Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

ΡΩΤΗΜΑ

Όταν περιφρόνησαν την ψυχή
και ποδοπάτησαν την αγάπη
(Δεν ήταν τότε βλέπεις της σειράς τους )
Δεν το ' βαλε κάτω.
Δεν χάθηκε στην αυτολύπηση.
Οι ποδοπατημένες ελπίδες
Ορθοπόδησαν με τον καιρό.
Αγκομάχησαν και θέριεψαν
ζωντανεμένες.
Κι όταν μια μέρα
πραγματοποιήθηκε επιτέλους
η αργοπορημένη συνάντηση ,
Η δική της σειρά
τους κοίταζε τώρα αφ υψηλού ,απορημένη.
Παρ'όλο που είχαν τα πάντα
ποτέ δεν ξεχώρισαν .
Τι άξιζαν παραπάνω αλήθεια;

(Από την ποιητική συλλογή  “Χθες-σήμερα-αύριο” 2008)

ΤΟ ΑΓΑΠΩ ΣΟΥ ΓΙΑΤΡΙΚΟ

Στην ομορκιάν σαν άντζιελος
σαν τζιυπαρίσσνι μοιάζεις
με όμορφη κορμοστασιάν
σαν την εικόναν σ' εκλησιάν
τζιαι την καρκιά μμου σφάζεις.

Απού την πρώτη αμμαδκιάν
ψυσιήν εμ πόν ορίζω
πρέπει εν πρέπ' εν αρωτώ
τζι όσο στην γη θα παρπατώ
για λλόου σου ορπίζω .

Πως θα' μαι εγιώ το ταίρι σσου
τζιαι γλήορα χαρά μου
μαν μμεν σσε πάρω κλάψε με
βάλε φωδκια τζιαι κάψε με
ξερίζως την καρκιά μου .

Μα πρόσεχε μεν πληγωθείς
άμαν την ξηριζώσεις
μέσα της είσαι στα βαθκιά
για σέν το αίμαν της εδκιά
τζιαι μεν την καταχνώσεις

Το μόνον της το φταίξιμο
ήτουν που σ' ερωτεύτην
τζιαι δεν ηβρίσκει γιατρικό.
Μα αν της πείς το “σ' αγαπώ “
ευτύς εν που γιατρεύτειν .

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

ΕΡΩΣ ΑΝΕΡΑΣΤΟΣ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ


Β΄’ Επαινος στον 6ο  Πανελλήνιο Λογοτεχνικό  Διαγωνισμό « Δημήτριος Βικέλας», Μάρτιος 2014

Ι
Αυτό το σπίτι μεγαλώνει με γκρίζα μαλλιά στα κεραμίδια
Ρυτίδες πάνω απ΄τα παράθυρα
Ρόζους στα πόμολα των πόρτων
Γερνάει  σαν αδιέξοδος έρωτας
Με ανίατες παθήσεις
Στις αρθρώσεις των λόγων και των έργων
Εκεί κρύβεσαι προτού ακόμα σε γνωρίσω
Προτού ακόμα μάθεις πως με λένε Μοίρα
Κάποιοι έρωτες γεννιούνται
Για να πεθάνουν από έλλειψη
Κι είναι η αγάπη που πολύ ποθήσαμε
Γριά πλέον ξεδοντιάρα που μας περιγελάει
Για τις φωτογραφίες που δεν έγιναν ζωή
Κι όλο με διώχνει από το σπίτι
Ανήμπορη να θρέψει τόση πείνα  της καρδιάς
Τώρα θαρρώ πως είναι   οριστικό
Δεν προλαβαίνω να χώσω πετραδάκια μες στην τσέπη


ΙΙ
Δεν κοιμήθηκα, δεν έχω πεθάνει
Τεχνητό μάλλον κώμα με κρατάει πρίγκιπα
Σ΄αναμονή του γενεσιουργού φιλιού σου
Αλλιώς θα με είχα ήδη σκοτώσει
Σε μια ευθανασία των αγίνωτων καρπών
Εσύ καλπάζεις με ένα άλογο κουτσό
Με πανοπλία τρύπια από  τον άνεμο
Που θέλει να κουρδίσει τα φυλλώματα
Λίγο να παίξουνε τον καλπασμό σου
Την ώρα που τα βήματά σου σβήνουνε στην έρημο
Αντικατοπτρισμός
Με παρ-αισθήσεις  δεν αισθάνομαι Χιονάτη


III
Μαζεύει στάχτη ο ουρανός
Ρίχνει τις τούφες του στο χώμα
Τρέχω σαν Σταχτοπούτα να νοικοκυρέψω τόσες πτώσεις
Με έμαθε η μάνα μου λίγο  προτού  μού γίνει μητριά
Παστρική να είναι η μέρα μου
Νοικοκυρεμένη η πλήξη μου
Σε  ακριβά κιλίμια να πατάνε  η τιμή και η υπόληψή μου
Πέρασαν άρχοντες πολλοί απ΄το κατώφλι μου
Δεν ξέρω αν με γλυκοκοίταξαν
Αν μου κρατούσαν το χαμένο μου γοβάκι
Ποτέ δε σήκωσα τον πόθο μου στα μάτια τους
Ποτέ τα μάτια τους δεν έψαξαν
Τη σπίθα κάτω από τις  στάχτες
 Κάθε βράδυ
Στις δώδεκα ακριβώς 

Κομματιάζω κολοκύθες που αρνήθηκαν τα μάγια 

[Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα ο Πενταδάκτυλος.]


«Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα ο Πενταδάκτυλος, μητέρα. 
Στο κάτω-κάτω το Μόρφου δεν το βλέπουμε, 
στο κάτω-κάτω την Κερύνια δεν τη βλέπουμε, 
την Αμμόχωστο δεν τη βλέπουμε, 
όμως αυτός είν’ εκεί απέναντί μας 
όμως αυτός είναι διαρκώς εκεί απέναντί μας 
και μας κυτάζει 
και μας κυτάζει μ’ ένα τρόπο, 
και κάθεται βραχνάς και μολύβι στο στήθος μας, 
όμως αυτός είν’ εκεί απέναντί μας 
και δεν μπορεί να κρυβή σαν το Μόρφου, και δε μπορεί να κρυβή 
σαν την Κερύνια και σαν την Αμμόχωστο. 
Και λέει: «Λοιπόν»; 
Και μας ρωτά: «Λοιπόν»; 

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ



Της είπε όχι
κι εκείνη έφυγε από τη ζωή του.
Χωρίς δεύτερη κουβέντα
τον εγκατέλειψε οριστικά.
Να του έδινε τουλάχιστον
μια μικρή παράταση χρόνου
να σκεφτεί καλύτερα
να μετανιώσει
να αλλάξει γνώμη ίσως…
Να του υποσχόταν
πως θα περνούσε άλλη μια φορά…

ΑΠΡΟΝΟΗΣΙΑ



Πάλι αδιάβαστο τον έπιασε η ζωή!
Πάλι απέτυχε στις εξετάσεις!
Και του το είχανε πει:
Την ώρα που εκείνη διδάσκει
κανείς δεν πρέπει να είναι απών
κανείς δεν πρέπει να ονειρεύεται.

ΑΠΟΘΗΚΗ



Έτσι που είναι σκοτεινή
κι όπως σκέπασε η σκόνη τα πράγματα
δεν μπορεί κανείς να δει
τις πληγές στα σώματά τους
τη θλίψη στην επιφάνειά τους.
Ωστόσο, κανείς δε λογάριασε
πως ούτε η σκόνη ούτε το σκοτάδι
μπορούν να κρύψουν
τους αναστεναγμούς τους.
Κι εκείνοι τους άκουσαν.
Τώρα ξέρουν.

ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ



Τα γυρίσματα των καιρών
άλλαξαν τον προορισμό του ταξιδιού
ξεθώριασαν τα ονόματα των οδών
έσβησαν τις επιγραφές
στα κτίρια
στις στάσεις των λεωφορείων
στους σταθμούς των τρένων.
Κι εμείς χάσαμε τον προσανατολισμό μας.
Ψάξαμε επί ματαίω
με πυξίδες
τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
ξανά και ξανά.
Ύστερα είπαμε:
"Δεν πειράζει, ας το ξεχάσουμε, ας πάμε κάπου αλλού".
Και φύγαμε χωρίς να γυρίσουμε το κεφάλι πίσω.

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΕΝΟΣ ΑΣΤΕΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΠΕΣΕ ΣΤΗ ΓΗ



Με συγχωρείς
που δεν έγινε η ευχή σου αποδεχτή.
Λυπάμαι που δεν μπόρεσα
να πραγματοποιήσω τ' όνειρό σου.
Για άλλον έπεφτα χτες βράδυ.
Δεν ήταν η δική σου σειρά.

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Προτελευταία εποχή (Aποσπάσματα)

