Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

"… σε έρωτα ή θάνατο θα πάμε" ( απόσπασμα)

Ελένη


Λοιπόν Μενέλαέ μου
σ’ έχω επινοήσει κουφό
για να μπορώ ν’ ακούω τις σκέψεις μου
χωρίς να ταράζομαι
έτσι όπως μου επιστρέφονται ανεξαργύρωτες
από το ύψος του τίμιου κρεβατιού μας


Θ’ αγνοήσω την αδιαφορία σου
και θα υποθέσω πως είσαι
ο δυστυχής ένας κουφός
Έτσι κι εγώ θα ονομαστώ Ελένη
Κι ο Πάρις κάποια μέρα
το ελπίζω
πως θα με απαγάγει
άθελά μου


Ας μην το έπαιζες κουφός
Μια λέξη μου ας καταδεχόσουν
να εξαργύρωνες



Γράμμα από νησί


Τα νησιά που βυθίζονται στην ομίχλη τους το χειμώνα
σκεπάζονται με τη θαλπωρή των ονείρων τους
Κλωσάνε τους έρωτες του καλοκαιριού
Τινάζουν άσπρα σεντόνια στο κύμα τις περιπτύξεις
των λαβωμένων τους σωμάτων
Δουλεύει αργά, βασανιστικά η προσμονή νυμφίου
Κεντάει με κόκκινη κλωστή όλο το χειμώνα κήπους
Το καλοκαίρι μέσα από τα άνθη τους
θα πετάξουν με ορμή σμήνος αγαπησιάρικα πουλιά

Επί του Υφαντηρίου





5

Όλοι καθόντουσαν φρόνιμα
κανένας δεν ήθελε
μια αταξία ακόμη στο κεφάλι του.
Αρκετός μπελάς ήταν κιόλας η νύχτα.

Όταν ξημερώσει...
Θα περάσω στη σάλα
με όλα τα φώτα αναμμένα
λαμπεροί πολυέλαιοι κρύσταλλα λόγια.

Πες μου για τα πράγματα.
Όχι πώς είναι, αλλά πώς απλώνουν το χέρι τους
            μες την ακίνητη ζωή μας.

Θα γλιστρήσω στην έναστρη νύχτα
που στρώνεις κρεβάτι
στην άφεγγη βραδιά των ματιών σου
γυναίκα ο πόθος σου
θα ξημερώσω το φως σου.

Πες μου για πράγματα.
Όχι πώς είναι, αλλά πώς νιώθεις το αίμα τους
            όταν ξυπνήσαμε.


Από την συλλογή «Το Μέσα Φόρεμα»

Από το ημερολόγιο των ελαχίστων (απόσπασμα)



Με φυλακίζουνε τα όνειρά μου
Τις νύχτες βγάζουν μάτια κλαδιά
περικοκλάδες αναφιλητά
Αδύνατο σου λέω να γλιτώσεις από όνειρα
Σχέδια ανεκπλήρωτα
τα έκανες εαυτό σου
Βγάλε το δέρμα σου αν χρειαστεί
Να τα διαχωρίσεις.
Εκείνα όνειρα να σε ντύνουν
Να ξορκίζουν το φόβο σου
Κι εσύ ΕΣΥ
Γιατί κοίταξα βαθιά στα μάτια σου
Και σε είδα


……………………………………..


Μόλις συνάντησα τον εαυτό μου
Τι κρίμα που του αντιστέκομαι ακόμη


Είμαι κοχύλι στην έρημο της κλειστής καρδιάς σου
Γίνομαι κορυδαλλός στο κλαδάκι της αγάπης σου

……………………………………………………
Θα σου έρθω με τη βροχή
Λουσμένη στα φιλιά της
Για να μην δεις τα δάκρυα στην άκρη των βλεφάρων μου
Κι αν πάλι η βροχή κάνει αδιάβατους τους δρόμους
και δεν με φέρουνε κοντά σου
θα στεγνώσω το δάκρυ με τα χάδια του ήλιου,
που θα κάνει χρυσούς τους καρπούς μιας γης γενναιόδωρης,
που ποτίστηκε τόσο πολύ

………………………………………………
Φύλαξέ με. Ξοδεύομαι πολύ


Τουλάχιστον βάλε με στο κρασί σου
Θα μεθύσω την καρδιά σου
για να γίνω το οργανάκι του πόθου της
που θα κινεί όλα τα έργα της ζωής σου
Κι ας μην το ξέρεις

……………………………………….

