Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Ο αμολόητος

                                                                                                    
Έναν τζαιρόν τζαι μιαν βολάν του σώματος τα μέλη,
έτσι σγοιαν είχαν ούλλα τους αγάπην σαν το μέλιν,                                             
έκαμαν επανάστασην τζ’ αρκέψαν πάνω κάτω                                                         
να ρίψουσιν την τζεφαλήν ‘που το καπετανάτον.
Έτσι σαν εμαλλώνασιν τζ’ ήταν να σκοτωθούσιν,                                  5
αθθυμηθήκαν τους θεούς τζαι πάσιν να κριθούσιν.
Αφού τ’ αποφασίσασιν για να το κάμουν τότες,
εμπήκασιν εις την γραμμήν ούλα τούς στρατιώτες.
Βάλλουν τον αμολόητον ομπρός παϊρακτάρην                                                      
τζαι πουρουτζήν τον γείτον του να παίζει να τους πάρει                  10                  
Πκιάννουν την στράταν, φίλοι μου, κατταρκαστοί λουρκάζουν,                  
παν’ κόττα βία στους θεούς τζ΄ αρκέψαν να φωνάζουν.                                      
όι εγώ, όι εσού, πκοιος να’ σιει τα πρωτεία.
Θωρείς τζαι τζει π’ ακούουνταν ούλλους οι μαλλωμοί τους,                   15
σηκώννεται ο αμολόητος τζαι στέκει τζαι λαλεί τους:
– Πάψετε τα μαλλώματα, κάτσετε ‘νεπαμένα                                                             
τζαι βάρτε φτιν ν’ ακούσετε τα λόγια μου εμέναν.                                                     
Είντα νεκατωθήκατε ούλα τους καραόλους;                                                               
Ό,τι τζ’αν είμαι, εγιώ είμαι, εγιώ σας ‘ρίζω όλους.                                           20
Αντάν τζοιμάστε ούλλοι σας τζ’ εσείς τζ’ ο καπετάνος,                                           
εγιώ ξυπνώ τζαι στέκουμαι τζαι γλέπω σαν βαριάνος.                                          
Βαριάνος ντούρος, άφοος, ‘γρυ’ να μου πει πκοιος μπόρει,
να κάμω χίσαν μιαν τρυπώ θωρακωτόν παμπόριν.                                               
Εσείς πρέπει να στέκεστε ομπρός μου ντροπιασμένοι,                                25
γιατ’ είστε μ’ έναν φτύμμαν μου ούλλοι σας καμωμένοι.
Εγιώ ξέρω είντα τράβησα, για να’ στε σεις να ζείτε,
χωρίς εμέναν την ζωήν πού έθεν να την δείτε;
Εξύπνουν τζ’ εσηκώννουμουν σαν λιόντας θυμωμένος
τζ’ επήαινα ανακούτρουλλος, δισακκοφορτωμένος.                              30                  
τζαι δεν ετταϊνάτιζα μέ κρίσην μέ βασίλειον                                                             
παρά ‘μπηα τα μούτρα μου τζ’ έφτυννα μες στον σπήλιον,
σπήλιον πο’σιει το στόμαν του μες στα μαζιά χωσμένον,                                        
τζ΄ άφηννα το δισάτσιν μου π’ αππέξω κρεμμασμένον”.
«Μούλλωσε συ, πουκατινέ, τζαι δεν σου ππέφτουν λόγια,                    35          
τζ’ ο αρχηγός εγιώ είμαι, που κατοικώ στ’ ανώγεια».
Τότες ο αμολόητος με στόμφον τζαι θυμόν πολλύν,
γυρίζει μ’ ένα ξίππασμαν, λαλεί στην τζεφαλήν:                                                          
«Εσού, κυρία τζεφαλή, να μεν αννοίεις στόμαν
τζ’ εν είσαι ο καπετάνιος μας, φορείς τα μαύρα ακόμα.                               40
Ως που’ σαι δασερή εσύ τζαι μαυροφορημένη,
ο αρχηγός εγιώ είμαι, τζαι κάτσε ‘νεπαμένη.
Εννά΄σαι καπετάνος μας τζ’ εννά’ σιεις τα πρωτεία,                                             
αντάν αλλάξεις τζαι ντυθείς τον άσπρον σου μαντύαν.
Τώρα σιώπα, μεν λάμνεις, τζ΄εγώ σε κουμαντάρω                                        45            
τζαι όπου θέλω, ζόρολα, μιτά μου εννά σε πάρω».                                                           
Οι δικαστές εκήρυξαν την τζεφαλήν ανόητον
τζ’ εδώκασιν το δίκαιον στον μέγαν αμολόητον.
Τζ’ ο γείτος του ο πουρουτζής προς το ακροατήριον
ενθουσιώδες έκραξε βροντώδες νικητήριον.              


  •         αμολόητος: ο ακατονόμαστος, ο ανομολόγητος
  •   σγοιαν: σαν, όπως, καθώς [< ως οίον]
  •   αρκεύκω: αρχίζω
  •   παϊρακτάρης: σημαιοφόρος
  •  πουρουτζής: που παίζει τη μπουρού, ο σαλπιχτής
  •     κατταρκαστοί λουρκάζουν = περπατάνε στη σειρά, στη γραμμή
  •     κόττα βία = βιαστικά
    Αρκέψασιν έναν καβκάν τζαι μιαν φιλονικίαν,
  •  νεπαμένος: αναπαυμένος, ήσυχος
  •  βάρτε φτιν = βάλτε αυτί
  •  καράολος, καραόλος: το σαλιγκάρι [σε μας καράβολας]
  •  αντάν: όταν
  •    βαριάνος: ο φρουρός [σε μας βαρδιάνος]
  •   χίσα: επίθεση, έφοδος [τκ. hisa]
  •  ανακούτρουλλος = ξεσκούφωτος
  •   τταϊνατίζω: υπακούω – μέ… μέ.. = ούτε… ούτε
  •    μαζίν: αγκαθωτός θάμνος
  •      μουλλώνω: σωπαίνω, λουφάζω
  •    μ’ένα ξίππασμαν: ξαφνικά, απότομα
  •     εννά = θε να, πρόκειται να, θα
  •    λάμνω: προχωρώ [αρχ. ελαύνω]. Εδώ: μη μιλάς.
  •   ζόρολα: με το ζόρι, μιτά: μαζί

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου