καρέκλες των θεατών να βρίσκονται στις τρεις πλευρές της σκηνής. Ένα χρόνο αργότερα, τον Νοέμβριο του 1973, στις ημέρες του Πολυτεχνείου, το «Θέατρο Έρευνας» εγκαινιάστηκε με το έργο του Πάβελ Κόχουτ «Αύγουστε-Αύγουστε», που σταδιακά, στόμα με στόμα, γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Ακολούθησαν πολλές πρωτοποριακές παραστάσεις, όπου σκηνοθετούσε, πρωταγωνιστούσε, συχνά έκανε και την επιμέλεια του φωτισμού, των κοστουμιών, των σκηνικών και όλα τα άλλα. Σε μια εποχή που το μόνο αποκεντρωμένο θέατρο ήταν το "Στοά" του Παπαγεωργίου, ο Δημήτρης Ποταμίτης έδωσε ένα δυναμικό παρόν εκτός κέντρου, προσελκύοντας ένα νεανικό κυρίως κοινό. Επί τριάντα χρόνια, παραστάσεις χωρίς σχεδόν καθόλου συμβιβασμούς στο θέμα της ποιότητας, με σταθμούς το "Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέϋ", τον "Άνθρωπο Ελέφαντα". Κάθε χρόνο ο Ποταμίτης ταξίδευε στο Λονδίνο σε αναζήτηση σύγχρονων πρωτοποριακών έργων, ενώ κατά καιρούς ανέτρεχε σε ανατρεπτικές διασκευές κλασικών. Οι ανάγκες της κρατικής επιχορήγησης ωστόσο τον υποχρέωναν να ανεβάζει τακτικά και ελληνικά έργα - όταν δεν έβρισκε κάτι ικανοποιητικό, έγραφε ο ίδιος. Χαρακτηρίστηκε ως «αιώνιος έφηβος», αφού οι ήρωες που υποδυόταν, ακόμη και σε μεγάλη ηλικία, ήταν νέοι (Έκβους, Κουρδιστό Πορτοκάλι, Μπέρντι-το αγόρι πουλί, ο γιος στο "Πόλεμος στο σπίτι"), ή άνθρωποι χωρίς ηλικία, άνθρωποι που αρνούνται να ωριμάσουν (ο κλόουν στο "Αύγουστε Αύγουστε", Μπίλλυ ο ψεύτης, Ντόριαν Γκρέυ, Το ημερολόγιο ενός απατεώνα), ή γενικά ήρωες που είχαν ιδιαιτερότητες (Άνθρωπος Ελέφαντας, Μεταμόφωση).
Εξ ίσου σημαντικές ήταν οι παραστάσεις της Παιδικής Σκηνής, στις οποίες συχνά συμμετείχε και ο ίδιος. Μαζί με το Θέατρο "Πόρτα" της Ξένιας Καλογεροπούλου, το Θέατρο Έρευνας ήταν εκείνο που αναβάθμισε το παιδικό θέατρο - η διαφορά του ήταν πως απευθυνόταν και σε μικρότερα παιδιά, ενώ το Πόρτα απευθυνόταν περισσότερο σε μεγάλους - και εγκαινίασε το θέατρο συμμετοχής. Σε παλαιότερη συνέντευξή του ανέφερε ότι "με το θέατρο για παιδιά, προετοιμάζεται ο αυριανός καλός θεατής, ο αυριανός ευσυνείδητος πολίτης, αλλά κυρίως ο αυριανός πρωθυπουργός της Ελλάδος". «Ονειρεύτηκα τον ρόλο ενός μύστη, όχι την τάξη ενός επαγγελματία ή τον ρομαντισμό ενός ερασιτέχνη» έγραψε ο ίδιος σε λεύκωμα για τα «20 χρόνια Θέατρο Έρευνας». <gr> Μόνιμο παράπονό του, το ότι το επίσημο κράτος τον αγνοούσε ή τον υποτιμούσε την ώρα των επιχορηγήσεων. Τη χρονιά 1997-98, όταν το θέατρο "Πόρτα" πήρε 132.000 δρχ., ο Ποταμίτης πήρε 10.000, και στην αιτιολογία αναφέρθηκε μόνον η προσφορά του στο παιδικό θέατρο:
Λιγότερα από τα μισά που έπαιρνε (22.000.000) πήρε φέτος το «Θέατρο Έρευνας» του Δημήτρη Ποταμίτη. Τα 10 εκατ. με τα οποία επιχορηγήθηκε είναι ουσιαστικά για την «προσφορά του στον χώρο του παιδικού θεάτρου. Παρουσιάζει όμως ολιγοέξοδες παραγωγές».
Ως σκηνοθέτης συνεργάσθηκε και με άλλους θιάσους: με το Εθνικό Θέατρο στη «Φάρμα των ζώων» (θέατρο "Ρεξ"), στην παράσταση «Καμπαρέ» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, σε θερινή επιθεώρηση στο Δελφινάριο στον Πειραιά, στο «Αρμένικο φεγγάρι» (θερινό θέατρο "Σμαρούλα")καθώς και στο "Όσα παίρνει ο άνεμος" με το θίασο Μαρίας Αλιφέρη-Άγγελου Αντωνόπουλου, στο θέατρο "Μινώα". Τον Νοέμβριο του 2002 το θέατρο, τελικά, έκλεισε, όχι μόνο για οικονομικούς λόγους, όπως ανέφερε ο ίδιος αλλά και για αισθητικούς και ηθικούς λόγους. Κουρασμένος, απογοητευμένος, χωρίς επιχορήγηση και άρρωστος ο Ποταμίτης ανέστειλε τη λειτουργία του θεάτρου κυκλοφορώντας ένα "μανιφέστο" όπου έγραφε ότι "δεν μπορεί να αντισταθεί στον κουλτουριάρικο χαβαλέ και την κουλτουριάρικη τσόντα". «Το "Θέατρο Έρευνας" θα επανέλθει όταν η Μυθολογία ξαναδώσει τη θέση της στην Ιστορία», έγραφε τότε.
Πέθανε στις 26 Φεβρουαρίου του 2003 στο Νοσοκομείο «Μεταξά» (Πειραιά) μετά από πολύμηνη μάχη με ανίατη ασθένεια (καρκίνο κατά ορισμένες πηγές, AIDS κατά άλλες). Το θέατρο περιήλθε στην ιδιοκτησία του Δήμου Ζωγράφου και μετονομάστηκε «Θέατρο Δημήτρη Ποταμίτη»