Με ξενυχτάνε τ’ αστέρια, το φεγγάρι κι οι αναμνήσεις του μέλλοντος
Του δικού σας μέλλοντος, που το κοιτάζω στοργικά
Που το κοιτάζω τρυφερά από την παρελθούσα θέση μου
Ο χρόνος μαλακώνει, μου κλείνει συνωμοτικά το μάτι.
Κάποτε δεν θα θυμάσαι.
Κι εγώ ο πανδαμάτωρ χρόνος δίχως τη μνήμη σου δεν θα υπάρχω

Σε βεβαιώνω αγαπημένε απόντα
Δεν είμαι μελαγχολική.
Οι απουσίες φωτίζονται με το χαμόγελο της ψυχής
Που απ’ το υστέρημα της ευτυχίας της χαρίζει
γενναιόδωρα

Είναι μοναχική ιστορία η ζωή
…………………………………………………………………………………….

Μπορεί να είναι η αγάπη σου αυτά τα πλαγιασμένα κρίνα των λέξεων σου
Λινά και βαμβακερά πουκαμισάκια για το καλοκαίρι μας
Μπορεί να είναι η αγάπη σου αυτές οι ανθισμένες ομπρελίτσες
που σφυρίζεις με ανεμελιά σκέπη τη σκέπη τους μες τη βροχή
καλά να μας φυλάξουνε στεγνούς από το παγωμένο αιφνίδιο


Θα σου χαρίσω μια σφενδόνη αν μάθεις να κελαηδάς
Θα μπορείς να κυνηγάς τα όνειρα σου που νυκτοπορούν
φορώντας κίτρινες κάλτσες πράσινα ζεστά κασκόλ
παπούτσια γεμενιά στις σκανταλιές τους
πολιορκούν τις τρυφερές εκφορές της αγάπης μου
Αλλά αν μάθεις να κελαηδάς τα όνειρα σου που υπνοβατούν
θα γίνουν ματοτσίνορα στα γελαστά μου μάτια
…………………………………………………………………………..



(  βραβεύτηκε με Β΄ βραβείο στους Πανελλήνιους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης 2009)

Της ξενιτιάς


Κάθομαι εδώ στο ακροκέραμο της αγάπης μας
Που την ξενίτεψες
Μέσα στα όνειρα και τα πρέπει των άλλων


Δαγκώνει την καρδιά μου η σκέψη σου
Ο καημός σου δαγκώνει το ψωμί των παιδιών μου


Φυλάξου αγαπημένε
Απ’ τα μάτια μου που χρόνια τώρα δε σε βλέπουν
Φυλάξου πριν και ώσπου να σε λησμονήσουν
Φυλάξου ώσπου να λησμονηθούν
Αν λησμονιούνται

«Ο Νώε στην πόλη» (μικρό απόσπασμα)

«Η λεπίδα που ανοίγει τις φλέβες πονάει λιγότερο από τη θέα ενός ανθρώπου, που, ενώ κοιτάζει το ρολόι του, λέει πως θέλει να πάει στον παράδεισο. Ύστερα φεύγει παίρνοντας μαζί την πόζα του, όπως παίρνει κανείς την τελευταία αναπνοή του.».............................. 

« Απλώνει η πόλη τα νερά της λύπης της, γίνεται λίμνη. Καρτερεί να καθρεφτίσει σε δύο μάτια μια αγάπη που δεν έρχεται. Γι’ αυτό κάποιες φορές καθώς οι διαβάτες περνούν, μοιάζουν με τρένα που διασταυρώνονται μαζί της»....................... 

«.. ωστόσο θα έπρεπε να ξέρουμε πώς, αν δεν σε δω, αν δεν με δεις, αν δεν κοιταχτούμε, όμορφοι δεν θα γίνουμε»................... 

«Οι άνθρωποι κόβουν την πόλη σαν ψωμί στα δύο, να πάρουν ο καθένας το κομμάτι του. Τα έχουν αυτά οι έρωτες•τους ακρωτηριασμούς. Με τους πολέμους των φυλών εκτεταμένη μαχαιριά κατά μήκος μιας πράσινης γραμμής»............................... 

«Έχω περάσει σε βελόνες το εύθραυστο και το φθαρτό, το μικρό έως ελάχιστο, άπειρα λόγια συνδιαλέξεων. Θα κάνω αθάνατη τη ζεστασιά της αφής των δακτύλων μου πάνω στο σώμα σου. Σκεπάσου αγάπη μου!»..................................... 

«Εκεί που βρίσκεις τη χαρά εκεί θα βρεις τη λύπη. Ουρανομήκης ουρά, η κραυγή της ζωής και η σιωπή του θανάτου, αγκαλιασμένες ενσταλάζονται στα μαρμαρένια στήθη• υποδορίως ενέσιμος ο χρόνος.»............... 

«Η ζωή περνάει μέσα από την κοίτη των σωμάτων. Καλοί αγωγοί της αθανασίας της, τα φυσικά υλικά τους, που αναπαράγονται ξένα και αδιάφορα προς τα θολά ποτήρια του μυαλού που μηχανεύεται ασθένειες, φυγές και ταριχεύσεις.»............