[…] Όταν ακούεται η φωνή του Χότζα, είναι ο τελευταίος 
σταθμός της νύχτας, το προοίμιο της μέρας. Σύνθημα για τον ίδιο, 
για τους Τούρκους φρουρούς του τείχους, για τους δικούς μας του 
φυλακίου στο πλαϊνό σπίτι. Μια κίνηση αρχινά μεμιάς στα τρία 
σημεία, σαν περίπου ανάμεσά τους. Ο Ίων ανάβει το φως, αρχίζει 
να ετοιμάζεται. Από το τείχος ακούγονται ομιλίες, βήματα. Κι από 
το πλαϊνό σπίτι ένα τζιπ, βάζει μπρος τη μηχανή, ξεκινά, φεύγει.
Ο Ίων πάει νωρίς στο γραφείο του, αυτό από πάντα. Τον 
χειμώνα είναι συνήθως νύχτα, δεν έχουν σβήσει ακόμη τα φώτα 
του δρόμου, η πόλη κοιμάται. Περπατεί μέσ’ από δρόμους άδειους. 
Είναι η ώρα που παρακολουθεί καθαρά τες σκέψεις του, μια 
μια, τες πιάνει, δεν του φεύγουν να χάνονται όπως αργότερα 
στη διάρκεια της μέρας. Ο ήσυχος κόσμος κι ο αψύς αέρας του 
πρωινού μπαίνουν μέσα του και συμβαδίζουν μαζί του, σε λίγο το
βήμα του ζωηρεύει κι η σκέψη του και μαζί η πεποίθηση πως όλα 
είναι δυνατά, ενόσω υπάρχει η ζωή. Μόνο η «χωρισμένη πόλη» δεν 
σβήνει, παράλληλα βαίνει με τα βήματά του. Ούτε και το γραφείο 
του όπου φτάνει μπόρεσε ποτέ να σβήσει το άλλο. Μπαίνει μέσα 
κι αισθάνεται τώρα πάλι μια γροθιά στο στήθος, και τη διάθεση 
να γυρίσει να βγει. Τι γυρεύει αυτός σε τούτο τον χώρο, ανάμεσα 
σ’ αυτά τα έπιπλα, τες κουρτίνες, τα κάδρα στους τοίχους; Όλα 
τούτα τα καινούρια πράγματα που εξακολουθούν καινούρια και 
ξένα, είναι αδύνατο να δεθούν μαζί του, πάνε τόσα χρόνια. Ξένο 
το γραφείο, όπως και το μεγάλο κτίριο, οι καλοβαμμένοι τοίχοι, οι 
μαρμάρινες σκάλες και το ασανσέρ που αναγκάζεται καμιά φορά 
να πάρει. Αισθάνεται εξόριστος μέσα σε τούτους τους χώρους 
και τους νέους δικηγόρους που έχουν εκεί τα γραφεία τους. 
Έτσι εξαρχής· νόμιζε θα το συνήθιζε, φυσικό να προσαρμόζεται 
κανένας. Αυτό δεν έγινε ποτέ. Η πλατεία από κάτω κι οι ουρές 
των αυτοκινήτων που πυκνώνουν ιδιαίτερα ορισμένες ώρες, το 
βουητό της πόλης, οι φωτεινές διαφημίσεις ολόγυρα.
... στο γραφείο το δικό του, κείνο το μόνο, τα έπιπλα ήταν άλλα 
ριγμένα χάμω, άλλα σπασμένα, καμένα, οι δυο βαριές πολυθρόνες 
του πατέρα της Φρύνης λείπαν, το πάτωμα ήταν γεμάτο σκισμένες 
σελίδες, όπου έβαζε το πόδι του πατούσε επάνω τους, κι υπόφερε, 
μελάνια χυμένα, ξεραμένα, το πορτρέτο του πατέρα της Φρύνης 
βγαλμένο από την κορνίζα, τρυπημένο στα μάτια, ανθρώπινες 
ακαθαρσίες επάνω του. Ήταν μια εικόνα καταστροφής, σα 
σκηνοθετημένη για να γυριστεί ταινία. Sorry, είπε ο αξιωματικός των 
Ηνωμένων Εθνών που τον συνόδευε στην αποκλεισμένη περιοχή της 
παλιάς πόλης· οι δυο στρατιώτες μείναν κάτω να φρουρούν την είσοδο. 
Ο Ίων μάζεψε όσα βιβλία μπόρεσε στη λίγη ώρα που του επέτρεψαν, 
όχι διαλεχτά ή πολύτιμα βιβλία, παρά ό,τι τύχαινε στα χέρια του. 
Σκέφτηκε να πιάσει το μαξιλάρι της πολυθρόνας, για ενθύμιο, ήταν 
πεσμένο χάμω ανάμεσα σε γυαλιά, πλάι ήταν μια σειρά φωτογραφίες 
από τες διάφορες δίκες, το δίπλωμά του, κι επάνω σ’ όλα χυμένα κει 
κι εδώ τα χαλίκια της θάλασσας που του ’χε δώσει η Μαργαρίτα, 
τη μέρα που συναντήθηκαν τυχαία στην ακρογιαλιά, τα μάζεψε ένα 
ένα, πολύχρωμα, γυαλιστερά, και του τα πρόσφερε στη χούφτα της. 
Έκανε να τα πάρει μαζί με το δίπλωμα και τες φωτογραφίες, ω, ήταν 
ανυπόφορη όλη τούτη η σκηνή, τ’ άφησε όλα κάτω, στάθηκε, τα 
’βλεπε, sorry, είπε πάλι o αξιωματικός. Τον βοήθησε να κατεβάσουν 
τα βιβλία ώς κάτω, στην είσοδο είχαν μαζευτεί τουρκάκια μαζί και 
μεγάλοι, τον γιουχάισαν, τον έβρισαν, όρμησαν να αρπάξουν τα 
βιβλία, τους κράτησαν πίσω οι στρατιώτες...
Στο νέο γραφείο αντίκριζε, όταν έμπαινε, ευθύς τα βουνά από 
το μεγάλο παράθυρο που κάλυπτε όλο τζάμια τον τοίχο· τα βουνά 
που ’κοψαν τώρα στον τούρκικο θύλακο* και δεν είχε τρόπο να 
τα πλησιάσει αλλιώς. Τούτος ήταν κι ο λόγος που πήρε αυτό το 
γραφείο. Έλπιζε πως τα βουνά θα τον βοηθούσαν να συμφιλιωθεί με 
τον χώρο. Τώρα δεν υπάρχουν ούτε βουνά, μια άλλη πολυκατοικία 
ορθώθηκε, τα έκρυψε, στον αντίστοιχο όροφο του απέναντι 
μια μεγάλη βιτρίνα πιάνει την πρόσοψη όλη του κτιρίου, με είδη 
ανδρικά, κούκλες με κοστούμια, αδιάβροχα, μαγιό, κατά την εποχή. 
Κλείνει τα μάτια, δεν μπορεί να τα έχει συνέχεια μπροστά του, μα 
πάλι βλέπει μέσα στα κλειστά μάτια του την τελευταία εικόνα, τον 
άντρα-κούκλα, ξανθό, χαμογελαστό, ξυλιασμένο.
Από το παράθυρο παρακολουθεί τώρα ο Ίων την κίνηση 
κάτω στην πλατεία. Πρώτα περνούν οι εργάτες, σε ομάδες, τρεις 
και τέσσερις μαζί, τους έχουν αφήσει πιο κει τα λεωφορεία των 
χωριών, για να πάρει ο καθένας τον δρόμο του προς τες διάφορες 
οικοδομές που γεμίζουν την πόλη. Σε λίγο αρχίζουν αραιά τα 
αυτοκίνητα. Στο περίπτερο της πλατείας σηκώνουν τα ρολά, κι 
ευθύς μετά καταφθάνει το βαν του πρακτορείου, πετάει στοίβα 
τες εφημερίδες στο πλακόστρωτο, φεύγει. Μια μικρή ταραχή στο 
στήθος του Ίωνα... Περιμένει λίγο, κατεβαίνει. Στέκεται ήρεμος 
κι υπομονετικός μπροστά στον περιπτεριούχο, που δεν βιάζεται 
καθόλου να τον εξυπηρετήσει, αλλά ταχτοποιεί, ξεσκονίζει. Ούτε 
κι ο ίδιος βιάζεται ν’ ανοίξει αμέσως τες εφημερίδες, τες κρατεί 
διπλωμένες, διασχίζει την πλατεία, τον δρόμο, κι όταν μπει καλά 
ώς μέσα στην είσοδο της πολυκατοικίας, το επιχειρεί. […] 
[…] ...Συντείνει αναμφίβολα κι η νέα διαδρομή του. Έξω πια από 
τα κλειστά σοκάκια, πηγαινέλα ο Οσμάν δέκα χρόνια, τόσα βήματα 
να κάνει εδώ, τόσα εκεί, τόσα ώς τη στροφή, από κει ώς την πλατεία, 
και μετά προς το γραφείο όπου δεν χωρούσε να πάει το αυτοκίνητο, 
αρκετές στροφές προς τα κει τον δυσκόλευαν, όταν ήταν ανάγκη να 
το πάρει για δουλειά. Τώρα αισθάνεται απαντοχή κάθε πρωί γι’ αυτή 
τη νέα διαδρομή κι η καλή του διάθεση αυξάνει. Κοντοστέκεται στην 
αυλή, πιάνει κουβέντα με τον Μεμεταλή, αν τύχει και τον συναπαντήσει 
ν’ ασχολείται με τα πουλιά του, γυρίζει στη Μεμεταλίνα, καθισμένη σ’ 
ένα σκαμνί να παρακολουθεί τον άντρα της, της χαμογελά και τη ρωτά 
για τους ρευματισμούς της, δεν αφήνει να του προσηκωθεί όπως 
γινόταν πάντα. Το βλέμμα του στέκει με συμπάθεια στα φουσκωμένα 
πόδια της, του έρχεται στον νου η εικόνα της όταν την πρωτογνώρισε 
ν’ ανεβοκατεβαίνει σβέλτα στον στάβλο, να κάνει για όλους δουλειές, 
πάνω στου Ζαΐμ, κάτω κοντά τους. Τώρα βάρυνε, χάλασε, μοιάζει 
φουσκωμένη όλη, η καημένη.
Ο δρόμος του βγαίνει έξω από την κλειστή πόλη: Η Βόρεια Πύλη, 
της Κερύνειας· το άγαλμα του Ατατούρκ· η τάφρος, το τειχιό· ο 
δρόμος κυλά για λίγο παράλληλα, στην απέξω πλευρά της τάφρου 
τώρα, μπαίνει μετά σε γειτονιές εξοχικές με σπίτια μοντέρνα, κήπους, 
οι γειτονιές που δημιούργησαν στη χέρσα τούτη περιοχή Τούρκοι 
κι Έλληνες τα τελευταία χρόνια πριν τον χωρισμό· κι υστέρα πια ο 
δρόμος ξανοίγεται διπλός, ευθύς, κατά τα βορειοδυτικά, πάντοτε 
μέσα στον δικό τους θύλακο, την επικράτειά τους...
Ο ουρανός που ’ναι ανοιχτός πάνω και γύρω; Ο κάμπος και οι 
λόφοι παραπέρα; Η κοίτη του ποταμού πλάι, πότε να κοντεύει, 
πότε να απομακρύνεται; Τι του ξανοίγει απ’ όλα την ψυχή και νιώθει 
ξαφνικά σα να πετά, σα να μπορεί οτιδήποτε να το αναλάβει και να 
το βγάλει πέρα;
Κει δω παράλληλα στην κοίτη παν ασπροκόκκινα, ραβδωτά τα 
φυλάκια, αλλού μισοφαίνονται, αλλού κρυμμένα. Κι από την άλλη 
μεριά του ποταμού απλώνεται ανεμπόδιστα στα μάτια του η πόλη η 
ελληνική, κάθε πρωί ο Οσμάν να ξεχωρίζει κάτι άλλο απ’ όσα γνώριζε 
παλιά, σπίτια γνωστών και συναδέλφων που έτυχε κάποτε, πριν, να 
επισκεφθεί ή ένα άλλο ακόμη κτίριο... νά η Πολυκατοικία Πεδιαίου, 
τότε ήταν τσιμεντένιος σκελετός... σιγά σιγά να τα εντοπίζει όλα, 
ανάμεσα στα τόσα νέα σπίτια και πολυώροφα κτίρια που φύτρωσαν 
στο μεταξύ.
Δεν τα προσέχει ωστόσο, όλα τα πρωινά. Κάποτε δεν βλέπει καν 
τον δρόμο μπρος του, όταν το φτερούγισμα δυναμώνει μέσα του, το 
αίμα του κυλά γρήγορα, όταν στη σκέψη του αρχίζουν να γεννιούνται 
ιδέες, να σχεδιάζονται προγράμματα... Και πρώτα θα ζητήσει ένα 
σπίτι στη θάλασσα για το καλοκαίρι, τώρα που έρχεται η νιόπαντρη 
κόρη του, για να περάσουν εκεί τες διακοπές... Θα το θέσει σαν 
αίτημα στη Διοίκηση για να του παραχωρηθεί ένα από τα εξοχικά 
που έχουν οι πλούσιοι στη βόρεια θάλασσα και τα νοικιάζουν σε 
Αμερικανούς διπλωμάτες... Θα ’ναι ωραία... Θα πηγαίνουν εκδρομές 
γύρω στην περιοχή, τη «δική» τους, και στα «δικά» τους βουνά πέρα, 
θ’ ανέβουν στο κάστρο ψηλά να φτάσουν μέχρι τες κορυφές όπου 
βρίσκονται τα ακραία τους φυλάκια... ίσως αποφασίσει, αδερφέ, 
να ’ρχεται κι η γυναίκα του μαζί.... θα κάνουν ταξίδια και προς τες 
άλλες πόλεις όπου υπάρχουν θύλακοι «δικοί» τους, θα τους δείξει το 
λιμάνι, τα μεσαιωνικά μνημεία, ευκαιρία να τα ξαναδεί κι ο ίδιος μετά 
από τόσα χρόνια... όμως στο υπόλοιπο νησί που είναι επικράτεια των 
άλλων, αυτός δεν είναι δυνατό να πάει, δεν είναι ο όποιος όποιος για 
να κυκλοφορεί από κει σα να τους αναγνωρίζει, αν θέλουν οι δυο νέοι 
ας πάνε, δεν θα τους εμποδίσει, αν και δεν πιστεύει πως η κόρη του 
θα παραβλέψει και θα πάει, μήτε ο άντρας της... αυτός πιθανό να ’ναι 
αυστηρότερος στο θέμα, καθώς δεν είναι καν ντόπιος....

Ο δρόμος του βγαίνει έξω από την κλειστή πόλη: Η Βόρεια Πύλη, 
της Κερύνειας· το άγαλμα του Ατατούρκ· η τάφρος, το τειχιό· ο 
δρόμος κυλά για λίγο παράλληλα, στην απέξω πλευρά της τάφρου 
τώρα, μπαίνει μετά σε γειτονιές εξοχικές με σπίτια μοντέρνα, κήπους, 
οι γειτονιές που δημιούργησαν στη χέρσα τούτη περιοχή Τούρκοι 
κι Έλληνες τα τελευταία χρόνια πριν τον χωρισμό· κι υστέρα πια ο 
δρόμος ξανοίγεται διπλός, ευθύς, κατά τα βορειοδυτικά, πάντοτε 
μέσα στον δικό τους θύλακο, την επικράτειά τους...
Ο ουρανός που ’ναι ανοιχτός πάνω και γύρω; Ο κάμπος και οι 
λόφοι παραπέρα; Η κοίτη του ποταμού πλάι, πότε να κοντεύει, 
πότε να απομακρύνεται; Τι του ξανοίγει απ’ όλα την ψυχή και νιώθει 
ξαφνικά σα να πετά, σα να μπορεί οτιδήποτε να το αναλάβει και να 
το βγάλει πέρα;
Κει δω παράλληλα στην κοίτη παν ασπροκόκκινα, ραβδωτά τα 
φυλάκια, αλλού μισοφαίνονται, αλλού κρυμμένα. Κι από την άλλη 
μεριά του ποταμού απλώνεται ανεμπόδιστα στα μάτια του η πόλη η 
ελληνική, κάθε πρωί ο Οσμάν να ξεχωρίζει κάτι άλλο απ’ όσα γνώριζε 
παλιά, σπίτια γνωστών και συναδέλφων που έτυχε κάποτε, πριν, να 
επισκεφθεί ή ένα άλλο ακόμη κτίριο... νά η Πολυκατοικία Πεδιαίου, 
τότε ήταν τσιμεντένιος σκελετός... σιγά σιγά να τα εντοπίζει όλα, 
ανάμεσα στα τόσα νέα σπίτια και πολυώροφα κτίρια που φύτρωσαν 
στο μεταξύ.
Δεν τα προσέχει ωστόσο, όλα τα πρωινά. Κάποτε δεν βλέπει καν 
τον δρόμο μπρος του, όταν το φτερούγισμα δυναμώνει μέσα του, το 
αίμα του κυλά γρήγορα, όταν στη σκέψη του αρχίζουν να γεννιούνται 
ιδέες, να σχεδιάζονται προγράμματα... Και πρώτα θα ζητήσει ένα 
σπίτι στη θάλασσα για το καλοκαίρι, τώρα που έρχεται η νιόπαντρη 
κόρη του, για να περάσουν εκεί τες διακοπές... Θα το θέσει σαν 
αίτημα στη Διοίκηση για να του παραχωρηθεί ένα από τα εξοχικά 
που έχουν οι πλούσιοι στη βόρεια θάλασσα και τα νοικιάζουν σε 
Αμερικανούς διπλωμάτες... Θα ’ναι ωραία... Θα πηγαίνουν εκδρομές 
γύρω στην περιοχή, τη «δική» τους, και στα «δικά» τους βουνά πέρα, 
θ’ ανέβουν στο κάστρο ψηλά να φτάσουν μέχρι τες κορυφές όπου 
βρίσκονται τα ακραία τους φυλάκια... ίσως αποφασίσει, αδερφέ, 
να ’ρχεται κι η γυναίκα του μαζί.... θα κάνουν ταξίδια και προς τες 
άλλες πόλεις όπου υπάρχουν θύλακοι «δικοί» τους, θα τους δείξει το 
λιμάνι, τα μεσαιωνικά μνημεία, ευκαιρία να τα ξαναδεί κι ο ίδιος μετά 
από τόσα χρόνια... όμως στο υπόλοιπο νησί που είναι επικράτεια των 
άλλων, αυτός δεν είναι δυνατό να πάει, δεν είναι ο όποιος όποιος για 
να κυκλοφορεί από κει σα να τους αναγνωρίζει, αν θέλουν οι δυο νέοι 
ας πάνε, δεν θα τους εμποδίσει, αν και δεν πιστεύει πως η κόρη του 
θα παραβλέψει και θα πάει, μήτε ο άντρας της... αυτός πιθανό να ’ναι 
αυστηρότερος στο θέμα, καθώς δεν είναι καν ντόπιος....

Ύστερα ο Οσμάν στρέφεται στα πράγματα που λογαριάζει 
ν’ αγοράσει· ρούχα, έπιπλα, στολίδια για το σπίτι, όλα τούτα 
που στερήθηκαν χρόνια ολόκληρα. Τώρα τα θέλει πια, τους 
χρειάζονται, θ’ αγοράζει κάθε μήνα κάτι άλλο, ο μισθός του 
είναι αρκετά μεγάλος, θα μπορούν να εξοικονομούν, θ’ αλλάξει 
και αυτοκίνητο, πάλιωσε πια τούτο δω, το ’χει από... πριν τον 
χωρισμό, και τώρα που θ’ αρχίσουν να βγαίνουν, γιατί το ’χει 
σκοπό ν’ αλλάξουν ζωή, να πηγαίνουν κάθε Κυριακή κάπου, τους 
χρειάζεται νέο αυτοκίνητο, θα πάρει και στερεοφωνικό πικάπ μ’ 
όλα τα εξαρτήματα... και γραφείο οπωσδήποτε, δεν μπορεί πια να 
δουλεύει πάνω σε κείνο το έπιπλο, το παλιό λαβομάνο που τους 
παραχώρησε ο Ζαΐμ και το ’κανε γραφείο του... τόσα χρόνια ζήσαν 
μ’ ό,τι πρόλαβαν να φέρουν από το σπίτι τους και μ’ αυτά που τους 
έδωσε ο Ζαΐμ, φτάνει πια, θέλει πράγματα καινούρια, ανανέωση. 
Ίσως μάλιστα να αποφασίσει να χτίσει δικό του σπίτι, αυτή τη 
στιγμή του έρχεται η ιδέα, πάνω σ’ ένα από τα οικόπεδα αυτού 
του δρόμου, που ’ναι ακόμα άχτιστα, εδώ μέσα στην ανοιχτοσύνη. 
Μπορεί να πάρει άτοκο δάνειο από την Τουρκική Τράπεζα, ο 
Διοικητής είναι γνωστός του, θα θελήσει να τον εξυπηρετήσει, 
τώρα προπαντός... Α! Όλα αυτά τα σχέδια! Είχε ξεχάσει μέσα στα 
χρόνια πως γίνονται, υπάρχουν, πως κάνουν σχέδια οι άνθρωποι, 
για τη ζωή και το μέλλον… Δεν θυμάται πότε έκανε σχέδια για 
τελευταία φορά, μήτε πώς ήταν ο ίδιος πριν τον χωρισμό, τι είδους 
άνθρωπος ακριβώς. Αλλά τέτοιος θα ήταν περίπου όπως τώρα, 
μόνο που σα νεότερος του έλειπε η σφαιρικότητα της σκέψης. […]


Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Σαλαμίνα

ΣΑΛΑΜΙΝΑ



















Στης Σαλαμίνας τ΄αγάλματα

μας βρήκανε τα περιστέρια.
Κι΄ είμαστε εμείς καθήμενοι στο φως
θαλασσινούς χαιρετισμούς ακούωντας απ΄ τα πέρα.
Τη γνώση που την φέρνανε χαλάσματα προγόνων
θύμησες μακρινές κυμματισμένες
καθώς ο Ευαγόρας ο άνακτας μιλούσε μες τη  χώρα.
Κι ΄ ήταν τα γέρικα πουλιά  στη ξεγνοιασιά του κάμπου
που καρτερούσαν ν΄ αντηχήση το τραγούδι.
Κι΄ ήταν η αλμύρα του κρασιού που τα περίμενε
για να μεθύσουν τις ψηλόκορμες Ιτιές
μες τους ψαλμούς της ποίησης να χαθούνε.
Στης Σαλαμίνας τ΄ αγάλματα
μας βρήκανε ξανά τα περιστέρια
δίχως τα όπλα των θεών
δίχως τον ήρωα Δία
τις σάλπιγγες, τις τελετές
τις μαυροφορημένες μάνες.
Τούτη τη φορά μας ήρθε η Σαλαμίνα γη
με τον αυλό της τραγουδώντας.

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

όλες οι μέρες χιόνι (απόσπασμα)

1.
ΣΤΑΜΑΤΑ να μπαίνεις εμπόδιο
στην ευτυχία μου και μη ζητάς την
υπέρβαση να κάνω. Χρόνια
 ολόκληρα μου πήρε να σου μοιάσω
 χρόνια να παραμορφωθώ.


2.
ΕΝΑ εκατομμύριο λέξεις έχω να πω, ένα
εκατομμύριο θάλασσες. Ένα εκατομμύριο λάθη
στο σακάκι μου, μα "ας είναι που φεύγεις η
 τελευταία αυτή φορά".
Έπαψε η ηχώ στην αμμουδιά... Ο καιρός δε
 λέει να φτιάξει.
Ένα πρόχειρο έβαλα στο τραπέζι πρωινό,
δίπλα του, εκατομμύρια λάθη...

3.
ΕΧΕΙ πολύ φεγγάρι απόψε, και από τότε που
σε αγάπησα αυτά τα φοβάμαι.
Είναι λες και χρωστάς στα περσινά
 καλοκαίρια μια χάρη. Είναι λες και
ακούμπησες τον παλιό εαυτό σου στο πλάι.
Περιττό το φεγγάρι απόψε. Και από τότε που

 σε αγάπησα, φοβάμαι.

(Στο τραπέζι σου απάνω)

Στο τραπέζι σου απάνω,
μια σάπια ντομάτα.
Πεταμένα ονόματα,
χάρτες και μπιμπελό.
Πονάνε τα πόδια σου,
πονάνε και τα μάτια.
το στόμα κλείσε μου αφού θες και κράτα με
για ώρα κάτω απ το νερό

Ωδή στον Ερνέστο Γκουεβάρα / Πασιαρδής Μιχάλης



Ήσουνα αναμμένο πέταλο
Ερνέστο
η πατημασιά σου φλόγιζε τη γης,
εδώ θ’ ανθίζαν αύριο
τα δάκρυα 
και τα βίβα*
θα κάρπιζε ψωμί.
Ήσουνα από ψηλά, απ’ το φεγγάρι
Ερνέστο
τα βράδια σέλωνες σα νιούτσικο άλογο 
το μέλλον
ταράζοντας τον αιώνιο ύπνο
του Μπολιβάρ.
Το βλέμμα σου κρατούσε απ’ την αυγή
Ερνέστο 
ξημέρωνε στο πλάι σου ο ορίζοντας
σ’ ένα ανοιχτό παράθυρο χτενίζονταν
η Ελευθερία.
Έφυγες στ’ άλογο
Ερνέστο 
οι μαύρες Συμπληγάδες δεν σε κλειούν.
Θά ’ρθεις ξανά,
μ’ άλλους μαζί.


Μιχάλης Πασιαρδής, Ο δρόμος της ποίησης, τ. Α΄, Κύπρος 1999

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

ΕΥΩΔΙΑΖΕΙ

Στέφανος Ζυμπουλάκης 
στη μνήμη της αγαπητής φίλης Χριστίνας Αποστόλου

Μορφή της Άνοιξης Εσύ
αγγελινή η ματιά σου.
Στο φως της γης το πέρασμα
μητέρα των αιώνων. 

Για σένα ο θάνατος ζωή
το περιβόλι ανθισμένο
με του παιδιού ο πόνος σου
το δάκρυ της χαράς. 

Αναστημένη ομορφιά
η μορφή¨
μορφή σου. 

Το θρήσκευμα της Εκκλησιάς
το κάλεσμα καμπάνας
λυγίζει το τραγούδι.

Σε ωκεάνια γραφή
κυμάτου σου τα χείλη
να λέει ψυθιριστά
τα παραμύθια της γιαγιάς
σε διασκοπότηρο της δόξας.

Ανασασμός Χριστού
το κάνιστρο
κερί η τριανταφυλλιά¨
Χριστίνα
και το γαλάζιο του ουρανού
ευωδιάζει τ΄ όνομά σου.