Ποίηση

Ἡ δολοφονία τῶν ἀγγέλων: Ποιήματα, Ἰωλκός 1967.
Ὁ ἄλλος Δημήτριος: Ποιήματα, Ἑπτάλοφος 1970.
Ένα δένδρο που νομίζει πως είναι πουλί, Εκδόσεις των Φίλων, 1974.
Τα πυρηνικά ποιήματα, Καστανιώτης, 1983.
Η αεροσυνοδός με τα βαμμένα νύχια, Κέδρος, 1998.
Ένα δέντρο που το λένε Νικόλα: Πάνω σε μια ιδέα του Γιώργου Πιτσούνη, Ντουντούμη, 1999.
Ποιήματα 1964-2003, Καστανιώτη, 2007.

θεατρικά έργα

Πώς φαγώθηκε η Κοκκινοσκουφίτσα (1971)
Οι τελευταίες περιπέτειες του Αδάμ και της Εύας(1974)
Ιστορίες του παππού Αριστοφάνη: Έργο για παιδιά βασισμένο στα έργα του Αριστοφάνη: Ειρήνη, Αχαρνιώτες, Πλούτος, τα πουλιά, η Λυσιστράτη, Ντουντούμη, 1985.
Ο Κύριος και ο Παρασκευάς» (διασκευή του μυθιστορήματος «Ροβινσών Κρούσος»)
Γλυκό του κουταλιού ή Το άλλοθι, Γνώση 1990.
Ο Έλληνας βάτραχος: Μύθοι και παραβολές σε παραλήρημα, Κέδρος, 1995.
Ένα δέντρο που το λένε Νικόλα: Πάνω σε μια ιδέα του Γιώργου Πιτσούνη, Ντουντούμη, 1999.
Φίγκαρο!: Ένα σύγχρονο μουσικό έργο βασισμένο στους Γάμους του Φίγκαρο του Μπωμαρσαί, Δωδώνη, 2001.
Αγαπητά μου ζώα
Το σκοτεινό αντικείμενο του πάθους» (διασκευή του ιδίου μαζί με τη Σ. Κομνηνού από κείμενο του Οβίδιου).