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Νίκος Πενταράς (βιογραφικό)

Γεννήθηκε στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου στις 9 Απριλίου 1949. Εκτός από την προσφορά του στην εκπαίδευση της Κύπρου, την οποία υπηρέτησε από τη θέση του απλού δασκάλου μέχρι τη θέση του Α' Λειτουργού Εκπαίδευσης, έχει εκδώσει βιβλία με ποιήματα, μυθιστορήματα και μελέτες.
Ο Νίκος Πενταράς ασχολείται, επίσης, με την κριτική-παρουσίαση νέων εκδόσεων. Από το 1989 έως το 1991, είχε μόνιμη στήλη σε κυπριακή εφημερίδα για την κριτική-παρουσίαση νέων εκδόσεων και συνεργαζόταν παράλληλα και με το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου για το ίδιο θέμα. Έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα εκατοντάδες νέες εκδόσεις βιβλίων ποικίλου περιεχομένου.


  • «Ώρες Πολέμου» (ποίηση) (1975)
  • «Μηνύματα» (ποίηση) (1981)
  • «Περιστέρι μου ξεκίνα» (ποίηση για παιδιά) (1987)
  • «Η Τρίτη Απόφαση» (ποίηση) (1988)
  • «Επάνοδος» (ποίηση) (1992)
  • «Φως εκ Φωτός» (ποίηση) (1994)
  • «Ποιήματα» (ποίηση) (1995)
  • «Ο Εκπαιδευτικός απέναντι στο Αναλυτικό Πρόγραμμα: Ελεύθερος Πολιορκημένος;» (μελέτη) (2004)
  • «Σε κάθε μπαλκόνι και ένα χελιδόνι» (μυθιστόρημα, που απευθύνεται σε παιδιά και νέους) (2007)
  • «Στη μοναξιά του φεγγαριού» (ποίηση) (2009).

Αν ήταν


Το Φως χορεύει στον αφρό
λευκό πανί στο πέλαγος
μετάξι στον αγέρα
μέσα σ’ ανήλιαγη σπηλιά
η Μέδουσα παραμονεύει.
 
Πήρα τ’ αδράχτι
- κειμήλιο της γιαγιάς μου
της ξακουστής υφάντρας-
ν’ αδράξω το μετάξι
μ’ αδέξιος σαν ήμουνα
μου ξέφυγε απ’ τα χέρια
και πήγε ίσια στο βυθό.
Για χρόνια τώρα ψάχνω
στα φύκια και στην άμμο
ρωτώ τα ψάρια της σιωπής
ίσως αυτά με βοηθήσουν
μα κάνουν ελιγμό και μ’ αποφεύγουν
και τότες απελπίζομαι
βγαίνω ξανά στην επιφάνεια
ξαπλώνω μπρούμυτα
σε βράχο κυματοδαρμένο
και κλαίω μ’ αναφιλητά.
 
Το κύμα παίρνει το «γιατί»
από τα μάτια μου τα κόκκινα
το στροβιλίζει και μετά
με βία τ’ αμολά στα βράχια
κι εκείνο θρυμματίζεται
κι αντιλαλεί στ’ ακροθαλάσσια.
 
Αν ήταν, συλλογίζομαι, τουλάχιστο,
ένα χελιδονόψαρο,
αν ήταν κι άρπαζε ένα θρύψαλο
ίσως να μ’ οδηγούσε
να βρω τ’ αδράχτι της γιαγιάς,
γιατί γνωρίζουν τα χελιδονόψαρα
τα κατατόπια του βυθού
μα προπαντός γνωρίζουν ακριβώς
σε ποια γωνιά παραμονεύει η Μέδουσα.

στη μοναξιά του φεγγαριού (απόσπασμα)

Το σπίτι σου
στην άκρη του δρόμου
με τη σοφία της θάλασσας στην κάθε πέτρα του
και τη γαλήνη του βουνού στα κεραμίδια του
κρατά με πείσμα τα παντζούρια του κλειστά
τις πόρτες κλειδαμπαρωμένες στον καιρό.
σε καρτερά.

Ο Διγενής Ακρίτας με το Χάροντα
στα μαρμαρένια αλώνια συναντήθηκαν
την πάλη τους να ξαναρχίσουν
και προσπαθεί να κρατηθεί γερά
το σπίτι σου
στην πλάτη των προγόνων φορτωμένο
άτι λευκό που πιλαλά
καράβι π’ αρμενίζει
νερό να βρει να δροσιστεί
λιμάνι για ν’ αράξει
κελί κλειστό που καρτερά
τις πόρτες του και τα παντζούρια του στον Ήλιο διάπλατα ν’ ανοίξει

ΞΕΡΩ ΜΟΝΟ



Δεν ξέρω
αν οι στίχοι μου μπορούν
να χωρέσουν τον πόνο σου
ούτε πάλι ξέρω αν έχουν τη δύναμη
να τον σηκώσουν
και να τον ταξιδέψουν πέρα μακριά
όπως οι γερανοί
τ’ αποδημητικά πουλιά
στα φιλόξενα φτερά τους.