Κυπριακή Συμφωνία (απόσπασμα) / Πιερίδης Θεοδόσης

«Τραγουδώ, τραγουδώ το νησί μου
πούναι τόσο μικρό για να μπόρει
σαν πουλί να χωρέσει στη χούφτα μου.
Που 'ναι τόσο μεγάλο, να μπόρει
να χωρά την ακέρια ανθρωπότητα»

«Μοιρολόι» (απόσπασμα) / Πιερίδης Θεοδόσης

Άνοιξε τα ματάκια σου και κοίταξε πώς κλαίω.
Δεν είναι σάρκα ετούτη πια, μα είναι φωτιά και στάχτη.
Ποιος θα με σβήσει που' γινα μια πυρκαγιά και καίω;
Βόηθα, καλή, και της δροσούλας σου άνοιξε το φράχτη...

Ξαναρχινούμε...(1967) (Απόσπασμα) / Πιερίδης Θεοδόσης


[…]

 Όχι, μην πει κανείς πως δεν κουραστήκαμε, 
Είμαστε άνθρωποι και δεν πιστεύουμε στους υπερανθρώπους.
Μην πει κανείς πως δεν ονειρευτήκαμε και μεις να μπορούμε να 
 περπατούμε στους δρόμους
Χωρίς να κάνουμε πως δένουμε το κορδόνι του παπουτσιού μας
Για να ελέγξουμε αν βρίσκεται πάντα πίσω μας 
Εκείνος ο άνθρωπος με την καφέ του καπαρντίνα.
Ονειρευτήκαμε να περπατάμε ανέμελοι, ονειρευτήκαμε
Όταν μας χτυπούνε την πόρτα, ακόμα κι ύστερα από τα μεσάνυχτα,
Να ’ναι ένας φίλος περαστικός, που είδε φως στο παράθυρο
Ή ένας γείτονας που του λείψανε τα τσιγάρα. 
Ονειρευτήκαμε, σαν είμαστε νιοι, να ’χουμε το κορίτσι μας, να βγαίνουμε 
 το βράδι περίπατο
Χωρίς να μας αιφνιδιάζουν τα βήματα του περαστικού,
Χωρίς να μας πολιορκούν οι νυχτερίδες του τρόμου.

[…] 

Ξαναρχινούμε, λοιπόν.
Στ’ όνομα αυτού του τόπου που τον σκέπασαν πάλι τα μηχανοκίνητα 
 του κατακτητή,
Στ’ όνομα των ποδοπατημένων ονείρων μας,
Στ’ όνομα των μυριάδων νεκρών μας, που δεν είναι δυνατό να πέθαναν 
 για το τίποτα,
Στ’ όνομα των ζωντανών που δε θέλουν να πάψουν να είναι άνθρωποι,
Εμείς, που δεν ονειρευτήκαμε να είμαστε ήρωες, παρά μόνο άνθρωποι 
Ξαναρχινούμε, ξαναρχινούμε...

 Πράγα, τέλη Απρίλη 1967

Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014

Μικρή φωτογραφία / Αλιθέρσης Γλαύκος


Πίσω η θολή γραμμή της Ειμαρμένης*.

Στο φόντο τ’ ουρανού κατάρτια - αντένες,
κι άσπρα ταξίδια, των πανιών λαχτάρες,
δίψα των οριζόντων. Τα μαλλιά Σου
τ’ ανέμιζε χρυσός πρωινός αγέρας 
και πέφτανε στο μέτωπο.
                                        Στον άμμο
κάθουμαι κι όρθια στέκεις Εσύ πλάι.
– Ποια σημασία να ’χε η στιγμή εκείνη,
σταθεροποιώντας σε φακό πλανόδιο 
μια στάση μας τυχαία;

Ιδού! που ο Χρόνος
ακινητεί, κι είν’ όλα μαργωμένα*:
τ’ άρμενα*, τα μαλλιά Σου και το κύμα...
Κι εγώ προσηλωμένος χαύνο* βλέμμα, 
διακρίνω στη μορφή της συλλογής Σου
το «ΧΑΙΡΕ» που ματώνει την καρδιά μου…


επεξηγήσεις:

* Ειμαρμένη, η: η Τύχη, η Μοίρα, το Πεπρωμένο
* μαργώνω: παγώνω
* άρμενα, τα: πανιά, ξάρτια του πλοίου
* χαύνος, ο: νωθρός, κοιμισμένος, αποβλακωμένος

Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Ένα παλιό αυτοκίνητο

Ήταν ένα παλιό, σακατεμένο αυτοκίνητο. Η μια του ρόδα διπλωμέ-
νη, σπασμένα τα πλευρά του, τρύπιο τ’ αδιάβροχό του. Βροχές πολλές 
κι ατέλειωτος καλοκαιριάτικος ήλιος θα το χτύπησαν ανυπεράσπιστο 
και του πήραν το γαλάζιο του χρώμα και το γέμισαν ασπροκίτρινες 
ρυτίδες. Τα φανάρια του έχασκαν άδεια. Κάποιος τούς είχε ξεριζώσει 
τις μικρές λαμπίτσες, ίσως ο ίδιος που τα ’πλενε πριν κάθε μέρα και τα 
σκούπιζε απαλά σα να τα χάιδευε. Με το χάδι του στην καρδιά προ-
σπαθούσαν κι αυτά οληνύχτα να του δείχνουν τα χαντάκια, τις πέτρες, 
τα στριψίματα, τον κίνδυνο. Ακούραστα (κουράζεσαι όταν αγαπάς;) 
ψηλαφούσαν το σκοτάδι να ξεδιαλύσουν το καλό απ’ το κακό χωρίς ο 
ύπνος να μπορεί να τα κλείσει (κοιμάσαι όταν αγαπάς;)
Και δεν ήταν μονάχα τις λαμπίτσες, ήταν και τα στολίδια τ’ αρα-
διασμένα τόσο σοφά μπροστά στο τιμόνι που είχαν ξεριζώσει: τους 
κόκκινους δείχτες, τ’ άσπρα χερούλια, το μιλίμετρο που καθώς έδειχνε 
με το δαχτυλάκι του τα πενήντα, τα εξήντα μίλια σάστιζε πλάι του το 
ρολόι και σταματούσε στην τρελή, απέραντη στιγμή τού μεθυσιού του 
τον χρόνο.
Ήταν αραγμένο, πεταμένο, κοντά στο παράθυρό μου. Παραπέρα, 
μισό βηματάκι παραπέρα, γκρεμνιζόταν σχεδόν κατακόρυφη η χαρά-
δρα. Και τ’ αυτοκίνητο ακουμπούσε στο χαμηλό πετρόχτιστο τοίχο 
που οροθετούσε* το χάος της.
Δεν είχα ρωτήξει ποιου ήταν, πώς βρέθηκε εκεί. Το παραδέχτηκα 
χωρίς ιστορία. Τι να την κάνεις τώρα την ιστορία; Ωστόσο σκεφτόμου-
να το στερνό του κύλημα πόσο φοβερό θα ’ταν.
– Σπρώχτε, σπρώχτε ν’ ακουμπήσει στον τοίχο.
Έπρεπε ν’ ακουμπήσει στον τοίχο για να νιώθει καλύτερα πως 
άγγιξε το σκληρό πέτρινο τέρμα, πως δεν είχε πια ούτε τόσο δα κομ-
ματάκι δρόμου μπροστά του.
Έκανε το τελευταίο αυτό ανήμπορο βήμα άθελά του, χωρίς ψυχή, 
χωρίς φωτιά. Στο μηδενικό οι κόκκινοι δείχτες, όλοι οι κόκκινοι δεί-
χτες στο μηδενικό. Κι ήταν βέβαια, πολύ παραξενεμένο και τρομαγ-
μένο μα δεν νομίζω να είχε φανταστεί πως το ’χωναν αυτού ώσπου να 
λιώσουν τα σίδερά του. Θα ’ταν δύσκολο να το φανταστεί.
Ποιος ξέρει πόσο καιρό ήταν έτσι ακουμπημένο στον τοίχο. Απο-
κάτω είχαν μαζευτεί ένας σωρός σκουπίδια. Και τ’ αυτοκίνητο τους 
επέτρεψε και τα προστάτεψε.
– Εντάξει, μείνετε, κανείς δεν θα σας πειράξει.
Μικρή υπηρέτρια, ε μικρή υπηρέτρια, δεν μπορείς να σκουπίσεις 
κάτω από ένα αυτοκίνητο που χιλιάδες άνθρωποι μέριασαν* για να πε-
ράσει (να που χρειάζεται κι η ιστορία, να τη φοβάσαι την ιστορία). Αν 
αποπειραθείς μια τέτοια ανοησία, μα τον Θεό η φωτιά του θ’ ανάψει 
ξανά, τα σβησμένα μάτια του θα πετάξουν σπίθες, τα σκουριασμένα 
σίδερα θα τρίξουν, το τρύπιο του αδιάβροχο θ’ ανεμίσει οργισμένο, οι 
πόρτες του θα κλείσουν (τρακ!) και θα ορμήσει στον γκρεμνό σέρνο-
ντάς σε μαζί του, ασυλλόγιστο κοριτσάκι.
Θυμάμαι ένα ένα τα σκουπίδια που ήταν στοιβαγμένα κάτω απ’ 
τη φύλαξή του: Μερικά κουτιά τσιγάρων, ένα κομμάτι ξεθωριασμέ-
νο μεταξωτό ρούχο, μια ξεσκισμένη κάλτσα, μισός σπασμένος καθρέ-
φτης, σκουριασμένα καρφιά, τσαλακωμένα χαρτιά, ένα παπούτσι (δεν 
σκηνοθετώ. Έτσι ήταν). Μια φορά είχαν ζήσει, βέβαια, κι αυτά ώσπου 
ήρθε ξαφνικά ο χαμός κι έτρεξαν βιαστικά να κρυφτούν. Αλήθεια, πού 
να κρυφτούν; Πίσω απ’ το κοτέτσι, απ’ τη μεγάλη άσπρη πέτρα, απ’ 
τον σωρό τα ξύλα; Όχι. Κάτω απ’ τ’ αυτοκίνητο. Αυτό δεν ήταν όμοιό 
τους, δεν ήταν σκουπίδι, δεν μπορεί να γίνει σκουπίδι ένα αυτοκίνητο.
Ήταν το νούμερο 5540. Του άφησαν τον αριθμό, δεν τον χρειαζό-
ντουσαν και τον άφησαν να πεθάνει κι αυτός τον αργό, τον ατέλειωτα 
αργό θάνατο (ώσπου να λιώσουν τα σίδερα).
Τ’ αλλοπρόσαλλο* ήταν που οι πόρτες ήταν κι οι τέσσερις ανοιχτές 
σα να περίμεναν τους επιβάτες, ολάνοιχτες σαν αγκαλιές και σα φτε-
ρούγες. Κι ούτε που σκεφτόταν κανείς να τις κλείσει.
– Τι περιμένεις, δεν υπάρχει πια δρόμος, δεν υπάρχουν πια επιβάτες.
Κι όμως υπήρχε κάποιος δρόμος ακόμα. Γυρνώντας ένα απόγιομα 
στο σπίτι είδα τ’ αυτοκίνητο στην άκρια του γκρεμνού απάνω απ’ τον 
πετρόχτιστο τοίχο και τέσσερις πέντε ανθρώπους να το σπρώχνουν να 
πέσει. Οι γειτόνισσες κι ένας σωρός παιδιά ήταν γύρω και χάζευαν και
χειρονομούσαν κι απολάμβαναν. 
Είχα φτάξει την τελευταία τελευταία στιγμή, τόσο που μόλις πρό-
λαβα να το δω κι εκείνο γυρνώντας ανάστροφα χάθηκε με θόρυβο στο 
χάος.
Πίσω του αλάλαξε* το πλήθος κι έσκυψε να το δει που κατρα-
κυλούσε.
Η σπιτονοικοκυρά μου μου ξήγησε πόσο καιρό το μελετούσαν κι 
αμελούσαν. Ήταν μεγάλη ασκήμια. Και μαζευόντουσαν τόσα σκουπί-
δια αποκάτω.
Α ναι, ήταν και τα σκουπίδια. Τα είδα όλα ξεσκεπασμένα, απρο-
στάτευτα, φοβισμένα, έκπληχτα, να μένουν ακίνητα το ένα κοντά στ’ 
άλλο και να περιμένουν