Από την Βικιπαίδεια 

ΑΜΛΕΤ (απόσπασμα)


Στη μητέρα μου


Μες στο σκοτάδι προσπαθώ να δω
Να διακρίνω χρώματα στο μαύρο
Ν’ απαθανατίσω την αιτία της μορφής σου
Ποια στιγμή σου να επιλέξω άραγε
Που όλες είναι γιομάτες τρυφερότητα
-           σε θυμάμαι στην ακμή σου-
ορθώνω ανάστημα στο Γολιάθ
Μορφή στο άμορφο
Τώρα με σύμβολα μόνο μπορώ να σου μιλήσω

Είμαι μια τελεία στο χάος
Είσαι ένα ερωτηματικό αστέρων σε σχηματισμό
Που ανταγωνίζεται τη Μικρή και την Μεγάλη Άρκτο
Αντιστρατεύομαι το σύμπαν οργισμένος
Το ξεριζώνω μ’ αυτό ξαναφυτρώνει
Ο κακός δαίμονας με παγιδεύει πάλι
Εδώ μετράει το τι έπραξες όχι το ποιος υπήρξες
Και το τι έπραξες είναι κι αυτό διαπραγματεύσιμο

Στων ιστορικών τα στημένα δικαστήρια

ΥΠΟΘΗΚΗ


Τα ποιήματα
Πρέπει να γράφονται
Σα τσιγκούνα βρύση
Στάλα στάλα
Και να διαβάζονται

Σαν ποταμός

Ο ΝΕΟΣ ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ



Στον Γιάννη Κοντό


Α


-           Γιατί δεν γράφεις ποιήματα όπως μιλάς
Να σε καταλαβαίνω
-           γιατί ο τρόπος που μιλώ είναι απάτη
διαλύω την εικόνα της πραγματικότητας
για να βρω την πραγματικότητα
ο παραδείσος είναι από την φύση του
Αισθητικός στην ηθική του
Καθόλου λογικός να ξέρεις
Ας με αποκαλεί λοιπόν
Ο καταραμένος νατουραλισμός
Αιθεροβάμονα απόσταση
Παρανοϊκό εσχάτης προδοσίας
Η λογική του είναι ταξινόμηση
Αισθητική των προσωπείων
Η αισθητική μου
Άναρχη αρχή
Άτακτη τάξη
Αφορισμός των προσωπείων
Την ώρα που μνήμη και προσδοκία
Πέφτουν νεκρές μπροστά στον θρίαμβο της φρέσκιας μέρας
Πριν προλάβουν να μολύνουν την πραγματικότητα
Προαιώνια έχθρα τους


Β


Ποιητή μου λες γιατί δεν μιλάς
Αξίζει μια σιωπή για να αποστάσεις
Το άρωμα μιας λέξεις
Σου απαντώ
Η κάθε λέξη μεσσίας
Που γεννιέται κάθε τρεις χιλιάδες χρόνια
Σύμβολο ενός πράγματος απόλυτα συγκεκριμένου
Κώδικας αναγνώρισης σε μαύρες τρύπες
Η λέξη είναι μεσάζων ανάμεσα
Στο πράγμα και στη γνώση του
Όχι το ίδιο πράγμα
Το ίδιο το πράγμα το ψηλαφείς
Μόνο σε τόνους σιωπής χωμένος
Αλλά ουαί και αλίμονο
Γλώσσα μου γλωσσούλα μου
Λαμά σαβαχθανί
Ίνα τι
Ίνα τι με εγκαταλείπεις;


Γ


Η γλώσσα μου Βασίλισσα των γλωσσών
Έχει σπασμένη γνάθο
Κανείς απ τα παιδιά της δεν μπορεί να τη μιλήσει
Σα λείπει η γάτα χορεύουν σαν ποντίκια τα παιδιά της
Πάνω απ’ το μελλοντικό της φέρετρο χορεύουν
Επιμένουν να τη δολοφονούν όρθια
Και άρον τον κράβατόν σου
Βγαίνει λοιπόν η Κυρά – κουλτούρα
Και η κυρά – Αργκό
Πόρνες μαστουρωμένες σε ρυθμούς μαϊμούς
Μούμιες βιτρίνας
Σαν επίμονο και απατηλό δέρμα φιδιού παρατημένο
Πίστεύοντας πως είναι ακόμα ζωντανό το φίδι
Βγαίνουν να την αντικαταστήσουν ακόμα στην σκηνή
Σαν αρρώστια πρωταγωνίστρια
Αντιστρέφονται οι ρόλοι
Σκυλιά μιλούν σαν άνθρωποι
Άνθρωποι σαν σκυλιά
Εκδικητές του τύπου
Δεν περνάς κυρά Μαρία
Ή θα δεις τι θα πάθεις
Αν δεν μου εκχωρήσεις το δέκα τοις εκατό
Κράτα τις λέξεις σου ποιητή
Δεν μου χρειάζεται
το δέκα τοις εκατό
Μόνο το δέκα τοις εκατό
Συν τα τριάντα αργύρια


Δ


Καλά κάνεις και δεν μιλάς ποιητή
Θα βρω εγώ τις λέξεις πυροτεχνήματα
Να σε αντικαταστήσω
Δύο εξυπνάδες σαν ψεύτικο λουλούδι ωραίες
Να κερδίσω τις εντυπώσεις
Μέχρι να βρεις εσύ τον κωδικό μια λέξης
Θα την πολτοποιήσει εγώ
Γιατί εγώ ειμί ο βιονικός απόγονος
Ο άσωτος υιός που ποτέ δεν θα επιτρέψει
Εγώ τιμή μου και καμάρι μου
Είπε και τράβηξε κατά τη Βαβέλ
Που ήταν φαστφουτάδικο
Και τα’ όνειρο πήρε αμέσως
Τη σάρκα και τα οστά

Του νέου Μινώταυρου

[Ιδού λοιπόν το μέγα ερώτημα]

Ιδού λοιπόν το μέγα ερώτημα:
... Στον απόλυτα παρόντα χρόνο
βαδίζετε με δεκανίκια δανεικά
επί των υδάτων
... ποιος θα προστατέψει
τον αισιόδοξο σας μέλλοντα
από τον παρακείμενο των τετελεσμένων
τον αόριστο τον φευ τόσο οριστικό

τον σπόρο από το σκουλήκι.

ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Δυο τρεις ήταν τριγύρω οι εραστές
κ΄ ήταν πλήθος αμέτρητο 
μα γύρω θάνατος.
Ο ήλιος στη μέση τ΄ ουρανού.
Απέναντι αλσύλλιο, 
μια κόκα- κόλα και ματιές που φλέγονται. 
Μα γύρω γύρω θάνατος. 

Η ζωή αρχίζει με μια παρέλαση. 
Πλήθος οι σημαιούλες στην καρδιά μου
κονσέρβες σκέψεις πάνε δυο δυο καμαρωτές.
Εμφιαλωμένο αίμα παίζει τα ταμπούρλα
και πίσω ακολουθούν 
οι κερασφόροι γάτοι του μεσημεριού
οι υποψήφιες νύφες της εσπέρας. 

Η ζωή αρχίζει με διαφήμιση.
Και μετά την δωδεκάτημ νυχτερινή 
κρυφά κρυφά σέρνονται να κρύψουν τις πομπές τους. 
Κατάσαρκα εγκαύματα πίσω από γραβατωμένα στήθη.
Είναι πεθαμμένοι.
Πρέπει  να εκδικηθούν τους ζωντανούς.
Εμπρός να τους σαβανώσουμε,
είναι θέλημα αστών να τους σαβανώσουμ.
Γενηθήτω το θέλημά τους. 

[Αυτές είναι..]

Αυτές είναι 
οι ηλεκτρικές στήλες του Ολυμπίου Διός.
Που να την βρης τη ζωή σου 
σε τούτη την πόλη 
με τα λευκά χείλη της ειρωνίας
με το πρώτο χρώμα στα μάτια των παιδιών;

Η ΚΙΒΩΤΟΣ

Και η κιβωτός θα πληρωθή με πουλιά ερπετά 
και η κιβωτός θα πληρωθή με τραγούδια με άρπες
και δεν θα υπάρχη πια θέση για τόνειρο
ανάμεσα στις βροχές και τις λάσπες.

Το πρόσωπο που χαράξαμε στο βράχο 
θα μας κυτάζη έτσι ως να χαθούμε.

Και θα κρατήσης εκείνο τον πηλό για ενθύμιο 
κι΄ άλλο πρόσωπο πάλι θα πλάσης, 
ιερή φλόγα από περιβόλια αιμάσσοντα 
φθορά που μπροστά της δεν αντέχει το χέρι σου. 