Ξέρω μόνο
πως είναι τόσο δυνατοί
όσο χρειάζεται
να γίνουν Αγάπη
και μέσα τους 
μια για πάντα
να σε κλείσουν.

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Πάψε πια ν’ απελπίζεις τις χαραυγές
με τις μαυροφόρες σκέψεις της νύχτας
γιατί χρόνια προτού σε γνωρίσω
καθώς βυθομετρούσα ναυάγια Ονείρων
απ’ το φεγγίτη των άστρων
κι αποστήθιζα τη σιωπή τους
ήλθε σωσίβιο το φως
έσπασε το κέλυφος της νύχτας
και μ’ αποκάλυψε
το υστερόγραφο σημείωμά της
για αιώνια χαραυγή…

ΧΑΪΚΟΥ



1. Στην τζαμαρία
κόκκινο γαρύφαλλο  
κι εσύ απ’ έξω.  

2. Πλήθος τζιτζίκια  
τζίτζι τζίτζι τζιτζιτζί  
ήταν Κασάνδρες.    
  
   3.
Τριανταφυλλιές
μπουμπούκια στα κλωνάρια
γιατί αργείτε;

4.
Ωραία λόγια
μοιάζουν επικήδεια
φέρτε λιβάνι.

5.
Ένα λουλούδι
πεταμένο στη λάσπη
σε θυμήθηκα.
 
6.
Πέταγμα πουλιών
ζευγάρωμα ζαρκαδιών
χαίρε, ειρήνη.
 
7.
Αντί για φανούς
κρυφά μέσα στη νύχτα
άναβες στίχους.

8.
Γόρδιος δεσμός
βαθειά πληγή στα στήθια
Μέγας Χωρισμός.


    9.
Μέσα στη νύχτα
οι λέξεις βουβάθηκαν
άδειες οι στέρνες.

10.
Στα περιβόλια
ξεχείλιζες με στίχους
τις άδειες στέρνες. 

ΜΝΗΜΕΣ

Στον ήχο της βροχής
ξεφυλλίζω  τις μνήμες των άστρων
ανάμεσα στις ρωγμές του χρόνου
κι αποστηθίζω τη σιωπή τους.


Δακρυσμένες εικόνες
με χείλη σφραγισμένα
απ’ την παντάνασσα σιωπή
με ταξιδεύουν
στο σκυθρωπό βασίλειό τους.

Αν κάποτε

Αν κάποτε
από κυκλάμινο στα βράχια
με πάρεις
να με φυτέψεις στον κήπο σου
βάλε με
στον ίσκιο της κωνοφόρου αγάπης σου
κάτω απ’ το στρώμα
των ανεπίδοτων χαδιών σου
για να προφυλάγομαι
από το κρύο
και τους πειρατές ανέμους.

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

ΤΑ ΦΙ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Παρέα με το φι του Φθινοπώρου
κι όλα τα φι των φθόγγων
που δεν προφέραμε ποτέ 
ψάχνω ανάμεσα στα κιτρινισμένα φι
των πεσμένων φύλλων
για να βρω τα φθαρμένα φι

των ανεπίδοτων φιλιών μας.

Φαμακούστα


Της Φαμακούστας τις ομώνυμες φωνές

τις παίρνει τ΄ ακρογιάλι

οδυνηρά χτυπάει το φάντασμα

μα κείνη ανασαίνει.

Μάτια που γνώρισαν

τα μάτια σου Αγαπημένη

θωπεύουνε ξανά τις γειτονιές μας.

Πληγώνει η νύχτα το πηγάδι

τ΄ όνειρο σαν πριν δεν λησμονιέται,

στο φως της χειμωνιάτικης αυγής.

Θα λες «Πεθύμησα το σπιτικό μου»

κι ο νους θα τριγυρνάει στις αυλές

στις τριανταφυλλιές σου.

Μα οι τόσες μνήμες,

(Η πατρίδα κι οι σταυροί

τσαντίρια και κραυγές οδύνης)

ένας καθρέφτης, λαός νεκρών

που μας πληγώνει.

Εσύ κι εγώ ένα το χέρι

η καρδιά το φως

κι η ποίηση μας κανακεύει.

Σόνια Κούμουρου (μικρή αναφορά)

Η Σόνια Κούμουρου γεννήθηκε στη Λεμεσό.
Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές
  •  Παλιά και νέα φεγγάρια, 1998.
  •  Ο ενδιάμεσος χρόνος, 2001.
  • Ο οδοδείκτης, 2007.
  • Το λάθος του χρόνου, 2011.

γνώση

όπως έμαθες να δέχεσαι
τις πλήρεις συμφορές
και να σιωπάς
μάθε να δέχεσαι
και τις μικρές χαρές
και να γελάς
κι ακόμα πιο πολύ
μάθε να στύβεις τον πόνο
μέχρι να στάξει γέλιο
τόσο αρκεί

οι υπνώττοντες

ο φονιάς
έκανε βόλτες μέσα στην πόλη
ντυμένος θύμα
ξέρανε ότι είναι ο φονιάς
μα βλέπανε το θύμα
γιατί αυτό που φαινόταν
ήταν πιο εύκολο
απʼ αυτό που πονούσε
είναι τόσο ανάλαφρος
ο ύπνος
αυτών που συγχωρούν
αλίμονο
σʼ όσους θυμούνται

οι ψίθυροι

οι αγάπες
δεν χάνονται
γιατί οι αγάπες που έζησες
είναι οι σταγόνες ελέους
στην ώρα του πόνου σου
είναι το άρωμα της Μαγδαληνής
και το μύρο της Μαρίας
οι μεγάλες αγάπες
δεν χάνονται
γίνονται ψίθυροι
στο στόμα του Θεού
που σου μιλά
μην τις ξεχάσεις

η κάμαρα


μια κάμαρα
όλη κι όλη
με τυφλά παράθυρα
και κλειδωμένες πόρτες
στο ταβάνι
κρεμασμένες οι μνήμες
στο πάτωμα
χαραγμένοι οι δρόμοι
και στους τοίχους
ζωγραφισμένα τα όνειρα
εσύ στο ενδιάμεσο
ζητάς ισορροπίες
χειρονομείς μιλάς γελάς
πονάς
μεγαλώνεις και μικραίνεις
υπάρχεις
ψάχνοντας την Αλήθεια
με τα χρόνια
οι μνήμες πληθαίνουν
τα όνειρα στοιχειώνουν
οι δρόμοι λιγοστεύουν
κατεβαίνεις
κάθε μέρα λίγο πιο κάτω
ώσπου οι δρόμοι
γίνονται τελικά τελεία
πάνω από το σώμα σου
ενώ οι μνήμες και τα όνειρα
εκφωνούν
τον επικήδειό σου
μέσα στην κάμαρα που έζησες

άρνηση


εμείς στο σκοτάδι
κι εσείς στο φως
ίσως πάλι
να είσαστε εσείς στο σκοτάδι
κι εμείς στο φως
ποιος ξέρει;
κάποτε οι άνθρωποι
μιλούσαν μεταξύ τους
με λόγια απλά
πετούσανε τις λέξεις
κι αυτές αβίαστα κυλούσαν
στα μέτωπα των άλλων
σαν σταγόνες
τις νύχτες εμείς κοιμόμαστε

κι εσείς συλλαβίζετε
παγωμένα ρήματα
σε μια τετράγωνη οθόνη
κι όταν εσείς κοιμάστε το πρωί
εμείς καταμετρούμε στο φως
τα ανεκπλήρωτα όνειρά μας
έτσι ο κόσμος
αναπτύσσεται ασύμμετρα
σε δύο όχθες
να
τώρα εμείς πονάμε
κι εσείς χαζεύετε βιτρίνες
κι όταν εσείς πονάτε
εμείς κοιτάμε αλλού
στον κυβερνοχώρο
σας φορτώνουν γνώσεις
με λαμπρότητα
και χαίρονται
αρνιόμαστε
μένουμε στις σκιές των βιβλίων
που αγαπήσαμε
μένουμε στις σιωπές των ανθρώπων
που μας μίλησαν
μένουμε σʼ έναν κόσμο
που χάνεται
κι ας χανόμαστε μαζί του
εσείς τρέξτε
πετάξτε φύγετε μακριά
η νέα ζωή σας ανήκει
δεν σας προλαβαίνουμε πια
κι ούτε θέλουμε
να σας προλάβουμε
αρνιόμαστε
γεια σας

Το εκκλησάκι / Κωνστάντης Γιώργος



Περπάτησα πάνω σε πυρωμένες πέτρες
Μέσα στη λάσπη έχασα τα πόδια μου
Τα λόγια μου γδαρμένα στα χαλίκια
Απολησμόνησαν τη μυρουδιά του ήλιου
Μονάχα τη λεβεντιά του έρωτα άκουα
Δίνοντάς μου κουράγιο να ελπίζω
Ώσπου φάνηκες εσύ την τελευταία στιγμή
Βάνοντας στο αίμα μου νέους ρυθμούς
Τώρα χτίζω το εκκλησάκι μου.
Κρατώ ανοιχτά τα παραθύρια
Να μπαίνουν μέσα αρμαθιές φωτός
Να χαράζει ο χρόνος τ’ όνομά σου
Ανεξίτηλο στα βιβλία των αιώνων.