Ο ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΣ Κος Ψ

" Όλοι μ΄  αγαπούν, μούλεγες κάποτε, 
μ΄ αγαπούν γιατί είμαι χώμα 
με εγώ  θέλω ν΄ αγαπώ
ό,  τι αντιστρατεύεται το χώμα" 
Κι΄ αυτό ήταν το σφάλμα σου 
κι΄ από σφάλμα σε  σφάλμα
βγάζεις τις κάλτσες το παντελόνι και το πουκάμισο 
και πεθαίνεις όταν οι άλλοι αποκκοιμιούνται. 

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ

Δεν είναι δρόμος 
δεν είναι στάση 
δεν είναι οίστρος 
τούτα 
τα φλιβερά 
γυάλινα 
μάτια. 

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Τις άδειες νύκτες / Τυρίμου Γ. Ελένη



Τις άδειες νύκτες μην ρωτάς
που η ψυχή μου πάει
γιατί η καρδιά μου σπαρταρα
την λογική μου σπάει.
μην με ρωτάς και δεν μπορώ
απάντηση να δώσω
τα όνειρα ήτανε πολλά
και πώς να τα λητρωσω
τα αστέρια σαν δακριζουνε
και το φεγγάρι κλαίει
δεντράκι μες την έρημο
μονάχο του να καίει
μην με ρωτάς πού μέρες μου
είναι συννεφιασμενες
που οι ελπίδες στα καρφιά
έμειναν κρεμασμενες.

Η ΜΑΝΑ


Δεν είναι τόσο εύκολο μια Μάνα να ξεχάσει
Και στα καλά καθούμενα το παιδί της να το χάσει
Ούτε και είναι εύκολο να βγει απ’ την ζωή της
Το γέννησε το θήλασε και έχει ανησυχίες
Γιατί το εμεγάλωσε με χίλιες δυο θυσίες

Η Μάνα πάντα αγωνιά και πάντα μαραζώνει
Αν το ένστιχτο της πη κάτι για το παιδί της
Της Μάνας κι’ αν της έφταιξες αυτή καταλαβαίνει
Και αν τη πίκρανες πολύ δεν άκουσες την συμβουλή
Φτάνει να της φωνάξεις [Μάνα μου ] αυτή θα καταλάβει

Κανένα πράγμα στην ζωή αξίζει όσο αξίζει η Μάνα
Πλούτη δόξα και όλα του κόσμου τα λεφτά δεν κάνουνε τη Μάνα
Η Μάνα είναι μάλαμα ποτέ μην το ξεχάσεις
Της Μάνας την αγάπη της μην την αμφισβητήσεις
Στις δύσκολες σου τις στιγμές την Μάνα θα ζητήσεις

Όσο σκληρή είναι η ζωή ότι και να σου κάμαν
Τες πίκρες και τα βάσανα θα πεις στην αγκαλιά της Μάνας
Ακόμα όταν θα έλθει ο θάνατος
Φωνάζεις που είσαι Μάνα

Η Μάνα σου θα αγαπά
Χωρίς να της το ζητήσεις
Στην σκέψη της και στην καρδιά
Εκεί πάντα θα ζήσης

Η Μάνα είναι θησαυρός
Χαρά του που την έχει
Γιατί στην δύσκολη σου την στιγμή
Αυτή κοντά σου τρέχει


Τίποτα μέσα στην ζωή
Καλύτερα απ’ την Μάνα
Κι’ αν ερωτήσεις ορφανό
Αυτό θα σου πει τι σημαίνει ΜΑΝΑ.

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

[ ξένες φωνές..] / Πατριώτης Έκτωρ

Ξένες φωνές σπονδοφόρες με διασχίζουν, 
αμύνομαι στης αβύσσου την κάθοδο
και την κραυγή μου δαμάζω. 
Αντέχω την αρπαγή των ωρών
την απουσία της αγάπης
του ακρωτηριασμού της ψυχής. 

[Θαλασσοπόρος κοσμοφορώ] / Πατριώτης Έκτωρ

Θαλασσοπόρος κοσμοφορώ
και νοσταλγώ τα όρη
πεζοπόρος καρποφορώ
και μετρώ τα πουλιά 
φωτοπόρος ανθίζω
και πατώ στις κορφές των ονείρων. 

[Φυσώ στο νερό ] / Πατριώτης Έκτωρ

Φυσώ στο νερό
πριν γίνει ποταμός,
στο πηλό
πριν γίνει οικοδόμημα
στο φτέρωμα πριν φτερουφίση
και στο όνειρο πριν με παρασύρη. 

[Εφυτεύτηκα μέσα μου ] / Πατριώτης Έκτωρ

Εφυτεύτηκα μέσα μου
και περίμενα.
Επερίμενα
πράσινο φύλλο αλμάτων
ανθιστήρια είχα στα βλέφαρα.

ΣΤΟ ΑΓΕΝΝΗΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ (απόσπασμα)

Πριν από σένα και για σε ξυπνούν τα δίστιχά μου 
και σε προσμένουν, άγγελε, αν κατεβης δω  χάμου. 

Αν βουληθής ναρθής σ΄ αυτής της ωής το θάμα 
ξέρεις ερχόμαστε στη γη και φεύγουμε με κλάμα.

Έναν αητό σου φύλαξα παιχνίδι, αν είσαι αγόρι, 
μια κεντητή κι΄ ολόπλουμε πέρδικα, αν είσαι κόρη. 

Νάχης το νου ελατόβρυσης κρούσταλλο και της Γκιώνας, 
πόδια ελαφιού για το καλό, για το κακό χελώνας. 

.......

Τρεις (3) στίχοι από το έργο "ΑΓΙΑ ΤΥΛΛΥΡΙΑ"

Μας λούζει σπάταλα το αίμα μας

............


Γευόμαστε το αίμα μας
λίγο προτού γευτούμε τον θάνατο. 

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ / Άθως Χατζηματθαίου


Λογαριάσαμε λάθος,
επενδύσαμε στο εγώ κι όχι στο εμείς,
υποθηκεύοντας έτσι τη ζωή μας
στη ματαιότητα της ύλης,
αιχμαλωτίζοντας στα πλοκάμια της
αξίες και ιδανικά.

Φιμώσαμε τη συνείδηση μας
σε μια προσπάθεια να καταπνίξουμε
την ενοχλητική της φωνή,
που μας θύμιζε συνεχώς
το μεγάλο μας σφάλμα.

Σφραγίσαμε την καρδιά μας με μπετόν
γιατί δεν αντέχαμε ν΄ακούμε
τους αλλοιωμένους παλμούς της.

Κι αυτό που καταφέραμε μονάχα,
αυτό που πετύχαμε στο τέλος της μέρας,
ήταν να γίνουμε περισσότερο απάνθρωποι,
κουρδισμένα ανθρωπόμορφα ζώα,
είλωτες του συμφέροντος.

Κι όταν το βουητό του «τέλους»
μας ξύπνησε απ' το λήθαργο,
μόλις ανοίξαμε τα μάτια
μπροστά στο ειρωνικό χαμόγελο του θανάτου
που αδημονούσε να μας αρπάξει
με τα γαμψά του νύχια,
διαπιστώσαμε τότε το μεγάλο μας σφάλμα.
Ήταν όμως ήδη πια πολύ αργά για να επανορθώσουμε
γιατί δεν υπήρχε πια χρόνος,
δεν υπήρχε πια μέλλον
για να μπορέσει να γκρεμίσει
το απαίσιο παρελθόν μας.

Είχαν ήδη αρχίσει να πέφτουν
οι τίτλοι του «τέλους»,
το ρολόι της ζωής μας
έγραφε κιόλας:

ώρα μηδέν!

Επανεκτίμηση συναισθημάτων / Αριστοτέλους Τάσος


Βράχηκαν τα πόδια μου,
στο ποτάμι του άδη.
Αλλά επέστρεψα.
Κάθε στιγμή ανακαλύπτω
πως δεν είμαι πια ο ίδιος άνθρωπος.
Στις λεπτομέρειες κυρίως έχω αλλάξει.
Και είναι αυτές οι λεπτομέρειες,
οι πιο σημαντικές στη ζωή ενός ανθρώπου.

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Σταγόνα από Θλίψη




Στο σπίτι υπάρχει πάντα μια αιώνια θλίψη.  
Η απαλή μυρωδιά της
απλώνεται  σαν διάφανο  ρούχο γυναίκας
σ΄ ένα ατσάλινο  σύρμα με δυο μαύρα μανταλάκια χελιδόνια
μα δεν στεγνώνει.
Κάθεται ανέμελη
πάνω στην φροντισμένη κεφαλή των λουλουδιών  του  κήπου μας
και άμοιρα εκείνα,  την αγκαλιάζουν  
έτοιμα από πανάρχαιο καιρό να θυσιαστούν,  
για το πρώτο γυάλινο βάζο σε κάποια γιορτή, σε κάποιο πένθος.
Όταν της ανοίγουμε τη ξύλινη πόρτα,
με το σιδερένιο πόμολο να χτυπά,  
ρυθμικά,  
σαν ήχος βαρύς και πένθιμος,
φεύγει και χάνεται
γίνεται,
φύλλο
ένα αστέρι,
σύννεφο
γίνεται χρόνος

χάνεται.

Τέτοιες παρόμοιες θλίψεις ζούνε στα σπίτια του κόσμου,
μικρές και μεγάλες πράσινες θάλασσες
άσπροι και γαλάζιοι ουρανοί χωρίς σύννεφα που κλαίνε.
Ταξιδεύουν με ξύλινα καράβια,
παίρνουν τις όμορφες πριγκίπισσες και τους ηρωικούς βασιλιάδες
απ΄ τα πανύψηλα κάστρα και τους μεταμορφώνουν σε όμορφους κύκνους
πάνω στις λίμνες, σε ήρεμους ποταμούς.

Μια σταγόνα κι η θλίψη πάνω στις λίμνες, στους ποταμούς.  
Μια δροσοσταλιά πάνω στις κεφαλές των λουλουδιών μας.

Κι ύστερα οι νεκρικές σπονδές,
στις αδειανές κάμαρες,
στους απελπισμένους δρόμους μας ,
στους τάφους των δωματίων μας.

Να ενδυθώ τη αιώνια θλίψη,
κόβοντας την κεφαλή των λουλουδιών ,
να κτυπήσω το σιδερένιο πόμολο της σεμνής κατοικίας
και να μου ανοίξει ένα χθες.
Να με υποδεχτεί με χνώτο που τρέμει.

Μα είναι η θλίψη!
Πως πάλι με πρόλαβε;





Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Ντίνος Κυπριανού: Τρία (3) ποιήματα

ΛΙΓΟ ΧΩΜΑ ΔΙΚΟ ΣΟΥ 

Λίγο χώμα να πάρω μαζί μου
σ'ένα μπουκαλάκι έτσι , να ησυχάζει η ψυχή μου
λίγο χώμα δικό σου ..

Θα το ποτίζω με τα δάκρυα μου
αφού δεν μπορείς να έρθεις εσύ κοντά μου
λίγο χώμα δικό σου ...

Αυτό το χώμα μου θυμίζει τα όσα ζήσαμε
σε αυτό το χώμα την ζωή μας χτίσαμε ..

σ'ένα χώμα νεκρό και οι δυό δακρύσαμε
με αίμα το χώμα ποτίσαμε ,
... μα πάνω απο το χώμα χωρίσαμε ..

Λίγο χώμα να πάρω μαζί μου ,
λίγο χώμα δικό σου .


***


Να κυλίσει το αίμα μου να ρθεί να σε βρεί
τον εθνικό ύμνο κρυφά να στον πεί .

Θα ξυπνήσουν οι νεκροί σου
θα ανασάνει η γή σου ..

Την ζωή μου μόνο για σένα θα δώσω
έστω και με το αίμα μου να σ'ανταμώσω ..

Ξύπνα ΚΕΡΥΝΕΙΑ του βορρά χτύπα τα καμπαναριά
το αίμα το ελληνικό γύρισε
το χώμα σου το ιερό ΕΛΛΑΔΑ μύρισε ..

ΞΥΠΝΑ και αγκάλιασε το
για σένα τόδωσα ΠΟΤΕ δεν σε πρόδωσα ..


***

Αν θα πετώ με τα πουλιά
κι'άν θα βρεθώ σ'άλλη αγκαλιά

τίποτα δεν βλέπω τ'όνειρο μου είναι μαύρο
ψάχνω κάτι νά'βρω , αληθινό ,
με χίλια ταξιδεύω πόσο μακρυά θα φτάσω
πρέπει να προφτάσω , τον ουρανό ...

λένε δεν μπορούνε οι αγγέλοι ν'αγαπάνε
δάκρυα κυλάνε , στον χωρισμό,
όταν θα σε χάσω τα πουλιά αλλού με πάνε
δέν θα σε ξεχάσω , και δεν μπορώ ...

ίσως αργά να λυτρωθώ

μπορεί εκεί να γεννηθώ ..