Το σκάφαντρο / Κωνστάντης Γιώργος


Έξω απ’ τις σπηλιές μαύρες καταχνιές
Αδιαπέραστες από το δόρι του ήλιου
Εκεί γεννήθηκα κι έζησα τις μέρες μου
Στο σκοτάδι με πληγωμένα δάχτυλα
Ψαχουλεύω να βρω μιαν έξοδο, να ιδώ
Τα λαμπερά κοχύλια τ’ άσπρα κύματα
Να γλιτώσω από υδροκέφαλα τέρατα
Που λυσσασμένα κατατρώουν τα χέρια μου.
Κάθε που δοκιμάζω ν’ ανεβώ στην επιφάνεια
Ματώνουν οι φτέρνες πονούν τα μάτια μου
Τόσα χρόνια παλεύοντας μες στις σπηλιές
Κανένα απ’ τα όνειρά μου δεν μ’ εγκαταλείπει.
Λίγο ακόμα –λέω και ξαναλέω–
Με το σκάφαντρο
των στίχων θ’ ανεβώ
Ν’ αποτινάξω το πένθος της ψυχής μου

Η θλίψη μιας μέρας / Κωνστάντης Γιώργος


Είναι μια θλίψη σήμερα στα μάτια σου
Το σώμα σου ντυμένο δάκρυα της βροχής
Του χειμώνα που διαρκώς σε κυνηγάει
Θε μου, πώς μένει άδεια τούτη η πολιτεία
Βουβή κι ασάλευτη
Μες στην αξιολύπητη περηφάνια της
Είχες τη μουσική δώδεκα αυλών
Το χρώμα εφήβων που κυνήγαγαν τον Μάη μήνα
Ήσουν ίδιος αρχάγγελος, στα μάτια σου
Φεγγοβολούσε η παντοδυναμία του ήλιου
Ποιος πήρε τώρα τη φωτιά σου και παγώνεις
Ποιος άνεμος κούρσεψε το σώμα σου
Αφήνοντάς σε γυμνό
Να’ ναι οι πληγές σημάδια
Μιας ηττημένης αξιοπρέπειας
Είναι μια θλίψη σήμερα στα μάτια σου

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

Η Μοσφιλωτή και πάλι / Παγιάση - Κατσούρη Ντίνα

Το αυτοκίνητο να καταβροχθίζει την άσφαλτο
το τοπίο να διαδέχεται το ένα το άλλο
το πράσινο να συναγωνίζεται το άλλο πράσινο
οι αμυγδαλιές κατά μήκος του δρόμου να στήνουν τρελό χορό
τα χελιδόνια στα σύρματα του ηλεκτρικού
να επιδεικνύουν τις φωνητικές τους χορδές.
και αυτός να αγωνιά.
Να αγωνιά όχι για τον αγώνα Αποέλ – Ρεάλ*
αυτός ήταν προδιαγεγραμμένος.
Αλλά να αγωνιά
για να φτάσει στη Μοσφιλωτή και στον Φίλιππο Σταύρου
να μυρίσει ξανά την τσίκνα από τα σουβλάκια
να γευτεί την ίδια ζιβάνα
και η ματιά του να ξεκουραστεί στο ιδιότυπο αλλά αγαπησιάρικο εκείνο μουσείο
Αχ, αυτός ο Μισέλ Πλατινί.

Ανοιξε την πόρτα / Παγιάση - Κατσούρη Ντίνα

Μην εφάπτεσαι απλά στα όνειρά μου.
'Ανοιξε την πόρτα και μπες.
Εγώ θα έχω στρώσει το κρεβάτι
με κιλίμια και μεταξωτά.
Θα έχω ετοιμάσει αρώματα και μύρα
για να σου πλύνω τα πόδια,
ζεστές κομπρέσες για να σου φρεσκάρω το πρόσωπο
κλιματισμό για να ηρεμήσω τα καταπονημένα σου μέλη.

'Ενα κάτοπτρο κοντά στα στρωσίδια,
ζωγραφιές στους τοίχους,
θαλασσινά απολιθώματα στα ράφια,
ένας ασπρόμαυρος γάτος
να περιφέρεται στα πόδια μου,
απ' το παράθυρο απειλητική
η τούρκικη σημαία με το μισοφέγγαρο
συμπληρώνουν την εικόνα μιας προσδοκώμενης
ερωτικής ή άλλης ευωχίας.

'Ελα
θες να κάνουμε έρωτα
ή να παίξουμε σκάκι;

Η τρίπλα του Ρονάλντο / Παγιάση - Κατσούρη Ντίνα


Και για να είμαστε έντιμοι
πάνω από τα σουβλάκια
τις πίτσες
τις μπύρες και
τα αναψυκτικά
η τρίπλα του Ρονάλντο
σκέπασε σαν δαντέλα
το γρασίδι του γηπέδου
βγήκε στο δρόμο
καβάλησε τις στέγες των σπιτιών
κρεμάστηκε στην απλωμένη μπουγάδα
χάιδεψε τα στήθη των κοριτσιών
κράτησε παρέα στη γιαγιά
ξαπόστασε για λίγο στα ορθάδικα
και έκαμε ακόμα μια τρίπλα
με τα παιδιά της γειτονιάς.
Μπορεί βέβαια στο τέλος να ηττήθηκε η ομάδα
εκείνο που έμεινε, όμως, τελικά
ήταν τα δάκρυα της κοπελιάς,
στην έξω αριστερά κερκίδα
και η τρίπλα στην καρδιά της.

Ο Ζακ Ντεριντά* / Παγιάση - Κατσούρη Ντίνα



Ο Ζακ Ντεριντά δήλωσε αποφασιστικά.
“Αφού δεν μπορώ να γίνω ποδοσφαιριστής θα γίνω φιλόσοφος”.
Και φυσικά το μετάνιωσε πικρά.
Αφού από εκείνη τη μέρα δεν πέρασε νύχτα που να μην ξυπνήσει 

πνιγμένος στον ιδρώτα και την ταραχή.
Ήταν πάντα το ίδιο επίμονο όνειρο.
Να βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από την εστία του αντιπάλου 

να προσπαθεί να στείλει μέσα την μπάλα και το πόδι του να αρνείται πεισματικά να υπακούσει. 
Οι φίλαθλοι να ουρλιάζουν αίσχος και το επόμενο λεπτό να ανοίγει έντρομος τα μάτια.
Αργότερα ομολόγησε σε φιλικό κύκλο πως αντί να ζει με αυτό τον εφιάλτη θα ήταν καλύτερα να γινόταν ποδοσφαιριστής έστω δεύτερης κατηγορίας.



29 Νοεμβρίου 2011

* Ο Ζακ Ντεριντά ήταν Γάλλος φιλόσοφος

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Ιωσήφ Ιωσηφίδης (βιογραφικό)

Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης γεννήθηκε στη Λάρνακα το 1948.Πήρε Πτυχίο στα Μαθηματικά (1971, Πανεπ.Αθηνών), στα Οικονομικά (1975, Οικ.Πανεπ.Αθήνας-ΑΣΟΕΕ).Το 1978 αναγορεύθηκε Αριστoβάθμιος Διδάκτωρ Στατιστικής Οικονομικών (Πανεπ.Αθηνών).
Η διατριβή του εφαρμόζεται σε οικονομικά, κοινωνικά, οικο-δημογραφικά συστήματα.
Είναι Εταίρος του Institute of Sales Marketing Management, Συνδεδεμένος Εταίρος του Commonwealth E-Technology Management και του Intern’l Statistical Institute
Από το 2003 είναι Ιππότης του Βατικανού ( Equestrian Order of the Holy Sepulchre).
Εργάσθηκε στο ΚΕΠΕ (Υπουργ.Συντονισμού, Ελλάδα,1975-7) ως Επιστημονικός Ερευνητής Α, Βοηθός Καθηγητή και για 23 χρόνια (1978-2001) ως υψηλόβαθμο Στέλεχος στον Όμιλο Λαϊκής Τράπεζας & Βοηθός Γενικού Διευθυντή σε οικονομική έρευνα-προγραμματισμό, κατάρτιση, μάρκετινγκ, θέματα ΕΕ, στρατηγική,πολιτιστικά
Από το 2001 διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, σε 2 Μεταπτυχιακά ΜΒΑ, σε 2 Ακαδημίες Δημοσίου.Διετέλεσε Διευθυντής Προγραμμάτων Στατιστικών Ερευνών (SRI) Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων, Σχεδίων Παραγωγικότητας 3 Υπουργείων κ.ά.
Είναι τ.Πρόεδρος της Ακαδημίας Επιστημών Κύπρου,Σύμβουλος Δήμων, Πρεσβειών.
Συνέγραψε πάνω από 100 άρθρα (οικονομία, Κύπρος-ΕΕ, τεχνολογία, πολιτισμός ), 18 Έρευνες (παραγωγικότητα,ενέργεια, ανταγωνιστικότητα,υγεία,ασφάλεια,ενέργεια)
Συμμετέχει σε Έρευνες της ΕΕ, παρουσιάζει τηλεοπτικά θέματα (Ευρώ, πολιτισμός) ως Αντιπρόεδρος του European Movement και της UNAC, Μέλος του Team Europe.
Πήρε μέρος σε διάφορα ευρωπαϊκά Συνέδρια Επιστήμης, Οικονομικών, Στατιστικής.
Συμβάλλει στα Γράμματα και τις Τέχνες ως Αντιπρόεδρος της Λυρικής Οπερατικής Σκηνής Κύπρου (και Μπάσος όπερας) ως Μέλος του ΔΣ της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου, Μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών Κύπρου, του PEN, του Διεθνούς Ιδρύματος Επιστημονικών Ερευνών-Φιλοσοφίας, του ΠολιτιστικούARTOS
Συγγράφει 3 κοινωνικοϊστορικά έργα για το ΚΙΤΙΟ (αρχαία Λάρνακα, 4000 Χρόνια) στα θέματα «Ζήνων ο Κιτιεύς», «Κίμων-και νεκρός ενίκα» «Λατίνοι Λάρνακος 965-»
Συμμετέσχε ως Μπάσος της Λυρικής σε 3 Όπερες και συγγράφει ένα θεατρικό έργο.
Εξέδωσε δύο Ποιητικές Συλλογές
  •  “ΔΙΑΔΡΟΜΗ Α’' (2001) και 
  • “ΔΙΑΔΡΟΜΗ Β’' (2003) με τον Εκδοτικό Οίκο ΣΜΙΛΗ και την τρίτη “ΔΙΑΔΡΟΜΗ Γ’' (2006) με τον Εκδοτικό Οίκο ΑΝΕΥ. 
Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Ορισμένα μελοποιήθηκαν, παρουσιάστηκαν σε ελληνόγλωσσες και Διεθνείς Ανθολογίες, σε Διεθνή Διαδίκτυα Λογοτεχνίας, σε ευρωπαϊκά Συνέδρια. Βραβεύθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης (Θεσσαλονίκη, 2006) για ποίηση και προσφορά στον Πολιτισμό.

Δάκτυλα Τυφλά


Στον Πάμπλο Νερούδα
Ακούω και ξεχνώ, βλέπω και θυμάμαι,
πλάθω και κατανοώ - Κομφούκιος


Μόνο περήφανος ένιωθα για τα δάχτυλά μου,
σαν μετρούσαν χρήματα, χτήματα, βλήματα
κι έδειχναν τον αθώο του αιώνα αντί τον απατεώνα,
σαν υπέγραφαν για πόλεμο κι έσβηναν την ειρήνη,
σαν τράβαγαν, έσπρωχναν, ένευαν ή κούρδιζαν
κι έσφιγγαν, έστριβαν, στραγγάλιζαν,
σαν έκλεβαν και έκρυβαν τεκμήρια τόσα
και πίεζαν το κουμπί να προξενήσουν δεινά.

Τότε ήρθες και πήρες απαλά τα δάχτυλά μου
να τα μάθεις πώς να εφάπτονται μαγικά στα δικά σου,
να προσγειώνονται ομαλά στη γεωγραφία της αγάπης,
να ταξιδεύουν χαρωπά απ’ τη φτέρνα στην κορφή σου
να δονούνται με το λίκνισμα της μέσης σου,
να απλώνουν απέραντα στο στήθος σου
και στην ακτή των χειλιών σου, που διψούν για φιλί.

Μα τα δάχτυλά μου είναι αθώα να δουν το μη ορατό,
τυφλά ακόμα ν’ αγγίξουν τη δροσιά της φλόγας
των ματιών σου, να δουν και ν’ αγγίξουν
το εντός σου χαμόγελο, τυφλά να αγναντέψουν
το εντός σου αστέρι, να το χαϊδέψουν,

τυφλά να αναβλέψουν, να καταδείξουν,
να καταμετρήσουν ένα τέτοιο πράγμα θείο.

το παράθυρο

Άπλωσε το χέρι κι άνοιξε το παράθυρο,

ίσως το δρασκελίσει μια αχτίδα,
τεθλασμένη, από αντανάκλαση,
ένα άστρο που υπόσχεται αλλαγή.

Άνοιξε το παράθυρο,

ίσως κοιτάξει μέσα ένας βιαστικός,
μια ωραία που τη ραίνει η βροχή,
μια χελιδόνα που ’χασε το μικρό της.

Άνοιξε το παράθυρο,

ίσως φανεί η μπάλα των παιδιών
η φωνούλα τους ίσως σκαρφαλώσει
ένα κλαρί που λυγίζει, ένα γατί.

Άνοιξε το παράθυρο,

κι ας εισβάλει κύμα σκόνης, χαλαζιού,
μια σκιά ή η σκιά της, δύο που ’γιναν μία,
ή έστω μια σκιά που σκιάζει μιαν άλλη.

Άνοιξε το παράθυρο,

ακόμα κι αν η πόλη αποκοιμήθηκε,
ακόμη κι αν η πόλη αποδήμησε,
ακόμη κι αν δε φαίνεται ποιο απ’ τα δυο.

Άπλωσε το χέρι κι άνοιξέ μας το παράθυρο.

Στη θέση του θα υπάρχει μια ζωγραφιά
κρεμασμένη, κι ας μας κοιτάζει αμίλητα.
Τουλάχιστον θα γεμίζει τον άδειο μας τοίχο.


Καρλοβιβάρι-Πράγα, Αύγουστος 2002